Book review, movie criticism

Sunday, April 9, 2017

Γιώργος Βέης, Ινδικοπλεύστης, Κέδρος 2017, σελ. 232



Γιώργος Βέης, Ινδικοπλεύστης, Κέδρος 2017, σελ. 232


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Στις χώρες του ινδικού ωκεανού μας ταξιδεύει ο Γιώργος Βέης με το τελευταίο του ταξιδιωτικό

  Ο Γιώργος Βέης είναι σαν τον κολοσσό της Ρόδου: με το ένα πόδι πατάει στην ποίηση και με το άλλο στην ταξιδιωτική πεζογραφία. Colossal το έργο του, έχουμε ήδη γράψει για επτά βιβλία του, με τελευταίο το «Για ένα πιάτο χόρτα», μια ποιητική συλλογή. Σειρά έχει σήμερα το τελευταίο του ταξιδιωτικό που έχει τίτλο «Ινδικοπλεύστης».
  Ο ινδικός ωκεανός είναι η πιο πολυταξιδεμένη θάλασσα του Γιώργου Βέη. Όχι μόνο υπηρέτησε ως πρέσβης σε πολλές χώρες που περιρρέονται απ’ αυτόν, αλλά και η γυναίκα του, η όμορφη και χαριτωμένη Κλάρα, τραγουδίστρια και ζωγράφος, κατάγεται από την Ινδονησία. Ο τίτλος λοιπόν παραπέμπει συνειρμικά και στον τόπο καταγωγής της.
  Στα ταξιδιωτικά του Βέη ισχύει πάρα πολύ η ρήση του Μάρσαλ Μακ Λούαν, «το μέσο είναι το μήνυμα». Η μαγεία της ποιητικής του γλώσσας σε κάνει να ξεχνάς ότι η γλώσσα είναι κυρίως ένα πληροφοριακό διάμεσο, medium, για να σε μεταφέρει σε μέρη που περιηγήθηκε, σε μέρη τα οποία θαύμασε, και να σου μεταφέρει σκηνές που τον εντυπωσίασαν. Τα κείμενά του είναι σύντομα, σπάνια πάνω από μια σελίδα, σαν τους ποιητικούς αφορισμούς του Νίτσε. Να δώσουμε ένα δείγμα.
  «Ο μισομεθυσμένος τουρίστας στο μπαρ της ευκαιριακής εκτόνωσης: “Η προειδοποίηση των θεών, σήμερα το μεσημέρι, πριν από το τσουνάμι, θα γίνει άραγε αντιληπτή από τους μετεωρολόγους του νησιού;”. Υψώνω το μισογεμάτο ποτήρι μου με σεβασμό στη μέθη» (σελ. 20).
  Τα ανθρωπολογικά στοιχεία (ο Κλίφφορντ Γκιρτζ αναφέρεται πάνω από μια φορά), τα ιστορικά στοιχεία, οι συνομιλίες με συνοδοιπόρους του πνεύματος («Με τον Ρεμπό στην Ιάβα»), υπάρχουν άφθονα στο κείμενο. Ο τόπος χωρίς την ιστορία του εξάλλου είναι απλά τοπίο.
  Με την Κίνα έχω μια αγαπησιάρικη σχέση, γι’ αυτό θα παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα:
  «Το έρχου ανήκει στα παραδοσιακά μουσικά όργανα της Κίνας. Έχει μόνο δύο χορδές. Όσα ακριβώς δάχτυλα, κι αυτά μισά, απέμειναν στον Γκάο, έναν λεπρό που πρόλαβε να θεραπευτεί. Θυμάται ότι οι συγχωριανοί ήθελαν να τον κάψουν όταν ήταν μικρός, για να μη μεταδώσει το τρομερό νόσημα στους συμμαθητές του. Τη γλίτωσε φτηνά χάρις στις φροντίδες κάποιων ψυχραιμότερων κατοίκων. Θυμάται τα πάντα. Και κυρίως πόσες προσπάθειες κατέβαλε ώστε να μάθει να παίζει το δίχορδο έρχου. Τώρα, ζώντας μαζί με άλλους ομοιοπαθείς του σε ειδικό κατάλυμα, το οποίο συντηρούν δημόσιες δαπάνες, σκέφτεται να αποκτήσει άδεια διδασκαλίας του αγαπημένου του οργάνου. Ο αριθμός δύο αποτελεί γι’ αυτόν ειδικά το σημάδι ενός ευεργετικού πεπρωμένου. Έχει καταστεί το σύμβολο μιας ζωής πάνω και πέρα από τις συμβάσεις των υγιών συνανθρώπων του. Του αρκούν αυτά τα δυο μισοφαγωμένα από τον εχθρό του δάχτυλα για να διεκδικήσουν ένα μερίδιο ελπίδας» (σελ. 77).
  Επειδή θα αναρωτιέστε πώς είναι το έρχου και πώς ακούγεται, έχω αναρτήσει ένα δείγμα Erhu στο κανάλι μου στο youtube. Να προσθέσω ακόμη ότι αν το erhu αντιστοιχεί στη δική μας λύρα, το pipa αντιστοιχεί επίσης στο δικό μας λαούτο.
  Και μια αποφθεγματική ρήση: «Τα πράγματα είναι αυτοτελή ποιήματα» (σελ 16). Θα μπορούσε να την είχε γράψει ο κοινός μας φίλος, ο Μανόλης Πρατικάκη.
  Το παρακάτω είναι του Ντέιβιντ Χιουμ: «στον φιλόσοφο και στον ιστορικό η τρέλα, η βλακεία και η κακία του ανθρώπινου γένους οφείλουν να φαίνονται πράγματα συνηθισμένα» (σελ. 83). Να σημειώσω ότι το δεύτερο πτυχίο μου είναι πτυχίο φιλοσοφίας. (Οι δυο προκείμενες του συλλογισμού. Το συμπέρασμα δεν χρειάζεται να το γράψω).
  Ναι, θαυμάζω την ποιητική γλώσσα του Βέη, αλλά και το πληροφοριακό στοιχείο για μένα είναι εξίσου σημαντικό. Πραγματικά ανατρίχιασα διαβάζοντας για τους ευνούχους:
  «Ούτε θυμάται πότε εκείνοι οι αίσχιστοι τον ευνούχισαν. Ξέρει όμως το γιατί. Τον προόριζαν για “νύφη” με πολύ καλό ενοίκιο τη βραδιά ή και τη βδομάδα, στην αρχή τουλάχιστον, τότε που ήταν το δέρμα του πιο τρυφερό, σχεδόν μεταξωτό» (σελ. 126).     
  Το ίδιο και το παρακάτω:
  «Έχω σταθεί κάποια στιγμή κι εγώ σε μοιραίους σταθμούς τρένων. Στο Χονγκ Κονγκ, για παράδειγμα, όπου έχουν διαμελιστεί παντελώς αθώα, τραγικά θύματα παραφρόνων. Πρόκειται για όσους-και δεν είναι λίγοι-σπρώχνουν με απροσδόκητη μανία ανύποπτους ταξιδιώτες στις ράγες. Σαν να εξοντώνονται, σαν να ξεφορτώνονται στα διάκενα των σταθμών οι πολιτισμοί από τους δαίμονες. Η ευκολία του θανάτου. Η αγριότητα υπάρχει στη θέση του ονείρου για δικαίωση. Αδιάφορα, κατά τα άλλα, περάσματα γίνονται τα σφαγεία ενός συστήματος το οποίο, παρά τις αναμφισβήτητες, σύμφυτες δυναμικές του, δεν μπόρεσε να προβλέψει τις νεότερες εκδοχές της τρέλας» (σελ. 143).
  Διαβάζουμε:
  «Σήμερα θα με σταματήσουν στον άσπρο τοίχο, λίγα μόλις μέτρα από την πύλη του σταθμού, πέντε λέξεις: Απρόσμενες: “Σ’ αγαπώ όπιο, Ζακ Μπρελ”. Ξαναδιαβάζω τα τεράστια μαύρα γράμματα. Δεν υπήρχαν χθες… Δυο μέρες μετά είχαν ασβεστώσει τον τοίχο. Το μήνυμα είχε εξαφανιστεί. Όχι όμως κι από αυτή τη σελίδα των ενθυμίων» (σελ. 144).
  Και θυμήθηκα.
  Καλοκαίρι του 1972, στον Παχύν άμμο, στο λιμανάκι. Μια παρέα μεθυσμένων φοιτητών. Χαράζω πάνω στο σοβά στον τοίχο της προκυμαίας με μια πέτρα, με κεφαλαία γράμματα, ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ. Δυο μέρες μετά είχαν ασβεστώσει τον τοίχο. Το μήνυμα είχε εξαφανιστεί. Όχι όμως και από τη μνήμη εκείνων που πρόλαβαν να το διαβάσουν.
  Υποπτεύθηκαν κάποιους παλιούς αριστερούς. Εμένα καθόλου. Ένα χρόνο αργότερα θα γινόμουν έφεδρος ανθυπολοχαγός.
  Γιώργο, μας ταξίδεψες πολύ ευχάριστα. Καλοτάξιδο να είναι και αυτό σου το βιβλίο. Και επειδή μόλις γράφω την τελευταία πρόταση συνειδητοποιώ το κανονικό τροχαϊκό της μέτρο, δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να ριμάρω:  και ελπίζω να σου φέρει και αυτό ένα βραβείο.   

Μπάμπης Δερμιτζάκης                                                      

Thursday, April 6, 2017

Craig Gillespie, The finest hours ( Η μεγάλη διάσωση,2016)



Craig Gillespie, The finest hours (Η μεγάλη διάσωση, 2016)


  Για άλλη ταινία έψαχνα, με σχεδόν ίδιο τίτλο που δεν πρόλαβα να τη δω στη δημοσιογραφική προβολή μια και ταξίδευα για Κρήτη. Την είδα κατά λάθος, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ.
  Θα παραθέσω πάλι μια ρήση του Δαρβίνου, από μια βιβλιοκριτική μου.
  «Εν τούτοις τα μυθιστορήματα αποτελούσαν για μένα θαυμάσια ανακούφιση και ευχαρίστηση επί χρόνια, με την προϋπόθεση πως είναι τουλάχιστον αρκετά καλά και δεν έχουν άσχημο τέλος-πράγμα εναντίον του οποίου θα έπρεπε να έχει θεσπιστεί νόμος».
  Και για τις ταινίες θα συμπλήρωνα εγώ, μια και την εποχή του Δαρβίνου δεν είχε εφευρεθεί ο κινηματογράφος.
  Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό γεγονός, στη διάσωση των ναυαγών ενός τάνκερ από ένα μικρό σκάφος της ακτοφυλακής. Συναρπαστικές σκηνές που σου κόβουν την ανάσα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Υπάρχει βέβαια και το ρομάντζο.
  Την παραπάνω ρήση του Δαρβίνου την ανέφερα γιατί θυμάμαι ότι έχω δει δυο άλλες ταινίες, επίσης θαλασσινές περιπέτειες, και αυτές βασισμένες σε πραγματικές ιστορίες, που δεν μου άρεσαν καθόλου γιατί δεν είχαν happy end. Στο μυαλό μου είναι καρφωμένες οι σκηνές που τους καταπίνει η θάλασσα. Αυτή, ευτυχώς, είχε.
  Βλέπουμε κι εδώ το μοτίβο με τους μ@λ@κες προϊσταμένους και τους χαρισματικούς υφισταμένους που τους βάζουν γυαλιά. Το βλέπουμε μάλιστα διπλό, και στο τάνκερ και στην ακτοφυλακή.
  Πολύ χάρηκα που την είδα αυτή την ταινία.  

Simon Stone, The daughter (Η κόρη, 2015)



Simon Stone, The daughter (Η κόρη, 2015)
 
  Από σήμερα 28 Σεπτέμβρη στο σινέ-Θησείον, μας πληροφορεί ο Σπύρος Δαμιανάκης. Όμως εγώ ανάρτησα ήδη την ταινία στις 6 Απριλίου, γιατί αυτή την ενημέρωση είχα. Φαίνεται ότι αναβλήθηκε τελικά η προβολή και δεν το πήρα χαμπάρι. Μάλλον πρέπει να κοιτάζω συστηματικά το Αθηνόραμα για να βλέπω ποιες ταινίες παίζονται, και να μην επαφίεμαι στα ενημερωτικά mail.
  Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος είπα να ξαναδώ την «Αγριόπαπια» (1984) του Henri Safran, ταινία που με είχε συγκλονίσει. Αυτή η «Αγριόπαπια» ακολουθεί αρκετά πιστά το ομώνυμο θεατρικό έργο του Ίψεν, γι’ αυτό και ο ίδιος τίτλος, ενώ η ταινία «Η κόρη» του Simon Stone, όπως διαβάζουμε, είναι απλά εμπνευσμένη από το έργο του.
  Το 19ο αιώνα ένα διάχυτο ιδεολόγημα ήταν η «αλήθεια». Να ζούμε σύμφωνα με την αλήθεια, να επιδιώκουμε πάντα την αλήθεια. Ο ήρωας του Ίψεν είναι ένας φονταμενταλιστής της αλήθειας. Αυτό τον φονταμενταλισμό καταγγέλλει ο Ίψεν, που στο έργο του γίνεται αιτία να αυτοκτονήσει το δεκατριάχρονο κορίτσι, γνήσια τραγική ηρωίδα που υποφέρει χωρίς να φταίει, όπως η Αντιγόνη του Σοφοκλή.
  Ακούσαμε στο έργο να λέγεται πόσο σημαντικό είναι να ζεις με ψευδαισθήσεις, όπως ο Jeremy Irons που πιστεύει ότι βρίσκεται κοντά στο να ολοκληρώσει μια εφεύρεση σε σχέση με τη φωτογραφία, και όπως ο πατέρας του που πυροβολεί κουνέλια στη σοφίτα έχοντας την ψευδαίσθηση ότι πυροβολεί αρκούδες. Είμαι ολότελα πεπεισμένος γι’ αυτό, αφού υπήρξε το κεντρικό θέμα στο δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου».
  Δεν θυμάμαι ποιος έδωσε το παρακάτω παράδειγμα, ίσως ο Μπέρτραντ Ράσελ. Έχεις κρυμμένο στη σοφίτα του σπιτιού σου έναν εβραίο, και ένας φίλος σου σε ρωτάει μήπως κρύβεις κανένα εβραίο. Τι θα του απαντήσεις; Είναι ολοφάνερα ανόητο να του πεις την αλήθεια.
  Ο πατέρας του Γκρέγκερς, του φίλου του Jeremy Irons (Θα χρησιμοποιώ κατά περίπτωση τα ονόματα των ηθοποιών και τα ονόματα στο θεατρικό έργο), τα φτιάχνει με την υπηρέτριά του, την Λιβ Ούλμαν. Η ένωσή τους δεν έδωσε κανένα Σολωμό, αλλά την Hedvig. Όντας έγκυος ενθάρρυνε το γάμο της με τον Jeremy Irons. Τους βοήθησε μάλιστα αρκετά να στήσουν το νοικοκυριό τους. O Γκρέγκερς θα του αποκαλύψει την αλήθεια, ρίχνοντάς τον σε μαύρη απελπισία. Φεύγει από το σπίτι, δεν θέλει να τους ξαναδεί. Γυρνώντας για να πάρει κάποια πράγματά του πέφτει πάνω στην κόρη του που τρέχει να τον αγκαλιάσει. Την κάνει πέρα.
  Σε λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός από τη σοφίτα. Τρέχουν. Η Hedvig έχει αυτοπυροβοληθεί με το πιστόλι του παππού της. Αυτοκτονία. Όσο για τον Γκρέγκερς, κολλημένος στην «αλήθεια», δεν έχει μετανιώσει καθόλου.
  Αυτό το «κόλλημα» με την αλήθεια μπορεί να φαινόταν φυσικό την εποχή του Ίψεν (γράφηκε το 1884, 100 χρόνια πριν από την ταινία του Henri Safran), όμως στην εποχή μας δεν πολυπείθει. Γι’ αυτό ο Simon Stone, ενώ μένει πιστός στη γενική πλοκή, παραλλάζει τις λεπτομέρειες και προσθέτει άλλες δικές του, κάνοντας το έργο πιο κινηματογραφικό. Η Hedvig δεν είναι ένα δεκατριάχρονο κορίτσι, είναι μεγάλη κοπέλα, σε κάποια τελευταία τάξη του Λυκείου, έχει μάλιστα και αγόρι.
  Εν τάξει με την αλήθεια, αλλά η αποκάλυψη γίνεται όταν ο Γκρέγκερς είναι μεθυσμένος και απελπισμένος, καθώς τον παράτησε η φιλενάδα του. Και στην Hedvig αποκαλύπτει την αλήθεια όχι ξεκάρφωτα, αλλά όταν αυτή τον προτρέπει να τη φιλήσει, απελπισμένη καθώς είναι που στερήθηκε την πατρική αγκαλιά. Αυτός την απομακρύνει, αυτή βάζει τα κλάματα. Σε αφηγηματικό κενό φαντάζομαι να της λέει ότι είναι αδελφός της.
  Παραθέτω ένα απόσπασμα από τη βιβλιοκριτική μου για το «Ταξίδι του Πήτερ».
   «Εν τούτοις τα μυθιστορήματα αποτελούσαν για μένα θαυμάσια ανακούφιση και ευχαρίστηση επί χρόνια, με την προϋπόθεση πως είναι τουλάχιστον αρκετά καλά και δεν έχουν άσχημο τέλος-πράγμα εναντίον του οποίου θα έπρεπε να έχει θεσπιστεί νόμος» (σελ. 226).
  Ποιος τα λέει αυτά; Ο Δαρβίνος».
  Η «Αγριόπαπια» είναι ένα από τα καλύτερα θεατρικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, έχει όμως άσχημο τέλος.
  Να διάβασε άραγε ο Simon Stone αυτό που είπε ο Δαρβίνος;
  Στο τέλος βλέπουμε την Hedvig στην εντατική, με τη μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπο. Θα τη γλιτώσει;
  Υπάρχουν αρκετές νύξεις-προσημάνσεις γι’ αυτό. Όμως ο Stone δεν θέλει να το δηλώσει απερίφραστα, αφήνοντας μια υποψία για ανοιχτό τέλος, για να μη κάνει να αγανακτήσουν εκείνοι που θα θεωρούσαν ιεροσυλία ένα διαφορετικό τέλος από το τέλους του θεατρικού.
  Ναι, μου άρεσε περισσότερο αυτή η ταινία.

  

Στέλιος Κούλογλου, Πεθαίνοντας στο γέλιο (2017)



Στέλιος Κούλογλου, Πεθαίνοντας στο γέλιο (2017)
   

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το γέλιο έχει αντικαταθλιπτικές ιδιότητες και το εκτιμώ δεόντως. Η κωμωδία είναι το αγαπημένο μου είδος. Και μου αρέσουν πολύ τα ανέκδοτα. Το γέλιο υπηρετεί τη σάτιρα αλλά, όπως βλέπουμε και στο ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου «Πεθαίνοντας στο γέλιο», μπορεί να υπηρετήσει και ειρηνικές διαμαρτυρίες.
  Τέσσερις ιστορίες απαρτίζουν το ντοκιμαντέρ αυτό. Στην πρώτη βλέπουμε τους Yesmen σε μια κορυφαία φάρσα, να δηλώνει ένα μέλος τους, τάχα εκπρόσωπος της εταιρείας που ήταν υπεύθυνη για το ατύχημα στην πόλη Μποπάλ της Ινδίας που είχε σαν θύματα κάπου 18.000 και πολύ περισσότερους τραυματίες, ότι θα τους αποζημιώσουν. Θα συνεχίσουν με μια χιουμοριστική αντιπολεμική φάρσα στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Στη δεύτερη ιστορία πρωταγωνιστής είναι ο Μάρτιν Σόνεμπορν, εκδότης της σατιρικής εφημερίδας «Τιτανικός». Στην Τρίτη οι Flashmob εισβάλλουν και διακόπτουν επίσημες εκδηλώσεις υπέρ των εμπορικών συμφωνιών ΤΤΙΡ και CETA, τραγουδώντας χαμογελαστοί. Στην τέταρτη, ο γαλλικός τίτλος mourir de rire αποδίδει καλύτερα τη δισημία στην οποία αποβλέπει ο Κούλογλου: πεθαίνοντας στο γέλιο αλλά και πεθαίνοντας από το γέλιο. Το γέλιο που σκόρπισαν στους αναγνώστες τους οι συντάκτες του περιοδικού Charlie Hebdo με σατιρικά σκίτσα στα οποία απεικονιζόταν ο Μωάμεθ, τους στοίχισε τη ζωή. Δυο ισλαμιστές όρμησαν στο γραφείο και σκότωσαν τους περισσότερους που βρίσκονταν μέσα, μια τρομοκρατική ενέργεια που απασχόλησε για καιρό τα ΜΜΕ.
  Πάντως αυτό που ακούστηκε στο έργο, ότι το γέλιο έριξε την πρώην Σοβιετική Ένωση είναι τουλάχιστον υπερβολικό, όπως θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι ο «Μεγάλος δικτάτορας» του Τσάρλι Τσάπλιν σηματοδότησε την αρχή της κατάρρευσης του ναζισμού. Αλλά, να μην πάμε μακριά (τοπικά, όχι χρονικά), μήπως κατάφερε η «Λυσιστράτη» να σταματήσει τον πελοποννησιακό πόλεμο; Πάντως οι αθηναίοι θα ξεκαρδίστηκαν στο γέλιο στο θέατρο του Διονύσου, στους πρόποδες της Ακρόπολης, βλέποντάς τη.
  Πολύ καλό το ντοκιμαντέρ αυτό του Κούλογλου, αξίζει να το δείτε.

Katell Quillévéré, Réparer les vivants (Δυο καρδιές, 2016)



Katell Quillévéré, Réparer les vivants (Δυο καρδιές, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία ξεκινάει σαν εντυπωσιακό θρίλερ: τρεις νεαροί κάνουν σέρφιν σε μια τρικυμισμένη θάλασσα. Κάποια στιγμή βλέπουμε τον ένα νεαρό να τον καταπίνει κυριολεκτικά το νερό. Θα τα καταφέρει να ανέβει στην επιφάνεια;
  Ακολουθεί ένα αφηγηματικό κενό και βλέπουμε το αμάξι με τους τρεις νεαρούς. Τίποτα δεν συνέβη. Όμως αυτό που θα συναντήσουν μπροστά τους ξεπερνάει κάθε φαντασία.
  Οι δυο φοράνε τη ζώνη και θα τραυματιστούν ελαφρά. Ο τρίτος όμως όχι, αυτόν που παρακολούθησε η κάμερα στην αρχή της ταινίας να πηδάει από το μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας της φιλενάδας του. Είναι κλινικά νεκρός.
  Πώς να το δεχθούν οι γονείς; Και προπαντός, πώς να δεχθούν την πρόταση να «δωρίσουν» τα ζωτικά όργανα του γιου τους; Την αρχική άρνηση θα διαδεχθεί η αποδοχή. Μόνο τα μάτια του γιου τους θα αρνηθούν να δώσουν.
  Δεν είναι η περίπτωση της ταινίας «To be or not to be» (1998) του ιρανού Kianouch Ayari, που έχει ακριβώς το ίδιο θέμα, τη δωρεάν οργάνων. Σ’ αυτήν, το μεγαλύτερο μέρος της εστιάζεται στην προσπάθεια κάμψης της αντίστασης των γονιών του νεκρού, που αρνούνται να δωρίσουν την καρδιά του σε μια κοπέλα που πάσχει από σοβαρή καρδιοπάθεια. Μετά από αρκετές συγκινητικές σκηνές θα καμφθεί η αντίστασή τους.
  Στην ταινία της Κατέλ Κιγεβερέ τα όργανα που δωρίζονται είναι περισσότερα, όμως και εδώ η ταινία εστιάζει στη δωρεά της καρδιάς. Και ενώ μέχρι τώρα παρακολουθούσαμε τη συντριβή των γονιών του νεκρού, τώρα βλέπουμε την καρδιοπαθή γυναίκα στη σχέση της με τους δυο γιους της, και βέβαια στα προβλήματα που της παρουσιάζει η αρρώστια της, την δύσπνοια στην παραμικρή προσπάθεια, τη δυσκολία της να ανέβη σκάλες.
  Βλέποντας την ταινία θυμήθηκα τo «Μίλα της» του Αλμοδοβάρ. Εκεί, η κοπέλα ήταν πιο τυχερή. Δεν ήταν κλινικά νεκρή, ήταν σε κώμα, χωρίς πολλές ελπίδες να συνέλθει. Όσοι έχετε δει την ταινία, είναι αδύνατο να έχετε ξεχάσει πώς.
  Πάρα πολύ καλή ταινία. Δεν ξέρω πώς την αντιμετώπισαν οι κριτικοί, συμφωνώ όμως απόλυτα με το κοινό που της έδωσε μια βαθμολογία 7,4 στο IMDb. Εγώ στρογγύλεψα προς τα πάνω. Έτσι έκανα και στο σχολείο με τους μαθητές μου, σαν καθηγητή