Book review, movie criticism

Monday, October 5, 2009

Γιώργος Βέης, Στην απαγορευμένη πόλη

Γιώργος Βέης, Στην απαγορευμένη πόλη, Κέδρος 2004, σελ. 159

Θα ξεκινήσω με τη γνωστή ρήση, «Μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις», για να αναρωτηθώ: μια κινούμενη εικόνα με πόσες λέξεις ισοδυναμεί; Αδόκιμο το «κινούμενη εικόνα», ήθελα απλά να κάνω τη σύγκριση ανάμεσα στο «picture mode» και το «video mode» του κινητού σας ή της ψηφιακής σας κάμερας, για να προχωρήσω ακόμη πιο πέρα τη σύγκριση: τι παρακολουθούμε κυρίως, το National Geographic Magazine ή ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση για τα ίδια εξωτικά μέρη στα οποία αναφέρονται και τα δύο; Προφανώς το δεύτερο, όχι μόνο γιατί μας είναι πιο προσιτό, αλλά και διότι διαθέτει βίντεο, ενώ το περιοδικό μόνο εικόνα. Φανταστείτε λοιπόν πόσο πιο πολύ ευνοεί τη σύγκριση το ντοκιμαντέρ αν το συγκρίνουμε με το ταξιδιωτικό έργο, που διαθέτει ελάχιστες ή καθόλου εικόνες.
Σήμερα διαβάζουμε ακόμη τα ταξιδιωτικά του Καζαντζάκη, όμως πολύ λιγότερο από ότι τα μυθιστορήματά του. Αλλά όταν ο Καζαντζάκης έγραφε τα ταξιδιωτικά του η τηλεόραση ήταν ανύπαρκτη. Σήμερα λοιπόν, την εποχή της τηλεόρασης με τα άφθονα ντοκιμαντέρ για εξωτικούς τόπους, ένα ταξιδιωτικό έργο τι αξία μπορεί να έχει; (Αλήθεια, η Μάγια Τσόκλη με τα υπέροχα ντοκιμαντέρ της βγήκε βουλευτίνα; Γράφω αυτές τις γραμμές στις 8 η ώρα το πρωί της 5ης Οκτωβρίου, της επομένης των εκλογών, και παρά την ευφορία μου έκλεισα την τηλεόραση για να γράψω για το βιβλίο του Γιώργου),
Ο Μάρσαλ Μακ Λούαν έχει πει το περιώνυμο «Το μέσο είναι το μήνυμα», πράγμα οξύμωρο και γι αυτό δεν το παίρνω πολύ τοις μετρητοίς (ετοιμάζομαι να γράψω κάπου αλλού την αντίρρησή μου), όμως στην περίπτωση του Βέη ισχύει απόλυτα: Το μέσο είναι το μήνυμα. Αν κάποιος θέλει να μάθει για την απαγορευμένη πόλη θα προτιμήσει ένα ντοκιμαντέρ, αλλά διαβάζοντας για την απαγορευμένη πόλη στο βιβλίο του Βέη θα απολαύσει την ποιητικότητα του ύφους του, τον υφολογικό του πλούτο, πράγματα για τα οποία ο γραπτός λόγος σε ένα βιβλίο είναι σαφώς ανώτερος από ό, τι ο προφορικός λόγος (γραπτός στους υπότιτλους), που δεν μπορεί να ξεπεράσει το επίπεδο ενός απλού σχολιασμού, καθώς είναι αναγκασμένος να παρακολουθεί την ταχύτητα της κάμερας στην περιδιάβασή της. Καλύτερο απόσπασμα που να εικονογραφεί αυτό που θέλω να πω δεν υπάρχει από το παρακάτω, ένα εφέ απαρίθμησης με ταυτόχρονο εφέ μακροπεριόδου (την τελεία τη συναντάμε μετά από μιάμιση σελίδα). Αναφέρεται σε ένα χαρακτηριστικό της φιλαρέσκειας της κινέζας, που βρίσκεται πάντα σε ετοιμότητα να ανοίξει το τσαντάκι της, να βγάλει το καθρεφτάκι και το κραγιόν και να βάψει τα χείλη της: «Στις στάσεις των λεωφορείων, στα βαγόνια του μετρό, στις κυλιόμενες σκάλες… όρθια, καθιστή, ανακούρκουδα, ξαπλωμένη… βγαίνοντας… μπαίνοντας… αδιαφορώντας…», και όλο αυτό μιάμιση σελίδα!!! (σελ. 69-70).
Και ένα ακόμη δείγμα, μια μινιμαλιστική ποιητική: τι θα μπορούσε να πει ένα ντοκιμαντέρ για τη σκόνη; Ο Βέης μιλάει γι αυτή, με τον ποιητικό του τρόπο, όχι σε μια, όχι σε δυο, αλλά σε πέντε ολόκληρες σελίδες (σ. 81-85). «Ό, τι τρίζει ανάμεσα στα δόντια, ό, τι πικρίζει και τσιμπάει τη γλώσσα είναι απομεινάρια του χωροχρόνου, που σε διεκδικεί τόσο πεισματικά, ώστε σε νικά, στο τέλος, κατά κράτος – παιδί του και κτήμα του, ένα μόριο ιστορικού κονιορτού. Εδώ η σκόνη καταπίνεται, δεν εισπνέεται μόνο, τρώγεται, μασιέται – τη φτύνεις και μπαίνει από τα αυτιά μέσα σου, γίνεται κομμάτι σου, γίνεσαι εκείνη» (σελ. 84).
Μπορώ να κάνω τη σύγκριση ανάμεσα σε ένα ντοκιμαντέρ που είδα πριν λίγους μήνες για τα 胡同 (hutong, αν δεν διαβάζονται τα κινέζικα), τα κλασικά στενά δρομάκια της παλιάς πόλης, που στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού κατεδαφίζονται συνεχώς, και στο κείμενο του Γιώργου Βέη. Στο ντοκιμαντέρ τα είδα τα χουτόνγκ, είδα πως είναι, όμως το κείμενο του Βέη ήταν για μένα μια απόλαυση ύφους, και γι αυτό θα παραθέσω ένα απόσπασμα.
«Κυριακή, απόβροχο – το απόγευμα να βαθαίνει. Οι γραμμές είναι λείες, το φως χαμηλώνει διακριτικά. Στην επιφάνεια μιας λιμνούλας που σχηματίζουν τα λασπόνερα στη μέση του χουτόν διακρίνονται αμέσως το περίγραμμα μιας ξύλινης, μισάνοιχτης πόρτας, ένα κλαδί φορτωμένο πορτοκάλια, το σμίξιμο δύο φρυδιών. Είναι ένα αιφνίδιο, υδάτινο χαϊκού, μια στιγμιαία ιχνογραφία που συνοψίζει τόσο αποτελεσματικά παραστάσεις και ιδεολογήματα χωρίς να αδικεί την πραγματικότητα. Σχήματα και συνειρμοί, αντικατοπτρισμοί και ανεπαίσθητες διαθλάσεις, αποτυπώσεις και λεπτομέρειες σκιών, κηλίδες και στίγματα χρόνου αποτελούν μερικά από τα ουσιώδη συστατικά του κώδικα που έχει διαμορφώσει το χουτόν μέσα στους αιώνες» (σελ. 19).
Ο Βέης δεν μιλάει μόνο για την απαγορευμένη πόλη και για την Κίνα. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι και τα κείμενά του για την Ταϊλάνδη, που έχουν επί πλέον και ένα ανθρωπολογικό ενδιαφέρον. Η Ανατολή διατηρεί ότι η Δύση απώλεσε ως αποτέλεσμα της επικράτησης του μονοθεϊσμού: φαλλικές τελετουργίες στη λατρεία των αισθήσεων και της γονιμότητας. Η αισθησιακή απόλαυση στην αρχαιότητα δεν βρισκόταν καθόλου σε αντίθεση με τη λατρεία του ιερού, αυτό το ξεχνάμε, και ας χρησιμοποιούμε ακόμη τη λέξη «ιερόδουλος» όταν θέλουμε να αποφύγουμε τις αρνητικές συνδηλώσεις της λέξης «πόρνη» και πολύ περισσότερο της λέξης «π….α» (εδώ, καλού κακού βάζουμε τελίτσες, να μη μας βρουν και άλλα).
Γιώργο, θα με συγχωρέσεις, αλλά έχω πληρώσει τόσα λεφτά στον ελληνοκινεζικό σύνδεσμο για τα κινέζικα, πρέπει να κάνω μια μικρή απόσβεση κάνοντας φιγούρα για την κινεζομάθειά μου. Αυτό που άκουσες ως «καμπέ» στην πραγματικότητα είναι γκαν μπέι (干杯). Σημαίνει όντως «άσπρο πάτο» αλλά όχι κατά λέξη. Κατά λέξη σημαίνει «Αδειάζουμε το ποτήρι». Εμείς τελικά είμαστε πιο ευφάνταστοι στη μεταφορά μας από ότι οι κινέζοι.
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιώργος Βέης, με την ποιητικότητα του ύφους του, σώζει κυριολεκτικά ένα λογοτεχνικό είδος, το «ταξιδιωτικό έργο», αν όχι από την εξαφάνιση, τουλάχιστον από την παρακμή.
Γιώργο, δεν θα φυλάξω αυτό το κείμενο για να το ξαναδώ αργότερα, θα το ξαναδιαβάσω και θα το αναρτήσω αμέσως, να σας συνοδεύει, εσένα και την Κλάρα, σαν καλό καταβόδιο και σαν ευχή στο ταξίδι σας. Υποθέτω ότι μόλις θα έχετε απομακρυνθεί από τις ισπανικές ακτές, με το καλό να φτάσετε στη Νέα Υόρκη, καλά να περάσετε, και με το καλό να μας γυρίσετε.
Post a Comment