Book review, movie criticism

Tuesday, June 5, 2018

Greg Berlanti, Love, Simon (Με αγάπη, Σάιμον 2018)


Greg Berlanti, Love, Simon (Με αγάπη, Σάιμον 2018)


  Παίζεται στους κινηματογράφους.
  Δυο τρεις φορές που μου συνέβη ήταν μάλλον αμέλεια δική μου, αλλά αυτή τη φορά όχι.
  Στο ενημερωτικό email που πήρα διάβασα ότι η δημοσιογραφική προβολή του «Love, Simon» θα γινόταν σήμερα 4 Ιούνη στο Ιντεάλ στις 10.00΄ και η πρεμιέρα την Πέμπτη στις 7 του μηνός. Την ίδια μέρα γράφει και το IMDb. Τυχαία ανακαλύπτω στο Αθηνόραμα ότι η ταινία παίζεται, και μάλιστα όχι σαν καινούρια ταινία. Λέω να το επιβεβαιώσω. Και τελικά βλέπω ότι για να πάρεις τηλέφωνο τα σινεμά όπου παίζεται χρεώνεσαι σχεδόν μισό ευρώ για κάθε λεπτό από σταθερό και σχεδόν ένα ευρώ για  κάθε λεπτό από κινητό.
  Δεν σφάξανε που θα πάρω τηλέφωνο.
  Αναρτώ λοιπόν, είτε παίζεται ήδη είτε όχι. Σίγουρα όμως την Πέμπτη θα παίζεται.
  Το IMDb χαρακτηρίζει την ταινία comedy, drama, romance.
  Comedy, ναι, κάποια επεισόδια είναι όντως κωμικά. Drama, σίγουρα, αφού σχεδόν όλες οι ταινίες μπορούν να ενταχθούν και στην κατηγορία drama. Και βέβαια romance.
  Μου αρέσουν τα romance, όμως όχι τα gay romance, έτσι άρχισα να βλέπω την ταινία με αρκετή δυσπιστία. Τελικά είδα ότι το romance είναι ιδιαίτερα αχνό, αναγκαίο βέβαια στο drama που είναι κυρίαρχο.
  Το drama είναι το δράμα των ομοφυλόφιλων, και ιδιαίτερα των νέων. Αυτό εκδραματίζεται στην ταινία.
  Το κυρίαρχο υπομοτίβο είναι η ομοφοβία που κυριαρχεί, με αποτέλεσμα να νιώθουν μια φοβερή πίεση οι νεαροί ομοφυλόφιλοι, όπως ο μαθητής της ταινίας. Πώς να τολμήσει να το ομολογήσει, στην οικογένειά του πρώτα πρώτα και έπειτα στους συμμαθητές του;
 Ένα άλλο υπομοτίβο είναι το πρόβλημα που δημιουργείται σ’ αυτούς που δεν το ξέρουν. Η κοπέλα που είναι ερωτευμένη μαζί του, πώς να το ξέρει; Ένα άλλο, κεντρικό και αυτό που όμως δεν θίγεται στην ταινία, είναι ένας gay να ερωτευθεί έναν μη gay. Η μη ύπαρξη ανταπόκρισης είναι δεδομένη.
  Βέβαια εδώ η πλοκή είναι πιο σύνθετη. Ένας συμμαθητής του που ανακαλύπτει ότι είναι gay διαβάζοντας τα email που στέλνει σε έναν άγνωστό του επίσης gay υπογράφοντας ως Jacques, τα φωτογραφίζει και τον εκβιάζει, ζητώντας του να τον βοηθήσει να τα φτιάξει με κάποια κοπέλα. Αυτός υποκύπτει στον εκβιασμό, που αποτελεί το καταλυτικό επεισόδιο εξαιτίας του οποίου εκτυλίσσονται τα περισσότερα επεισόδια της ταινίας.
  Το τέλος βέβαια είναι happy, οι χειρότεροι φόβοι του ήρωά μας διαψεύδονται, και ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία (δεν θα μαρτυρήσουμε πώς), δίπλα στην ομοφοβία να θίξει το πρόβλημα του ρατσισμού και του αντισημιτισμού.
  Ναι, μου άρεσε η ταινία καθώς θίγει το σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα της ομοφοβίας.

Monday, June 4, 2018

Joyce Carol Oates (1938 - )




Joyce Carol Oates, Παράξενες σχέσεις, Ζόμπι, Η ξανθιά

Joyce Carol Oates, Solstice-Παράξενες σχέσεις, Ζαχαρόπουλος 1990, σελ. 260

  Το μυθιστόρημα, που γράφηκε το 1985 όταν η πολυγραφότατη Τζόυς Κάρολ Όουτς (γεν. 1938) ήταν 47 χρονών, είναι βασικά η ανάπτυξη δυο προσωπογραφιών, της Μόνικας και της Σήλας, καθώς και η αφήγηση των σχέσεών τους. Τα επεισόδια είναι δεικτικά, που εικονογραφούν δηλαδή το χαρακτήρα και τις σχέσεις τους, ενώ το σασπένς απουσιάζει.
  Όχι ολότελα. Συναντούμε δυο σασπένς, όμως η συγγραφέας δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Κάποιος ερευνά για την Μόνικα. Ντετέκτιβ ίσως; Αναστατώνεται. Πολύ αργότερα θα υποπτευθεί ότι τον έβαλε η Σήλα για να αντλήσει πληροφορίες. Επίσης για ένα γράμμα που η Σήλα δεν ενδιαφέρεται να το ανοίξει, δεν θα μάθουμε ποτέ τι έγραφε.
  Η Όουτς (δεν χρειάζεται εδώ να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε συγγραφέα και αφηγητή, που εξάλλου είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας) εστιάζει εσωτερικά στην Μόνικα, με την οποία ξεκινάει το μυθιστόρημα, και εξωτερικά, με τα μάτια της Μόνικας, στην Σήλα.
  Το «Παράξενες σχέσεις», ο τίτλος της ελληνικής μετάφρασης, είναι πιο κατάλληλος από το «Solstice», Ηλιοστάσιο, που είναι ο τίτλος του πρωτοτύπου. Πιστεύω όμως ότι καλύτερα θα ταίριαζε «Αμφιθυμικές σχέσεις», αφού βλέπουμε στα αισθήματα της Μόνικας μια αμφιθυμία απέναντι στην Σήλα, πράγμα που, σε δεικτικά επεισόδια, μαθαίνουμε ότι διακρίνει και τα αισθήματα της Σήλας απέναντι στη Μόνικα, με κύριο το επεισόδιο που δεν της άνοιγε την πόρτα.
  Κάποιες φορές, σε κάποιες σχέσεις φιλίας, υπάρχει μια αμφιθυμία. Στον έρωτα μάλιστα είναι πιο έντονη. Odi et amo τραγουδά ο Κάτουλλος. Στην περίπτωση της Μόνικας η αμφιθυμία αυτή τροφοδοτείται και από μια κάποια ζήλεια. Η Σήλα είναι διάσημη και πλούσια, κοινωνικά πιο πάνω απ’ αυτήν. Η ίδια βρήκε καταφύγιο, μετά το διαζύγιό της, σ’ αυτό το δευτέρας κατηγορίας σχολείο. Όμως η αμφιθυμία αυτή δεν διαταράσσει τα βαθύτερα αισθήματά τους. Το τέλος είναι εντυπωσιακό. Η Σήλα, για την οποία τα αισθήματα της Μόνικας βρίσκονται στο ναδίρ, είναι που την «σώζει» κυριολεκτικά, βαριά άρρωστη, με αυτοκτονικό οικογενειακό ιστορικό, ανίκανη να αντιδράσει. Είναι δίπλα της στο νοσοκομειακό που τη μεταφέρει στο νοσοκομείο.
  Το δίδυμο Μόνικα-Σήλα μου θύμισε ένα άλλο δίδυμο, του Νικ και Γκάτσμπι στο μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ. Επίσης το in absentia δίδυμο, Σήλα και Φλάξμαν (ο πεθαμένος, κατά 20 τόσα χρόνια μεγαλύτερος, φτασμένος ζωγράφος, σύζυγός της), μου θύμισε τα δίδυμα Φρίντα Κάρλο-Ντιέγκο Ριβέρα και Ωγκύστ Ροντέν-Καμίγ Κλωντέλ.
  Διαβάζουμε:
  «Από γνωστούς στο Γκλένκι η Μόνικα έμαθε πως οι Φλάξμαν, όπως έλεγαν στην περιοχή, ήταν «ασυνήθιστο» ζευγάρι. Ο γάμος τους ήταν «κάπως πειραματικός». Ταξίδευαν πολύ, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε μακρινά, εξωτικά μέρη του κόσμο, Αφγανιστάν, Νέα Γουινέα, Παταγωνία. Καμιά φορά εξαφανίζονταν μήνες και κανένας δεν ήξερε πού είχαν πάει. Καμιά φορά εξαφανιζόταν ο ένας τους κι ο άλλος… ναι, ο άλλος… έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ή παρηγοριόταν-φανερά και ξετσίπωτα-με μια ξένη γυναίκα ή έναν ξένον άντρα» (σελ. 38).
  Οι συγγραφείς αντλούν τα θέματά τους από χώρους που τους είναι οικείοι. Ο David Lodge για παράδειγμα, πανεπιστημιακός, γράφει campus novels και ο Τζόζεφ Κόνραντ, ναυτικός επί δεκαέξι χρόνια, μιλάει αρκετά για τη θάλασσα. Η Όουτς υπήρξε δασκάλα. Δασκάλα είναι και η Μόνικα. Η Όουτς με τον άνδρα της ίδρυσαν το περιοδικό «Ontario Review», με λογοτεχνική και καλλιτεχνική ύλη. Η Σήλα είναι ζωγράφος.
  Πριν προχωρήσουμε σε παράθεση αποσπασμάτων να πούμε ότι η Όουτς αποφεύγει το διάλογο, και στη θέση του χρησιμοποιεί συχνότατα τον ελεύθερο πλάγιο λόγο.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Όπως λέει κι ο Νίτσε, η σκέψη της αυτοκτονίας μπορεί να κάνει κανένα να περάσει πολλές άγρυπνες νύχτες… δεν συμφωνείς;» (σελ. 91).
  Πού να ξέρω. Όμως διάβασα όλο το Νίτσε (εκτός κι αν μου ξέφυγε κάτι) και δεν θυμάμαι να το συνάντησα πουθενά.
  «Μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου Μόνικα» (σελ. 112).
  Συνταγή ψυχικής υγείας: ούτε τον εαυτό σου, ούτε τους άλλους, ούτε τη ζωή γενικά δεν πρέπει να παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά.
  «…με μια εύθυμη κατά κάποιο τρόπο απόγνωση» (σελ. 149).
  Οξύμωρο; Είναι φορές που κρύβουμε την απόγνωσή μας παριστάνοντας τους εύθυμους.
  «Θεωρία της φιλολογικής αποικοδόμησης» (σελ. 151). Μεταφραστικό ατόπημα, deconstruction=αποδόμηση.
  «Λοιπόν, Μόνικα …είναι σημαντικό για σένα να είσαι διαρκώς απασχολημένη» (σελ. 165).
  Εδώ ταιριάζει ένα από τα γνωμικά-παραφράσεις μου, το horror vacui temporis, ο τρόμος του κενού χρόνου.
  Και ένα ρητό που σταχυολόγησε ο Σήλα κατά το ταξίδι της στο Μαρόκο:
  «Μια γυναίκα βγαίνει έξω μόνο τρεις φορές στη ζωή της… μια όταν γεννιέται και βγαίνει από τη μήτρα της μάνας της, μια όταν παντρεύεται και φεύγει από το σπίτι του πατέρα της και μια όταν πεθαίνει και φεύγει από τον κόσμο τούτο» (σελ. 184).
  Ευτυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι, τουλάχιστον για όλες τις γυναίκες. Γιατί αλλιώς…
  Αυτά για τις «Παράξενες σχέσεις». Έχουμε στο πρόγραμμα να διαβάσουμε άμεσα άλλα δυο έργα της, το «Ζόμπι» και την «Ξανθιά».

Joyce Carol Oates, Zombie (μετ. Βασίλης Μπαμπούρης), Οξύ 2002, σελ. 153

  Συνήθως αυτό το γράφω σε κριτικές μου για ταινίες: Τα θρίλερ δεν μου αρέσουν. Και αυτό το έργο είναι θρίλερ. Και αυτό επίσης το γράφω σε κριτικές μου για ταινίες: Υπάρχουν ειδολογικές προτιμήσεις. Όσο καλό και να είναι αυτό το θρίλερ, όσο καλογραμμένο, δεν μου άρεσε. Φυσικά τους λάτρεις του είδους τους ενθουσίασε, και το βιβλίο κέρδισε το βιβλίο Bram Stoker (Είναι αυτός που έγραψε το «Δράκουλα») το 1996, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Εμένα όμως μου ανέβασε την πίεση. Δεν ξέρω πού αλλού να αποδώσω την αυξημένη υπέρτασή μου, 15,8, πράγμα που είχε να συμβεί μήνες.
  Το μυθιστόρημα βασίζεται στη ζωή ενός σήριαλ κήλερ. Και η Κάρολ Όουτς, προσπαθώντας να μπει στα άδυτα της ψυχοσύνθεσής του, φτιάχνει μια δυνατή προσωπογραφία, εξίσου ισχυρή με τις προσωπογραφίες των δυο γυναικών που έδωσε στο «Παράξενες σχέσεις». Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δυο μυθιστορήματα. Στις «Παράξενες σχέσεις» σχεδόν απουσιάζει το σασπένς. Εδώ είναι κυρίαρχο, πράγμα ειδολογικά αναπόφευκτο.
  Ο Κουέντιν, ένας τριαντάρης νεαρός, είναι ομοφυλόφιλος. Διαταραγμένος ψυχολογικά, σκέφτεται να φτιάξει ένα «ζόμπι» κάνοντας λοβοτομή σε κάποιο άτομο που θα είχε απαγάγει. Είχε διαβάσει για τη διαδικασία: μέσω ενός παγοκόπτη, περνώντας τον μέσα από τα μάτια του θύματος, φτάνει στους λοβούς του εγκεφάλου. Το ζόμπι, σαν ζόμπι, θα ήταν ολότελα υπάκουο στις σεξουαλικές του ορέξεις.
  Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, τα θύματά του κατέληγαν το ένα μετά το άλλο. Και φυσικά δεν σταμάτησε τις προσπάθειες.
  Κάποτε παρά λίγο να την πατήσει, να την πατήσει για καλά. Το θύμα του, ένας νεαρός μαύρος, ξέφυγε. Με πατέρα καθηγητή πανεπιστημίου και κατάλληλες διασυνδέσεις τη γλίτωσε με δυο χρόνια με αναστολή, για απλή σεξουαλική παρενόχληση. Επίσης ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθείται από ψυχίατρο, να συμμετέχει σε ομαδικές συνεδρίες και να παίρνει ψυχοφάρμακα. Για τους προηγούμενους φόνους του δεν ανακάλυψαν τίποτα.
  Εκεί που κινδύνεψε πραγματικά ήταν στην τελευταία του απόπειρα. Θύμα ήταν ένας νεαρός λευκός που έμοιαζε καταπληκτικά με ένα συμμαθητή του με τον οποίο ήταν ερωτευμένος. Στο τσακ θα καταφέρει να ξεφύγει.
  Ένας ακόμη λόγος που δεν μου άρεσε το έργο είναι η αδυναμία να ταυτιστώ με έναν διαταραγμένο δολοφόνο, ο οποίος μάλιστα είναι και ο αφηγητής. Όχι, δεν είμαι οπαδός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού να θέλω θετικούς ήρωες σε ένα μυθιστόρημα, πρότυπα μίμησης, αλλά όταν ο ήρωας είναι ένας εντελώς αρνητικός χαρακτήρας το μυθιστόρημα δεν μου αρέσει. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν μου άρεσε και «Το άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ.
  Και ένας τελευταίος λόγος: Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη όπως στα αστυνομικά, στα οποία ο δολοφόνος τιμωρείται. Εδώ όμως ο ήρωας ξεφεύγει. Και όχι μόνο: Προετοιμάζεται για επόμενα κτυπήματα.
  Μου θύμισε πολύ το «Funny games» του Michael Hanecke, στο οποίο οι δυο σήριαλ κίλερς, στο τέλος του έργου, ετοιμάζονται για το καινούριο κτύπημα. Είδα όλο τον Hanecke πακέτο, με αρκετή δυσκολία, έχοντας πάρει απόφαση να μην ξαναδώ άλλο του έργο.
  Γιατί να υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη;
  Με το γιο μου όταν ήταν μικρός, μαθητής σε κάποια από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, είδαμε μια ταινία του Τζέημς Μποντ. Την επομένη μου είπε ότι είδε εφιάλτη. Γιατί; Γιατί φοβήθηκε με την ταινία. Και γιατί φοβήθηκε με την ταινία; Γιατί η «κακιά» στο τέλος τη γλίτωσε.
  Αν δεν τη γλίτωνε δεν θα υπήρχε συνέχεια με άλλη ταινία, όμως ο γιος μου εκείνο το βράδυ έχασε τον ύπνο του. Αν οι κακοί καταφέρνουν και γλιτώνουν, τότε νοιώθουμε ανυπεράσπιστοι. Εν τάξει, να ξεφεύγουν στην πραγματικότητα, αλλά να ξεφεύγουν και στον φανταστικό κόσμο του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας;

Joyce Carol Oates, Η ξανθιά (μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος) Καστανιώτης 2001, σελ. 736

  Έχω δηλώσει ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες. Εδώ να προσθέσω ότι δεν λέω όχι και για τις μυθιστορηματικές. Μια τέτοια που έχω διαβάσει είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, γραμμένη αν θυμάμαι καλά από τη Λιλίκα Νάκου (Τώρα τι το έγραψα το «αν θυμάμαι καλά», αφού αμέσως μετά κοίταξα και το επιβεβαίωσα ψάχνοντας στην google).
  Η πρώτη παράγραφος στο εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως είναι η εξής:
  «Η Ξανθιά είναι μια πλήρως διυλισμένη βιογραφία σε μορφή μυθιστορήματος και, παρ’ όλη την έκτασή της, η συνεκδοχή αποτελεί τον κανόνα του προσδιορισμού. Για παράδειγμα, αντί για τα πολλά θετά σπίτια στα οποία έζησε η Νόρμα Τζην, η Ξανθιά στέκεται μόνο σε ένα και αυτό φανταστικό· αντί για τους πολλούς εραστές, τις ιατρικές κρίσεις, τις εκτρώσεις και τις απόπειρες αυτοκτονίας και τις θεατρικές παραστάσεις, η Ξανθιά στέκεται μόνο σε ελάχιστες επιλεγμένες και συμβολικές».
  Αυτό το επιβεβαίωσα διαβάζοντας στη συνέχεια το αγγλικό λήμμα (τα ελληνικά λήμματα είναι πάντα φτωχότερα) της βικιπαίδειας. Στη συνέχεια του προλόγου της η Όουτς αναφέρεται σε πραγματικά και επινοημένα στοιχεία.
  Δυο μόνο άλλα μυθιστορήματα της Όουτς έχω διαβάσει, τις «Παράξενες σχέσεις» για τις οποίες συζητήσαμε στη «Λέσχη ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» του Γιάννη του Καραμπίτσου το Σάββατο 4 Μαρτίου 2017 και το «Ζόμπι».
  Δεν θα ριψοκινδύνευα να γενικεύσω για την ποιητική της Όουτς όμως δεν μπορώ να αποφύγω να μιλήσω γενικευτικά συγκρίνοντας τα τρία μυθιστορήματα που διάβασα.
  Η Όουτς είναι εξαιρετική στην προσωπογράφηση των ηρώων της δίνοντας λεπτομερειακότατα πορτραίτα τους, καθώς και στην περιγραφή των συναισθημάτων τους. Τα επεισόδια που αφηγείται τοποθετούνται περισσότερο σε κάθετο, «παραδειγματικό άξονα», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο της γλωσσολογίας, δεικτικά του χαρακτήρα των ηρώων της και άρα αντιμεταθέσιμα, που θα μπορούσαν δηλαδή να «μονταριστούν» με οποιαδήποτε σειρά, παρά σε οριζόντιο, «συνταγματικό άξονα», πυρηνικά δηλαδή που πυροδοτούν το ένα το άλλο, όπως οι μπίλιες του μπιλιάρδου. Τα μυθιστορήματά της δεν χαρακτηρίζονται από την αριστοτελική πλοκή της «πράξεως σπουδαίας και τελείας», συγκλονιστικά επεισόδια σε μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, και ίσως αυτός είναι ο λόγος που επέλεξε να γράψει μια βιογραφία (της Μέριλιν Μονρόε στην «Ξανθιά»), και μια οιονεί βιογραφία ενός σήριαλ κίλερ (στο «Ζόμπι»).
  Στην «Ξανθιά» δίνει το τραγικό πορτραίτο της άμοιρης ηθοποιού, πολύ πιο τραγικό από το πορτραίτο της Μάγκι στην ταινία «Ladybird, ladybird» του Ken Loach που είδαμε πρόσφατα στις ελεύθερες προβολές στο «Σχολείο του σινεμά», επίσης του Γιάννη Καραμπίτσου. Και οι δυο γυναίκες πέρασαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους σε ορφανοτροφείο. Και οι δυο γυναίκες κακοποιήθηκαν σεξουαλικά, αν και για την σεξουαλική κακοποίηση της Μονρόε στην παιδική της ηλικία η Τζόυς αφήνει μόνο υπονοούμενα, ενώ δηλώνεται απερίφραστα στην βικιπαίδεια. Όμως η Μάγκι δεν έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, και γνώρισε το θαύμα της μητρότητας με εννιά παιδιά. Η μεγάλη δυστυχία της, να της πάρει η Πρόνοια τα έξι παιδιά της, οφείλεται σε ένα ατύχημα και στον εκρηκτικό της χαρακτήρα, αποτέλεσμα βέβαια των τραυματικών της εμπειριών στα παιδικά της χρόνια. Το ατύχημα ήταν μια πυρκαγιά στο δωμάτιο των τεσσάρων παιδιών όπου τα είχε κλειδωμένα για να τα προστατεύσει από τις παρενοχλήσεις των άλλων παιδιών. Αυτό τη στιγμάτισε σαν ανεπαρκή μητέρα με αποτέλεσμα να της πάρουν και τα δυο επόμενα που έκανε έχοντας ένα σωστό σύντροφο αυτή τη φορά. Όμως η Πρόνοια κατάλαβε το λάθος της, δεν της πήραν τα τρία επόμενα. Η Μέριλιν Μονρόε όμως δεν γνώρισε το θαύμα της μητρότητας και τελικά αυτοκτόνησε· αν και η Όουτς επιλέγει την εκδοχή που υποστηρίζουν κάποιες θεωρίες συνομωσίας, ότι δολοφονήθηκε.  
  Στις «Παράξενες σχέσεις» είδαμε να αφθονεί ο ελεύθερος πλάγιος λόγος. Εδώ η Τζόυς προχωράει ακόμη πιο πέρα. Βάζει ευθύ λόγο χωρίς τα συνδετικά του, μόνο με πλαγιαστά γράμματα (italics) για να δηλώσει π.χ. την αφήγηση ενός άλλου προσώπου, συνήθως ενδοδιηγητικού-μάρτυρα, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
  «Αναθεματισμένη γυναίκα! Τόσο όμορφη που δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Όταν ο Κότεν τελικά τη στραγγάλισε, μερικοί ξεσπάσαμε σε αυθόρμητα χειροκροτήματα» (σελ. 336).
 Τα πλαγιαστά γράμματα τα χρησιμοποιεί επίσης για να δηλώσει σκέψεις εμβόλιμες μέσα στο λόγο, όπως: «Έτσι ο κόσμος δεν θα την πληγώσει όσο μπορεί να την πλήγωνε κάτω από άλλες συνθήκες» (σελ. 510) σκέφτεται ο Άρθουρ Μίλερ, ο τότε σύζυγός της, στα ενδιάμεσα ενός διαλόγου του με την Μέριλιν.
  Τα χρησιμοποιεί ακόμη για να δηλώσεις σκέψεις που αποκαλύπτουν κρυφά αισθήματα, όπως: «Κατέστρεψες τη ζωή μου, κάθαρμα» (σελ. 673), εμβόλιμο σε ένα διάλογο με τον Ότο Όσε, που τη φωτογράφισε γυμνή για πενήντα δολάρια.
  Επίσης τα χρησιμοποιεί για να δώσει απλά έμφαση στην αφηγηματική φωνή. Για παράδειγμα διαβάζουμε:
  «Κοιμήθηκε με τους πάντες προκειμένου ν’ αναδειχθεί. Αρχίζοντας με τον Ζ. Μετά με τον Χ. Υπήρξε και ο Σιν, φυσικά. Και ο Χιούστον, βέβαια. Και οι παραγωγοί της ταινίας. Και ο Ουίντμαρκ. Και… οποιονδήποτε άλλο μπορείς να φανταστείς» (σελ. 267). Πιο κάτω διαβάζουμε, σε παρένθεση: («αφού έκανα από μια πίπα σε όλους όσοι ήταν στο τραπέζι») (σελ. 317). Θα ειπώθηκε σίγουρα ειρωνικά, αλλά θα μπορούσαμε να τη φανταστούμε σαν σουρεάλ σκηνή σε ταινία του Αλμοδοβάρ.
  Και τέλος, ένα κορυφαίο:
  «Όταν πέθανα, ο Μπράντο δεν έδωσε συνεντεύξεις μιλώντας για μένα. Μόνο αυτός από τους παλιανθρώπους του Χόλυγουντ» (σελ. 535).
  Θυμήθηκα τον ήρωα στο «Τρομοκρατικό κτύπημα» της Γιασμίνα Χαντρά, που μιλάει όντας νεκρός.
  Έχω προσθέσει στη γνωστή ρήση του Μαρξ: «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» το «και χωρίς παρενέργειες». Εδώ η Όουτς κάνει μια άλλη προσθήκη: «Όπως το πιοτό και ο κινηματογράφος».
  Εντελώς άδικο για τον κινηματογράφο. Ή μήπως για το πιοτό;
  Και τώρα να σχολιάσουμε κάποια ακόμη αποσπάσματα:
  Το παρακάτω είναι με πλαγιαστά, προφανώς για να δώσει έμφαση στην ειρωνεία της.
  «…ο Μπόγκι (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ) ξέρει ποιο είναι το καλό του όπως όλοι μας. Να καρφώνεις τους φίλους σου (στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων), αυτή είναι η δοκιμασία του αληθινού πατριώτη. Να καρφώνεις τους εχθρούς σου, το κάνει ο καθένας» (σελ. 325).
  «Ο Κας (γιος του Τσάρλι Τσάπλιν, αγνοημένος από τον πατέρα του πέθανε στα 36 του από το πιοτό) είχε πει: Η αγαπημένη παροιμία του πατέρα μου είναι: Όταν έχεις εκατομμύρια δολάρια, έχεις κι εκατομμύρια φίλους» (σελ. 366).
  Δηλαδή αν έχεις πέντε χιλιάδες ευρώ έχεις και πέντε χιλιάδες φίλους;
  Πιθανόν, στο facebook, όπου το 5.000 φίλοι είναι το όριο σε κάθε προφίλ.
  «Διάβαζε τα διηγήματα του Άντον Τσέχοφ αργά τη νύχτα, και στο διάστημα αυτό έμοιαζε να μην έχει την παραμικρή ιδέα πού βρισκόταν, ποια ήταν…» (σελ. 436).
  Κι εμένα με μάγεψαν τα διηγήματα του Τσέχοφ, και διάβασα όλα όσα μπόρεσα να βρω.
  «…όταν ο γάμος της διαλυόταν σαν μουσκεμένο χαρτομάντιλο» (σελ. 481).
  Τι ωραία μεταφορά!!!
  «Μεγαλοφυΐα είναι αυτό που απομένει όταν πεθάνουν οι φήμες» (σελ. 500).
   «Η κουλτούρα, η καλλιέργεια, είναι αυτό που μένει όταν έχεις ξεχάσει όλα όσα έμαθες στη ζωή σου» είχε πει ο Αντρέ Μαλρώ.
  Δεν ξέρω το μέγεθος της παρέμβασης στο απόσπασμα από το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» του Φρόιντ, το οποίο μας λέει στον πρόλογό της ότι παραφράζει, είναι όμως πολύ ωραίο.
  «Ποτέ δεν είμαστε τόσο ανυπεράσπιστοι απέναντι στις ταλαιπωρίες όσο όταν αγαπάμε, ποτέ δεν είμαστε απελπιστικά δυστυχισμένοι όσο όταν έχουμε χάσει το αντικείμενο της αγάπης μας ή την αγάπη του» (σελ. 591-592). Ή της αγάπης της, για μας τους άντρες.
  «Φυσικά είχε πηδηχτεί με τον Ζ. Στην προσπάθειά μου ν’ ανεβώ. Ποια δεν το έχει κάνει;» (σελ. 633).
  Όποια δεν το έχει κάνει να κάνει ένα βήμα μπροστά. Όπως σε μια ιστορία που μας αφηγήθηκε ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, που παραείναι χοντρή για να την παραθέσω εδώ. Δεν αφορούσε όμως γυναίκες.  
  «Ω, και τι δεν λένε για την Ρόσλιν (ρόλος της Μέριλιν) οι άντρες για να την κολακέψουν και να την ξελογιάσουν! “Ρόσλιν, έχεις το χάρισμα της ζωής… Ρόσλιν, λάμπεις ολόκληρη…”» (σελ. 645).
  Θα συμπληρώσω από κάποιο ανέκδοτο.
  -Για να σου πω, γιατί μου τα λες όλα αυτά, για να με πηδήξεις;
  -Ρόσλιν, είσαι και τόσο έξυπνη.
  «Υπάρχει ένας γάλλος φιλόσοφος που λέει ότι η δυστυχία των ανθρώπων είναι να μην μπορούν να μείνουν σ’ ένα μικρό δωμάτιο» (σελ. 678).
  Όμως μαζί με άλλους είναι κόλαση, μας λέει ο Σαρτρ στο «Κεκλεισμένων των θυρών».
  Και ένα τελευταίο.
  «…γιατί για ποιο λόγο θα ξόδευαν οι αμερικάνοι λεφτά που τα είχαν βγάλει με τον ιδρώτα για να δουν ταινίες που θα τους προκαλούσαν κατάθλιψη; Ταινίες που να τους θυμίζουν την κωλοζωή τους; Είναι κακό να γελάει ο κόσμος;» (σελ. 693).
  Συμφωνώ απόλυτα, γι’ αυτό είχα αποφασίσει να δω, έχοντας σαν κίνητρο την «Ξανθιά», τις κωμωδίες της, και έχω δει ήδη κάποιες, αλλά μάλλον θα δω και από τις άλλες, από αυτές που προκαλούν κατάθλιψη.
  Πριν γράψω δυο λόγια για τις ταινίες της που είδα, θα παραθέσω μια ανάμνησή μου. Είναι από ένα κεφάλαιο μιας αυτοβιογραφίας που έγραψα όταν ήμουν είκοσι χρονών και έχει τίτλο «Φίλοι και παιχνίδια», και μάλιστα το ανάρτησα στο blog μου.
    «Θυμάμαι που είχα ολόκληρες κατοσταριές τέτοιες φωτογραφίες. Όταν κάποτε πήγαμε με τον Γιάννη ραντολόι στα χαρούπια, κρατούσα στην τσέπη μου ένα μπακάκι απ’ αυτές. Όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κάτω από μια χαρουπιά σε ένα ποταμό τις έβγαλα και τις κοιτάζαμε. Ανάμεσά τους, όλως τυχαίως, ήταν και η φωτογραφία της Μέριλιν Μονρόε που μόλις πριν ενάμισι μήνα είχε πεθάνει. Έτσι τη θάψαμε με μεγάλη επισημότητα κάτω από ένα σωρό χώμα ψάλλοντας το «μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων» και άλλα θρησκευτικά άσματα. Φτιάξαμε και ένα ξύλινο σταυρό και βάλαμε τέλος στην κηδεία».
  Και τώρα οι ταινίες, με τις σειρά που τις είδα.
  Για το «Monkey business» (1952) έγραψα στο αρχείο μου tenies pou ida ke den egrapsa gi aftes, δηλαδή σε ξεχωριστή ανάρτηση: Μια ηλίθια screwball κωμωδία, που όμως σε αποζημιώνουν τα τελευταία 20 λεπτά. Την είδα επειδή διαβάζω την «Ξανθιά» της Joyce Carol Oates, να δω πώς ήταν η Marilyn Monroe στα νιάτα της. Εντάξει, απλά όμορφη, αλλά με εντυπωσιακά μεγάλα βυζιά.
  Ο Howard Hawks γύρισε και το «Gentlemen prefer blondes» (1953). Χαριτωμένο μιούζικαλ, καλύτερη ταινία από την προηγούμενη, μου έφυγε η νύστα, την είδα ευχάριστα 12.00-1.30. Οι δυο χορεύτριες, ο πλούσιος νεαρός που ερωτεύεται τη Μέριλιν, ο κατάσκοπος που βάζει ο πατέρας του και που ερωτεύεται την άλλη χορεύτρια.
  Πολύ αστεία κωμωδία το «The seven years itch» (1955) σε σκηνοθεσία Billy Wilder, με την Μέριλιν στον επάνω όροφο να έχει ξελογιάσει τον παντρεμένο του κάτω. Αυτός για να αποφύγει τον πειρασμό, όχι πριν συμβούν πολλά κωμικά επεισόδια, φεύγει να πάει στη γυναίκα του και τα παιδιά του που είναι διακοπές. Νόμιζα ότι το δεύτερο κονσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινωφ, ένα από τα αγαπημένα μου, ήταν απλά μουσική υπόκρουση, για να διαπιστώσω στη συνέχεια ότι έμπαινε μέσα σε κάποιο επεισόδιο της ταινίας.
  Για τις άλλες δεν έγραψα γιατί αποφάσισα να γράψω εδώ. Στη συνέχεια είδαμε το «Bus stop» (1956) σε σκηνοθεσία του Joshua Logan. Ο άβγαλτος καουμπόι θα ερωτευθεί παράφορα την Μέριλιν που δουλεύει σε καμπαρέ.
  Έπειτα είδαμε το «The prince and the showgirl» (1957). Εξαιρετικός ο Ολιβιέ που σκηνοθετεί κιόλας, όμως η Μέριλιν που εδώ είναι εντυπωσιακά όμορφη τον επισκιάζει. Μια ακόμη ταινία στο θέμα της σταχτοπούτας.
  Το «Some like it hot» (1959) είναι μια καταπληκτική κωμωδία που βέβαια θυμόμουνα ότι την είχα ξαναδεί, με τους μεταμφιεσμένους σε γυναίκες Τόνι Κέρτις και Τζακ Λέμον, για να βρουν δουλειά στη γυναικεία ορχήστρα. Σκηνοθετεί και εδώ ο Billy Wilder.
  Στο «The misfits» (1961), την τελευταία της ταινία την οποία σκηνοθετεί ο John Huston (η επόμενη δεν ολοκληρώθηκε και δεν προβλήθηκε ποτέ) η Μέριλιν είναι και πάλι πανέμορφη. Οι τρεις άνδρες με τη Μέριλιν πηγαίνουν για κυνήγι άγριων αλόγων που θα τα πουλήσουν για ζωοτροφές. Η Μέριλιν φρικάρει, μαζί κι εγώ, με την αγριότητα της σύλληψης των έξι αλόγων. They are nothing but misfit horses, honey, της λέει ο Clark Gable που θα πεθάνει πριν δει την ταινία να προβληθεί, από καρδιακά προβλήματα. Άλογα του περιθωρίου, διαβάζω στους υπότιτλους. Misfits, του περιθωρίου, είναι και οι τέσσερίς τους. Οι δυο θα συγκινηθούν, τα άλογα θα απελευθερωθούν, προς μεγάλη αγανάκτηση του «άσχημου» Eli Wallach. Η σχέση ανάμεσα στην Μέριλιν και στον Κλαρκ θα αποκατασταθεί.
  Jean Negulesco, «How to marry a millionaire» (1953), απολαυστική κωμωδία. Οι τρεις γυναίκες ψάχνουν τον πλούσιο γαμπρό. Τελικά οι δυο θα παντρευτούν αυτούς που ερωτεύθηκαν στο μεταξύ, ενώ η τρίτη θα απορρίψει τον πλούσιο για χάρη του φτωχού που αγαπά, για να αποκαλυφθεί στο τέλος ότι είναι εκατομμυριούχος.
  Roy Ward Baker, «Don’t bother to knock» (Φλογισμένα χείλη, 1952). Θρίλερ, με την Μέριλιν ψυχωσική που υποτίθεται ότι θεραπεύτηκε και φυλάει το κοριτσάκι μιας οικογένειας για μια βραδιά. Όμως θα συμβούν πολλά απρόοπτα. Δεν μου αρέσουν τα θρίλερ όμως χαλάλι. Πολύ καλή η Μέριλιν.    
  Edmund Goulding, «Were not married» (1952). Πέντε ζευγάρια πάντρεψε ο βιαστικός δικαστής μόλις πήρε την επιστολή που του ανέθετε τη δικαιοδοσία, χωρίς να διαβάσει ότι ισχύει από την πρώτη του έτους, και επομένως οι γάμοι τους είναι άκυροι. Πολύ ωραία κωμωδία.
  Otto Preminger, «River of no return» (1954). Αν δεν ήμουν κουλτουριάρης σινεφίλ θα έβλεπα μόνο κωμωδίες και western. Άγρια Δύση, χρυσοθήρες, ινδιάνοι, και μια Μέριλιν διαφορετική από αυτή που είδα στις άλλες ταινίες.
  Henry Hathaway, «Niagara» (1953). Τα θρίλερ δεν μου αρέσουν, ιδιαίτερα αυτό που είχε δυο νεκρούς, όμως οι σκηνές στο τέλος με το σκάφος που πήγαινε ντουγρού για τους καταρράχτες και σου έκοβαν την ανάσα με αποζημίωσαν. Είδα σε αρκετά πλάνα και τους καταρράχτες του Νιαγάρα, που δεν θα πάω να τους δω ποτέ.
  «O. Henrys full house» (1952). Πέντε ιστορίες γυρισμένες από πέντε σκηνοθέτες. Η Μέριλιν είναι στην πρώτη που σκηνοθετεί ο Henry Koster, μια πολύ ωραία κωμωδία με ένα τύπο άστεγο αλλά καλλιεργημένο, που μου θύμισε τον δικαστή στο «The pocket of miracles» του Frank Capra. Η τέταρτη ήταν επίσης μια ξεκαρδιστική κωμωδία, με δυο απαγωγείς που βρήκαν το διάβολό τους με τον μικρό που απήγαγαν.
  Fritz Lang, «Clash by night» (1952). Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στο σπίτι της η Barbara. Θα συγκατατεθεί τελικά να παντρευτεί ένα ναυτικό (έχει δικό του πλοίο) που την αγαπά. Κάνουν μια κόρη. Όμως θα τα φτιάξει με τον φίλο του. Θα ομολογήσει τη σχέση της. Τώρα θα πρέπει να διαλέξει. Τελικά θα διαλέξει το σύζυγο. Η Μέριλιν σε δεύτερο ρόλο, πολύ όμορφη. Η Barbara Stanwyck εξαιρετικότατη ηθοποιός, την έχω δει σε κάμποσα έργα. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνω την άποψή μου ότι μια ταινία που είναι μεταφορά θεατρικού έργου είναι μια πολύ καλή ταινία. Αυτή εδώ είναι από έργο του Clifford Odets.
  Τέλος είδαμε και του John Huston το «The asphalt jungle» (1950). Μικρός ο ρόλος της Μέριλιν, όμως πολύ όμορφη, σε μια αστυνομική ταινία με μια ληστεία. Την είχα ξαναδεί, όπως σίγουρα και όλες τις παραπάνω. Εδώ θυμήθηκα μια σκηνή.
  Είδαμε και τη μίνι σειρά «The secret life of Merilyn Monroe». Εξαιρετική στο ρόλο της η Kelli Garner. Μεταφορά από μυθιστόρημα και αυτή. Για το τέλος της Μέριλιν επιλέγεται η κυρίαρχη εκδοχή, αυτή της αυτοκτονίας.
  Και όπως πάντα, καταλήγουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.
Πλούσιες, γοητευτικές και ακριβά ντυμένες (σελ. 259)
Παιδιά που είχαν πληγωθεί από σκληρό παιχνίδι (σελ. 261)
Απαλλαγμένη από τη Νελ εκείνη την ημέρα (σελ. 305)




Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Το πλουσιόπαιδο


Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Το πλουσιόπαιδο (μετ. Μένης Κουμανταρέας), Κέδρος 1996, σελ. 93


  Ο συγχωρεμένος ο Κουμανταρέας δεν έκανε μόνο τη μετάφραση, έγραψε «Μια εξομολόγηση αντί προλόγου» και «Ένα υστερόγραφο». Θα παραθέσουμε αποσπάσματα και απ’ αυτά.
  Η νουβέλα γράφηκε μετά τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ». Όπως και σ’ αυτόν έτσι και εδώ ο Φιτζέραλντ χρησιμοποιεί έναν ενδοδιηγητικό-ετεροδιηγητικό αφηγητή, που όμως η συμμετοχή του στην πλοκή είναι απείρως μικρότερη από ό,τι στον Γκάτσμπυ. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να λείπει τελείως και η αφήγηση να είναι τριτοπρόσωπη. Εγώ πράγματι ξέχασα καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση ότι πρόκειται για πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το θυμήθηκα πολύ αργότερα, όταν επανεμφανίστηκε ο αφηγητής μέσα στην πλοκή.
  Ο χαμένος έρωτας, η σπαταλημένη ζωή, είναι και εδώ το θέμα. Ο Άνσον δεν εκτιμά τις κοπέλες που τον αγάπησαν, και στο τέλος μένει παρέα με τη μοναξιά του. Καθόλου δραματικό το τέλος του σε σχέση με του Γκάτσμπυ, όμως πιο τραγικό· όπως του Οιδίποδα, ο οποίος δεν αυτοκτονεί αλλά περιφέρεται το υπόλοιπο της ζωής του τυφλωμένος από το ίδιο του το χέρι, με συνοδό την κόρη του.
  Τα λέει πολύ ωραία ο Κουμανταρέας και θα παραθέσω αποσπάσματά του, εκτός βέβαια από τα αποσπάσματα του κειμένου, όπως κάνουμε πάντα.
  «Για όποιον δεν έχει ζήσει στην πόλη, η πεζογραφία του Σκοτ Φιτζέραλντ είναι αδιανόητη. Σπάνια η μοναξιά της μεγαλούπολης και ο εκπεσμός μιας φθίνουσας αριστοκρατίας του πλούτου έχουν δοθεί με τόση διεισδυτικότητα και λεπτότητα» (σελ. 12).
  «…καταδίκαζε όσους κατασπαταλούσαν την ελευθερία που ο πλούτος τους χάριζε. Θαύμαζε την κάστα αυτή μόνο στην καλύτερη εκδοχή της: όταν η ευμάρεια συνοδευόταν από χάρη και καλλιέργεια» (σελ. 90).
  Όταν σε κάποιο βίντεο στο youtube άκουσα ότι ο Κωστής Παπαγιώργης «δεν συμπαθούσε την ποίηση», πήρα θάρρος και άρχισα να το δηλώνω κι εγώ, δημόσια πια: μόνο ποιήματα φίλων διαβάζω. Διαβάζοντας την παρακάτω παράγραφο του Κουμανταρέα, πήρα καινούριο θάρρος: «…είχα δηλώσει στους φίλους μου: ξέρετε, αυτός ο συγγραφέας δεν μου πάει» (σελ. 9).
  Ο συγγραφέας που δεν του πήγαινε τότε ήταν ο Φιτζέραλντ. Απεναντίας του πήγαινε πολύ ο Φώκνερ, που εμένα «δεν μου πάει».
  Στις αναρτήσεις μου για ταινίες δηλώνω ανοικτά ότι ο τάδε σκηνοθέτης δεν μου πάει, και προπαντός το τάδε είδος: δεν συμπαθώ για παράδειγμα καθόλου τις ταινίες τρόμου.
  «Πάντα είχα μια περιέργεια ανάμεικτη με θαυμασμό για τα γράμματα των μεγάλων συγγραφέων» (σελ. 10).
  Εγώ δεν είχα τέτοια περιέργεια, αλλά όποια έπεσαν στα χέρια μου τα διάβασα. Δεν έκανα ακόμη την ανάρτηση, αλλά διάβασα τα «Γράμματα στη Μίλενα» του Κάφκα.
  «Χρειάστηκε, όμως, να σπάσω το χέρι μου για να κάνω και το στερνό βήμα: να τον μεταφράσω» (σελ. 11-12).
  Θα παραφράσω για τη δική μου περίπτωση: «Χρειάστηκε, όμως, να σπάσω το χέρι μου για να αποφασίσω να γράψω το βιβλίο μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής». Οι πόνοι ήσαν αφόρητοι, κάπως έπρεπε να τους αντιμετωπίσω. Με το που μου ήλθε η ιδέα στο μυαλό πέρασαν οι μισοί πόνοι. Βέβαια μου πήρε τρία χρόνια να το τελειώσω γιατί είχα και τη φροντίδα του νεογέννητου γιου μου, μια και ως καθηγητής είχα περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου.
  Και από τη νουβέλα:
  «Έφτασε στο σημείο ν’ αναρωτιέται μήπως έπρεπε να είχε παντρευτεί την Ντόλι. Ούτε καν η Πόλα δεν τον είχε αγαπήσει τόσο, κι είχε αρχίσει να μαθαίνει πόσο σπάνια, σε μια μόνη ζωή, συναντάει κανείς το αληθινό αίσθημα» (σελ 59).
  Θυμήθηκα την κρητική παροιμία: «Ο που διαλέγει πάει από διαλεγμάτου» (το διάλεγμα, γενική όχι διαλέγματος αλλά διαλεγμάτου στα κρητικά. Ακόμη θυμάμαι μια τέτοια γενική από τον πατέρα μου, που με ξένισε όταν την άκουσα: «αυτή η αρρώστια είναι του αιμάτου».  
  «Στα είκοσι εννιά του, η βασικότερη μέριμνα του Άνσον ήταν η μοναξιά του που μέρα με τη μέρα μεγάλωνε» (σελ. 70).
  Επίσης: «Του ήταν ανυπόφορο ότι θα περνούσε το απόγευμα μόνος» (σελ. 77).
  Η μοναξιά είναι ο κύριος πρωταγωνιστής της νουβέλας, μαζί με τον Άνσον.
  Έχω σταματήσει να αγοράζω βιβλία λόγω κρίσης, αλλά ό,τι πέσει στα χέρια μου του Φιτζέραλντ θα το διαβάσω. Έχω ήδη διαβάσει τα δυο κορυφαία του και ένα μικρό τόμο με διηγήματα.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.
Το πώς κι αν τα κατάφερνα με το σπασμένο χέρι (σελ. 13)
Φύτρωναν στο κεφάλι του μ’ έναν αστείο τρόπο (σελ. 19)
Και παραλίγο να ’πεφτε από το κάθισμά του (σελ. 26)
Στο κάτω κάτω της γραφής ήταν της γνώμης ότι (σελ. 30, εδώ έχουμε διασκελισμό).
Των μέσων που διέθετε η οικογένειά του (σελ. 35)
Εκείνην περισσότερο παρά τον εαυτό του (σελ. 39)
Ν’ αναμειχθεί απρόσκλητος σε ξένες υποθέσεις (σελ. 60)



Ρομάν Πολάνσκι, D’ après une histoire vraie (Μια αληθινή ιστορία 2017)


Ρομάν Πολάνσκι, D’ après une histoire vraie (Μια αληθινή ιστορία 2017)


  Εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους.
  Έχουμε δει αρκετές ταινίες του Πολάνσκι αλλά παλιά, τότε που δεν είχαμε blog και δεν γράφαμε για ταινίες παρά μόνο για βιβλία. Επίσης είδαμε δυο ταινίες του σεναριογράφου της ταινίας, του Olivier Assayas, τη «Βοηθό» και τα «Σύννεφα του Σιλς Μαρία», αλλά μόνο για την πρώτη γράψαμε, γιατί δεν είχαμε πάρει ακόμη ζεστά το θέμα με τον κινηματογράφο. Και οι δυο είναι σε δικό του σενάριο.
  Μια επιτυχημένη συγγραφέας κάνει τη γνωριμία με μια άγνωστη, μυστηριώδη γυναίκα. Αυτή της κολλάει. Θα την κάνει συγκάτοικό της κάποια στιγμή. Η σχέση αυτή θα αποβεί μοιραία.
 Πάλι θα κάνουμε μια υπερερμηνεία, βγάζοντας ένα δίδαγμα. Μην κάνετε εύκολα φιλίες, οι καινούριες φιλίες μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες. Έχουμε όλοι διαβάσει για διαδικτυακές φιλίες που είχαν άσχημη κατάληξη.
  Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι το να κάνεις εικασίες για τη συνέχεια της πλοκής είναι συχνά αναπόφευκτο, έχει τον πειρασμό που έχει ένα σταυρόλεξο, αλλά όμως μπορεί να σε παγιδεύσει και να σε απογοητεύσει όταν δεν μαντεύεις σωστά. Βέβαια μάντεψα σωστά πάνω στο γενικό σασπένς, αυτό που κυριαρχεί από την αρχή της πλοκής.
  Ακόμη συνειδητοποίησα ότι το στόρι το πιστώνεται ο σεναριογράφος, και ας το υπογράφει εδώ μαζί με τον σκηνοθέτη, και το ύφος ο σκηνοθέτης. Το σενάριο είναι η πλοκή, η σκηνοθεσία είναι το ύφος.
  Το σενάριο μου φάνηκε με αρκετές απιθανότητες και αρκετά σκοτεινό, ιδιαίτερα το τέλος. Το σενάριο λοιπόν μπορεί να πιστωθεί αλλά και να χρεωθεί, ανάλογα, στον σεναριογράφο· που και εδώ έχει ένα πρωταγωνιστικό γυναικείο duo, όπως και στα «Σύννεφα του Σιλς Μαρία», από όσο το θυμάμαι, ενώ στη «Βοηθό» έχουμε ένα γυναικείο σόλο.
  Μεγάλος σκηνοθέτης ο Πολάνσκι, το ύφος μας αποζημείωσε για το σενάριο, δεν την βαρέθηκα την ταινία.

Friday, June 1, 2018

Μάκης Μωραΐτης, Μνήμες από το Ληξούρι


Μάκης Μωραΐτης, Μνήμες από το Ληξούρι, Παρασκήνιο 2018, σελ. 282


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Πώς η τέχνη του λόγου σχολιάζει την τέχνη της φωτογραφίας

  «Ο Μάκης Μωραΐτης είναι κινηματογραφιστής και συγγραφέας».
  Έτσι ξεκινάω την κριτική μου για την ταινία του «Ληξούρι, αντίο». Πριν ενάμισι χρόνο είχαμε παρουσιάσει μια μεταφραστική του δουλειά, ποιήματα του ερημίτη-μοναχού «Τάιγκου Ριόκαν» και πριν δυο χρόνια στο Polis art café τη συλλογή διηγημάτων του «Η θλίψη των γλάρων».
  Το «Μνήμες από το Ληξούρι» αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την λογοτεχνική συνέχεια της ταινίας. Αποτελείται από 280 φωτογραφίες, οι περισσότερες του Μπάμπη Σολωμού, που παρατίθενται στις μονές σελίδες του βιβλίου, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανά δύο, και δίπλα ο σχολιασμός τους, εκτενής της πάνω φωτογραφίας, σύντομος της κάτω.
  Μου θύμισε το βιβλίο «Τα τραπέζια που μιλούν» της Λήδας Παναγιωτοπούλου που είχαμε παρουσιάσει ακριβώς μια μέρα πριν από τα διηγήματα του Μωραΐτη στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει. Και εκεί έχουμε το φωτογραφικό και το λογοτεχνικό, με τις εξής διαφορές: Το φωτογραφικό βρίσκεται στην αριστερή σελίδα και το λογοτεχνικό στη δεξιά. Το φωτογραφικό είναι φωτογραφίες πινάκων του Νίκου Οικονομίδη. Το λογοτεχνικό, ποιήματα «εμπνευσμένα» από τον πίνακα της διπλανής σελίδας, της συζύγου του Λήδας Παναγιωτοπούλου.
  Μπορεί να ενδιαφέρει αυτό το βιβλίο μη ληξουριώτες;
  Μπορεί και παραμπορεί. Και θα εξηγήσω το γιατί.
  Έχω, και έχουμε, διαβάσει σχολιασμούς και αναλύσεις πινάκων ζωγραφικής. Όμως πόσοι από μας έχουν διαβάσει σχολιασμούς φωτογραφίας; (Ο Μάκης, παρεμπιπτόντως, έχει μεταφράσει δυο βιβλία θεωρητικών της φωτογραφίας, τις «Σημειώσεις για τη φωτογραφία» του Άλφρεντ Στίγκλιτζ και «Περί της τέχνης της φωτογραφίας» του Έντουαρντ Γουέστον, τα οποία εκδόθηκαν επίσης από τις εκδόσεις Παρασκήνιο).
  Ακόμη: οι σχολιασμοί πινάκων ζωγραφικής έχουν ένα τεχνικό χαρακτήρα. Και οι σχολιασμοί του Μάκη έχουν τεχνικό χαρακτήρα, όμως όχι μόνο. Οι συνειρμοί και τα σχόλια για τον χωροχρόνο της φωτογραφίας είναι άφθονα, γεμάτα λογοτεχνικότητα. Και από τα πιο λογοτεχνικά κομμάτια είναι τα αποσπάσματα που σχολιάζουν φωτογραφίες που έχει παραθέσει στην ταινία του.
  Διαβάζοντας το βιβλίο του Μάκη έμαθα, και θα μάθετε κι εσείς αν ή όταν (ελπίζω όταν) το διαβάσετε, πώς να «διαβάζετε» μια φωτογραφία.
  Πρώτα πρώτα, καλό είναι να κοιτάζουμε το φόντο πριν από τα πρόσωπα. Συνήθως είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Αν κοιτάξουμε πρώτα τα πρόσωπα, το πιο πιθανό είναι να ξεχάσουμε το φόντο μετά.
  Να παραθέσω ένα σχετικό απόσπασμα.
  «Και θα το ξαναπώ: η ιστορία του Ληξουριού μέσα από τις φωτογραφίες του Μπάμπη Σολωμού δεν είναι τόσο η ιστορία των προσώπων που απεικονίζονται στο προσκήνιο όσο είναι όλων εκείνων των στοιχείων στο φόντο του, το καθένα με την ιδιαίτερη αξία και σημασία του, που συγκροτούν το σύνολο της άλλης, της γενικότερης και πολύ ουσιαστικότερης εικόνας. Χρησιμοποιώντας κατά βάση ευρυγώνιο φακό που δίνει καθαρότητα τόσο στο προσκήνιο όσο και στο βάθος της προοπτικής, οι αποτυπώσεις των φόντων του είναι “ζωή που βράζει”» (σελ. 242).
  Στη συνέχεια έμαθα άλλα πράγματα τεχνικής φύσης, που όμως αποκαλύπτουν την ποιότητα της φωτογραφίας. Το στήσιμο των ανθρώπων, η γωνία λήψης, η προέλευση του φωτός έχουν σημασία και αποκαλύπτουν την ικανότητα του φωτογράφου. Τα πράγματα αυτά θα τα έχω στο νου μου όταν θα βγάζω φωτογραφίες.
  Γιατί, κακά τα ψέματα, όλοι μας βγάζουμε φωτογραφίες, όμως πόσοι από μας έχουν διαβάσει ένα θεωρητικό βιβλίο πάνω στη φωτογραφία, σαν αυτά που μετέφρασε ο Μάκης;
  Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο του Μάκη θα έχετε διπλό όφελος: την «απόλαυση του κειμένου», σαν λογοτέχνημα, και τεχνικές γνώσεις για την «ανάγνωση» και τη λήψη μιας φωτογραφίας.
  Και προχωρούμε σε παράθεση και σχολιασμό αποσπασμάτων, όπως το συνηθίζουμε.
  «Αν και στην κυριολεξία υπήρξε ένας φωτογράφος του δρόμου-η αγγλική γλώσσα διαθέτει τον σχετικό όρο, street photographer [Παρεμπιπτόντως, τέτοιος ήταν ο Μπάστερ Κίτον πριν γίνει «Κάμερα μαν» στην ομώνυμη ταινία του]-με την έννοια ότι βρισκόταν διαρκώς εν κινήσει κυνηγώντας τα ανθρωποκεντρικά θέματά το, αυτά που άλλωστε θα του έβγαζαν το μεροκάματο, η δουλειά του είναι αξιοπρόσεκτη περισσότερο για τα κοινωνικά πορτρέτα του, τα κάθε λογής κοινωνικά πορτρέτα του, και κατά την άποψή μου ως κοινωνικός πορτρετίστας πρέπει να λογίζεται ο Μπάμπης Σολωμός» (σελ. 17).
  Μάκη, δεν μας είπες, και αναρωτιόμαστε: ο Μπάμπης Σολωμός είχε καμιά συγγένεια με την οικογένεια εκείνου του άλλου Σολωμού που έμενε στην Κέρκυρα;
  «Κι εσύ τώρα, μην προσέξεις τα άγνωστα σε σένα κορίτσια, μην κουράσεις το βλέμμα σου, ούτε την άνετη πόζα τους να παρατηρήσεις, αλλά εκείνα τ’ αγόρια πάνω στη βάρκα στο βάθος τρέξε να συναντήσεις και μαζί τους συνομίλησε» (σελ. 32).
  Για το φόντο που λέγαμε. Ακόμη βλέπουμε εδώ ένα υφολογικό χαρακτηριστικό του Μάκη: την τάση του να βάζει τα ρήματα όσο γίνεται προς το τέλος της πρότασης, δίνοντας έτσι μια ιδιαίτερη ποιητικότητα στα κείμενά του. Αυτό βέβαια όχι πάντα, όμως αρκετά συχνά. Στο παραπάνω απόσπασμα βλέπουμε το αντικείμενο στις δυο πρώτες προτάσεις να ακολουθεί το ρήμα όπως υπαγορεύουν οι συντακτικοί κανόνες, αλλά στις επόμενες τρεις πάει προς το τέλος. Στην τελευταία δεν έχουμε αντικείμενο αλλά (εμπρόθετο) προσδιορισμό. Και τους προσδιορισμούς τους «πηδάει» συχνά το ρήμα για να πάει όσο γίνεται προς το τέλος.
  «… και τα αρμυρίκια του που είναι κολλημένα βαθιά μέσα στη μνήμη» (σελ. 58).
  Μπορεί ο Μωραΐτης να ανακαλεί μνήμες από το Ληξούρι, αλλά και μένα μου ανακαλούνται μνήμες από την Ιεράπετρα, την ίδια εποχή. Τα αρμυρίκια στα οποία στήναμε τα ποδήλατα, ποδήλατα σαν αυτά που βλέπουμε στις φωτογραφίες που παρουσιάζει ο Μάκης, έχουν εξαφανιστεί τώρα και στη θέση τους έχουν ανεγερθεί ξενοδοχεία, καφετέριες και πιτσαρίες.
  Είδα και το μαθητικό καπέλο με την κουκουβάγια, σε αρκετές φωτογραφίες. Χάρη στο διαδίκτυο και το σκάνερ είδα σε φωτογραφία τον εαυτό μου με αυτό το καπέλο, μαθητή, από ανάρτηση του φίλου μου του Θόδωρα.
  «…με τα δοξαστικά του ουρανίσκου μπακλαβάδες και κανταΐφια» (σελ. 60).
  Τι ποιητική έκφραση, «τα δοξαστικά του ουρανίσκου», που ένας αθεράπευτα γλυκατζής σαν και μένα μπορεί να εκτιμήσει δεόντως.
  Και πάλι οι δικές μου αναμνήσεις. Πριν ανέβω στο φροντιστήριο αγγλικών του κυρίου Σταυρακάκη, πάντα έτρωγα ένα μπακλαβά στο ζαχαροπλαστείο του Μαγδαληνού, στο ισόγειο.
  «Και μετά τα βλέμματα έπεφταν στις γάμπες, άκουγα τα μεγαλύτερα αγόρια που σχολίαζαν ποια είχε τις καλύτερες και ανάλογα βαθμολογούσαν» (σελ. 98).
  Μάκη, είμαι σίγουρος, κι εσύ βαθμολογούσες, αλλά ντρέπεσαι να μας το πεις.
  «Στην άκρη της προβλήτας στέκονται τα αγόρια, με πρώτο φόντο το φανάρι και δεύτερο τα βουνά στο βάθος. Η θάλασσα επιμελώς παρούσα μέσα στο κάδρο. Είναι κλασικότροπη στην αναπαράστασή της τούτη η φωτογραφία, ως προς το θέμα της – τα τρία αγόρια – είναι απόλυτα κεντραρισμένα» (σελ. 112).
  Πολλές φωτογραφίες δεν είναι κλασικότροπες, αφήνοντας να αναδειχθεί το βάθος.
  Δεν θα παραθέσω την παράγραφο από το απόσπασμα που σχολιάζει τη φωτογραφία την οποία τιτλοφορεί «Στο βαφείο των διχτυών, 1961), και όπου περιγράφεται ο τρόπος βαψίματος. Απλά να σημειώσω ότι τα λαογραφικά και τα ανθρωπο-κοινωνικά στοιχεία στους σχολιασμούς είναι άφθονα.
  «…η ρήση του Ουμπέρτο Έκο ότι η ζωή δεν είναι παρά μια αργή επαναφορά της παιδικής ηλικίας στη μνήμη… (σελ. 194).
  Μεγάλος ο Έκο, έχω διαβάσει κάμποσα βιβλία του, και έχω γράψει για οκτώ.
  Μάκη, την παροιμία που παραθέτεις στη σελίδα 198 την ξέρω σαν κρητική μαντινάδα, και νομίζω έτσι είναι καλύτερη: «Του χαρτοπαίχτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο/ δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο». Μου την έλεγε ο πατέρας μου κάθε φορά που ήξερε ότι γύριζα από κουμάρι.
    «Οι νέοι  φίλοι που είχα κάνει στο σχολείο και στη γειτονιά άκουγαν τα νέα των Ρόλινγκ Στόουνς και των Μπητλς, Paint it black και Paperback writer (σελ. 245).
  Paint it black, από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια.
  Εξαιρετικό το βιβλίο αυτό του Μάκη Μωραΐτη, ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, με τους οποίους τελειώνουμε τις βιβλιοκριτικές μας. Όμως πιο πριν να σχολιάσω κάτι, για πρώτη φορά, που όμως έχω παρατηρήσει πολλές φορές σε άλλα κείμενα. Διαβάζω: «…αν θέλεις να έχεις την πλήρη εικόνα» (σελ. 64). Αν ήταν στίχος, το μέτρο του θα ήταν αμφίβραχυ. Αν όμως αφαιρέσεις το «αν», τότε γίνεται δάκτυλος, ο ηρωικός ομηρικός.
Και αγωνίζονται μετά, συχνά επί ματαίω (σελ. 26).
Που έχει ρίξει άγκυρα έξω από το λιμάνι (σελ. 46)
Πάντα θα διακρίνουμε και θα παρατηρούμε (σελ. 52)
Που νοιώθεις τη θερμότητα της άδολης φιλίας (σελ. 54)
Οι τελευταίοι ξέμπαρκοι που είχαν απομείνει (σελ. 88)
Τα ψήγματα αναμνήσεων που έχω από τότε (σελ. 90)
Κυρίως αυτοί που πρόδωσαν τους τότε έρωτές τους (σελ. 96)
Τον σκούνταγα στο ράντζο του ώρα πολύ μια νύχτα (σελ. 146)
Να διώξει από πάνω του την πίκρα του καιρού του (σελ. 184)
Τη ζέστη και το κάψιμο του ήλιου στο πετσί σου (σελ.206)
Έβαζαν στα μπαλώματα όλη τη μαστοριά τους (σελ. 226)

Μπάμπης Δερμιτζάκης