Book review, movie criticism

Monday, March 4, 2019

Zhang Yimou 4, Raise the red lantern (大红灯笼高高挂 1991)


Zhang Yimou 4, Raise the red lantern (大红灯笼高高挂 1991)
 

  Εν όψει της προβολής της «Σκιάς» στις 14 Μαρτίου.
  Και πάλι έχουμε μια ταινία εποχής που διεκτραγωδεί τη μοίρα της γυναίκας.
  Η Gong Li πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Όταν όμως πεθαίνει ο πατέρας της και τα οικονομικά τους έχουν πάρει την κάτω βόλτα αναγκάζεται να το παρατήσει, έχοντας φοιτήσει μόλις έξι μήνες. Τι άλλο της μένει να κάνει από το να παντρευτεί;
  Θα πάρει τον άρχοντα. Όμως θα είσαι παλλακίδα του, της λέει η μητέρα. «Και λοιπόν; Αυτή δεν είναι η μοίρα της γυναίκας;», της απαντάει. Και τα δάκρυα αρχίζουν να κυλάνε από τα μάγουλά της.
  Είναι η τέταρτη γυναίκα του άρχοντα αυτού. Παρακολουθούμε τα διάφορα τυπικά που ακολουθούνται σ’ αυτές τις αριστοκρατικές οικογένειες, όπως εκείνο με τα κόκκινα φανάρια που υψώνονται στο σπίτι της γυναίκας με την οποία θα περνούσε ο άρχοντας το βράδυ του.
  Η δυστυχία μπορεί να εκθρέψει την καλοσύνη, όμως και την κακία. Βλέπουμε την δεύτερη και την τρίτη σύζυγο να μηχανορραφούν, με θύμα την Gong Li. Προσπαθεί να αντιδράσει, όσο μπορεί, μια φορά με μοιραία αποτελέσματα.
  Ένα δωματιάκι στην κορυφή του αρχοντικού κινεί την περιέργειά της. Τελικά θα μάθει, εκεί κρεμούσαν τις γυναίκες του άρχοντα που είχαν ερωτικές σχέσεις με άλλους. Είχαν κρεμαστεί, της λένε, δύο όλες κι όλες, κάποιων προγόνων του τωρινού άρχοντα. Όταν θα πέσει θύμα και η τρίτη σύζυγος, μια πρώην τραγουδίστρια (την ακούμε να τραγουδάει κάποιες άριες από την Όπερα του Πεκίνου) που τα είχε φτιάξει με ένα γιατρό, η Gong Li θα τρελαθεί. Τρελή θα περιφέρεται πια στο αρχοντικό.
  Η γυναίκα, συνειδητοποιώ τώρα φέρνοντας στο νου μου και άλλες ταινίες του Γιμόου που έχω δει, αποτελεί τον κεντρικό χαρακτήρα στα έργα του. Τον συγκινεί η μοίρα της γυναίκας; Ή μήπως επιλέγει ιστορίες (και αυτή η ταινία του είναι μεταφορά από μυθιστόρημα) όπου κεντρικός χαρακτήρας είναι μια γυναίκα, για να βάλει την όμορφη γυναίκα του να πρωταγωνιστήσει;  Άβυσσος η ψυχή του Τζανγκ Γιμόου.
   Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Ju Dou».

Zhang Yimou-Yang Fengliang 3, Ju Dou (1990)


Zhang Yimou-Yang Fengliang 3, Ju Dou (1990)


  Η ταινία είναι μεταφορά της νουβέλας του Liu Heng «Fuxi fuxi» (Φούσι φούσι). Η υπόθεση του έργου τοποθετείται, υποθέτω, στα χρόνια της αυτοκρατορίας, σίγουρα όχι στην κομμουνιστική Κίνα.
  Ο θείος έχει ένα εργαστήριο βαφής υφασμάτων. Επειδή δεν μπορεί να κάνει παιδί κυριολεκτικά εξοντώνει από την κακομεταχείριση τις δυο προηγούμενες γυναίκες του και αγοράζει μια τρίτη. Και σ’ αυτήν φέρεται το ίδιο. Όμως αυτή τα φτιάχνει με τον ανιψιό του, που όταν έμεινε ορφανός τον περιμάζεψε, γιατί ο κόσμος άρχισε να σχολιάζει. Όμως του φέρεται χειρότερα και από απλό εργάτη.
  Θα μείνει έγκυος, το γιο του ανιψιού. Ο άντρας της είναι ενθουσιασμένος που έκανε γιο. Όμως λίγο μετά θα μείνει, έπειτα από ένα ατύχημα, παραπληγικός. Δεν μπορεί να περπατήσει. Εξακολουθεί να φέρεται άσχημα στη γυναίκα του. Αυτή, αγανακτισμένη, του λέει ότι το παιδί δεν είναι δικό του, ότι είναι του ανιψιού του. Αυτός θα προσπαθήσει να το σκοτώσει, όμως όταν το παιδί τον φωνάζει μπαμπά, ενώ μέχρι τότε δεν είχε πει ούτε μία λέξη, συγκινείται. Το αγκαλιάζει. Και θα το μεγαλώσει σαν πραγματικό του γιο. Όμως ένα ατύχημα, για το οποίο ευθύνεται ο μικρός, θα του στοιχίσει τη ζωή. Σύμφωνα με τις παραδόσεις η γυναίκα πρέπει να μείνει χήρα για να τιμήσει τη μνήμη του άντρα της και ο ανιψιός να μετοικήσει σε άλλο συγγενή.
  Βλέπονται κρυφά. Σχεδιάζουν να φύγουν. Ο μικρός ακούει τα κουτσομπολιά. Χωρίς να δηλώνεται με σαφήνεια στην ταινία, μάλλον άκουσε τη μητέρα του, μετά από ένα τσακωμό, ότι ο πατέρας του είναι αυτός που μέχρι τώρα παρουσιαζόταν σαν αδελφός του.
  Στο τέλος ο μικρός, ήδη προέφηβος, θα ρίξει τον ημιαναίσθητο πατέρα του μέσα στη δεξαμενή με το νερό όπου είχε ρίξει κατά λάθος και τον δήθεν πατέρα του και πνίγηκε. Έντρομη η μητέρα του θα δει τι έκανε ο γιος της.
  Στο τέλος του έργου τη βλέπουμε ανάμεσα σε φλόγες. Αποφάσισε να αυτοκτονήσει βάζοντας φωτιά στο σπίτι.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Γιμόου (η κριτική θεωρεί ότι η ματιά της ταινίας είναι μόνο η δική του, παρόλο που την υπογράφουν και οι δυο σκηνοθέτες), μας δείχνει με πολύ λεπτό τρόπο το πώς αναπτύχθηκε η σχέση του ανιψιού και της θείας, πατώντας πάνω σε μια λεπτή γραμμή που λίγο αν ξέφευγε θα την έδειχνε εκχυδαϊσμένη. 
  Δεν είναι η πρώτη ταινία που βλέπουμε που δείχνει την καταπίεση της γυναίκας και τη ματαίωση του έρωτα, όμως για πρώτη φορά με τόσο δραματικό τρόπο. Όχι, τώρα θυμήθηκα και την ταινία του Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν «Κάποτε στην Ανατολία», στην οποία η ματαίωση των πατρικών αισθημάτων φαίνεται με επίσης πολύ δραματικό τρόπο.
  Αναρωτιέμαι ποιος μικρονοϊκός κομμουνιστικός εγκέφαλος απαγόρευσε την ταινία, αφού αναφερόταν στα προ-κομμουνιστικά χρόνια. Ευτυχώς κάποιος πιο ξύπνιος απ’ αυτόν το είδε, και η προβολή της ταινίας επιτράπηκε μετά από δυο χρόνια.  
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Codename cougar».

Sunday, March 3, 2019

Zhang Yimou-Yang Fengliang 2, Codename cougar (代号美洲豹 1989)


Zhang Yimou-Yang Fengliang 2, Codename cougar (代号美洲豹 1989)


  Τι είναι το cougar; Πάνθηρας της Αμερικής, μεταφράζω τον κινέζικο τίτλο. Αυτός είναι ο κωδικός της επιχείρησης.
  Μια ταϊβανέζικη τρομοκρατική οργάνωση καταλαμβάνει ένα αεροπλάνο στο οποίο επιβαίνει ένας ταϊβανός αξιωματούχος. Προορισμός του ήταν η Σεούλ. Ο Ge You (Γκε Γιόου) που τον είδαμε σε πάρα πολλές ταινίες του Feng Xiaogang ο οποίος είναι ο επί κεφαλής των αεροπειρατών πυροβολεί χωρίς να καταλαβαίνει το ζημιά το ταμπλό του πιλοτηρίου. Ο πιλότος του λέει ότι έχουν μόλις ένα τέταρτο στη διάθεσή τους να κάνουν αναγκαστική προσγείωση, αλλιώς το αεροπλάνο θα πέσει. Αναγκάζεται να δεχθεί. Βρίσκονται πάνω από την Κίνα, και εκεί κάνουν την αναγκαστική προσγείωση.
  Αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις, θέλουν την απελευθέρωση κάποιων συντρόφων τους. Όμως υπάρχει μια δυσκολία: πρέπει οι κινέζικες αρχές να επικοινωνήσουν με τις ταϊβανέζικες αρχές, με τις οποίες δεν έχουν καμιά επαφή για πάνω από 40 χρόνια (Το 1949 οι κομμουνιστές νίκησαν κατά κράτος τους εθνικιστές που υποχώρησαν στην Ταϊβάν).
  Η ταινία έχει όλα τα χαρακτηριστικά των ταινιών του είδους, πυροβολισμούς, πτώματα, ανάμεσα στα οποία βέβαια θα είναι στο τέλος και τα πτώματα των αεροπειρατών.
  Στο IMDb δεν έχω δει χαμηλότερη βαθμολογία: 4,5. Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι θεωρείται σαν μια «υποσημείωση» στο έργο του Τζανγκ Γιμόου.
  Δεν συμφωνώ.
  Όχι μόνο γιατί η ταινία είναι συναρπαστική σαν θρίλερ, αλλά και γιατί, πιστεύω, έχει ένα στόχο τον οποίο αγνόησε η κριτική και το κοινό (ή μήπως όχι;). Η αεροπειρατεία αυτή προσφέρει μια δυνατότητα επαφής των δύο πλευρών που είναι άσπονδοι εχθροί. Οι φιλοφρονήσεις των επικεφαλής των δυο αντιτρομοκρατικών ομάδων καταδείχνουν στην ανάγκη της επαφής. Σίγουρα ο απλός λαός δεν ενδιαφέρεται τόσο για τις πολιτικές αντιθέσεις όσο για την ανάγκη επικοινωνίας με τους αδελφούς που βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Σήμερα υπάρχει αρκετή επικοινωνία ανάμεσα στις δυο χώρες. Τα πράγματα όμως δεν ήταν έτσι το 1989 που γυρίστηκε η ταινία.
  Και η μεγαλύτερη κίνηση φιλοφροσύνης: ο κινέζος επικεφαλής θέλει να πάει αυτός στο αεροπλάνο ως όμηρος αντί του ταϊβανέζου. Είναι δική σας υπόθεση του λέει, και εσύ θα είσαι πιο χρήσιμος στην επιχείρηση απελευθέρωσης των ομήρων. Αυτό τελικά θα το πληρώσει με τη ζωή του. Και βέβαια βλέπουμε κινέζους και ταϊβανέζους κομάντος να συνομιλούν. Δυο μάλιστα διαπιστώνουν ότι έχουν κοινή καταγωγή, από το Πεκίνο.
  Την ταινία μπορείτε να την κατεβάσετε από το youtube με το 4K video downloader και στη συνέχεια, ανοίγοντάς την με τον VLC, ψάχνετε για τους αγγλικούς υπότιτλους (προβολή/VLsubs).

Matt Ross, Captain fantastic (2016)


Matt Ross, Captain fantastic (2016)


  Ο «Captain fantastic» μοιάζει πολύ με το «Μην αφήνεις ίχνη», με το οποίο θέλω να τον πραγματευθώ συγκριτολογικά.
  Ο «Captain fantastic» είναι το «Μην αφήνεις ίχνη» επί έξι.
  Γιατί έξι;
  Γιατί έξι είναι τα παιδιά του.
  Ζουν μέσα στο πράσινο, όμως όχι παράνομα σε ένα το πάρκο όπως στο «Μην αφήνεις ίχνη», αλλά νόμιμα, σε ένα κομμάτι δάσους που αγόρασε ο Viggo Mortensen, που τον θαυμάσαμε στο «Πράσινο βιβλίο», αν και το Όσκαρ το πήρε ο Mahershala Ali, που βέβαια του άξιζε. Διδάσκει τα παιδιά του με ακόμη πιο εντυπωσιακό τρόπο, όχι μόνο γνώσεις αλλά και δεξιότητες. Η αναρρίχηση είναι μια απ’ αυτές, αν και παρά λίγο να στοιχίσει τη ζωή ενός παιδιού του.
  Δεν τα διδάσκει μόνο, τους εμπνέει και αγάπη για τη μάθηση. Κάποια απ’ αυτά μαθαίνουν την esperanto. Παρεμπιπτόντως, επειδή πιστεύω ότι αληθινός πλούτος στη ζωή είναι η απόκτηση του περιττού, αποφάσισα στα 68 μου, το καλοκαίρι που μας πέρασε, να μάθω esperanto και македонски. Διάβασα τα teach yourself books και ξεκίνησα να διαβάζω τη βιογραφία του Ζάμενχοφ που την επινόησε, στην esperanto. Πρόλαβα και διάβασα δέκα σελίδες πριν γυρίσω στην Αθήνα, με στόχο να την τελειώσω. Όνειρο απατηλό, η καθημερινότητα, δηλαδή οι ταινίες και βιβλία, δεν με άφησαν.
  Τι ήταν αυτό που τον ώθησε σ’ αυτή τη ζωή;
  Τον βετεράνο ήταν τα ψυχολογικά του προβλήματα. Τον Mortensen, όπως θα μάθουμε αργότερα, ήταν η άρρωστη, διπολική γυναίκα του. Μια τέτοια ζωή, πίστευε, θα της έκανε καλό.
  Και πράγματι της έκανε καλό, για αρκετό καιρό. Όμως μετά κατέρρευσε. Νοσηλεύτηκε, και αυτοκτόνησε μέσα στην κλινική. Τη βλέπουμε μόνο στις φαντασιώσεις του.
  Η ταινία είναι έντονα αναρχική. Ο Τσόμσκι μπορεί να μη λατρεύεται ως θεός, όμως θα κόψουν τούρτα στα γενέθλιά του. Τα γιορτάζει στις 7 του Δεκέμβρη. Δυστυχώς δεν είμαστε φίλοι στο facebook για να μου τα θυμίσει, να κόψω κι εγώ μια τούρτα σε δυο κομμάτια, ένα κομμάτι για μένα και ένα για τον εαυτό μου.
  Ο Τσόμσκι, για όσους δεν τον ξέρουν, με τα πόδια του κλωτσάει το κατεστημένο ενώ με τα χέρια του σκάβει για να μας αποκαλύψει τη «βαθιά δομή» της γλώσσας.
  Έχουμε διάφορα επεισόδια που δείχνουν τον μη συμβιβασμό της, όπως το ότι ξέθαψαν το φέρετρο με τη γυναίκα του για να το κάψουν, σύμφωνα με την επιθυμία της, αφού πρώτα είχαν τσακωθεί άγρια με τον παππού. Όμως ο μπαμπάς καταλαβαίνει ότι αυτή η ζωή θα δημιουργήσει προβλήματα στα παιδιά του. Πώς θα γνωρίσουν άλλα άτομα, να κάνουν φίλους, να ερωτευθούν; Και προπαντός να μην κινηθούν απεγνωσμένα όπως ο μεγάλος, που πριν καλά καλά προλάβει να τη γνωρίσει της έκανε πρόταση γάμου;
  Τον ιστορικό συμβιβασμό τον βλέπουμε στο τέλος. Τα παιδιά, που το είχαν σκάσει από τον παππού για να ξανασμίξουν με τον πατέρα τους και να ζήσουν στο σπίτι τους στο δάσος, περιμένουν το σχολικό να τα πάει σχολείο.  
  Πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία και, κρίνοντας από την υψηλή βαθμολογία της στο IMDb, και σε πολλούς άλλους.
  Και βέβαια, να μην το ξεχάσω, η ταινία είναι κωμωδία, και ένα εγγενές στοιχείο της κωμωδίας είναι η υπερβολή, η οποία ξεχειλίζει σε πάρα πολλά επεισόδια.

Friday, March 1, 2019

Wim Wenders, Summer in the city (1970)


Wim Wenders, Summer in the city (1970)


  Είναι η πρώτη ταινία του εικοσιπεντάχρονου τότε Βιμ Βέντερς, τον οποίο αποφασίσαμε να δούμε πακέτο μια και έχουμε ήδη δει άλλες πέντε ταινίες του.
  Την παρουσιάζει σαν crime, όμως στην πραγματικότητα είναι κι αυτή ένα οδοιπορικό μοναξιάς.
  Ο ήρωάς του αποφυλακίζεται. Κάνανε μια ληστεία, αυτός έχει τα κλοπιμαία, οι άλλοι τον αναζητούν. Προσπαθεί να ξεφύγει. Μια γυναίκα και ένας άντρας θα τον βοηθήσουν.
  Βρίσκονται στο αμάξι, που το οδηγεί ο άνδρας. Τους παρακολουθούν. Πρέπει να ξεφύγουν. Όμως μη φαντάζεστε, δεν υπάρχει αυτό το τρελό χολιγουντιανό κυνηγητό με τα αμάξια, που είναι μέσα στη συνταγή μιας mainstream ταινίας. Το πώς τους ξεφεύγουν ούτε που το παίρνουμε χαμπάρι. Στο τέλος βλέπουμε ένα αεροπλάνο να πετάει. Πηγαίνει τον ήρωά μας στο Ντίσελντορφ. Από εκεί θα πάει για Ολλανδία. Πρέπει να τους ξεφύγει γρήγορα, και ο πρώτος προορισμός που σκέφτηκε, η Αμερική, απορρίφθηκε, όταν έμαθε ότι η έκδοση της βίζας θα ήταν πολύ χρονοβόρα.
  Την ταινία δεν θα διστάσω να τη χαρακτηρίσω πρωτόλεια, και πιστεύω ότι το 6,1 που έχει στο IMDb οφείλεται περισσότερο στη μεταγενέστερη φήμη του Βέντερς. Όμως, πιστεύω επίσης, ότι οι αδυναμίες της ταινίας οφείλονται αφενός στα πιθανόν πενιχρά οικονομικά μέσα που θα διέθετε και αφετέρου στην προσπάθειά του να τις καλύψει με αδέξιους πειραματισμούς. Για παράδειγμα, ο ήχος δεν ακούγεται καθαρά πάρα πολλές φορές. Φταίει ο μπούμαν ή ο εξοπλισμός του; Και κάνει την «πειραματική» επινόηση που έγινε για κάποιες βουβές ταινίες του Μιτζογκούτσι: με voice over αφηγείται τον πιθανό διάλογο σε σκηνές οιονεί βωβού κινηματογράφου.
  Όχι πάντα. Κάποιες φορές επαναλαμβάνεται ο διάλογος που ακούγεται, πάλι με voice over, καθαρά αυτή τη φορά.
  Και πάλι όχι πάντα. Σε κάποιο σημείο ο Άγγλος υποτιτλιστής γράφει ότι δεν άκουγε καθαρά, το μόνο που κατάλαβε είναι ότι μιλάνε για… και για… κάτι που το συναντάω πρώτη φορά σε υπότιτλους.
  Η κάμερα είναι στημένη. Νομίζω μόνο μια φορά τη βλέπουμε να παρακολουθεί τον ήρωα στην πεζοπορία του, ενώ τρεις φορές νομίζω κινείται μαζί με το όχημα στο οποίο επιβαίνει μαζί με τους φίλους του. Μια φορά αυτός και η φίλη του εξαφανίζονται για λίγο από το οπτικό πεδίο της κάμερας που όμως είναι ακίνητη (βρίσκονται στο δωμάτιό της), όπως κάποιες φορές τα cam girls. Επίσης κάποιες σκηνές τραβάνε σε μάκρος, όπως η σκηνή στο μπιλιάρδο, στην οποία συμπαίχτης του είναι ο Βέντερς.
  Τελικά μου άρεσε η ταινία;
  Πάλι θα μιλήσω για τις προτιμήσεις μου.
  Μου άρεσε πάρα πολύ η ταινία γιατί ήταν μια μουσική πανδαισία. Εξάλλου ήταν αφιερωμένη στους Kinks, ένα συγκρότημα που το τραγούδι του «Sunny afternoon» είναι από τα αγαπημένα μου. Ξέρω ακόμη όλους τους στίχους του και το τραγουδάμε με το φίλο μου το Θόδωρα. Θυμάμαι, σε μια σκηνή που σκέφτηκα ότι παρατραβάει σε μάκρος, ξαφνικά μπήκε ένα τραγούδι σαν μουσική υπόκρουση και μου άρεσε πολύ.
  Δεν ξέρω πολλά τραγούδια των Kinks, όπως βέβαια και γενικά της δεκαετίας των sixties με την οποία όμως είμαι εξοικειωμένος, όμως μπορώ να τοποθετήσω ένα άγνωστό μου τραγούδι σ’ αυτή την δεκαετία από τον ήχο του.
  Και κάτι ακόμη: ενώ η ταινία είναι αφιερωμένη στους kinks, το «Summer in the city» είναι των Lovin’ spoonful, πολύ αγαπημένο τραγούδι κι αυτό που θυμάμαι πάρα πολλούς στίχους του και το τραγουδούμε επίσης με το φίλο μου τον Θόδωρα.
  Ο ήρωάς μας ζητάει από τη φίλη του να του χαρίσει ένα long play των Troggs. Διαβάζει τα τραγούδια που περιέχει, από τα οποία αναγνώρισα δυο αγαπημένα μου, το «Night of the long grass» και το «Give it to me», που τα είχα όμως ολότελα ξεχασμένα. 
  Η ταινία μου άρεσε και για το λόγο ότι με γύρισε πίσω στα μαθητικά μου χρόνια.