Book review, movie criticism

Saturday, October 17, 2009

Πέρσα Κουμούτση, Δυτικά του Νείλου

Τίτλος: Δυτικά του Νείλου
Συγγραφέας Πέρσα Κουμούτση
Εκδόσεις: Ψυχογιός 2006

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ιστορία αγάπης με φόντο το Κάιρο τη χρονιά της ανατροπής της βασιλείας, το 1952.


Πριν λίγες μέρες διάβασα το βιβλίο «Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς» του Γιουσούφ Ιντρίς, και αμέσως μετά γνώρισα τη μεταφράστριά του την Πέρσα Κουμούτσου, σ’ αυτή την ωραία παρέα της Άγκυρας, όπου μαζευόμαστε κάθε Σάββατο. Καθώς είμαι συγκριτολόγος από ιδιοσυγκρασία, όπως με χαρακτήρισε ο καθηγητής της συγκριτικής γραμματολογίας Steven Tötösy de Zepetnek, βρίσκω σαν πιο πρόσφορο τρόπο να παρουσιάσω το τελευταίο της βιβλίο «Δυτικά του Νείλου» συγκρίνοντάς το με το βιβλίο του Ιντρίς. Πιστεύω ότι συγκρίνοντας βρίσκεις περισσότερα πράγματα, και μια και έτυχε η συγκυρία...
Το βιβλίο της Πέρσας θα μπορούσε να έχει τον τίτλο που είχε το βιβλίο του Ιντρίς στα αραβικά: Ερωτική Ιστορία. Γιατί είναι κυριολεκτικά μια ερωτική ιστορία, ενώ το έργο του Ιντρίς είναι κατά το ήμισυ ερωτικό και κατά το άλλο ήμισυ επαναστατικό.
Η Πέρσα βαφτίζει το βιβλίο της από το χώρο όπου λαμβάνει χώρα η μυθοπλασία της: Δυτικά του Νείλου, κάπου στο Κάιρο. Με ανάλογο τρόπο ξαναβαφτίζει ο Ψυχογιός το βιβλίο του Ιντρίς: Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς, που είναι το Κάιρο. Είναι σημαντικό να ορισθεί ο χωρικός προσδιορισμός στο παρακείμενο του βιβλίου (αν και στο βιβλίο του Ιντρίς αυτό θα μπορούσε να γίνει ως υπότιτλος) για έναν αναγνώστη που ζει σε μια άλλη χώρα, και κυρίως για το βιβλίο της Πέρσας. Δεν πρέπει να εκπλαγεί ο έλληνας αναγνώστης βλέποντας ένα μυθιστόρημα μιας ελληνίδας να έχει υπόθεση που διαδραματίζεται σε άλλη χώρα.
Η Πέρσα είναι γυναίκα ελληνίδα, που μεγάλωσε όμως και σπούδασε στην Αίγυπτο. Ο Ιντρίς είναι άντρας αιγύπτιος. Η υπόθεση των έργων τους τοποθετείται το 1952, τη χρονιά που συνέβησαν κοσμοϊστορικά γεγονότα για την Αίγυπτο. Αποτυχημένη εξέγερση του αιγυπτιακού λαού ενάντια στην αγγλοκρατία, που κατέληξε όμως στην εκθρόνιση του βασιλιά και στην ανάληψη της εξουσίας από τον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ.
Ο Ιντρίς γράφει φορτισμένος από τα γεγονότα, το 1956. Η Πέρσα γράφει το 2006. Στο τέλος του βιβλίου της η ιστορία εκτείνεται σε δυο ακόμη χρόνους: το 1956, τη χρονιά της εθνικοποίησης της διώρυγας του Σουέζ και τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο, και σε ένα πρόσφατο χρόνο, που μένει απροσδιόριστος χρονολογικά.
Η αφηγηματική άνεση και των δυο είναι εκπληκτική. Οι ερωτικές σκηνές είναι ασύλληπτης ομορφιάς. Το «δείγμα γραφής» που προσπαθώ να παραθέτω στις βιβλιοκριτικές μου θα το αντλήσω από τη σκηνή της πρώτης ερωτικής επαφής της Αλεξάνδρας, της ηρωίδας του βιβλίου, με τον Άντελ, τον λοχαγό φίλο της.
«Αφέθηκε στα χέρια του χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Κι εκείνος, ανίκανος πια να υποχωρήσει, να επιβληθεί άλλο στον εαυτό του, στη δίψα του, στον πόθο του, ενθαρρυμένος και από την τολμηρή ανταπόκρισή της, την ολοφάνερη συναίνεσή της, αθέτησε την υπόσχεσή του και άρχισε να ταξιδεύει αχόρταγα στην απαλότητα της σάρκας της, ανιχνεύοντας με τα ακροδάκτυλά του κάθε πιθαμή του λαχταριστού κορμιού της. Σαν τον τυφλό ψηλάφισε το πρόσωπό της, την απαλή επιδερμίδα του σβέρκου, τους κοριτσίστικους στιλπνούς ώμους, διέσχισε ευλαβικά τα παρθενικά μονοπάτια του ιερού ναού με καρδιά που παλλόταν από ευγνωμοσύνη και κορμί που αναριγούσε από συγκίνηση σαν τον αφοσιωμένο, ευσεβή προσκυνητή» (σελ. 96-97).
Στη βιβλιοπαρουσίαση για το βιβλίο του Ιντρίς, σχολιάζοντας την αλλαγή του τίτλου, έγραφα πως ο έλληνας αναγνώστης θα έβλεπε με δυσπιστία μια ιστορία αγάπης. Και όχι μόνο ο έλληνας αναγνώστης, θα έλεγα γενικά ο δυτικός αναγνώστης, ο μεγαλωμένος με τα νάματα της ελληνικής κουλτούρας, με την τραγωδία να βρίσκεται στην καρδιά της. Μια ερωτική ιστορία με ευτυχές τέλος, και το τέλος στην ιστορία της Πέρσας δεν είναι ευτυχές σε αντίθεση με του Ιντρίς, αντιμετωπίζεται σαν παραλογοτεχνία, ενώ όταν έχει unhappy end αντιμετωπίζεται αν όχι με πλήρη αποδοχή, πάντως με συγκατάβαση.
Αν υπάρχει μια λέξη που κυριαρχεί στις ερωτικές ιστορίες του δυτικού πολιτισμού αυτή είναι η λέξη «ματαίωση», frustration στα αγγλικά. Και βέβαια ο βιρτουόζος στην αφήγηση ματαιωμένων ερωτικών αισθημάτων είναι ο Τσέχωφ, με κορυφαίο έργο τον «Θείο Βάνια», όπου η ματαίωση πηγαίνει περίπου σαν καραμπόλα. Αυτός που αγαπά αυτή αγαπά μιαν άλλη η οποία δεν τον αγαπά και πάει λέγοντας. Να μη μιλήσουμε για την Μαντάμ Μποβαρύ, να μη μιλήσουμε για την Άννα Καρένινα, ας μιλήσουμε για τον «Πόλεμο και Ειρήνη». Σ’ αυτό το πιο ευτυχισμένο αριστούργημα της δυτικής λογοτεχνίας ο μόνος του οποίου τα αισθήματα ευοδώνονται στο τέλος είναι ο Πιερ, ο οποίος παντρεύεται τη Νατάσα. Όμως η Νατάσα τι κάνει όταν ο Πρίγκηπας Αντρέι, με τον οποίο είναι μυστικά λογοδοσμένη, βρίσκεται μακριά; Μπλέκει με έναν λοχαγό, με αποτέλεσμα ο Αντρέι να την παρατήσει. Τι κάνει η Αλεξάνδρα όταν ο καλός της εξαφανίζεται, όντας ένας από τους συνωμότες ελεύθερους αξιωματικούς του Νάσερ, προετοιμάζοντας τη συνομωσία για την ανατροπή του βασιλιά; Δεν περιμένει να μάθει τι έγινε, πέθανε ή ζει, αλλά αμέσως παντρεύεται ένα φλερτ της.
Και ο Άντελ; Όταν πια έχει συντελεστεί η εκθρόνιση και δεν έχει λόγο να κρύβεται, την βλέπει να έχει πάει στη Αλεξάνδρεια για τις καλοκαιρινές διακοπές με τον αρραβωνιαστικό της. Πληγώνεται εξίσου, και ας μην εστιάζει το μυθιστόρημα στον δικό του πόνο.
Κάποτε θα ξαναβρεθούν, και θα τα ξαναφτιάξουν. Όμως εδώ μπαίνουν άλλα προβλήματα: της καταγωγής, της κουλτούρας και της θρησκείας. Οι αποικιοκράτες δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι γάμους με τους ντόπιους. Αγαπιούνται, όμως κατά πόσο είναι διατεθειμένοι να ξεπεράσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους; Ο Άντελ είχε πάντα την αμφιβολία, και τώρα η υποψία του επιβεβαιώνεται. Η Αλεξάνδρα διστάζει να τινάξει το γάμο της στον αέρα, παρόλο που η σχέση της με τον άντρα της είναι χάλια, και να παντρευτεί έναν αιγύπτιο, έστω και αρχηγό της αστυνομίας. Αυτός, μη θέλοντας τα ημίμετρα, διακόπτει τη σχέση.
Στο διδακτορικό μου ανάπτυξα ότι μια βασική θεματική της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας είναι το δίπολο συμβιβασμός/ μη συμβιβασμός. Συνήθως υπάρχει ο συμβιβασμένος ήρωας (Μανωλόπουλος π.χ. από τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά») και ένας μη συμβιβασμένος, που τίθεται αντιστικτικά απέναντί του (Λούης). Εδώ έχουμε πάλι το ίδιο δίπολο, αλλά εκφράζεται στο ίδιο πρόσωπο. Η Αλεξάνδρα συμβιβάζεται με τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός της, και δεν διαλύει το γάμο της για να τον παντρευτεί. Όμως δεν συμβιβάζεται στη δύναμη του έρωτά της «για τον άντρα που δεν ξεπέρασε ποτέ, τον άντρα που στοίχειωνε τα όνειρά της» (σελ. 275). Θα χωρίσει τελικά με τον Κωνσταντίνο και δεν θα ξαναπαντρευτεί. Τη βρίσκουμε, χρόνια μετά, να αγναντεύει την Ακρόπολη. Το ίδιο και ο Άντελ, δεν παντρεύτηκε. Θα πεθάνει νωρίς από ανίατη ασθένεια.
Υπάρχει όμως μια αντιστικτική σχέση: της φίλης της της Αγγελικής. Η Αγγελική, αν και κουβαλούσε όλες τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός της, παντρεύεται τελικά έναν αιγύπτιο αξιωματικό. Όμως, για να τελειώσει το μυθιστόρημα χωρίς να είναι κανείς ευτυχισμένος, εξυπηρετώντας κάπως και την οικονομία της πλοκής, θα μείνει και αυτή μόνη, γιατί ο άντρας της σκοτώνεται στην εισβολή των Ισραηλινών το 1956, λίγο καιρό πριν πάρει μετάθεση.
Η διεισδυτικότητα στις πιο λεπτές αποχρώσεις της ψυχολογικής διάθεσης της ηρωίδας της μαζί με την αφηγηματική της άνεση αναδεικνύουν την Κουμούτση σαν μια από τις πιο αξιόλογες γυναικείες φωνές της λογοτεχνίας μας. Το ότι δυο μήνες μετά την κυκλοφορία του το βιβλίο βρίσκεται ήδη στη δεύτερη ανατύπωση είναι ενδεικτικό.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment