Book review, movie criticism

Monday, January 11, 2010

Ο λαϊκός Kρητικός δραματουργός Μιχάλης Διαλλινάς: Το λαϊκό θέατρο στην υπηρεσία της απελευθέρωσης των αλύτρωτων περιοχών

Ο λαϊκός κρητικός δραματουργός Μιχάλης Διαλλινάς: το λαϊκό θέατρο στην υπηρεσία της απελευθέρωσης των αλύτρωτων περιοχών

Α΄ Διεθνής Συνάντηση Λαϊκού Θεάτρου, Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, Πρακτικά του Συνεδρίου που έγινε στη Ζάκυνθο 27-28-29 Σεπτεμβρίου 2002, Ζάκυνθος 2003, σελ. 119-124

  Η ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, θα μπορούσε να πει κανείς και της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα, ξεκινάει ουσιαστικά με την κρητική αναγέννηση, στα τέλη του 16ου αρχές 17ου αιώνα, με αριστουργήματα όπως η «Ερωφίλη» και η «Πανώρια», η «Βοσκοπούλα» και ο «Ερωτόκριτος». Μπορεί τα έργα αυτά να γράφηκαν από καλλιεργημένους ευγενείς και να απευθύνθηκαν κυρίως στις καλλιεργημένες τάξεις, όμως, καθώς την εποχή εκείνη δεν υπήρχε μεγάλη πολιτιστική ανομοιομορφία ανάμεσα σε ευγενείς και απλό λαό, σε καλλιεργημένα στρώματα και μη, τα έργα αυτά αγκαλιάστηκαν και αγαπήθηκαν από όλο τον κόσμο.1 Ο «Ερωτόκριτος» τραγουδιέται ακόμη και σήμερα από απλούς ανθρώπους, και υπάρχουν άνθρωποι στην Κρήτη που τον ξέρουν όλο απ’ έξω. Η «Ερωφίλη» από θεατρικό έργο έγινε λαϊκό αφήγημα. Ο «Απολλώνιος της Τύρου» του Ακοντιανού γνωρίζει επίσης μια λαϊκή παραλλαγή με τίτλο «Τάρσια», και το ποίημα «Ντολτσέτα και Φιορεντίνος», υποθέτει ο Gareth Morgan, δεν είναι παρά παραλλαγή έντεχνου έργου που δεν έχει σωθεί.
  Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το ότι λόγια έργα εκείνης της εποχής έγιναν σε τέτοιο βαθμό αγαπητά από τον απλό λαό, ώστε να τα επεξεργαστεί σε λαϊκές παραλλαγές. Προϋπόθεση για να αναπτυχθεί μια λαϊκή παραλλαγή, λέει ο Gareth Morgan, είναι να περιέχει λαϊκά θέματα που να βρίσκονται ήδη στο λαϊκό ρεπερτόριο. Η «Ερωφίλη» για παράδειγμα περιέχει πολλά τέτοια θέματα, όπως οι καταδιωγμένοι εραστές, το προφητικό όνειρο, η αυτοκτονία της ηρωίδας, κ.λπ. Στα θέματα αυτά ο λαϊκός διασκευαστής προσθέτει άλλα, όπως η κακομεταχείριση της βασιλοπούλας από το βασιλιά πατέρα της, τα δυο παιδιά που μεγαλώνουν μαζί για να τους πει μια μέρα μια μυστηριώδης γριά ότι δεν είναι αδέλφια με αποτέλεσμα να ερωτευθούν το ένα το άλλο, κ.λπ.
  Με την επέκταση των θεμάτων το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην πλοκή. Έτσι οι στίχοι αποσυνδέονται, μπαίνουν σε άλλο στόμα, οι πιο περίπλοκοι απαλείφονται ή απλοποιούνται, προστίθενται άλλοι, κ.λπ. Τέλος επιλέγεται ένα κέντρο ενδιαφέροντος, και με βάση αυτό συντίθεται η ιστορία. Σαν τέτοιο κέντρο ενδιαφέροντος στην «Ερωφίλη» για παράδειγμα είναι η σκηνή που η βασιλοπούλα ξεσκεπάζει το βατσέλι που περιέχει μέσα τα μέλη του αγαπημένου της.2
  Η τουρκική κατοχή μπορεί λοιπόν να έβαλε τέρμα στην παραπέρα λογοτεχνική παραγωγή, όμως η ανάμνηση της Κρητικής Αναγέννησης εξακολουθεί να είναι ζωντανή. Το πνεύμα της μεταλαμπαδεύεται στα Επτάνησα, για να δώσει κορυφαίους ποιητές όπως ο Κάλβος και ο Σολωμός, αλλά και αξιόλογους ήσσονες όπως ο Μαρτελάος, ο Καλοσγούρος, ο Μαβίλης, ο Τερτσέτης, καθώς και αξιόλογους δραματουργούς όπως ο Θόδωρος Μοντσελέσε, ο Πέτρος Κατσαΐτης, ο Δημήτρης Γουζέλης και ο Σαβόγιας Ρού (σελ. 119) σμελης. Η ενετική κυριαρχία, και αργότερα η αγγλική, δεν υπήρξε φωτοσβέστης όπως η τουρκική, από την οποία στενάζει η Κρήτη.
  Στα τέλη της τουρκικής κατοχής εμφανίζεται ένας λογοτέχνης που, χωρίς να είναι του ύψους του Χορτάτζη και του Κορνάρου, δημιουργεί παρ’ όλα αυτά αξιόλογα έργα, τα οποία προπαντός υπήρξαν λαϊκά, με την έννοια που υπήρξε λαϊκός ο «Ερωτόκριτος» και η «Πανώρια»: τα αγάπησε ο λαός και τα αποστήθισε με ανάλογο τρόπο. Ο λογοτέχνης αυτός είναι ο Μιχάλης Διαλλινάς.
  Ο Μιχάλης Διαλλινάς ή Διαλλινομιχάλης γεννήθηκε το 1853 στη Νεάπολη της Κρήτης, το Καινούριο Χωριό όπως λεγόταν τότε, και παντρεύτηκε τη Μαρία Χρυσάκη, κόρη οπλαρχηγού. Γνώριζε τουρκικά και ιταλικά. Εργάστηκε ως δικηγόρος και δικαστικός, και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Συγκέντρωσε ικανοποιητική περιουσία που του επέτρεψε να ιδιωτεύσει και να ασχοληθεί με τις αγαπημένες του ιστορικές έρευνες. Μελετάει κυρίως την προσφορά της ανατολικής Κρήτης στους απελευθερωτικούς αγώνες του νησιού. Στα «Άπαντά» του που δημοσιεύτηκαν το 1927 περιέχονται συγκεντρωμένα τα πιο αξιόλογα ποιήματά του, πεζά κείμενα, καθώς και δυο θεατρικά έργα που θα μας απασχολήσουν στην παρούσα ανακοίνωσή μας. Το 1970  εκδόθηκε και δεύτερος τόμος με έργα του, με επιμέλεια της εγγονής του Μαρίας Πυτικάκη.3
  Οι σατιρικοί στίχοι του Διαλλινά αποτελούν γνήσιο μνημείο λαϊκής θυμοσοφίας, και σ’ αυτούς κυρίως οφείλεται η εκτίμηση που του έτρεφαν οι χωρικοί της περιφέρειάς του. Η ανάμνησή τους υπάρχει ακόμη και σήμερα. Η μνήμη του πατέρα μου διέσωσε ένα τέτοιο δίστιχο. Ειπώθηκε λίγο πριν τη μικρασιατική καταστροφή.

Εσύ λαέ που ψήφιζες και Γούναρη και Ράλλη
γλάκα εδά να πολεμάς τον Μουσταφά Κεμάλη»

  Η λαϊκότητα του έργου του Διαλλινομιχάλη φαίνεται από το γεγονός ότι αρκετοί άνθρωποι γνώριζαν απέξω τα δυο κορυφαία στιχουργήματά του, τα τελευταία έπη της κρητικής λογοτεχνίας, τον «Καπετάν Καζάνη», ο οποίος περιέχεται στον Α΄ τόμο, και την «Κριτσωτοπούλα» που εκδόθηκε σε ανεξάρτητη έκδοση το 1912.4 Ένα απ’ αυτά τα πρόσωπα υπήρξε η μητέρα μου. Μαγνητοφωνώντας την να τα απαγγέλλει, ένα χρόνο πριν πεθάνει, το 1978, και συγκρίνοντας το τι διέσωσε η μνήμη της με το γραπτό κείμενο, έβγαλα ενδιαφέροντα συμπεράσματα τα οποία εξέθεσα στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου «H Λαϊκότητα της Κρητικής Λογοτεχνίας» και απετέλεσε το θέμα ανακοίνωσής μου σε συνέδριο που έγινε στην πρωτεύουσα της Σλοβενίας, τη Λιουμπλιάνα, πρόπερσι.
  Τα έργα αυτά, που γράφηκαν το 1909 και 1912 αντίστοιχα, αναφέρονται σε ιστορικά πρόσωπα των αρχών του 19ου αιώνα. Σαν στόχο είχαν να αφυπνίσουν το εθνικό φρόνημα την εποχή που το πρόβλημα της απελευθέρωσης των υπόδουλων περιοχών του ελληνισμού ετίθετο επί τάπητος. Τον ίδιο στόχο είχαν και αρκετά άλλα στιχουργήματά του, καθώς και τα δυο θεατρικά του που θα μας απασχολήσουν στην παρούσα ανακοίνωση, η «Σμαράγδα η καινουργιοχωρίτισσα» και η «Ελένη η καινουριοχωρίτισσα». Η Σμαράγδα παίχτηκε στο μεσοπόλεμο στην Ιεράπετρα, όπως θυμάμαι να μου είχε πει πολλές φορές η μητέρα μου. Επίσης, κατά μαρτυρία της Εργίνας Διαλλινάς, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί της προετοιμάζοντας αυτή την ανακοίνωση, τα έργα αυτά παίζονταν πολλές φορές πριν και μετά τον πόλεμο, κυρίως στην Νεάπολη, την πατρίδα του, και μάλιστα, όπως μου είπε, κατά τον δεκαπενταύγουστο. Επίσης παίχτηκαν και σε άλλες πόλεις του νομού Λασιθίου, όπως η Σητεία και η Κριτσά, με μεγάλη επιτυχία. (σελ. 120)
  Τη στιγμή που θεατρικοί συγγραφείς μας όπως ο Ξενόπουλος και ο Καμπύσης παράγουν μια δραματουργία εμφανώς επηρεασμένη από την θεατρική παραγωγή της Δύσης και απευθύνονται σε ένα αστικό, λίγο πολύ καλλιεργημένο, κοινό, ο Διαλλινάς γράφει για τους απλούς ανθρώπους του «Καινούριου χωριού», που δεν είχε μετονομαστεί ακόμη σε Νεάπολη. Αυτό σημαίνει ότι το μήνυμα των έργων του είναι εύληπτο και αποβλέπει κυρίως στη συναισθηματική διέγερση του απλοϊκού κοινού του, όπως κάνει κάθε λαϊκό θέατρο. Από αυτό το κοινό προέρχονται και οι ηθοποιοί του, που είναι ερασιτέχνες.
  Ο στίχος του είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ο ανομοιοκατάληκτος του δημοτικού τραγουδιού. Όμως τον δεκαπεντασύλλαβο δεν τον ακολουθεί με συνέπεια. Στην «Σμαράγδα», στη δεύτερη πράξη, στις τέσσερις πρώτες σκηνές, όπου συνομιλούν κυρίως τούρκοι, ο στίχος γίνεται ιαμβικός δωδεκασύλλαβος. Ίσως δεν ήθελε να βάλει στο στόμα των τούρκων τον ηρωικό δεκαπεντασύλλαβο του κλέφτικου τραγουδιού, και γι αυτό προτίμησε να τον αλλάξει. Στις υπόλοιπες όμως σκηνές επιστρέφει στον δεκαπεντασύλλαβο. Τα ίδια παρατηρούμε και στην «Ελένη». Στη δεύτερη σκηνή της πρώτης πράξης που συνομιλούν τούρκοι χρησιμοποιεί τον δωδεκασύλλαβο. Το ίδιο και στις τρεις πρώτες σκηνές της τέταρτης πράξης. Μόνο στην έβδομη σκηνή βλέπουμε δύο δωδεκασύλλαβα ομοιοκατάληκτα δίστιχα που τραγουδούν δυο ανώνυμοι χωρικοί, ενώ το έργο κλείνει με τον Καπετάν Καζάνη να τραγουδάει σε δεκαπεντασύλλαβη ρίμα.
  Τις υποθέσεις των έργων του τις αντλεί από πραγματικά γεγονότα, πράγμα που φαίνεται και από άλλα κείμενα που υπάρχουν στον τόμο αυτό. Η «Σμαράγδα η καινουργιοχωρίτισσα» καταλαμβάνει 50 σελίδες στον τόμο, και στο τέλος του έργου αναφέρει ο ποιητής ότι «Εγράφη εν Νεαπόλει Μεραμβέλλου την 15η Μαΐου 1907». Μάλλον είναι υπερβολή να έγραψε το έργο αυτό σε μια μέρα. Πιθανότατα η 15η Μαΐου είναι η μέρα που το τέλειωσε. Ακόμη υπάρχουν σημειώσεις, 37 τον αριθμό, και οι περισσότερες αναφέρονται σε πρόσωπα του έργου και σε τοποθεσίες που διαδραματίζεται η δράση.
  Το ιστορικό πλαίσιο παρατίθεται σε ανεξάρτητο πεζό κείμενο που συμπεριλαμβάνεται στον τόμο και έχει τον τίτλο «Ο Χασάν πασσάς εν Μεραμβέλλω και η άλωσις του σπηλαίου Μηλάτου» (σελ. 46-54). Μετά από δυο νικηφόρες μάχες το 1823 στην περιοχή της Κριτσάς, κοντά στον Άγιο Νικόλαο, οι εξεγερμένοι αποφάσισαν να υποχωρήσουν στο οροπέδιο του Λασιθίου, καθώς τους έλειπαν τα πολεμοφόδια. Τα γυναικόπαιδα κλείστηκαν στο σπήλαιο της Μηλάτου, αναγκάστηκαν όμως να παραδοθούν όταν τους έλειψε το νερό και τα τρόφιμα, και αφού οι τούρκοι τους υποσχέθηκαν αμνηστία. Αυτό έγινε στις 13 Φεβρουαρίου του 1823. Οι τούρκοι, παραβιάζοντας την υπόσχεσή τους, έσφαξαν τους πολεμιστές, ποδοπάτησαν με τα άλογά τους τούς γέρους, και τους υπόλοιπους τους πούλησαν.
  Η υπόθεση του έργου είναι η εξής: Η Σμαράγδα, αφού μαθαίνει από τον Κώστα τον αδελφό της ότι ο Γιάννης ο αρραβωνιαστικός της σκοτώθηκε κατά πάσα πιθανότητα στη μάχη, ακολουθώντας την παρότρυνσή του πηγαίνει και κλείνεται με τα άλλα γυναικόπαιδα στο σπήλαιο της Μηλάτου. Συλλαμβάνεται, αλλά λόγω της ομορφιάς της πουλείται από τον Χασάν πασά σε έναν γέροντα Αιγύπτιο, τον Μεχμέτ πασά. Αυτός την τουρκεύει (σελ. 121) και την παντρεύει με ένα ψυχογιό του, τον Γκιαούρ πασά. Ο αδελφός της ψάχνει να την βρει, πηγαίνει στο Κάιρο, και μπαίνει στην υπηρεσία του Γκιαούρ πασά. Μετά από μια παρατεταμένη σκηνή αναγνώρισης διαπιστώνει ότι η ωραία γυναίκα του πασά δεν είναι άλλη από την αδελφή του. Ο πασάς που τους βλέπει να αγκαλιάζονται, ζηλότυπα βγάζει το γιαταγάνι του, αλλά μαθαίνει κι αυτός με έκπληξη ότι πρόκειται για τον αδελφό της τον Κώστα. Στη συνέχεια μαθαίνουμε ότι ο Γκιαούρ πασάς δεν είναι άλλος από τον αρραβωνιαστικό της Σμαράγδας, τον Γιάννη, που δεν είχε σκοτωθεί αλλά είχε πιαστεί αιχμάλωτος. Πουλήθηκε κατόπιν στον Μεχμέτ Πασά, ο οποίος τον είχε σαν παιδί του. Τον προέτρεψε να τουρκέψει και να του αφήσει την περιουσία του. Αποφάσισε μάλιστα και να τον παντρέψει. Όταν ο Γιάννης είδε ότι η γυναίκα που του πρόσφερε δεν ήταν άλλη από τη Σμαράγδα του, δέχτηκε. Έτσι αποφάσισαν και οι δυο να εξωμοτήσουν για να μπορέσουν να παντρευτούν, ενώ στην πραγματικότητα έμειναν κρυπτοχριστιανοί.
  Το μοτίβο του κρητικού κρυπτοχριστιανού εξωμότη θα το επεξεργαστεί αργότερα, στηριζόμενη και αυτή σε ένα ιστορικό πρόσωπο, η Ρέα Γαλανάκη, σε ένα από τα καλύτερα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, το «Βίος και Πολιτεία του Ισμαήλ Φερίκ πασά».
  Το έργο, ως πλοκή, σε αντίθεση με την «Ελένη την καινουργιοχωρίτισσα», για το οποίο θα μιλήσουμε κατόπιν, δεν έχει ηρωικό χαρακτήρα. Ούτε καν η ιστορία αγάπης που υπάρχει μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Έχουμε έναν Ορέστη που αναζητεί την αδελφή του την Ιφιγένεια, όχι στα παράλια της Ταυρίδας αλλά στην αιγυπτιακή ενδοχώρα. Η σκηνή της αναγνώρισης, χωρίς να φτάνει το ύψος της ευριπίδειας τραγωδίας, είναι εν τούτοις ιδιαίτερα συγκινητική. Είναι όμως αμφίβολο αν ο Διαλλινομιχάλης επηρεάζεται σ’ αυτήν από την αρχαία τραγωδία. Τον επηρεάζει ασφαλώς η αναγνώριση ως μοτίβο της προηγούμενης λογοτεχνικής παραγωγής, λαϊκής και μη, όπως π.χ. στο τραγούδι του νεκρού αδελφού, όπου υπάρχει η σκηνή της αναγνώρισης της μάνας με την κόρη, και η σκηνή της αναγνώρισης ανάμεσα στον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο και την Αρετούσα. Πιο σίγουρα όμως τον επηρεάζουν θεατρικά έργα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα, στα οποία η σκηνή της αναγνώρισης είναι ένα συνηθισμένο μοτίβο. Τα έργα αυτά είχαν κατακλύσει τις αθηναϊκές σκηνές, αρκετά από τα οποία θα πρέπει να είδε ο Διαλλινομιχάλης κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα.
  Το έργο διακρίνεται για μια ορισμένη στατικότητα. Σκηνές σύγκρουσης απουσιάζουν, με εξαίρεση τη σκηνή της εμφάνισης του Γκιαούρ πασά κατά τη στιγμή της αναγνώρισης των δύο αδελφών. Η σύγκρουση όμως αυτή είναι βιασμένη και επίπλαστη, αφού η λύση της επέρχεται αμέσως με την παροχή διευκρινήσεων από τα δυο αδέλφια, προσφέροντας έτσι και μια δεύτερη αναγνώριση.
  Μπορεί να απουσιάζει ο ηρωικός χαρακτήρας από την πλοκή, όμως εμφανίζεται εμβόλιμος, στο λόγο των προσώπων, σε αρκετά μεγάλη έκταση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι παρακάτω στίχοι της Σμαράγδας:

«Εγώ δεν είμ’ Αφρικανή! Είμαι Κρητικοπούλα
είμ’ απ’ τον τόπο που γεννά θεούς και ημιθέους
και παλληκάρια πούχουνε λεονταριού καρδία.
Εμένα ’ναι πατρίδα μου η ξακουσμένη Κρήτη
όπου τυράννους δεν ψηφά, τούρκους δεν λογαριάζει
που εις σε κάθε μέρος της οι δάφνες ξεφυτρώνουν
και τις ποτίζουν μ’ αίματα κι ανθούν και μεγαλώνουν
οι δυο αθάνατες θεές, η Νίκη και η Δόξα» (σελ. 159). (σελ. 122).

  Η ρητορικότητα των στίχων αυτών μπορεί να ξενίζει σήμερα, πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας την εποχή κατά την οποία γράφηκαν.
  Οι χαρακτήρες επίσης δεν προβάλλονται με εξατομικευμένα χαρακτηριστικά. Έχουν τα γενικά χαρακτηριστικά του λεβέντη κρητικού ο Κώστας και ο Γιάννης, και της όμορφης και αποφασιστικής κρητικοπούλας η Σμαράγδα. Το έργο διακρίνεται επίσης από απροσδόκητα και ανατροπές, που συγκινούν το λαϊκό κοινό του Διαλλινομιχάλη. Ολιγοπρόσωπο καθώς είναι, και με λίγες σκηνές, δεν θα ήταν σκηνικά ιδιαίτερα απαιτητικό.
  Τo γλωσσικό ζήτημα που απασχολεί την κυρίως Ελλάδα δεν απασχολεί καθόλου τον Διαλλινά. Έτσι ανενδοίαστα χρησιμοποιεί λόγιους τύπους για να βγάλει το μέτρο, όπως στο στίχο «Δεδοξασμένος ο Θεός. Μα δε μου λες γαμβρέ μου...» (σελ. 199). Βλέπουμε επίσης και πολλές χασμωδίες στους στίχους του, κυρίως στην «Ελένη». Δεν φαίνεται να τον απασχολούν, αφού βγαίνει το μέτρο. Δεν βασανίζεται μάλιστα ιδιαίτερα να τους αποφύγει, αν κρίνουμε από το στίχο «Γιατί εσύ εάν χαθείς κι εγώ είμαι χαμένη» (σελ. 216), που θα μπορούσε εύκολα να γίνει, «Γιατί εσύ ανε χαθείς...», αποφεύγοντας έτσι και τον λόγιο τύπο. Αρχίζουμε να υποπτευόμαστε ότι η χρήση λόγιων τύπων γίνεται και από μια κάποια φιλαρέσκεια του Διαλλινομιχάλη, ο οποίος ήθελε να εντυπωσιάσει ίσως το αγράμματο στην πλειοψηφία κοινό του. Επίδειξη λογιοσύνης από μέρους του δείχνει και η συχνή χρήση διασκελισμού, τον οποίο, παρεμπιπτόντως, αποφεύγει εντελώς ο Κορνάρος στα έργα του. Ο διασκελισμός δυσκολεύει την απομνημόνευση όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα επικά ποιήματά του, συγκρίνοντας το γραπτό κείμενο με τη μαγνητοφωνημένη απαγγελία της μητέρας μου. Πιθανότητα και ο ίδιος να μην υποπτευόταν την τεράστια απήχηση που θα είχαν στους συμπατριώτες του, αλλιώς θα είχε αποφύγει αυτούς τους διασκελισμούς.
  Η προσευχή είναι ένα άλλο μοτίβο στην ποίηση του Διαλλινά. Στην πέμπτη σκηνή της δεύτερης πράξης η Σμαράγδα προσεύχεται σε 27 στίχους στον Χριστό. «Και ήπιες χολή δια εμάς, με όξος μεμιγμένη/ που έχυσες εις το σταυρό το άχραντό σου αίμα...Θεέ μου σε παρακαλώ σώσε τη Χριστιανότη/ μην την αφήσεις στων σκληρών Αγαρινών τα χέρια/ και φτάνει όσα έχουνε ως τώρα παθομένα» (σελ. 188). Εδώ βλέπουμε πάλι λόγιους τύπους να συνυπάρχουν με καθαρά λαϊκούς, όπως το «μεμιγμένη» με «έχουμε παθομένα».
  Στο τέλος του έργου το πατριωτικό με το θρησκευτικό στοιχείο βρίσκονται μαζί. Ο Κώστας προτρέπει να ευχηθούν για μια Ελλάδα ελεύθερη, διάπλατη και ένδοξη, και η Σμαράγδα να προσευχηθούν στον Ύψιστο και να πούνε «Δόξα να έχει ο Θεός κι η Παναγιά Παρθένα/ που προστατεύουν πάντοτε αυτούς που τους λατρεύουν». Οι δυο αυτοί τελευταίοι στίχοι του έργου είναι τυπωμένοι με έντονους χαρακτήρες.
   Στην «Ελένη την καινουριοχωρίτισσα» δεν υπάρχουν ούτε σημειώσεις ούτε χρονολογική ένδειξη για το πότε γράφτηκε το έργο. Από άλλο κείμενο των «Απάντων» μαθαίνουμε όμως ότι πρόκειται για ιστορικό γεγονός. Σαν terminus ante quem μπορούμε να θεωρήσουμε το 1912, τότε που έγινε η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Αυτό το συνάγουμε από το τέλος του έργου, όπου διαβάζουμε τους στίχους «Κι η Κρήτη η περίφανη, μα κι αιματολουσμένη/ γρήγορα με τη μάννα της να είν’ αγκαλιασμένη. Ας ευχηθούμε στο Θεό, όλοι μικροί μεγάλοι/ να πέσωμε μα γρήγορα/ στης Μάννας την αγκάλη» (σελ. 272). Η ένταση με την οποία εκφράζεται η λαχτάρα της Ένωσης μας κάνει να υποθέσουμε ότι το θέμα ευρίσκετο μάλλον επί τάπητος, πράγμα που τοποθετεί το terminus post quem του έργου όχι πολύ πίσω, πιθανότατα δε μετά το 1907, τη χρονιά που γράφηκε η «Σμαράγδα». Το ότι το έργο στον τόμο βρίσκεται μετά τη «Σμαράγδα» ενισχύει την υπόθεσή μας.
  Στην «Ελένη», σε αντίθεση με τη «Σμαράγδα», η πλοκή προχωρεί γοργά και η δράση είναι πιο έντονη, με κυρίαρχο το μοτίβο της εκδίκησης, που κυριαρχεί και στα δυο επικά ποιήματά του, τον «Καπετάν Καζάνη» και την «Κριτσοτοπούλα». Η υπόθεση του έργου είναι η εξής: Ο Χερίφ πασάς του Ηρακλείου ερωτεύτηκε την όμορφη Ελένη, και στέλνει τον μπουλούμπαση (σελ. 123) να την πάρει, είτε με το καλό είτε με τη βία. Θέλει να την τουρκέψει και να την παντρευτεί.
  Φυσικά, με το καλό δεν μπορούν να την πάρουν, παρά μόνο με τη βία. Η Ελένη μάλιστα καταφέρνει, πριν την συλλάβουν, να μαχαιρώσει σοβαρά έναν από τους τούρκους. O καπετάν Καζάνης ειδοποιείται έγκαιρα για το συμβάν. Έτσι στο δρόμο της επιστροφής ο Καπετάν Καζάνης με τα παλικάρια του τους προλαβαίνουν και παίρνουν πίσω την Ελένη, αφού σκοτώσουν πολλούς τούρκους και αιχμαλωτίσουν τους υπόλοιπους. Το έργο τελειώνει με το γάμο της Ελένης με τον αρραβωνιαστικό της, ο οποίος στην αρχή του έργου, αγανακτισμένος από την καταπίεση των τούρκων, πηγαίνει να γίνει κλέφτης στο λημέρι του Καπετάν Καζάνη, στα λασιθιώτικα βουνά.
  Χαρακτηριστικό είναι το μοτίβο του προσημαίνοντος ονείρου. Η θεια Ρηνάκι, ένα από τα πρόσωπα του έργου, λέει στη Διαμάντα, τη μητέρα της Ελένης:

Μα έχω ελπίδα στην καρδιά πως τη Λενιώ θα πάρουν
από τα χέρια των εχθρών, και θα την φέρουν πίσω,
γιατ’ είδα ένα όνειρο πούτανε σαν και ξύπνου.
Μαύρους κοράκους έβλεπα στον ύπνο μου χθες βράδυ,
και περιτριγυρίζανε ένα χρυσό αηδόνι,
κι ένας ο μεγαλύτερος εχύθη και το πήρε
κι οι άλλοι τ’ ακλουθούσανε τριγύρω και πετούσαν.
Μα ξάφνου ένας αετός κατέβηκ’ απ’ τα ύψη
με κάμποσ’ αετόπουλα κι αμέσως του το πήρε
και τους κοράκους τους μισούς τ’ αετόπουλα επνίξαν,
το δε αηδόνι σαν και πριν έφυγε κελαϊδώντας
κι επέταξε ελεύθερο στην πρωτεινή φωλιά του. (σελ. 265)

  Η δράση, όπως είπαμε, σ’ αυτό το έργο είναι έντονη. Η τέταρτη σκηνή μάλιστα της τρίτης πράξης περιέχει μια πραγματική μάχη. Σκηνικά βέβαια είναι πολύ απαιτητική, όμως θα ενθουσίαζε πάρα πολύ το λαϊκό κοινό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε πλατειασμούς, με περιττές λεπτομέρειες που αναπτύσσονται εκτενώς, σε μια προσπάθεια του Διαλλινά να μην παραλείψει τίποτα από τα ιστορικά γεγονότα που συνοδεύουν το κύριο επεισόδιο, το οποίο διαδραματίζεται το 1829, όπως είναι η ανταλλαγή του ανιψιού τού πασά με τρεις αιχμάλωτους καπετάνιους. Ο ανιψιός αυτός  μάλιστα, όπως μαθαίνουμε, έχοντας ρωμιά μάνα ήταν φίλος των χριστιανών. Στην πρώτη σκηνή του έργου βλέπουμε επίσης τον Πέτρο, τον αρραβωνιαστικό της Ελένης, να απαριθμεί σε δυο σελίδες τις βιαιοπραγίες των τούρκων, όλα αληθινά περιστατικά, προσπαθώντας να την πείσει για την αναγκαιότητα να βγει στο βουνό. Όμως ο Διαλλινομιχάλης δεν ενδιαφέρεται για τη θεατρική αρτιότητα των έργων του. Τον ενδιαφέρει πρώτιστα να διεγείρει το εθνικό φρόνημα των θεατών, όπως κάνουν οι ομότεχνοί του στην Αθήνα την ίδια εποχή, όπου με έργα πατριωτικού περιεχομένου, από την επιθεώρηση μέχρι την οπερέτα, προσπαθούν να παρασύρουν το λαϊκό κοινό τους σε ένα παραλήρημα εθνικού ενθουσιασμού. Το ενδιαφέρον του για την ιστορία όμως τον κάνει να αντλεί τις υποθέσεις των έργων του από πραγματικά γεγονότα, με αποτέλεσμα να παρασύρεται σε αντιθεατρικές λεπτομέρειες, προκειμένου να μείνει πιστός στην ιστορική αλήθεια. Θα του άξιζε μια καλύτερη θέση στην ελληνική γραμματολογία, όχι τόσο για την ποιότητα του έργου του, το οποίο υπολείπεται σαφώς των μεγάλων έργων της Κρητικής Αναγέννησης, όσο κυρίως για την επίδραση που άσκησε στον απλό κόσμο της εποχής, επίδραση που θα τη ζήλευαν και οι πιο φτασμένοι λογοτέχνες και δραματουργοί μας σήμερα.  (σελ.124)

Σημειώσεις

1. «Ο πολιτισμικός διαχωρισμός των τάξεων είναι μια σταδιακή εξέλιξη, που δεν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη παρά μόνο με το τέλος του 18ου αιώνα», γράφει η Karin Boklund-Λαγοπούλου στο άρθρο της «Το μελόδραμα και ο λαϊκός πολιτισμός της Ευρώπης πριν το 1830», δημοσιευμένο στον τόμο «Μελόδραμα: ειδολογικοί και ιδεολογικοί μετασχηματισμοί», επιμ. Σάββας Πατσαλίδης και Αναστασία Νικολοπούλου. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2002, σελ. 33-62.
2. Gareth Morgan, «Cretan poetry: Sources and inspirations» στα Κρητικά Χρονικά, τόμος 14ος, σελ. 379-434.
3. Ο δεύτερος αυτός τόμος επανεκδόθηκε σε επιμέλεια της Μαρίας Μαν. Πιτυκάκη, από τον εκδοτικό οίκο Μιχαήλ Ι. Πολυχρονάκη, στην Νεάπολη, χωρίς ένδειξη χρονολογίας. Η επανέκδοση πρέπει να έγινε ανάμεσα στο 1970, καθώς αναφέρεται αυτή η χρονολογία ως χρονολογία επανέκδοσης του δεύτερου τόμου, και το 1981, χρονιά κατά την οποία τον αγόρασα,  γράφοντας τότε το έργο μου «Η λαϊκότητα της Κρητικής Λογοτεχνίας» (Αθήνα, 1990, Δωρικός).
4. Μιχάλη Διαλινά, Η Κριτσοτοπούλα, Ηράκλειο 1912, Εκ του τυπογραφείου Σπ. Δ. Αλεξίου.

Και μια μαντινάδα του Διαλλινομιχάλη, από το βιβλίο «Τα διάφορα του Νίσπιτα» του Μιχάλη Χουρδάκη – Νίσπιτα (Διέξοδος, 16-11-05) για μια έγκυο.

Να ζήσεις και να χαίρεσαι την οικογένειά σου
Μα πλειο πολύ το ’βγόδωμα πού ’πριξε την κοιλιά σου!
Post a Comment