Book review, movie criticism

Tuesday, March 18, 2025

Quentin Tarantino, Jackie Brown (1997)

 Quentin Tarantino, Jackie Brown (1997)

 


  Δεν βλέπω αστυνομικές ταινίες, δεν είναι το είδος που προτιμώ. Μια αστυνομική ταινία απλά τη βλέπω ευχάριστα, όπως είδα και αυτήν εδώ του Ταραντίνο, μου ανεβάζει την αδρεναλίνη, αλλά τίποτα παραπέρα. Μου αρέσει τα drama, οι κοινωνικές ταινίες, που θίγουν κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα, που θα με κάνουν να σκεφτώ παραπέρα.

  Επίσης:

  Η ζωή είναι μικρή, κάθε ένας κάνει τις επιλογές του. Μου αρέσει ο ασιατικός κινηματογράφος, και αυτόν βλέπω. Δεν θέλω να βλέπω δυτικό, τον οποίο έτρωγα στα μούτρα τόσα χρόνια (με εξαιρέσεις εννοείται, όπως ο Woody Allen). Αλλά θα δω και δυτικές ταινίες, ουκ ολίγες, αν παίζονται σε πρώτη προβολή. Έτσι είδα το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» του Ταραντίνο· του οποίου είχα δει παλιά και μου άρεσε πάρα πολύ, τόσο που το ξαναείδα για να γράψω γι’ αυτό, το «Pulp fiction». Και βέβαια αρκετά συχνά βλέπω αναφορές στο όνομά του, και ξέρω ότι είναι ένας καλός σκηνοθέτης.

  Ταινίες βλέπω προγραμματικά: από αυτές που θα προβληθούν την Πέμπτη, ιρανικές και κινέζικες. Αλλά βλέπω και άλλες ταινίες για διάφορους λόγους, όπως π.χ. όταν αποτελούν μεταφορά μυθιστορήματος που έχω διαβάσει, όταν μου τη συστήνει ένας φίλος…

  Αυτή μου τη συνέστησε ο φίλος μου ο Νίκος ο φαρμακοποιός.

  Μου άρεσε πολύ η ταινία, και βλέπω έχει βαθμολογία 7,5 στο IMDb.

  Δεν θα μακρυγορήσω γράφοντας για την πλοκή, την οποία μπορείτε εξάλλου να διαβάσετε στη βικιπαίδεια στο σύνδεσμο που παραθέτω, αλλά θα πω για πράγματα που μου άρεσαν στην ταινία.

  Δεν είχε γρήγορους ρυθμούς που έχουν συχνά οι αστυνομικές ταινίες. Οι γρήγοροι ρυθμοί με κουράζουν. Επίσης είχε μια καθαρή πλοκή που δεν μου άφηνε ερωτηματικά και αμφιβολίες, όπως μου συμβαίνει με αρκετές ταινίες που βλέπω και που συμπτωματικά οι περισσότερες είναι αμερικάνικες.

  Επίσης:

  Ενώ στους διαλόγους οι περισσότεροι σκηνοθέτες χρησιμοποιούν το σαμ κόντρα σαμ, δείχνοντας αν φας εναλλάξ το πρόσωπο που μιλάει, εδώ τα βλέπει και τα δυο η κάμερα, είτε αν φας είτε προφίλ.

  Θα ήθελα να μου τύχει ένα ερέθισμα για να δω και άλλες ταινίες του Ταραντίνο.

Monday, March 17, 2025

Chen Kaige, The big parade (大阅兵, 1986)

 Chen Kaige, The big parade (大阅兵, 1986)

 


  Πριν προχωρήσουμε να πούμε ότι διευθυντής φωτογραφίας (cinematographer) είναι ο Zhang Yimou.

  Πρόκειται να γίνει παρέλαση στο Πεκίνο για τα 35 χρόνια της εθνικής τους γιορτής, τη νίκη του κομμουνιστικού κόμματος και την εκδίωξη του εθνικιστικού κόμματος στην Ταϊβάν (1949). Ζητούνται εθελοντές για μια σκληρή εκπαίδευση, προκειμένου η παρέλαση να είναι άψογη.

  Εμφανίζονται πολλοί.

  Εκπαιδευτής τους είναι ένας σκληρός αξιωματικός. Τα καψόνια αφόρητα. Κάποιοι καταρρέουν. Όμως πριν από το καψόνι, τους ρωτάει αν θέλει κανείς να αποχωρήσει.

  Να αποχωρήσει; Αυτό θα ήταν μια προσωπική ήττα.

  Βλέπουμε τον στρατιώτη να σωριάζεται κάτω, αναίσθητος, σε ένα καψόνι να στέκονται με το ένα πόδι. Άλλους να πέφτουν σε μια πορεία, να μην μπορούν να συνεχίσουν.

  Ενός πέθανε η μητέρα. Έρχεται το μήνυμα. Δεν του το λένε, αλλά τον στέλνουν ένα μήνα άδεια, μαζί με ένα δίχτυ με διάφορα, τρόφιμα κ.λπ.

  Θα φύγει, αλλά θα επιστρέψει. Δεν είχε πάει στο χωριό. Κουβαλάει μαζί του το δίχτυ.

  -Θέλω να με δει η μητέρα μου στην παρέλαση.

  Ένας άλλος θέλει να συμμετάσχει οπωσδήποτε. Τον απέρριψαν από τη στρατιωτική σχολή, και δεν κατάφερε επίσης να γίνει αξιωματικός. Συμμετέχοντας στην εκπαίδευση αυτή και στην παρέλαση, μπορεί να ελπίζει σε μια προαγωγή.

  Θα δούμε και άλλα ανάλογα επεισόδια, και θα ακούσουμε ιστορίες.

  Σκληρή ταινία, μου θύμισε την Κόρινθο όπου παρουσιάστηκα σαν νεοσύλλεκτος, και αργότερα τη Σχολή Αξιωματικών του Σώματος Εφοδιασμού Μεταφορών στη Σπάρτη.

  Εκεί έκαναν εθιμικά σε κάθε σειρά ένα καψόνι που λεγόταν όρχος, γιατί γινόταν στον όρχο οχημάτων.

  Ήταν απίστευτα αυτά που μας έβαλαν να κάνουμε.  

  Όμως αποκόμισα απ’ αυτό το καψόνι ένα δίδαγμα: ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει περισσότερα από όσα νομίζει.

  Αυτή είναι η δεύτερη ταινία του Chen Kaige, τον οποίο είχα αποφασίσει να δω πακέτο. Την πρώτη του ταινία, την «Κίτρινη γη», εμβληματική στην ιστορία του κινέζικου κινηματογράφου, την είδα πριν 16 χρόνια.

Γιώργος Βοϊκλής: Παναγιώτη Μανωλίτση, Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι

 Στίχοι - αστέρια

στον νυχτερινό ουρανό

 

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Μανωλίτση

«Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι»

 

                                                                               γράφει ο Γιώργος Βοϊκλής*

 

“Κανένας δεν μπορεί να μπει δυο φορές στο ίδιο ποτάμι”  έγραψε πριν από αιώνες ο Ηράκλειτος. Γιατί το ποτάμι είναι διαφορετικό σε κάθε μέτρο της ροής του.

Το ίδια συμβαίνει  και με την πρώτη ποιητική σύνθεση του Παναγιώτη Μανωλίτση με τίτλο «Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι» (Εκδόσεις Οσελότος 2025). Καθένα από τα ποιήματα που τη συνθέτουν είναι διαφορετικό, ενταγμένο, ωστόσο, σε μια ροή που ξεκινάει από την πηγή της ζωής, τη Γένεση, και φτάνει ως την απεραντοσύνη της θάλασσας, ως το βάθος του ορίζοντα, ως εκεί που “συναντιούνται οι άνεμοι”.

Η ροή τους, βέβαια, δεν είναι πάντα ήρεμη. Στη διαδρομή τους συναντάμε συχνά δίνες, αναταράξεις και καταρράκτες. Κάθε μια από αυτές τις δίνες, τις αναταράξεις και τις κατακρημνίσεις που συναντάμε  στους στίχους  του, φέρνουν στην επιφάνεια, στα αφρισμένα κύματα του ποταμού, τα κρυμμένα στο σκοτεινό βυθό του μυστικά, τα κρυμμένα στο υποσυνείδητο του ποιητή, αλλά και του καθενός μας, μυστήρια.

Έχω γράψει κι άλλοτε πως η ποίηση, και γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία, είναι αποτέλεσμα μιας ανεξέλεγκτης διαδικασίας. Αντίστοιχη είναι, όμως, και η διαδικασία “ανάγνωσής” της από τους αποδέκτες της.

Έχω γράψει επίσης πως ο ποιητής, και ο καλλιτέχνης γενικά, πριν βάλλει την υπογραφή του στο έργο του καλό θα είναι να γράφει, όπως οι αγιογράφοι, “δια χειρός”. Γιατί ο ίδιος δεν είναι παρά το μέσο για να αποτυπωθεί στο χαρτί του ποιητή, στο μουσαμά του ζωγράφου ή στο πεντάγραμμο του συνθέτη, κάτι που έρχεται από αλλού, από έναν άλλο κόσμο. (Προφανώς όχι από τον άλλο κόσμο).

Αυτό, που ισχύει για κάθε γνήσιο καλλιτέχνη δημιουργό, πρέπει να ισχύει και για τον Π.Μ. Γιατί είναι φανερό ότι γράφοντας αυτούς τους στίχους βρίσκονταν σε μια κατάσταση που έχει αποδοθεί με τον όρο “μέθεξη”. Σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να την περιγράψει κανείς με συμβατικούς όρους. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας, που την ονομάζουμε έμπνευση, δεν είναι μια κατασκευή, αλλά κάτι διαφορετικό απ’ όσα γνωρίζαμε, κάτι καινούριο και απρόσμενο. Αν και στην ποίηση του Π.Μ.  θα έλεγα ότι μερικοί στίχοι της αποπνέουν «άρωμα Ελύτη».

Τον ίδιο δρόμο με αυτόν του ποιητή καλό θα είναι να ακολουθήσει και ο αποδέκτης της ποίησής του. Καλό θα είναι ο αναγνώστης να αφεθεί στην πρώτη εντύπωση, στα αισθήματα που ζωντάνεψαν μέσα του οι, φαινομενικά ασύνδετες ίσως, εικόνες των στίχων του. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά που κρύβονται μέσα τους, ακόμη και εν αγνοία του ποιητή.

Γι’ αυτό και κανένας δεν μπορεί να μιλήσει για ένα ποίημα. Κανένας δεν μπορεί να το εξηγήσει, να το ερμηνεύσει. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να καταθέσει τη δική του εξήγηση, τη δική του ερμηνεία, που είναι όμως  διαφορετική για κάθε αποδέκτη της.

Γι’ αυτό και το μόνο που μπορώ να κάνω κι εγώ εδώ είναι να ανθολογήσω κάποιους στίχους που άναψαν καινούρια αστέρια στο νυχτερινό ουρανό μου. Που μου έδωσαν το κλειδί για να ξεκλειδώσω κάποια κλειστά συρτάρια στο νου και στην καρδιά μου.

“Μη  ρωτάς τι είναι αγάπη / να σου το πω δεν ξέρω πως / δυο πουλιά μαζί πετάνε / μέσα στο αμάραντο το φως” (Αμάραντο φως).

“Χτυπάνε καμπάνες / και τώρα και χθες / μουχλιάζουν τα όνειρα / στις προσευχές / κι η φύση δακρύζει / και στέλνει κραυγές” (Χτυπάνε καμπάνες).

“Το όνειρο κλεισμένο / στου νου τη φυλακή / χίλιες εικόνες βλέπεις / τη μία νοσταλγείς / χίλιες φορές σταυρώνεσαι / μία θ’ αναστηθείς” (Το βάσανο).

“Τώρα και πάντα / ο κόσμος ο μεγάλος, ο μικρός / ο ψεύτικος μαζί κι αληθινός.  

 Τώρα και πάντα / η σιδερένια γροθιά της αλήθειας.

 Τώρα και πάντα / οι λεγεώνες της φθοράς.

 Τώρα και πάντα / της Ανάστασης η Πασχαλιά.

 Τώρα και πάντα / το ασυνάρτητο χάος.

 Τώρα και πάντα / το αόρατο πλέγμα που ενώνει το σύμπαν.

 Τώρα και πάντα / οι άνεμοι θα συναντιούνται

 Τώρα και πάντα / οι παπαρούνες οι λευκές, μέσα στις καρδιές θ’ ανθούνε”.                 

                                                                                       (Τώρα και πάντα).

 

Είμαι βέβαιος πως μέσα στις σελίδες αυτής της συλλογής θα βρείτε κι εσείς τα δικά σας καινούργια αστέρια που θα φωτίσουν τον νυχτερινό ουρανό σας.

 

* Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

 

Sunday, March 16, 2025

Feng Xiaogang, If you are the one 3 (非诚勿扰3, 2023)

 Feng Xiaogang, If you are the one 3 (非诚勿扰3, 2023)

 


  Και πάλι η σύμπτωση:

  Με το φίλο μου τον Κορακιανίτη συζητάγαμε για την τεχνητή νοημοσύνη και μέχρι τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτήν. Μου είπε ότι μελλοντικά μπορεί να φτιάξει κανονικούς ανθρώπους.

  Είδα κάτι ωραίες κοπέλες που μου έβγαζε το twitter, και μετά που άκουσα την υπέροχη ομιλία του Γιάννη Φαρσάρη για την τεχνητή νοημοσύνη, το κατάλαβα: το ΑΙ που υπήρχε στο όνομά τους σήμαινε ότι δεν ήταν φωτογραφίες αλλά είχαν φτιαχτεί με πρόγραμμα.

  Οποία απογοήτευση!!!!

  Μετά από δυο τρεις μέρες διάβασα για την τελευταία ταινία του Φενγκ Σιαογκάνγκ, τον οποίο βλέπω πακέτο, με αυτό το θέμα: η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ανθρώπους.

  Ο Ge You, μόνιμος πρωταγωνιστής του Feng, την αγαπάει. Και αυτή τον αγαπάει. Είναι δέκα χρόνια παντρεμένοι. Σε ένα ταξίδι αυτή βλέπει κάποιους και μαζεύουν σκουπίδια από την παραλία. Πηγαίνει, τους βρίσκει. Από πού είναι; Από όλα τα μέρη της γης.

  Και ανακαλύπτει το νόημα της ζωής της: να μαζεύει σκουπίδια.

  Θα τους ακολουθήσει.

  Δεν του δίνει αριθμό κινητού για να επικοινωνούν αλλά από κάθε πόλη που πηγαίνει του στέλνει και ένα καρτ ποστάλ.

  Ο Γκε Γιόου, Πηνελόπη στον έρωτά του, την περιμένει. Και κάποια στιγμή μαθαίνει για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.

  Του φτιάχνουν μια ρέπλικα της αγαπημένης του.

  Μα δεν τρώει, δεν πίνει.

  Δουλεύουμε πάνω σ’ αυτό.

  Μαθαίνει και η αγαπημένη του για τη δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης. Αλήθεια, γιατί να μην φτιάξει άτομα που να καθαρίζουν αυτά τις ακτές από τα σκουπίδια;

  Πηγαίνει και βρίσκει τον υπεύθυνο της εταιρείας.

  Αυτός είχε ακούσει την ιστορία της από τον Γκε Γιόου.

  -Ξέρω ότι τον αγαπάς, γιατί δεν πας να τον βρεις;

  -Φοβάμαι πώς θα με δεχθεί, μετά από τόσα χρόνια.

  Αυτή, σε αντίθεση με τον Οδυσσέα, έμεινε πιστή στον άντρα της.

  Και ο υπεύθυνος σκαρφίζεται κάτι.

  Κάποια στιγμή που απουσιάζει η ρέπλικα έρχεται στη θέση της η γυναίκα του.

  Συγκινείται ακούγοντάς τον να εξομολογείται στη ρέπλικα, όπως νομίζει ότι είναι, πόσο αγαπάει τη γυναίκα του.

  Διαψεύστηκα στην αφηγηματική αναμονή: πίστευα ότι τελικά θα του έλεγε ότι εγώ είμαι η γυναίκα σου, δεν είμαι replica. Όμως έγινε κάτι άλλο. Παρουσιάστηκε η πραγματική ρέπλικα σαν γυναίκα του.

  Μπέρδεμα, που ξεδιαλύθηκε γρήγορα.

  Soft comety, ο Fengxiaogang ανατρέχει στις προηγούμενες ταινίες του, παραθέτοντας είτε αυτούσια πλάνα είτε πλάνα που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο συνέχειά τους.

  Σε ένα από τα προηγούμενα «Αν είσαι εσύ» πηγαίνει με το φίλο τους στο μπαρ «Οι τέσσερις αδελφές». Βλέπουν την αφίσα απέξω: -Μα τι γκόμενες.

  Οποία απογοήτευση.

  Η φωτογραφία πάρθηκε πριν σαράντα χρόνια, τώρα είναι γερασμένες.

  Ξαναπάει τώρα ο Γκε Γιόου με τον φίλο του. Έχουν αλλάξει, έχουν φέρει καινούριο πράγμα.

  Το καινούριο πράγμα ήταν τέσσερις τραβεστί.

  -Μα δεν σ’ αγαπάω, δεν σε θέλω.

  -Χέστηκα. Θα παραγγείλω μια ρέπλικά σου και θα είναι σαν να έχω εσένα.

  Πόσο απίθανος, ή πόσο πιθανός, φαντάζει ένας τέτοιος διάλογος μελλοντικά;

  Η προηγούμενη ταινία ήταν η «Μόνο το σύννεφο ξέρει».

Feng Xiaogang, Only cloud knows (只有芸知道, 2019)

 Feng Xiaogang, Only cloud knows (只有芸知道, 2019)

 


  Μάλλον γράφει λάθος τον τίτλο η βικιπαίδεια, τόσο η αγγλική στη βιογραφία του σκηνοθέτη (δεν υπάρχει ειδικό λήμμα για την ταινία) όσο και η κινέζικη. Γράφει 芸, που σημαίνει απήγανος (αρωματικό φυτό), και όχι 云.yun,που θα πει σύννεφο.  

 Τελικά δεν ήταν λάθος. Απλά η αγγλική μετάφραση έκανε λογοπαίγνιο, και ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. 芸 είναι το όνομά της.

  Πρόκειται για ένα love story που διαδραματίζεται στη Νέα Ζηλανδία. Το ερωτευμένο ζευγάρι είναι ο Dongfeng και η Luo Yun. Όμως και οι δυο έχουν ένα αγγλικό όνομα, Simon και Jennifer.

  Ένα τέτοιο όνομα είχε και η δασκάλα μου στον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάδας-Κίνας: Helen.

  Ο πατέρας της, μας είπε, ήταν ερυθροφρουρός. Σήμερα τους αποκαλούν «η χαμένη γενιά». Παράτησαν τα βιβλία τους για να κυνηγήσουν τους αστούς, στην Πολιτιστική Επανάσταση.

  Έχουν ανοίξει ένα εστιατόριο.

  Η Melinda ψάχνει για δουλειά.

  Ευχαρίστως να την προσλάβουν.

  Δεν υπάρχει τίποτα το πονηρό σ’ αυτό το τρίο, όπως θα συνέβαινε σε μια δυτική ταινία. Είναι μια αγαπημένη φίλη που στο τέλος θα της αφήσουν το εστιατόριο έναντι μικρής αμοιβής.

  Προστίθεται όμως και ένα σκυλί. Το υπεραγαπάνε όλοι. Όμως το σκυλί παθαίνει καρκίνο του πρωκτού, είναι καταδικασμένο.

  Τυχερά τα σκυλιά!!!

  Σ’ αυτά, για να μην υποφέρουν, τους κάνουν ευθανασία.

  Είναι απαρηγόρητοι.

  Το έζησε η φίλη μου η Νία, πρόσφατα, με τη Λάρα.

  Σκάβουν τάφο και θάβουν τις στάχτες του.

  Η Jennifer έχει κι αυτή καρκίνο, και κάποια στιγμή θα καταλήξει. Ο Simon είναι απαρηγόρητος.

  Της είχε υποσχεθεί ότι θα πάνε να δούνε γαλάζιες φάλαινες.

  Δεν πρόλαβαν να πάνε.

  Αφηγείται την ιστορία στον καπετάνιο του σκάφους που τον πηγαίνει πίσω στην περιοχή που είχαν το εστιατόριο. Βλέπει την Jennifer. Ο ίδιος όλο αυτό τον καιρό δούλευε ως αστυνομικός.

  Θα πάει να δει μόνος του τις φάλαινες, για χατίρι της.

  Πολύ συγκινητικό love story, πολύ μου άρεσε.

  Και είπα να ξαναδώ το «Love story».

  Ξεχνάω.

  Το είχα ξαναδεί μόλις πριν πέντε χρόνια. Το κίνητρο ήταν ότι μόλις είχα δει την «Ιστορία του Αμπού», που έχει το ίδιο μοτίβο: Ο θάνατος που χωρίζει το ερωτευμένο ζευγάρι.

  Στην ανάρτησή μου στο «Love story» δεν έγραψα ότι υπάρχει και το άλλο μοτίβο: της σταχτοπούτας, που το ξαναείδαμε πρόσφατα στο «Pretty woman».

  Η προηγούμενη ταινία που είδαμε ήταν τo «Youth» (2017).

Friday, March 14, 2025

Μιλτιάδης Ζέρβας (βιβλιοκριτική) Γιώργος Βοϊκλής, Αναλαμπές στο σκοτάδι

 Ένα ποιητικό χρονικό της στρατιωτικής θητείας

Διαβάζοντας το «Αναλαμπές στο σκοτάδι» του Γιώργου Βοϊκλή

 

                                                                 Γράφει ο Μιλτιάδης Ζέρβας*

 

                                               «Στη μέση του κάθε χειμώνα ανακάλυψα                

                             ότι μέσα μου κρύβεται πάντα ένα αόρατο καλοκαίρι»         

                                                                                         Αλμπέρ  Καμί

 

Συλλογίζομαι κάποιες φορές ότι η ζωή σε ορισμένους καλοπροαίρετους χαρακτήρες, μετά από ακραίες καταστάσεις που τους αναγκάζει να  βιώσουν, καταλήγει να είναι γενναιόδωρη μαζί τους. Αυτό συνέβη και με τον Γιώργο Βοϊκλή. Μετά τα εξοντωτικά βασανιστήρια που υπέστη στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας, η ζωή τα κανόνισε έτσι ώστε η στρατιωτική του θητεία, κατά την διάρκεια της χούντας, να κυλήσει κατά το δυνατόν χωρίς μεγάλες αναταράξεις. Βέβαια, χρησιμοποιώντας κι αυτός την ευστροφία του, αξιοποίησε με τον καλλίτερο τρόπο τις ευκαιρίες που τού παρουσιάστηκαν. Αυτό συνέβη όταν ο συγγραφέας συνάντησε μέσα στο πυκνό σκοτάδι της δικτατορίας ανθρώπους - συνήθως παιδιά του λαού που βρέθηκαν σε καίριες θέσεις- που προσφέρθηκαν  με ανιδιοτέλεια, να τον βοηθήσουν για να βγει από κάποια αδιέξοδα.

Αυτές οι περιπτώσεις είναι ακριβώς  εκείνο που μαρτυρά και ο τίτλος  του νέου βιβλίου του, του λογοτεχνικού χρονικού με τίτλο «Αναλαμπές στο σκοτάδι - Φαντάρος τον καιρό της χούντας» (εκδόσεις ΟΤΑΝ 2025).

Όπως ομολογεί κι ο ίδιος  ο συγγραφέας, τόσες «αναλαμπές ανθρωπιάς» μέσα στο σκοτεινό τοπίο της χούντας, για έναν αριστερό φαντάρο όπως αυτός, κατά τη διάρκεια της θητείας του, ήταν κάτι εντελώς απρόσμενο,  που ξεπερνάει ακόμα και τη πιο τολμηρή  φαντασία. Η αλληλουχία  αυτών των γεγονότων, αυτού του χρονικού, για να ξεπεράσει ο συγγραφέας τις κακοτοπιές και για να ξεφύγει από τις παγίδες που έστησαν στο δρόμο του, ώστε να ολοκληρώσει αλώβητος την θητεία του, αυτό ακριβώς είναι τα φωτεινά του σημάδια μέσα στο σκοτάδι της νύχτας του.

 

«Να ζεις μονάχα δεν είναι αρκετό, συλλογίστηκε η πεταλούδα, χρειάζεται να έχεις μία λιακάδα, ένα λουλούδι αλλά και την ελευθερία να τα απολαμβάνεις» γράφει ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Είναι αλήθεια πώς τα χρόνια εκείνα της δικτατορίας, είχε επιβληθεί μία ατμόσφαιρα βαριάς ανελευθερίας που σήμερα ίσως φαίνεται αδιανόητη στα νέα παιδιά. Όμως τότε  απαγορεύονταν «η συνάθροιση πέραν των τριών ατόμων», απαγορεύονταν «η  ανάγνωση και κατοχή συγκεκριμένων προοδευτικών βιβλίων», απαγορεύονταν «η ακρόαση και κατοχή δίσκων  συγκεκριμένων τραγουδιών και μουσικοσυνθετών». Ήταν, δηλαδή, μια ζωή γεμάτη απαγορεύσεις που έκανε την ατμόσφαιρα αβίωτη και ανυπόφορη. Καταστάσεις που γίνονταν ακόμα χειρότερες με τις φυλακίσεις σε κρατητήρια και τα επακόλουθα βασανιστήρια για όσους ήθελαν να αγωνιστούν οργανωμένα κατά της δικτατορίας, όπως ο Γιώργος Βοικλής.

Έτσι λοιπόν, εκείνη την δύσκολη περίοδο για τον συγγραφέα μας, έρχεται να λειτουργήσει λυτρωτικά  η ποίηση και να του δώσει διέξοδο και δυνατότητα για έκφραση και ανάσα. Γιατί κατά πως φαίνεται, η στρατιωτική θητεία του στα τρία πρώτα ανελεύθερα χρόνια της επταετούς δικτατορίας (1967-1969), ήταν γι’ αυτόν μια περίοδος διπλά ανελεύθερη, ανελεύθερη, δηλαδή, στο τετράγωνο, αφού  το βαρύ κλίμα της στρατιωτικής θητείας ερχόταν να επικαλύψει τη βαριά ατμόσφαιρα της χούντας.

Αυτή, όμως, ήταν η εποχή που εκφράστηκε ο συγγραφέας λυρικά με στίχους, και που ίσως να μην επιχείρησε ποτέ ξανά να εκφραστεί με τον ίδιο τρόπο. Και είναι αλήθεια πως εάν βάλεις στη σειρά τα ποιήματα  αυτής της περιόδου του συγγραφέα, θα σχηματιστεί πράγματι ένα ποιητικό χρονικό της στρατιωτικής του θητείας αφού, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας, τα ποιήματα και τα μικρά ποιητικά πεζά που έγραψε στη διάρκεια της θητείας του είναι μία πιστή καταγραφή των ψυχικών του διακυμάνσεων και των συναισθημάτων που τον κατείχαν εκείνη την περίοδο.

Ένα μικρό δείγμα από τα ποιήματα του, παραθέτουμε ευθύς αμέσως:

«Μαύρες ημέρες και οι νύχτες σκοτεινές χωρίς φεγγάρι.

Σαν φύλλα του φθινοπώρου πέφτουν οι μέρες μας στη γη.

Σαν δέντρο του χειμώνα γυμνό από φύλλα  και άνθη,

έτσι γυμνή από χαρές και αγάπη είναι η ζωή μου.

Σαν νύχτα του χειμώνα άδεια από αστέρια και πουλιά,

έτσι άδεια από χαρές και αγάπη είναι η ζωή μου.

Μα όχι, έκανα λάθος, πρέπει να σβήσω το «ζωή»,

                                                          να γράψω  «θάνατος»

γιατί είναι θάνατος τέτοια ζωή.»

Η προσφυγή του συγγραφέα στην ανομοιοκατάληκτη ποίηση του δίνει έναν ελεύθερο τρόπο να εκφραστεί, με άλματα κάποιες φορές και σε μία αφαιρετική μορφή, αλλά παράλληλα και με μια πυκνή μορφή του λόγου. Αφού μπορεί κανείς έτσι με την ποίηση  να κρύψει άνετα κάποια φιλελεύθερα νοήματα από τους λογοκριτές του στρατού.

Επιβεβαιώνεται έτσι η ρήση του Γιάννη Ρίτσου που έγραψε πως:

«Εάν η ποίηση δεν παρέχει στον άνθρωπο άφεση,

τότε από πουθενά αλλού να μην περιμένει η ψυχή μας το έλεος»

Τέλος, τη λαογραφική διάσταση του βιβλίου αναδεικνύει στο Επίμετρό του ο καθηγητής Μανόλης Βαρβούνης.

Καλοτάξιδο να είναι το νέο βιβλίο του Γιώργου Βοικλή και να αγαπηθεί από τους αναγνώστες του.

 

*Ο Μιλτιάδης Ζέρβας είναι Ποιητής και Πεζογράφος. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τρείς ποιητικές συλλογές του («Το ελλείπον θραύσμα», «Αφανή ορύγματα», «Η ηγεμονία των βράχων»,), ένα βιβλίο με δοκίμια («Οι ποιητές μας… όπως μου μίλησαν») και μια συλλογή διηγημάτων («Ένα καράβι φορτωμένο παιχνίδια»). Σημειώνουμε ότι η πρώτη ποιητική συλλογή του ήταν ανάμεσα στις πέντε της «μικρής λίστας»                                                        για το κρατικό βραβείο

Μανόλης Βαρβούνης: Γιώργος Βοϊκλής, Αναλαμπές στο σκοτάδι

 

Ένα τερπνό και διδακτικό αφήγημα

Το λογοτεχνικό χρονικό του Γιώργου Βοϊκλή               «Αναλαμπές στο σκοτάδι»

                                                            γράφει ο Μανόλης Γ. Βαρβούνης*

(Αποσπάσματα από το Επίμετρο του βιβλίου)

Στο λογοτεχνικό χρονικό της στρατιωτικής του θητείας με τίτλο «Αναλαμπές στο σκοτάδι – Φαντάρος τον καιρό της χούντας» (εκδόσεις ΟΤΑΝ 2025), ο δόκιμος και ευφήμως γνωστός στα γράμματα παλαίμαχος δημοσιογράφος, λόγιος εκδότης και γλαφυρός συγγραφέας Γιώργος Βοϊκλής, πέρα από ένα τερπνό και διδακτικό μαζί αφήγημα, μας προσφέρει και μια ιστορική μαρτυρία για μια εποχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας σκοτεινή αλλά και ερευνητικά ενδιαφέρουσα. Ταυτοχρόνως δε συνιστά και προσωπική κατάθεση για τις επικρατούσες συνθήκες από τα τέλη του 1967 ως και τα τέλη του 1969, όπως ο συγγραφέας τις βίωσε και τις καταθέτει.

          Αρχικά πρέπει να τονιστεί η τιμιότητα της αφήγησης, όπως αυτή συσχετίζεται με τον υποκειμενισμό της μαρτυρίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας μας ειδοποιεί ότι δεν πρέπει να θεωρήσουμε τα γραφόμενα ως κανόνα, διότι αυτά που του συνέβησαν κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα όσων βίωσαν άλλοι αριστεροί στρατευμένοι την ίδια περίοδο, που υπέστησαν χειρότερες δοκιμασίες. Μας υποψιάζει έτσι για το γεγονός πως αυτά που θα διαβάσουμε δεν είναι παρά η ατομική του περίπτωση, μια μόνο μαρτυρία από τις πολλές –και σαφώς σκληρότερες– που αναφέρονται στην περίοδο της διδακτορίας και στις επικρατούσες στον στρατό συνθήκες.

         Αυτή η παρατήρηση δείχνει από την αρχή στον αναγνώστη ότι εδώ δεν έχουμε ένα ιστορικό έργο, αλλά μια προσωπική μαρτυρία, μία αφήγηση ζωής. Πρόκειται για ένα αφηγηματικό είδος που καλλιεργείται συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες στον χώρο της Λαογραφίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς μέσα από τις αφηγήσεις ζωής, παρά τον αυτονόητο υποκειμενισμό τους, μπορούμε να διακρίνουμε πληροφορίες για πολλούς και σημαντικούς τομείς της κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής. Έτσι, η εξέταση των αφηγήσεων ζωής αποτελεί τομέα βασικό των λαογραφικών σπουδών, καθώς σε αυτές αποτυπώνονται, παράλληλα με τα γεγονότα και τα πράγματα, και τα συναισθήματα, τα οποία η Λαογραφία μελετά και εξετάζει, στο πλαίσιο μιας μικροκοινωνιολογικής θεώρησης των παραδοσιακών και των σύγχρονων λαϊκών κοινωνιών. […]      

Ο συγγραφέας πέρα από την γλαφυρή αφήγηση, ακολουθεί και πάλι την αφηγηματική τεχνική του εγκιβωτισμού, ενσωματώνοντας στην διήγησή του δικά του ποιήματα και πεζά κείμενα, αλλά και αναφορές σε λογοτεχνικά δημιουργήματα άλλων, δίνοντάς μας και μια  εικόνα των λογοτεχνικών αναζητήσεων της εποχής στην οποία αναφέρεται. Παραλλήλως δε ξεχειλίζει από τις γραμμές του κειμένου του ένας λαμπερός ανθρωπισμός, καθώς οι προσωπικές του αρχές και ορισμένες περιπτώσεις τίμιων και υποστηρικτικών ανθρώπων τους οποίους συνάντησε στη διάρκεια της θητείας του, τον κάνουν αισιόδοξο για την τελική πορεία της κοινωνίας, παρά τις αντιξοότητες και της αντιθέσεις της, αντιφατικής κατά βάση, εποχής εκείνης.

          Όπως σημείωσα και προηγουμένως, η αφήγηση είναι λαγαρή και τίμια, δεδομένου ότι ο συγγραφέας στιγμή δεν κρύβει το ιδεολογικό πρίσμα υπό το οποίο γράφει και θεωρεί τα περιγραφόμενα. Ωστόσο είναι ειλικρινής και δίκαιος απέναντι σε πρόσωπα και γεγονότα, αναγνωρίζοντας το καλό και στηλιτεύοντας το κακό. Αποτυπώνει πολλές και σημαντικές πτυχές της καθημερινής ζωής στον ελληνικό στρατό, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, τις υπηρεσίες, την ιεραρχία, τις ασχολίες του ελεύθερου χρόνου των στρατιωτών, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις τιμωρίες και τις συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο, αλλά και τη ζωή των αξιωματικών και των οικογενειών τους. Με λίγα λόγια περιγράφει τόσο την κανονικότητα όσο και την ιδιαιτερότητα, τόσο την ταυτότητα όσο και την ετερότητα, κυρίως την πολιτική και την ιδεολογική, αλλά και την αντιμετώπισή τους από τους αξιωματικούς. […]          

         Από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, προκύπτει νομίζω αυτονόητα η αξία του έργου του Γιώργου Βοϊκλή που περιλαμβάνεται σε αυτόν τον τόμο, όχι μόνο ως μαρτυρία μιας τίμιας αγωνιστικής συνείδησης, όχι απλώς ως μιας ιστορικής μαρτυρίας για μια κρίσιμη και οριακή ιστορική περίοδο της πατρίδας μας, αλλά και ως πηγής για την μελέτη της «στρατιωτικής Λαογραφίας». Και είναι αυτός ο τριπλός χαρακτήρας του έργου, που φανερώνει τη σπουδαιότητά του και υπογραμμίζει την αξία του, καταδεικνύοντας ταυτοχρόνως την οφειλή μας απέναντι στον συγγραφέα του, που χρόνια τώρα καταθέτει τον συγγραφικό του μόχθο στα νεοελληνικά γράμματα, αλλά και ειδικότερα στην αναπτυσσόμενη και ανθούσα σαμιακή βιβλιογραφία.

 

*Ο Μανόλης  Γ. Βαρβούνης είναι Κοσμήτορας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Προστασίας της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.