Book review, movie criticism

Thursday, October 1, 2009

Σώτη Τριανταφύλλου, Κινέζικα κουτιά

Σώτη Τριανταφύλλου, Κινέζικα κουτιά, Πατάκης 2006, σελ. 316

H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Παρακολουθώ την ανοδική πορεία της Σώτης Τριανταφύλλου στον λογοτεχνικό στίβο, έχοντας όμως σταματήσει να παρακολουθώ το έργο της, μετά τα δυο πρώτα της βιβλία, το «Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι» και «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ». Το διδακτορικό, οι κρητικοί συγγραφείς που πήρα εργολαβικά για τα Κρητικά Επίκαιρα, άλλες υποχρεώσεις δεν μου το επέτρεψαν. Έτσι μετά από χρόνια, και αφού έχει εκδώσει αρκετά βιβλία μερικά από τα οποία βρέθηκαν στα top, αποφασίζω να διαβάσω το τελευταίο της βιβλίο, τα «Κινέζικα κουτιά». Και βλέπω μια μεγάλη μετατόπιση από τα δυο πρώτα της βιβλία. Εκεί η πλοκή ήταν περίπου ανύπαρκτη, ενώ κυριαρχούσε το ύφος (υφολογικά σχήματα κ.λπ.). Εδώ έχουμε εντελώς το αντίθετο: Μια συναρπαστική, αστυνομική πλοκή, με ένα σχεδόν διεκπεραιωτικό ύφος, με ελάχιστες μεταφορές. «Τέσσερις εποχές του ντέτεκτιβ Μαλόουν» γράφει ο υπότιτλος.
Πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα; Έτσι φαίνεται. Υπάρχουν μια σειρά πτώματα, και ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ που προσπαθεί να εξιχνιάσει τα εγκλήματα με τη γραμματέα του. Και για να μην καθυστερήσει την πλοκή με περιγραφές φόντου, η Τριανταφύλλου μας παρουσιάζει αυτό το φόντο στον πρόλογο. Νέα Υόρκη, 1989 - 1990. Ένας μαύρος δήμαρχος, εγκληματικότητα στο φουλ, με εφιαλτικά εφέ απαρίθμησης.
Είναι όμως αστυνομικό μυθιστόρημα; Για μένα είναι περίπου μυστήριο, σαν μια ανεξιχνίαστη δολοφονία. Μπορώ όμως να κάνω υποθέσεις.
Αν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, παραβιάζει τις συμβάσεις του είδους, ενώ εγώ, που ως βιβλιοκριτικός σεμνύνομαι ότι είμαι ένας τουλάχιστον οριακά επαρκής αναγνώστης (αν και όχι στα αστυνομικά μυθιστορήματα που δεν τα διαβάζω ποτέ, ούτε επαρκής θεατής γιατί έχω το γιο μου να μου εξηγεί πράγματα που δεν καταλαβαίνω σε αστυνομικά έργα που βλέπουμε μαζί) βρέθηκα με πάρα πολλά αφηγηματικά κενά που δεν μπόρεσα να καλύψω. Έμαθα πολλά για τις μαφίες των εγχρώμων, για τους ρατσιστές και τους νεοναζί, όμως στο τέλος δεν είδα καμιά σύλληψη. Ήταν αυτοί τελικά οι δολοφόνοι; Ποιος σκότωσε τη γραμματέα, ο νεοναζί που την άφησε έγκυο; Ή μήπως αυτοκτόνησε; Μια απόπειρα αυτοκτονίας στα δεκαεφτά της ενίσχυε την υπόθεση, αλλά για τους αστυνομικούς. Ήταν ανάμεσα στους δολοφόνους και ο άντρας της πρώην γυναίκας του Μαλόουν; Τέλειωσα το βιβλίο χωρίς να βρω οριστική απάντηση.
Τελικά μήπως το μυθιστόρημα δεν είναι αστυνομικό; Παίζοντας όμως με τις ειδολογικές αφηγηματικές αναμονές του αναγνώστη διαπράττει περίπου συγγραφικό, αν όχι έγκλημα, πάντως πταίσμα. Και αν δεν είναι αστυνομικό, τι είναι;
Τι άλλο, παρά ρεαλιστικό. Ένα πορτραίτο της σύγχρονης Αμερικής, με την εγκληματικότητα στο ζενίθ, με τις μειονότητες να διώκονται και να διώκουν η μια την άλλη, με μια διεφθαρμένη αστυνομία που λαδώνεται για να κάνει τα στραβά μάτια.
Και όχι μόνο αυτό: «Μοναξιασμένοι» (νεολογισμός που βρήκα σε έργο της Μάρως Βαμβουνάκη) ήρωες, που παλεύουν με τις καταθλίψεις και τις αγωνίες τους. Ο ίδιος ο Μαλόουν (έξυπνο το λογοπαίγνιο: M-alone), διωγμένος αστυνομικός (για την τιμιότητά του) και ντετέκτιβ στα όρια της χρεοκοπίας, μετά την εγκατάλειψη από τη γυναίκα του υποφέρει και από αϋπνίες. Στον πρόλογο η Τριανταφύλλου γράφει ότι «Σύμφωνα με την απογραφή του 1990, στην πόλη της Νέας Υόρκης 350.000 άνθρωποι πάνω από 65 ετών ζούσαν μόνοι και κανείς δεν τους ήθελε» (σελ. 17). Η Σώτη Τριανταφύλλου δεν είναι κοινωνιολόγος για να ψάξει να βρει αν ο αριθμός ή το ποσοστό μειώθηκε στην απογραφή του 2000. Υποθέτουμε ότι την αύξηση τη θεωρεί δεδομένη. Αυτό που δεν λέει η απογραφή (ή δεν έχει φροντίσει να βρει η Τριανταφύλλου) είναι πόσοι άνθρωποι κάτω από τα 65 ζουν μόνοι. Ίσως γιατί για αυτούς το να ζουν μόνοι δεν είναι τόσο δραματικό όσο για τους ηλικιωμένους. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι δυο κεντρικοί ήρωες του έργου.
Μια ακατανίκητη ορμή σπρώχνει τον ήρωα να πάει στο σπίτι της πρώην γυναίκας του που ζει με τον νυν άντρα της, να τη στήσει απέξω σαν νεαρός ερωτευμένος και να τη δει. Αυτή θα τον αντιληφθεί, χωρίς να είναι όμως σίγουρη, και θα του γράψει ένα γράμμα που θα του λέει ότι δεν είναι ικανοποιημένη με τη ζωή που περνάει με τον άντρα της και ότι νοσταλγεί τις στιγμές που πέρασαν μαζί. Σε μια ταινία θα βλέπαμε την επανένωση. Η Τριανταφύλλου δεν το κάνει, αλλά δεν αντέχει και να τον αφήσει μόνο, μετά το θάνατο της γραμματέως του. Τον ζευγαρώνει στο τέλος του βιβλίου με ένα παλιό του φλερτ. Μπορεί να μη βλέπουμε τη σύλληψη των δολοφόνων, αλλά δεν πρέπει να έχουμε παράπονο, το βιβλίο έχει happy end.
Η Τριανταφύλλου ξέρει πολλά για τους κινέζους. Για το κινέζικο ωροσκόπιο, για τα βότανά τους, για το φενγκ σουί (που σημαίνει άνεμος - νερό, ας το γράψουμε για αυτούς που δεν το ξέρουν). Ακόμη για την China Town (μια μικρούλα αναφορά στο ομώνυμο έργο του Πολάνσκι δεν θα έβλαπτε), και φυσικά για τα κινέζικα κουτιά, που δεν κατάλαβα τη μεταφορική χρήση που τους κάνει.
Για τον δεύτερο υπότιτλο, με τους κινέζικους χαρακτήρες, έχουμε κάποιες αντιρρήσεις. Οι δυο πρώτοι, zhong wen, σημαίνουν κινέζικα, όπως λέμε αγγλικά, γαλλικά κλπ. Το τρίτο ιδεόγραμμα δεν το βρήκα στο λεξικό μου. Να είναι γιαπωνέζικο; Όσο για το κουτί, λέγεται xiang και γράφεται αλλιώς. Καλού κακού όμως θα επισκεφθώ κανένα κινέζικο μαγαζί να ρωτήσω. Δεν θα χρειαστεί να ψάξω πολύ. Φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια.
Πάντως οι εποχές είναι σωστά γραμμένες, όπως και η πρωτοχρονιά (σελ. 244). Φυσικά αυτά δεν χρεώνονται στην Τριανταφύλλου, σίγουρα είναι εκδοτικές αστοχίες, όπως και το «Βαλπαραίσο» είναι λάθος της επιμέλειας. Αυτό το ΐ ακόμη δεν έχω βρει που διάβολο βρίσκεται στο πληκτρολόγιο, και έτσι κάνω copy and paste από ένα αρχείο όπου το έχω σώσει. Την ίδια στιγμή, γιατί μετά μπορεί να ξεχάσω. Μπορεί και η Τριανταφύλλου να ξέχασε, και να ξέφυγε του επιμελητή. Βαλπαραΐσο λοιπόν. (Κοίτα να δεις, ψάχνοντας σε ποια σελίδα το είχα τσεκάρει το βρήκα και σε μιαν άλλη, εκτός από την123 και στην 159. Κι ύστερα σου λένε ψύλλους στα άχυρα).
Όμως μήπως κάνω εγώ λάθος; Αν το λένε έτσι οι Αμερικάνοι, κάνουν αυτοί λάθος, γιατί στα ισπανικά είναι Βαλπαραΐσο. Νομίζω δηλαδή να το λένε έτσι, και όχι Βαλπαράισο. Αλλά τι διάβολο το έχουμε το google. Έχω δίκιο, Βαλπαραΐσο είναι.
Στην Τριανταφύλλου όμως θα χρεωθεί το όνομα Κι Γιανγκ. Ο ήχος Κι δεν υπάρχει στα κινέζικα. Προφανώς το όνομα είναι Qi στη μεταγραφή σε pin-yin, όπου όμως το Q προφέρεται Τς. Από τέτοια λάθη βρίθουν οι μεταφράσεις κινέζικων κειμένων.
Έξυπνη η επινόηση με τους κινέζικους χαρακτήρες, και ας είναι κάποιοι λάθος, ποιος θα το πάρει χαμπάρι εκτός από εμάς τους λίγους κινεζομαθείς; Επίσης έξυπνη η επινόηση με τις εικόνες που υπάρχουν σε κάποιες σελίδες, που θυμίζουν εκδοτικές συνήθειες άλλων εποχών, και έξυπνη η επινόηση, αυτή πρέπει να είναι της Τριανταφύλλου, να αλλάζει τη γραμματοσειρά σε καίριες λέξεις ή φράσεις, και προ παντός στο γράμμα της γυναίκας το Μαλόουν (σελ. 279-283) σε γραμματοσειρά που θυμίζει χειρόγραφο.
Το παρακάτω δεν είναι λάθος, αλλά και πάλι, κατά κάποιο τρόπο, είναι. Στην εισαγωγή γράφει «Η θερμοκρασία έπεσε στους -20 βαθμούς Φαρενάιτ» (σελ. 13). Στο δωμάτιό μου επίσης η θερμοκρασία είναι χαμηλή, είμαι στο κρεβάτι, κάτω από το πάπλωμα και με το βιβλίο στο χέρι, πού να ψάχνω τώρα στο google την αντιστοιχία με τους βαθμούς Κελσίου. Βιάζομαι να τελειώσω αυτή τη βιβλιοκριτική και να πάω κολυμβητήριο, όμως για χάρη σου αγαπητέ αναγνώστη θα το ψάξω.
Κοίτα να δεις τι βρήκα! Νόμιζα ότι ήταν υψηλότερη, τελικά ήταν χαμηλότερη. -28 και μπόλικα οκτάρια, με ένα 9 στο τέλος. Βάλτε την ιστοσελίδα στα αγαπημένα, μπορεί να σας χρειαστεί, την ιστοσελίδα που μετατρέπει τους βαθμούς Κελσίου σε Φαρενάιτ και αντίστροφα. Εγώ την έβαλα ήδη. http://www.e-paideia.net/Conversions/measures.asp?main_category=temp
Να σημειώσουμε ακόμη ότι το λογοπαίγνιο με ελληνικές λέξεις σε μια ιστορία που συμβαίνει στη Νέα Υόρκη, όπου οι άνθρωποι μιλάνε αγγλικά, με ξένισε λίγο, όπως για παράδειγμα «το ούφο φορούσε σκούφο;» (σελ. 273) «...παρωδούσε... αλλάζοντας τα λόγια: το ‘είμαστε αραπάδες' γινόταν ‘είμαστε κουράδες', το ‘εκείνονε τον κόπανο' ‘εκείνο το μουνόπανο', ‘θα τα κάνω λίμπα' ‘πάρε μου μια πίπα' και ούτω καθεξής» (σελ. 235). Πάντως εκείνο το βουδιστής με γυμνιστής που πήγα να το παραθέσω, την τελευταία στιγμή διαπίστωσα ότι και στα αγγλικά γίνεται λογοπαίγνιο: Buddhist nudist (έχασα τη σελίδα, δεν πειράζει, μάλλον την ξετσεκάρισα, πού να ψάχνω πάλι. Τελικά το βρήκα, σελ. 309).
Είναι πρωτότυπο το απόφθεγμα ή δάνειο; Είναι το αγαπημένο μου, το επινόησα εγώ, εδώ και πολλά χρόνια, ελπίζω να το έχω γράψει κάπου πριν από την Τριανταφύλλου, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται: Το χρήμα είναι χρόνος (σελ. 126). Αν είχα χρήμα, θα βάραγα μια παραίτηση ώστε να έχω χρόνο να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία της Τριανταφύλλου.
Όμως το παρακάτω με ξένισε. Δεν πιστεύω να έχουν οι Αμερικάνοι τόση γνώση της ελληνικής κουλτούρας (έστω και της κλασικής μας). «Κουρέας: Πώς σε κείρω; Πελάτης: σιωπών». Και στην ελληνοαμερικάνικη εκδοχή της Τριανταφύλλου: «-Πώς να σ' τα κόψω; Ρώτησε εξίσου ανόρεχτα ο κουρέας. -Χωρίς να μιλάς, απάντησε εκείνος...» (σελ. 100).
Έχω τσεκάρει κάτι ωραία κινέζικα αποφθέγματα, αλλά να μην τα παραθέσω, διαβάστε το βιβλίο. Θα παραθέσω μόνο κάτι δικό της:
«Όλες οι γυναίκες ψάχνουν εκατομμυριούχους. Πολλές γυναίκες, λίγοι εκατομμυριούχοι. Γυναίκες ίσον χρυσοθήρες. Ίσον κυνηγοί κεφαλών» (σελ. 69).
Και για να διαφημίσουμε λίγο το blog μας, http://hdermi.blogspot.com/ διαβάστε κάτι άλλα φαλλοκρατικά, που μου τα έστειλε επίσης γυναίκα, η Έρη Ρίτσου, που να 'ναι καλά, την ευχαριστώ και απ' αυτή την βιβλιοκριτική, μου φτιάχνει το κέφι με τα ωραία που μου στέλνει. Έχει τίτλο «Ακριβέστατο», στην κατηγορία «Έρη Ρίτσου».
Όμως ώρα να τελειώνουμε, θα κλείσει το κολυμβητήριο. Το βιβλίο θα ήταν κατά τη γνώμη μου τέλειο αν στο τέλος πιάνανε τους δολοφόνους (ή τους πιάσανε και δεν το κατάλαβα;). Αλλά και έτσι καλό είναι.


Μπάμπης Δερμιτζάκης
για το Λέξημα
Post a Comment