Book review, movie criticism

Wednesday, October 21, 2009

Manuel Gonzalez de Avila, Έλενα Κουτριάνου, Θόδωρος Μωϋσιάδης

Manuel Gonzalez de Avila, Έλενα Κουτριάνου, Θόδωρος Μωϋσιάδης
Κριτική σημειωτική και κριτική της Κουλτούρας, Η Συγκριτική Γραμματολογία στην Ελλάδα και Εισαγωγή στη Νεοελληνική Ετυμολογία
Τρία δοκιμιακά βιβλία για την Σημειωτική, την Συγκριτική Γραμματολογία και την Ετυμολογία.
Manuel Gonzalez de Avila, Κριτική σημειωτική και κριτική της Κουλτούρας, Έλενα Κουτριάνου (επιμ), Η Συγκριτική Γραμματολογία στην Ελλάδα, Θόδωρος Μωϋσιάδης, Ετυμολογία.

Οι παρακάτω τρεις βιβλιοπαρουσιάσεις δημοσιεύτηκαν στο Λέξημα

Και μια και μπήκε επί τέλους η κατηγορία «Λοιπές κατηγορίες» στο Λέξημα, να σας παρουσιάσουμε τρία δοκιμιακά βιβλία που βρίσκονταν για καιρό στο «Ράφι των τύψεων», κατά την προσφυή έκφραση της «Εαρινής Συμφωνίας», με επέκταση της σημασίας από τα βιβλία που έχουμε στο ράφι και δεν διαβάσαμε στα βιβλία που έχουμε στο ράφι και δεν παρουσιάσαμε. Και μια και αργήσαμε θα τα παρουσιάσουμε όλα μαζί.
Και ξεκινάμε με τη μελέτη του Ισπανού Manuel Gonzalez de Avila, Κριτική σημειωτική και κριτική της κουλτούρας, σε μετάφραση Βασίλη Αλεξίου (Παπαζήσης 2006, σελ. 485).
Η σημειωτική δεν είναι πια της μόδας όπως ήταν πριν τρεις δεκαετίες. Ένας από τους πατέρες της, ο Umberto Eco, μετά το εξαίρετο βιβλίο του «Σημειωτική» το έριξε στο μυθιστόρημα. Έχασε η σημειωτική, κέρδισε η λογοτεχνία (και ο κινηματογράφος. Το «Όνομα του ρόδου» υπήρξε μια εξαίρετη ταινία). Όμως ο Manuel Gonzalez de Avila με αυτό το βιβλίο του την φέρνει ξανά στο προσκήνιο αναδεικνύοντας την κριτική της διάσταση, ως μια κριτική της κουλτούρας. Οι τίτλοι των υποκεφαλαίων είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικοί ως προς τους προσανατολισμούς του. Σας δίνουμε μερικούς απ' αυτούς: «Η διπλή θεωρητική υπόσταση της σημασίας: ρεαλισμός και νομιναλισμός», «Οι επιλογές της απομονωτικής Σημειωτικής», «Ο θάνατος του κώδικα και η σημειωτική λειτουργική ετερογένεια», «Η οριστική πτώση της απομονωτικής σημειωτικής», «Ανθρωπολογία, βιολογία, φαινομενολογία και γνωσιακές επιστήμες στην απομονωτική σημειωτική», «Η κοινωνική επικοινωνία ως σημειωτική επιβολή» κ.λπ.
Ο μεταφραστής Βασίλης Αλεξίου, λέκτορας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προλογίζει το έργο με ένα εκτεταμένο (50 σελίδες) και ιδιαίτερα κατατοπιστικό κείμενο. Διατυπώνει με σαφήνεια τους κινδύνους που διέρχεται η σημειολογία σήμερα. «Ο πρώτος κίνδυνος είναι να κλειστεί η Σημειωτική σε μιαν ανέξοδη, άνευρη, εσωτεριστική αυτοαναφορικότητα (πράγμα που έχει συμβεί πολλές φορές στο σύντομο παρελθόν της αγγίζοντας, σε κάποιες ακραίες στιγμές, τα όρια ενός ‘επιστημολογικού αυτισμού', όπως τον χαρακτηρίζει σε κάποιο σημείο το παρόν βιβλίο), αρκούμενη σε μια απλή βοτανολογία ή κηπουρική του λόγου και ασχολούμενη με τη δημιουργία αναλυτικών εργαλείων κάθε φορά περισσότερο σύνθετων και λιγότερο εξηγητικών, στην κατεύθυνση απλά και μόνο της ίδιας της διατήρησης και αναπαραγωγής της ως ακαδημαϊκής «πειθαρχίας». (Εδώ ο Αλεξίου κάνει λογοπαίγνιο με το discipline). Το δεύτερο, με το να μεταμορφωθεί κάτω από την πίεση των κυρίαρχων κοινωνικών προταγμάτων σε μια τεχνοκρατική γνώση για να «βελτιστοποιήσει»… τη διαχείριση των συμβολικών ανταλλαγών» (σελ. 18-19).
Ο Αλεξίου, ένας militant της ριζοσπαστικής Αριστεράς, πιστεύει ότι η σημειωτική μπορεί να ξεφύγει από αυτούς τους κινδύνους και να αρθρώσει ένα απελευθερωτικό λόγο. Η επαναστατικοποίηση των σημείων μπορεί να γίνει όχι μόνο «στη μοναξιά της επιστημονικής έρευνας και μελέτης και στην αγωνιώδη καλλιτεχνική πάλη για την ευ-μορφία… αλλά και… στους δρόμους, στα πεζοδρόμια και στην πλήθουσα μπαχτινική αγορά… Και… ακόμη πιο πέρα, από τη μακρινή ζούγκλα της Τσιάπας, όπου άνθρωποι με στερημένα πρόσωπα (που τους έχουν δηλαδή στερήσει τη δυνατότητα του προσώπου και το πρόσωπο της δυνατότητας) παλεύουν να ξανακάνουν και πάλι αξιοπρεπή τη λέξη dignidad (αξιοπρέπεια), μέχρι τον πυρήνα της Misere du Monde, όπως αυτή κρύβεται ντροπιασμένη ή περίφοβη στη ρημαγμένη σιωπή των ανέργων και στον ερείπιο λόγο των μεταναστών, και μέχρι ακόμη όλες εκείνες τις κοντινές ή μακρινές ματωμένες γειτονιές του κόσμου όπου η νέα μεγάλη αταξία προσπαθεί να επιβάλει, φτύνοντας βόμβες, ψεύτικες λέξεις και πλαστικά προσομοιώματα ψευδοκαθολικών ιδεών, τις δικές της βάρβαρες απαξίες γεννώντας (πώς αλλιώς) αντιαπαξίες που μπορούν, υπό όρους, να λειτουργήσουν ως φύτρες καθολικών ή καθολικοποιήσιμων αξιών» (σελ. 45-46).
Τόσο ο Gonzalez de Avila, όσο και ο Αλεξίου με τον πρόλογό του, μας πείθουν ότι η σημειωτική δεν έχει πεθάνει και ότι μπορεί να αρθρώσει ένα επαναστατικό λόγο, ξεφεύγοντας από την αποτελμάτωση μιας ακαδημαϊκής discipline.

Το δεύτερο βιβλίο που σας παρουσιάζουμε είναι Η συγκριτική γραμματολογία στην Ελλάδα. Σύγχρονες τάσεις (επιμέλεια Ελένα Κουτριάνου, Εκδόσεις Μεσόγειος 2005, σελ. 400).
Δεν είναι μόνο η Σημειωτική που περνάει κρίση ως επιστημονικός κλάδος, αλλά και η Συγκριτική Γραμματολογία, που κάποιοι πιστεύουν ότι έχει υποσκελισθεί από τις Πολιτισμικές Σπουδές, όπως αναφέρει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια του τόμου. Οι θιασώτες των Πολιτισμικών Σπουδών υποστηρίζουν ότι η Συγκριτική Γραμματολογία πρέπει να ενσωματωθεί σ' αυτές ως επί μέρους κλάδος των. Οι Συγκριτολόγοι αντιστέκονται. «Ο Steven Totosy de Zepetnek… επαναλαμβάνει… πως η ενσωμάτωση κλάδων όπως η συγκριτική γραμματολογία στις πολιτισμικές σπουδές δεν είναι απαραίτητα μια εξέλιξη που θα απέβαινε προς όφελος είτε της συγκριτικής γραμματολογίας είτε της λογοτεχνίας. Κι αυτό γιατί οι πολιτισμικές σπουδές αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως μία μόνο από πολλές πολιτισμικές δραστηριότητες και ως πολιτισμική παραγωγή, ενώ η συγκριτική γραμματολογία διατηρεί την εστίαση στην ίδια τη λογοτεχνία», γράφει η επιμελήτρια στην εισαγωγή της προσυπογράφοντας (σελ. 38).
Όλα τα κείμενα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ορισμένα έχουν μια γενικότερη θεματική, όπως π.χ. το κείμενο του Βίκτωρα Ιβάνοβιτς «Θέσεις για μια συγκριτολογία των Βαλκανίων», ενώ άλλα είναι εστιασμένα σε πιο ειδικά θέματα, όπως «Η κοινωνική διάσταση του Liebestod στον Σοφοκλή και στον Kleist» της Χριστίνας Ντόκου και «Στη χώρα της υπερκειμενικότητας: ‘Στη χώρα Ίψεν' του Ιάκωβου Καμπανέλλη και οι ιψενικοί ‘Βρικόλακες'» του Δημήτρη Τσατσούλη.
Τον θεωρητικό της λογοτεχίας θα ενδιαφέρουν οπωσδήποτε τα κείμενα του Β. Μπέννινγκ για την αποδόμηση και της Ελένας Κουτριάνου για την διακειμενικότητα, ενώ τον θεατρολόγο θα ενδιαφέρουν τα κείμενα της Χριστίνας Ντόκου, του Δημήτρη Τσατσούλη και του Βάλτερ Πούχνερ. Όσο για μας, έχοντας ένα ενδιαφέρον για τις ανατολικές σπουδές, μας άρεσε ιδιαίτερα το κείμενο της Ευτέρπης Μήτση με τίτλο «Από την Ακρόπολη στο χαμάμ: Φύλο και εξουσία στο Ελληνικό ταξίδι», όπου σχολιάζει πως περιγράφουν δυο περιηγήτριες, η Mary Wartley Montagu και η Elizabeth Craven, τα χαμάμ της Αθήνας την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας. «Αν και η Craven δείχνει την ίδια προσοχή στη λεπτομέρεια, όπως η προκάτοχός της, η περιγραφή της από τα οθωμανικά λουτρά της Αθήνας αποφεύγει τον αισθητισμό και τις κλασικές αντιστοιχίες της Montagu, και αντίθετα χαρακτηρίζεται από έναν σοβαρό τόνο, που θυμίζει την αστική ηθικολογία των μεταγενέστερων βικτωριανών περιηγητριών» (σελ. 329-330). «(για την Craven)… το θέαμα των γυμνών γυναικών προκαλεί απέχθεια, αντί για την αισθητική ευχαρίστηση που είχε προκαλέσει στη Montagu εβδομήντα χρόνια νωρίτερα» (σελ. 331). Στο ταξιδιωτικό της η Craven γράφει: «νομίζω… ότι δεν έχω ποτέ ξαναδεί ούτε τόσο πολλές χοντρές γυναίκες μαζί, ούτε τόσο χοντρές όσο ήταν αυτές» (σελ. 331).
Η συγκριτική γραμματολογία ποτέ δεν πεθαίνει, και ο τόμος αυτός με τα τόσο ενδιαφέροντα κείμενα είναι μια απόδειξη.

Κλείνουμε με το βιβλίο του εξαίρετου γλωσσολόγου Θεόδωρου Μωυσιάδη Εισαγωγή στη Νεοελληνική Ετυμολογία (Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 292).
Η ετυμολογία είναι ένας τομέας της γλωσσολογίας που ενδιαφέρει το ευρύ κοινό. Μάλιστα στη «Ραδιοτηλεόραση» υπήρχε παλιά μια σελίδα με ετυμολογίες λέξεων. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό του Μωυσιάδη δεν απευθύνεται μόνο στον ειδικό επιστήμονα-γλωσσολόγο, αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό.
Τη σημασία που είχε η ετυμολογία στην αρχαιότητα επισημαίνεται από τον συγγραφέα ήδη στο πρώτο κεφάλαιο: «…τόσο οι αρχαίοι Έλληνες όσο και οι ρωμαίοι θεωρούσαν την ανάλυση των λέξεων ιδιαίτερα αποκαλυπτική για το ποιόν των σημαινομένων (Πλάτων) ή ακόμη θεμελιώδες τμήμα της κειμενικής μελέτης (Αλεξανδρινοί). Επιπλέον, οι στωικοί φιλόσοφοι… προσκολλήθηκαν στενά στη σημασιολογική σχέση των λέξεων, επιχειρώντας να ανεύρουν τους ελλείποντες κρίκους (‘τα πάθη της λέξεως') που μεσολαβούν από το ‘πρωτότυπον' ως το ‘παράγωγον'» (σελ. 30).
Και ενώ η ετυμολογία ενδιέφερε τόσο τους αρχαίους, σήμερα η μελέτη της φαίνεται περιθωριοποιημένη, παρά το, όπως επισημάναμε, ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού. Ο Μωυσιάδης επισημαίνει τους λόγους αυτής της περιθωριοποίησης αμέσως μετά. Στη συνέχεια, αφού μιλήσει για τη Στατική Ετυμολογία και τη Διαχρονική Ετυμολογία, μιλάει για τους γλωσσολόγους που συνέβαλαν στην ανάπτυξή της (P. Kretschmer, V. Pisani, O. Szemerenyi, Eugenio Coseriu κ.ά.), με τις δυο κύριες τάσεις, τη σημασιοκεντρική ετυμολογία και τη μετασχηματιστική ετυμολογία. Σ' αυτή τη δεύτερη παραθέτει ένα παράδειγμα μετασχηματισμού του μέσου ολλανδικού houden («κρατώ») και goud («χρυσός») στην Ολλανδική, Γερμανική, Αγγλική και Γοτθική.
Δεν είμαι γλωσσολόγος, αλλά μια και μου δίνεται η ευκαιρία ας κάνω κι εγώ μια ετυμολογική μου παρατήρηση: το αγγλικό milk, που στα γερμανικά είναι Milch και στα Ρώσικα «Μαλακό». Ακόμη: Στην Κρήτη την έγκυο την έλεγαν παλιά «Βαρεμένη». Ίσως από το «βαρυμένη», καθώς η έγκυος βαραίνει με το βάρος του εμβρύου. Στα Ρώσικα λέγεται «μπερέμιεναγια». Θωδορή, τα λέω καλά ή κάνω «παρετυμολογία», θέμα που συζητάς στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σου;
Ένα ενδιαφέρον γλωσσολογικό θέμα είναι ποιες λέξεις ελληνικές υπάρχουν σε άλλες γλώσσες, και όχι μόνο στην Αγγλική, που την αφθονία τους σ' αυτήν μας κατέδειξε ο Ζολώτας. Μιλώντας με τον άντρα της Ρωσίδας δασκάλας μου, μου είπε ότι η πεθερά του στο χωριό μας βρίσκεται «β εγιό στοιχείο».
«Άκουσα καλά;», λέω. Και όμως αυτό ήταν, το βρήκα και στο Ρωσοελληνικό λεξικό. Η πεθερά του, με τους χωριάτες χωριανούς μου, βρισκόταν «στο στοιχείο της».
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στον Μωυσιάδη.
Ασφαλώς το πιο ενδιαφέρον μέρος του έργου είναι το 3ο, που έχει τον τίτλο «Θεμελιώδεις αρχές της ετυμολογικής έρευνας». Ενώ οι αρχές ενδιαφέρουν τον ειδικό επιστήμονα, οι εφαρμογές που κάνει ο Μωυσιάδης έχουν ενδιαφέρον και για τον απλό αναγνώστη, καθώς ετυμολογούνται πλήθος λέξεων, όπως «καλλικάντζαρος», «καρβέλι», «μανάρι», «σταυρός» κ.λπ.
Η «Ετυμολογία» του Θεόδωρου Μωυσιάδη είναι ένα πραγματικά θαυμάσιο βιβλίο. Ο ειδικός θα το βρει χρήσιμο, ο απλός αναγνώστης, όπως κι εγώ, απολαυστικό.
Post a Comment