Book review, movie criticism

Monday, January 4, 2010

Κωμωδία-τραγωδία και ιλαροτραγωδία, κεκλεισμένων των θυρών

Κωμωδία-τραγωδία και ιλαροτραγωδία, κεκλεισμένων των θυρών,Θεατρογραφίες,τ. 4-5, Χειμώνας - Άνοιξη 1999, σελ. 21-24.

Ο πρώτος που έχει επισημάνει τη σχέση του μονόπρακτου του Νίκου Καζαντζάκη «Κωμωδία - Τραγωδία μονόπρακτη» με το χαρακτηριζόμενο ως ιλαροτραγωδία δίπρακτο έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ και με το «Κεκλεισμένο των θυρών» του Ζαν Πωλ Σαρτρ είναι ο ελληνιστής Καρλ Κερένυι στον πρόλογο του έργου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Προπύλαια» στη Ζυρίχη το 1969.1 Στην προσπάθεια όμως να δειχθεί ο προδρομικός χαρακτήρας του, η σχέση αυτή έχει υπέρ το δέον τονισθεί. Και αυτό, ίσως, από μια επιθυμία να προβληθεί ένας «μοντέρνος» Καζαντζάκης, ο οποίος είτε προηγείται είτε συγχρονίζεται2 με κάποια από τα ρεύματα του καιρού του, παρά το ότι στον κύριο όγκο της ποιητικής και δραματουργικής του παραγωγής εμφανίζεται ιδιαίτερα προσκολλημένος σε παραδοσιακές φόρμες (έμμετρος λόγος) και θεματικές (ιστορικό δράμα).
Αυτό που συνδέει το έργο του Καζαντζάκη με το έργο του Σαρτρ δεν είναι παρά ο χώρος δράσης, ένα κλειστό δωμάτιο, και το ότι τα πρόσωπα, και στις δυο περιπτώσεις, είναι νεκροί. Με το έργο του Μπέκετ έχει κοινό το θέμα της αναμονής. Κατά τα άλλα οι διαφορές του με τα έργα αυτά είναι σημαντικές, και οφείλονται στη διαφορετική προβληματική των δραματουργών τους.
To κλειστό δωμάτιο ως χώρος δράσης στο έργο του Σαρτρ είναι η Κόλαση.
Η κόλαση στον Σαρτρ είναι η αναγκαστική συμβίωση με τους άλλους. «Η κόλαση είναι οι άλλοι», λέγει ο Γκαρσέν στο τέλος του έργου,3 σε μια φράση που περικλείει επιγραμματικά τη θεματική του έργου. Όχι όμως επειδή δεν μας αφήνουν στην ησυχία μας, όπως υπονοεί μια επιφανειακή ανάγνωση του έργου. Η κόλαση είναι οι άλλοι επειδή μας καθρεφτίζουν με το βλέμμα τους. Παρά την απουσία καθρεφτών στο δωμάτιο, υπάρχει ο καθρέφτης στο πρόσωπο του Άλλου. Ο άλλος με το βλέμμα του μας παγώνει σε μια en soi ύπαρξη, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με την ωραιοποιημένη εικόνα που μπορεί να σχηματίζουμε εμείς για τον εαυτό μας στηριζόμενοι σε διάφορες εκλογικεύσεις. Το βλέμμα του άλλου θρυμματίζει τις εκλογικεύσεις μας. Η Γκαρσέν δεν είναι ο ειρηνιστής που δεν θέλει να εμπλακεί στον πόλεμο, αλλά ο λιποτάκτης που συλλαμβάνεται και εκτελείται. Η Ινές είναι αδυσώπητη:
«...Ονειρευόσουνα τριάντα χρόνια πως ήσουνα γενναίος... Μονάχα οι πράξεις μας αποδεικνύουν αυτό που θελήσαμε... Δεν είσαι τίποτε άλλο από τη ζωή σου την ίδια...4...Ο Γκαρσέν, ο δειλός, αγκαλιάζει την παιδοκτόνο... Δειλέ.. δειλέ... δειλέ....»5
Το κλειστό δωμάτιο στο έργο του Καζαντζάκη αντίθετα είναι απλά ένας προθάλαμος, που οδηγεί είτε στην εκμηδένιση είτε στη σωτηρία. Αυτοί που βρίσκονται σ’ αυτόν, πρόσφατοι νεκροί, απλά αναμένουν, άγρυπνοι, τον Νυμφίο να τους σώσει. Ενώ η θεματική στο έργο του Σαρτρ είναι «Η κόλαση είναι οι άλλοι», η (σελ. 21) θεματική στο έργο του Καζαντζάκη είναι η τελευταία φράση της «Ασκητικής»: «Και το ένα τούτο δεν υπάρχει».
Ο μηδενισμός του Καζαντζάκη εμφανίζεται εδώ απροκάλυπτα. Οι δυο γέροι δεν μπόρεσαν να βρουν το μυστικό της ύπαρξης, ο ένας στα βιβλία και ο άλλος στη ζωή. Μόνο ο «άφρων»6 φαίνεται να είναι σίγουρος ότι άδικα περιμένουν τον Νυμφίο: «Τώρα θα χτυπήσουν μεσάνυχτα και κανένας δεν θάρθει! Γιατί κανένας δεν υπάρχει!».7 Το έργο τελειώνει με την τελική συνειδητοποίηση της καλόγριας και του ασκητή:
«Καλόγρια: (Σηκώνει τα μάτια και κυτάζει τον ασκητή κι έπειτα σκύφτει και με μιαν απέραντη απογοήτεψη και θλίψη λέει:) Αχ! Πατέρα μου! Δεν θάρθει!
Ασκητής! (Ποιος ήθελες νάρθει αδελφή μου; χαχαχά!
(Σταυρώνουν τα χέρια τους και δεν σαλεύουν πια).»8
Έχει υπάρξει αρκετή φιλολογία για την δήθεν πίστη του Καζαντζάκη στην ύπαρξη του Θεού. Αυτό οφείλεται κατά τη γνώμη μας σε μια παρεξήγηση. Ο Θεός ως έννοια επανέρχεται ξανά και ξανά στα έργα του Καζαντζάκη. Όπως γράφει ο Κερένυι, ο Καζαντζάκης στο έργο του «αναφέρει τον ‘Θεό’ συχνότερα από οποιοδήποτε άλλο έργο εκείνης της εποχής - εκτός από τα συγγράμματα των θεολόγων».9 Μόνο που είναι στερημένος από το παραδοσιακό μεταφυσικό του περιεχόμενο και τίθεται ως σύμβολο, ως στοιχείο υπέρβασης από τον άνθρωπο της καθημερινής τετριμμένης του ύπαρξης. Η παρεξήγηση αυτή τροφοδοτείται σίγουρα και από την απροθυμία του αναγνωστικού κοινού να παραδεχθεί ότι ο καταξιωμένος και αγαπημένος συγγραφέας είναι άθεος.10
Αν και το μεταφυσικό κενό αφήνει άλλους μεγάλους διανοητές αδιάφορους, τον Καζαντζάκη τον κατατρύχει. Ενώ για τον Μαρξ και τους μαρξιστές ο Θεός απλά είναι ανύπαρκτος, για τους άθεους υπαρξιστές και για τον Καζαντζάκη είναι απών, δηλαδή το σύστημα των ιδεών τους είναι σφιχτά δεμένο με την απουσία του. Αφού δεν υπάρχει θεός που να μας έχει δημιουργήσει, δίνοντας έτσι νόημα στην ύπαρξή μας, το νόημα αυτό πρέπει να το κατακτήσουμε εμείς με τις πράξεις μας, λέγει ο Σαρτρ στο «Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός». Και αυτό γιατί η ουσία της ύπαρξής μας έπεται αντί να προηγείται.11 Όσο για τον Χαϊντέγκερ, αυτός ξεκινάει το έργο του «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» με το ερώτημα: Γιατί να υπάρχουν τα όντα και όχι το τίποτα;», αμφισβητώντας τη βιβλική απάντηση του θεού - δημιουργού.12
Η απουσία του θεού οδηγεί τον Καζαντζάκη στην απόγνωση ενός μηδενισμού τον οποίο προσπαθεί να εξορκίσει με μια βεβιασμένη εξύμνηση της ανθρώπινης προσπάθειας, του αγώνα. Σημασία δεν έχει ο στόχος, μια και στην απαισιόδοξη οπτική της ανυπαρξίας του θεού όλοι οι στόχοι μηδενίζονται, αλλά ο αγώνας για την κατάκτησή του, όπως σημασία δεν έχει η «Ιθάκη» αλλά το ταξίδι στο ομώνυμο ποίημα του Καβάφη. Η δεύτερη συμβουλή του γέροντα «Φτάσε όπου δεν μπορείς», η τρίτη από τις προσευχές, «Θεέ μου, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω», η εικόνα της συνεχώς μετακινούμενης κορυφής αποτελούν τρία από τα κύρια στοιχεία της καζαντζακικής μυθολογίας του αγώνα.
Έτσι λοιπόν, ενώ στο έργο αυτό ο Καζαντζάκης εκδραματίζει την αγωνιώδη ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει σε ένα Νυμφίο - Σωτήρα - Θεό που δεν υπάρχει, ο Σαρτρ εκδραματίζει την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο κριτικό βλέμμα του Άλλου. Ο καζαντζακικός άνθρωπος βιώνει την αγωνία ενός νοήματος της ύπαρξης και μιας υπερβατικής σωτηρίας, ο σαρτρικός άνθρωπος βιώνει τον καθημερινό εξευτελισμό του στα μάτια των συνανθρώπων του, στο πάγωμα της pour soi ύπαρξής του με όλες τις εγγενείς της δυνατότητες σε ένα en soi.
Στον Μπέκετ, παρόλο που ο χώρος στο έργο του είναι εξωτερικός (εξοχικός δρόμος με δένδρο), σε αντίθεση με τον χώρο στο έργο του Καζαντζάκη, το κλειστό δωμάτιο, οι (σελ. 22) δυο ήρωές του έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό με τους ήρωες του Καζαντζάκη: περιμένουν. Αυτοί τον Godot, εκείνοι τον Νυμφίο.
Ποιος είναι ο Γκοντό;
Υπάρχει μια μεγάλη φιλολογία πάνω σ’ αυτό. Θα μπορούσε να είναι ο θεός (God-ot), ο θάνατος, ή το νόημα της ζωής.13 Σημασία έχει ότι, όποιος κι αν είναι αυτός, η κύρια ιδιότητά του είναι, όπως δείχνει το παρακάτω απόσπασμα, αυτή του Σωτήρα.
«Βλαδίμηρος: Θα κρεμαστούμε αύριο. (Παύση.) Εκτός κι έρθει ο Γκοντό.
Εστραγκόν: Κι αν έρθει;
Βλαδίμηρος: Σωθήκαμε.»14
Εξάλλου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, σημασία δεν έχει ο Γκοντό, αλλά το «περιμένοντας».15
Και ενώ ως προς την ιδιότητα του αναμενόμενου προσώπου υπάρχει ομοιότητα στα δύο έργα, υπάρχει μεγάλη διαφορά ως προς την αναμονή. Τα πρόσωπα στο έργο του Καζαντζάκη περιμένουν εναγώνια την δωδεκάτη ώρα, κατά την οποία υποτίθεται ότι θα έλθει να τους σώσει. Στο έργο του Μπέκετ δεν υπάρχει καμιά τέτοια εναγώνια προσμονή, ούτε καθορισμένη ώρα της άφιξής του. Μπορεί να έλθει απόψε, μπορεί να έλθει και αύριο.
Η κυρίαρχη θεματική στο έργο του Μπέκετ είναι η πλήξη της ύπαρξης. Η γαλλική ennui (ανία) του περασμένου αιώνα εδώ παίρνει το μεταφυσικό χαρακτήρα της ανθρώπινης κατάστασης (αντίθετα από τους «Βαρβάρους» του Καβάφη, που έχει την ίδια θεματική). Όλο το έργο επικεντρώνεται σ’ αυτή την ανία, και στα μέσα που επινοούν για την διαφυγή απ’ αυτή. Παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
«Βλαδίμηρος: Όχι, εννοώ να δοκιμάσεις τις αρβύλες.
Εστραγκόν: Λες;
Βλαδίμηρος: Θα περάσει η ώρα. (Ο Εστραγκόν διστάζει.) Άκου που σου λέω, θα ’ναι μια απασχόληση.
Εστραγκόν: Μια ανάπαυλα
.....
Ετραγκόν: Πάντα βρίσκουμε κάτι για να ξεγελιόμαστε, ε Ντιντί; Για να νομίζουμε τάχα πως ζούμε.»16
Πιο κάτω, αφού βρίζονται και συμφιλιώνονται, σχολιάζει ο Βλαδίμηρος: «Πώς περνάει η ώρα όταν διασκεδάζεις!»17
Ο Εστραγκόν θα πει κάπου στη μέση του έργου: «Τίποτα δεν συμβαίνει, κανείς δεν έρχεται, κανείς δεν φεύγει, είναι ανυπόφορο».18
Όμως ο Πότζο με τον Λάκυ ξανάρχονται.
«Εστραγκόν: Ο Γκοντό είναι;
Βλαδίμηρος: Πάνω στην ώρα! ...Επιτέλους μας ήρθαν ενισχύσεις!
Πότζο: (ξεψυχισμένα). Βοήθεια!
Εστραγκόν: Ο Γκοντό είναι;
Βλαδίμηρος: Πάνω που είχαμε αρχίσει να σπάμε. Τώρα μπορούμε να ’μαστε ήσυχοι, θα βγει κι αυτό το βράδυ.»19
Πιο αποκαλυπτική για τη στίγμα του έργου είναι τα παρακάτω λόγια του Βλαδίμηρου: «Περιμένουμε. Βαριόμαστε. (Σηκώνει το χέρι). Όχι, όχι, μη διαμαρτύρεσαι, σκυλοβαριόμαστε του θανατά, ούτε συζήτηση. Λοιπόν. Παρουσιάζεται μια ευκαιρία να διασκεδάσουμε. Κι εμείς τι κάνουμε; Την αφήνουμε να πάει χαμένη. Εμπρός, δουλειά! (Πηγαίνει προς τον Πότζο, σταματάει απότομα). Σε μια στιγμή θα ’χουν όλα χαθεί και θα ’μαστε πάλι ολομόναχοι καταμεσής του τίποτα».20
Παρά τις ομοιότητες που επισήμανε ο Κερένυι, δείξαμε ότι υπάρχουν και σημαντικές διαφορές. Ο προβληματισμός του Καζαντζάκη είναι ένας μεταφυσικός προβληματισμός. Ο Σαρτρ αντίθετα χρησιμοποιεί τη μεταφυσική της κόλασης ως μεταφορά της ζωής. Τόσο τα πρόσωπα του Μπέκετ όσο και του Καζαντζάκη περιμένουν (σελ. 23) τον Σωτήρα. Όμως τα πρόσωπα του Καζαντζάκη τον περιμένουν εναγώνια. Στα πρόσωπα του Μπέκετ η αναμονή αυτή είναι ένας ακόμη τρόπος να σπάσουν την ανία τους, την οποία προσπαθούν να διασκεδάσουν με χίλιους δυο άλλους τρόπους, οι οποίοι συνιστούν και τη μυθοπλασία του έργου. Ο Μπέκετ δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το εφέ της υπερβολής: «Θα κρεμαστούμε αύριο. Εκτός αν έρθει ο Γκοντό».21 Συνοψίζοντας τις διαφορές αυτές, θα λέγαμε επιγραμματικά: Ενώ τα έργα των Σαρτρ και Μπέκετ είναι σχόλια πάνω στη ζωή, το έργο του Καζαντζάκη είναι σχόλιο πάνω στο θάνατο. (σελ. 24).

Σημειώσεις
1.Το κείμενο παρατίθεται στο έργο της Ελένης Ν. Καζαντζάκη Νίκος Καζαντζάκης. Ο ασυμβίβαστος, Αθήνα 1977, εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, σε μετάφραση από τα γερμανικά του Α. Ν. Σφουντούρη. Εκτεταμένα αποσπάσματα με σχολιασμό του έργου παρατίθενται στο: Θεοδώρα Παπαχατζάκη, Το θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Αθήνα 1985, Δωδώνη, σελ. 31-36. Βλέπε επίσης Θόδωρος Γραμματάς, Κρητική Ματιά, Αθήνα 1992, εκδόσεις Αφων Τολίδη, σελ. 45.
2.Τη χρονιά του θανάτου του Πιραντέλλο, το 1936, γράφει την «πιραντελικής τεχνοτροπίας τρίπραχτη κωμωδία», όπως την χαρακτηρίζει ο Θόδωρος Γραμματάς στο μελέτημά του Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει. Το μεταθέατρο του Νίκου Καζαντζάκη, δημοσιευμένο στο: Θόδωρος Γραμματάς, Από την Τραγωδία στο Δράμα, Αθήνα 1994, Αφοι Τολίδη, σελ. 86.
3.Ζαν Πωλ Σαρτρ, Κεκλεισμένων των θυρών, Αθήνα 1994, Αιγόκερως, σελ. 86.
4.Στο ίδιο, σελ. 83.
5.Στο ίδιο, σελ. 85.
6.Προέρχεται μάλλον από ένα ανέκδοτο που αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμαζώφ». Ο Ντιντερό, πλησιάζοντας τον μητροπολίτη Πλάτωνα, λέγει «Δεν υπάρχει θεός», για να δεχθεί καίρια την απάντηση: «είπε άφρων εν τη καρδία αυτού».
7.Ν. Καζαντζάκης: Κωμωδία-τραγωδία μονόπραχτη, Νέα Εστία, τόμος 63ος, τεύχος 739, 1958, σελ. 622.
8.Στο ίδιο, σελ. 625.
9.Ελένη Καζαντζάκη, ο. α, σελ. 60-61.
10.Ο θεολόγος μας στο γυμνάσιο, όταν ήμουν μαθητής, υποστήριζε με φανατισμό ότι ο Καζαντζάκης πίστευε στο Θεό. Βρισκόμασταν βέβαια στην Κρήτη.
11.Ζ. Π. Σαρτρ, Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός, Αθήνα χχ, εκδόσεις Ρούγκας, σελ. 17-18.
12.Μάρτιν Χάιντεγκερ, Εισαγωγή στη Μεταφυσική, Αθήνα 1973, Δωδώνη, σελ. 37.
13.Θα μπορούσε να είναι και ο καθοδηγητής «κοντός» Μίμης Ανδρουλάκης, για τη φοιτητική παρέα του. Βλέπε Μίμης Ανδρουλάκης, Ο σωσίας και οι δαίμονες του πάθους, Αθήνα 1995, Καστανιώτης.
14.Σελ. 105.
15.Αναφέρεται σε κείμενο του Γκύντερ Άντερς με τίτλο, Είναι χωρίς χρόνο. Σχετικά με το έργο του Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό, που τίθεται επιλογικά στην ελληνική έκδοση του έργου, ο. ά, σελ. 114.
16.Στο ίδιο, σελ. 76.
17.Στο ίδιο, σελ. 84.
18.Στο ίδιο, σελ. 48.
19.Στο ίδιο, σελ. 86.
20.Στο ίδιο, σελ. 90.
21.Στο ίδιο, σελ. 105.
Post a Comment