Book review, movie criticism

Wednesday, October 28, 2009

Helmut Krausser, Eros

Helmut Krausser, Eros, Ίνδικτος 2008

Πόσο μετράει ο τίτλος στην απόφαση αγοράς ενός βιβλίου;
Φαίνεται πως κάποιες φορές μετράει. Δεν θυμάμαι τι τίτλο είχε επιλέξει η φίλη μου η Λαμπρίνα για το τελευταίο μυθιστόρημά της, όμως η Αναστασία επέμενε: Πάθος. Και, από όσο ξέρω, πήγε πολύ καλά στις πωλήσεις.
Βέβαια δεν ήταν μόνο ο τίτλος, ήταν και η διεξοδική ανάλυση της φίλης μου της Ελένης για το έργο, εγκιβωτισμένη στο δικό της έργο, το «Πλήθος είμαι». Εκεί διάβασα για έναν έρωτα που, μένοντας χωρίς ανταπόκριση, στοιχειώνει τη ζωή του ήρωα μια ολόκληρη ζωή.
Το θέμα του έρωτα χωρίς ανταπόκριση το έχω συναντήσει και σε άλλα βιβλία, από τα οποία ξεχώρισα το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες και το «Ο σκύλος της Μαρί» του δικού μας Ανδρέα Μήτσου. Σαν πραγματικό θέμα ζωής το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, και δεν ξέχασα τη φράση από ένα βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη, δεν θυμάμαι ποιο, όπου λέει ότι τον έρωτα τον ζούμε φαντασιακά. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι ο πιο έντονος, όπως και πιο επιθυμητό είναι κάθε τι που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε. Όσο για τον έρωτα που βρίσκει ανταπόκριση, «Ένα χρόνο το περισσότερο» λέει ο Καρβέλας, μια φίλη μου λέει ότι διάβασε κάπου για τρία χρόνια, και ο Ιάσων Ευαγγέλου μας ανέφερε στο φιλολογικό του καφενείο κάτι που είπε ο Φρόιντ, αλλά εγώ δεν το συνάντησα πουθενά παρόλο που έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του, ότι μετά από τέσσερα χρόνια γάμου στο κρεβάτι κάνουν τέσσερις έρωτα και όχι δύο, μια ακόμη γυναίκα την οποία φαντασιώνεται ο άνδρας και ένας ακόμη άνδρας τον οποίο φαντασιώνεται η γυναίκα. Σχηματική διατύπωση βέβαια, αφού στη φαντασία μπορούν να παρελαύνουν περισσότερα πρόσωπα κατά την ερωτική πράξη.
Έτσι λοιπόν αποφάσισα να αγοράσω το βιβλίο.
Οι εντυπώσεις μου.
Ξεκινάει με ένα καλπάζον χιούμορ, για αρκετές σελίδες. Το χιούμορ το θεωρώ πάντοτε μια μεγάλη αρετή σε ένα αφήγημα, μαζί με το σασπένς. Δυστυχώς αργότερα μειώνεται σημαντικά, δεν το συναντάμε παρά σε ελάχιστες δόσεις.
Δεν θέλω να αδικώ κανένα βιβλίο, και γι αυτό συχνά μιλάω για τη δική μου πρόσληψη. Τόσο οι ήρωες του Μάρκες όσο και του Ανδρέα Μήτσου είναι άνθρωποι καθημερινοί, σαν κι εμάς, και μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί τους. Με τον Αλεξάντερ δεν τα κατάφερα. Είναι γιος ενός γερμανού μεγαλοβιομήχανου, που παρά την περιπέτεια που πέρασε (έπεσε το αεροπλάνο που τον μετέφερε, έζησε για χρόνια σε μια κατάσταση αμνησίας που τον έκανε να μοιάζει με κατατονικό), ανέλαβε κάποια στιγμή τις επιχειρήσεις του πατέρα του και τις επέκτεινε ακόμη περισσότερο. Είναι τόσο πλούσιος, όπως οι επώνυμοι πλούσιοι που συναντούμε στις σελίδες των εφημερίδων, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας να του είναι υποχρεωμένη για τη βοήθεια που της έχει προσφέρει. Σε επενδύσεις; Σε κάτι άλλο; Δεν θυμάμαι ακριβώς. Έχει προσλάβει έναν ολόκληρο στρατό για να βρει την αγαπημένη του, μεταμφιέζεται σε ταξιτζή για να τη συναντήσει, βγάζει πλαστά διαβατήρια για να την βγάλει από την ΛΔΓ.
Ναι, δεν κατάφερα να ταυτιστώ μαζί του, όχι μόνο γιατί δεν είμαι σαν αυτόν πλούσιος για να συμπάσχω μαζί του, αλλά γιατί αμφιβάλλω αν ένας τέτοιος πλούσιος θα κόλλαγε τόσο πολύ σε μια γυναίκα που δεν του ανταποκρινότανε. Και φυσικά δεν μπορώ να φανταστώ γυναίκα, γυναίκα βέβαια φτωχή, μια απλή νηπιαγωγό, που δεν θα μπορούσε να την αγοράσει.
Αλλά ουδέν κακόν αμειγές καλού. Το ότι είναι πλούσιος και μπορεί να σκορπάει ένα σωρό λεφτά εδώ κι εκεί, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια συναρπαστική ιστορία. Και, για μένα πάντα, το φόντο της ιστορίας τελικά είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ίδια την ιστορία. Και το φόντο αυτό ήταν το αντιεξουσιαστικό κίνημα της δεκαετίας του ’70 στη Γερμανία, με τη RAF, την Ούλρικε Μάινχοφ, τον Αντρέα Μπάαντερ, τον Ρούντι Ντούτσκε κ.λπ. Η Σόφι συμμετέχει σε μια τέτοια οργάνωση, για να καταλήξει «συνταξιούχα» του επαναστατικού αγώνα στην Ανατολική Γερμανία, όπου, μετά από επιμονή της, της δίνεται η θέση φύλακα σε μουσείο.
Έτσι λοιπόν διαψεύστηκα. Νόμιζα ότι θα θαύμαζα το μεγαλείο του έρωτα, αλλά αυτό που θαύμασα ήταν το χιούμορ στην αρχή και η συναρπαστική πλοκή στη συνέχεια.
Δεν ήταν η μόνη μου διάψευση. Η λογοτεχνική ιστορία δημιουργεί αφηγηματικές αναμονές, όπως και αφηγηματικούς τόπους. Ένας αφηγηματικός τόπος είναι αυτός της μεταμφίεσης (Δωδεκάτη νύχτα, Ηλέκτρα, Ιφιγένεια εν Ταύροις κ.λπ.). Είναι αφηγηματικός τόπος, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να δεχθείς ότι η Σόφι στον ταξιτζή Μπόρις δεν αναγνώρισε τον Αλεξάντερ. Η φωνή δεν ξεχνιέται ποτέ.
Αλλά ενώ σε αυτόν τον αφηγηματικό τόπο ακολουθεί η αναγνώριση, εδώ η αναγνώριση δεν συνέβη. Κι πάλι διάψευση λοιπόν. Ή μάλλον, ενώ στην κλασική αναγνώριση οι ήρωες πέφτουν ο ένας στον αγκαλιά του άλλου, εδώ η Σόφι, χωρίς να είμαστε σίγουροι από την αφήγηση ότι τον αναγνώρισε, όταν περνάνε τα σύνορα το σκάει. Δεν θα την ξαναδεί ποτέ, στα δεκαπέντε χρόνια που πέρασαν μέχρι το θάνατό του. Όμως, μετά την ταφή και αφού θα έχουν φύγει αυτοί που την παρακολούθησαν, θα εμφανιστεί πίσω από τις λεύκες όπου ήταν κρυμμένη, συντροφιά με τον Λούκιαν τον φίλο του Αλεξάντερ με τον οποίο φαίνεται ότι είχε επαφή, για να ρίξει «κάτι» μέσα στον τάφο του, που οι νεκροθάφτες δεν είχαν σκεπάσει ακόμη.
Το βιβλίο παίδεψε τον συγγραφέα, όπως μαθαίνουμε στις τελευταίες δύο γραμμές του βιβλίου. Την πρώτη γραφή την έγραψε το 1997, και την 17η και τελευταία το 2005. Ικανοποιήθηκε επί τέλους με αυτή την τελευταία γραφή, ή είδε ότι δεν είχε νόημα να γράφει και να ξαναγράφει; Το βιβλίο, και μόνο από το γεγονός ότι μεταφράστηκε στα ελληνικά, φαίνεται ότι είχε επιτυχία. Αφηγηματικά επίσης είναι πρωτότυπος με το να εναλλάσσει οπτικές και φωνές, από την απομαγνητοφώνηση των συζητήσεων της Σόφι με το φίλο της μέχρι τη μυθιστορηματική εκδοχή του συγγραφέα-αφηγητή, τον οποίο ο Αλεξάντερ έχει προσλάβει για να του αφηγηθεί την ιστορία του και να την μεταπλάσσει μυθιστορηματικά, δηλαδή λογοτεχνικά. Η επινόηση του ελλειπτικού λόγου στη φάση της αφήγησης της ζωής του Αλεξάντερ μετά από το ατύχημα είναι πραγματικά πολύ έξυπνη, και ας είναι λίγο κουραστική.
Αλλά θα ήθελα να τελειώσω την παρουσίαση αυτή με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέα, ένα από τα ελάχιστα δοκιμιακά μέρη που υπάρχουν σ’ αυτό.
«Τίποτα δεν είναι σίγουρο, ο καθένας μπορεί να πεθάνει και να ελπίζει ότι η αξία του θα αναγνωριστεί μετά θάνατον, ότι όλα όσα έζησε θα περιγραφούν σε βάθος. Μήπως αυτό είναι μια μορφή παρηγοριάς, ή ένα παιχνίδι της τελευταίας αυταπάτης; Η σκέψη ότι οριστικά το εδώ και το τώρα δεν μπορείς να το διαχειριστείς, ότι πρέπει να ταξινομηθείς ως πετυχημένος ή αποτυχημένος, ότι παραμένεις έρμαιο του θανάτου, είναι σαν ένα τσίμπημα στην υπερηφάνειά της (της Σόφι)». (σελ. 389).
Εγώ πώς θα ταξινομηθώ άραγε, σαν επιτυχημένος που έγινα σχολικός σύμβουλος ή σαν αποτυχημένος που με ξήλωσαν;
Post a Comment