Book review, movie criticism

Sunday, October 25, 2009

Gérard-George Lemaire, Κάφκα

Gérard-George Lemaire, Κάφκα (μετ. Γιάννης Δημολίτσας), ΒΗΜΑβιογραφίες 2009

Οι βιογραφίες είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος, και ήταν για μένα μια πολύ ευχάριστη έκπληξη οι ΒΗΜΑβιογραφίες. Εδώ και δεκαετίες δεν αγοράζω εφημερίδες, όσες έχω διαβάσει τις έχω διαβάσει ως λαθραναγνώστης, και συμπτωματικά έπεσε το μάτι μου πάνω στο Βήμα με τον «Κάφκα» μέσα από τη ζελατίνα. Το αγόρασα, και στη συνέχεια αγόρασα και τις βιογραφίες που με ενδιέφεραν και μου έλλειπαν, δηλαδή όλες εκτός από του Τζέημς Ντην, της Μπίλι Χαλιντέι και της Μέριλιν Μονρόε. Όχι δηλαδή πως δεν θα μπορούσα να τις αγοράσω κι αυτές, αλλά νομίζω ότι, στα χρόνια που μου μένουν, αν φτάσω το μέσο όρο ζωής, δεν θα προλάβω να διαβάσω άλλα βιβλία που βρίσκονται σε πιο πάνω προτεραιότητα.
Θα ξαναγράψω για μια ακόμη φορά πόσο με εντυπωσίασε η βιογραφία του Ludwig Wittgenstein. Επίσης, για να κάνουμε τη σύγκριση, οι βιογραφίες που έχω διαβάσει είναι σχεδόν όλες τους ογκώδεις, σε σχέση με τους μικρούς τόμους των ΒΗΜΑβιογραφιών.
Δεν είμαι βιογραφιοκριτικός, και είχα μια επιφύλαξη να αρχίσω να γράφω και για αυτά τα βιβλία, αλλά, αφενός μου δίνουν μια ευκαιρία για γράψιμο, και, χωρίς να ακολουθώ την λατινική παροιμία, nulla dies sin linea, να μην περνά μέρα χωρίς να γράψεις μια γραμμή (πού να βρίσκεται τώρα ο Κώστας ο Τσαντίνης, λυκειάρχης μου στο 40ο λύκειο, Γκράβα, που μου την είπε, πάνε 20 χρόνια τώρα), όταν γράφω νοιώθω όπως κάποιος που πίνει το φραπεδάκι του στο μπαλκόνι του σπιτιού του ή στην καφετέρια –εμένα ο φραπές δεν μου αρέσει, τον πίνω όμως για ντόπινγκ, όταν είναι να γράψω- δηλαδή πολύ ευχάριστα, αφετέρου για να σημειώσω κάποιες σκέψεις που έκανα διαβάζοντας τη βιογραφία, ή κάποια πράγματα που θα ήθελα να τα θυμάμαι, και αν τα γράψω θα αποτυπωθούν καλύτερα στη μνήμη μου, και όχι για να τα κρίνω.
Θα ξεκινήσω παρολαυτά κριτικάροντας.
Το κεφάλαιο «Περί εργασίας και ερωτικής ζωής» ξεκινάει με τη φράση: «Η λογοτεχνία, δυστυχώς, δεν ήταν το παν για τον Φραντς Κάφκα». Δυστυχώς ήταν το παν. Η λογοτεχνία ήταν αντίζηλη στις αγαπημένες του, Φελίτσε, Μίλενα, και κάποιες ακόμη, και γι' αυτό οι σχέσεις μαζί τους δεν ευώδωσαν. Μόνο με την Ντόρα, την τελευταία αγαπημένη, είχε μια ευτυχισμένη σχέση. Όμως ίσως ενέδωσε στη σχέση αυτή όταν πια είχε τα προμηνύματα του θανάτου από τη φυματίωση, και θέλησε, πριν πεθάνει, να νοιώσει την ευτυχία του κοινού θνητού.
Αλίμονο αν σε ένα συγγραφέα η λογοτεχνία είναι το παν, τότε πρόκειται περί μαζοχισμού. Είναι όμως φυσικό ένας μεγάλος συγγραφέας να την έχει σε πρώτη προτεραιότητα, ή μάλλον είναι προϋπόθεση να την έχει σε πρώτη προτεραιότητα για να γίνει μεγάλος συγγραφέας.
Βέβαια, διαβάζοντας λίγες γραμμές πιο κάτω, και αφού έχω κάνει τις παραπάνω σκέψεις, σκέφτομαι μήπως πρόκειται για μεταφραστικό ατόπημα. Δυστυχώς δεν έχω το πρωτότυπο για να κάνω τον έλεγχο. Το «πλην» στο «παν» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όπως πολλοί συγγραφείς, ιδιαίτερα στα πρώτα τους βήματα, είναι υποχρεωμένος να δουλέψει για να ζήσει.
Και θα κλείσω με ένα ανέκδοτο από τη ζωή του, ιδιαίτερα συγκινητικό.
«Κατά τη διάρκεια των συχνών περιπάτων τους στο πάρκο του Στέγκλιτς, συναντούν ένα κοριτσάκι που κλαίει. Τη ρωτούν γιατί κλαίει τόσο απαρηγόρητα και απαντάει ότι έχασε την κούκλα της. Για να εξηγήσει την εξαφάνισή της, ο Κάφκα επινόησε επιτόπου μια απολύτως αληθοφανή ιστορία: -Η κούκλα σου κάνει μόνο ένα μικρό ταξίδι, το ξέρω, γιατί μου έστειλε ένα γράμμα. Το κοριτσάκι όμως τον κοιτάζει καχύποπτα: -Το έχεις μαζί σου το γράμμα; τον ρωτάει. Όχι, το άφησα στο σπίτι, αλλά θα σ’ το φέρω αύριο, απάντησε εκείνος.
Μόλις επιστρέφει στο σπίτι, ο Κάφκα αρχίζει να γράφει το περίφημο γράμμα. Την επόμενη μέρα το φέρνει στο κοριτσάκι. Η κούκλα εξηγούσε ότι είχε βαρεθεί να ζει στην ίδια οικογένεια, εξέφραζε την επιθυμία να αλλάξει αέρα, με μια λέξη ήθελε ν’ αποχωριστεί για λίγο το κοριτσάκι το οποίο ωστόσο αγαπούσε πολύ… Η κούκλα γράφει έτσι κάθε μέρα για να διηγηθεί τη νέα συναρπαστική ζωή της». Μερικές μέρες αργότερα, συνεχίζει η Ντόρα, το παιδί είχε ξεχάσει την απώλεια του παιχνιδιού του και δεν σκεφτόταν παρά την ιστορία που της είχε προσφερθεί σε αντιστάθμισμα» (σελ. 334-5).
Και καταλήγει ο βιογράφος αμέσως μετά:
«Με το μυθιστόρημα αυτό ο Κάφκα συναντάει επί τέλους την ιδανική αναγνώστρια, μια αναγνώστρια που, όπως κι εκείνος, προτιμάει την ‘αληθινή ζωή’ της λογοτεχνίας από την πραγματική ζωή. Του μένουν μόνο μερικοί μήνες ζωή» (σελ. 335).
Και θυμάμαι την συγχωρεμένη τη θεια μου τη Σταυρούλα, που λίγους μήνες πριν πεθάνει (κορακοζώητοι όλοι στο σόι του πατέρα μου. Αυτός πέθανε 94 χρονών, και μόνο μια από τις τρεις αδελφές του 88, οι άλλες δυο πάνω από 90) που έλεγε συνέχεια για την ‘αληθινή ζωή’ εκεί πάνω. Η «αληθινή ζωή της λογοτεχνίας» είναι μια μεταφορά. Η «λογοτεχνία ως παραμυθία» είναι η κυριολεξία. Την προτιμώ από κάποιες άλλες παραμυθίες, χασίσι, στην καλλιέργεια του οποίου επιδίδονται με αφοσίωση οι συμπατριώτες μου – (το λάδι δεν έχει μέλλον και τα θερμοκήπια δεν βγάζουν πια τα τρελά κέρδη που έβγαζαν παλιά. Φυσικά όχι όλοι), όπιο (κυριολεκτικά και μεταφορικά), κόκα (όχι κόκα κόλα), κ.ά.
Post a Comment