Book review, movie criticism

Friday, January 1, 2010

Mehdi Charef, Bent Keltoum (Η κόρη της Κελτούμ)

Mehdi Charef, Bent Keltoum (Η κόρη της Κελτούμ), 2001.

Να ξεκινήσουμε με τις ευχές μας για μια Καλή Χρονιά για όλους και όλες

Μετά το εξαιρετικό φιλμ «Οι σιωπές του παλατιού» της Τυνήσιας Moufida Tlatli, στο οποίο αναφερθήκαμε διεξοδικά σε σχετική εισήγησή μας σε συνέδριο του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. (Το αναρτήσαμε στο Λέξημα πριν λίγο, για σύγκριση, αλλά κόπηκαν κάποια στοιχεία για το συνέδριο, να τα παραθέσουμε εδώ: «Οι σιωπές του παλατιού» της Μουφίντα Τλατλί: μια φεμινιστική ανάγνωση. Εισήγηση σε συνέδριο του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με την Faculté des Lettres, des Arts et des Humanités de l’Université de Manouba – Tunis, με θέμα: Identités culturelles en Méditerranée, που έγινε στη Θεσσαλονίκη στις 13-20 Δεκεμβρίου 2007. Το κείμενο βρίσκεται εδώ).
άλλο ένα έργο από την Τυνησία, άνδρα σκηνοθέτη αυτή τη φορά, του Mehdi Charef, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο (στο εξής θα αναφέρω μόνιμα τον σεναριογράφο για κάθε έργο που παρουσιάζω, ή τον συγγραφέα αν είναι κινηματογραφική μεταφορά από μυθιστόρημα ή θεατρικό έργο).
Στο έργο υπάρχει η ίδια καταγγελία που υπάρχει και στο έργο της Τλατλί: η καταπίεση της γυναίκας, όχι μόνο από τον άνδρα, γενικά και αόριστα, αλλά και από τους επαναστάτες (το έργο τοποθετείται πριν από την ανεξαρτησία).
Βλέπουμε έναν άνδρα καθισμένο σε ένα γαϊδούρι, και πίσω να ακολουθεί η γυναίκα του δεμένη στο χέρι με ένα σχοινί. Έτσι θυμάμαι σέρνανε και τις κατσίκες στο χωριό μου, τότε που τα αγροτικά αυτοκίνητα δεν είχαν εκτοπίσει ακόμη τα γαϊδούρια. Στη συνέχεια τον βλέπουμε να τη λύνει και να της δίνει κάποια χρήματα. Αυτή επιχειρεί να τον ακολουθήσει. Τη διώχνει όπως διώχνουμε ένα αδέσποτο σκυλί που μας έχει πάρει από πίσω. Στη συνέχεια η γυναίκα αυτή πληροφορεί τις δυο ηρωίδες του έργου ότι ο άνδρας της την έχει χωρίσει για να παντρευτεί μια νεότερη γυναίκα. Όμως η γυναίκα αυτή σκοτώνεται, γιατί έκανε το λάθος να αναγνωρίσει έναν από τους επαναστάτες.
Βλέποντας τον άντρα πάνω το γαϊδουράκι και τη γυναίκα να ακολουθεί, θυμήθηκα ένα ανέκδοτο. Ένας περιηγητής στο μεσοπόλεμο συναντάει έξω από ένα ορεινό χωριό έναν άνδρα πάνω στο γαϊδουράκι του και μια γυναίκα να ακολουθεί, έχοντας φορτωμένο στον ώμο της ένα δεμάτι ξύλα. Καθόλου ιπποτική συμπεριφορά σκέφτεται ο περιηγητής, κάποιος κουτόφραγκος, και θεωρεί σκόπιμο να ρωτήσει τον χωρικό το γιατί.-Έθιμο, του απαντάει μονολεκτικά ο χωριάτης.
Μετά από τον πόλεμο, ο ίδιος περιηγητής, έξω από το ίδιο χωριό, συναντάει το ίδιο ζευγάρι, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά η γυναίκα με το δεμάτι τα ξύλα στον ώμο αντί να πηγαίνει πίσω από τον άντρα της που ήταν πάνω στο γαϊδουράκι πήγαινε μπροστά. Ο περιηγητής παραξενεύτηκε για την αλλαγή, και θεώρησε σκόπιμο να ρωτήσει. Και ο χωρικός του απαντάει πάλι μονολεκτικά: -Νάρκες.
Ένας άνδρας αν κοιτάξει μια γυναίκα έντονα, μπορεί να βρει τον μπελά του. Η γυναίκα θα το εκλάβει ως σεξουαλική παρενόχληση και μπορεί να τον περιλούσει με βρισιές. Εδώ βλέπουμε το αντίθετο. Ο άντρας νομίζει ότι τον κοιτάζει έντονα η γυναίκα, και καθώς έχει ξεχάσει να φορέσει τη μαντίλα πιστεύει ότι τον προκαλεί σεξουαλικά, και για να την τιμωρήσει της επιτίθεται και τη κτυπάει. Αυτά στο Ισλάμ.
Όμως δεν είναι μόνο ή κυρίως η φεμινιστική οπτική που χαρακτηρίζει την ταινία. Είναι και η εικονογράφηση μιας απίστευτης φτώχειας που την πλήρη έκτασή της τη μαθαίνουμε στο τέλος της ταινίας. Η οικογένεια ζει σε μια ορεινή περιοχή όπου δεν υπάρχει πράσινο φύλλο. Ένα πηγάδι που υπήρχε έχει στερέψει, και το νερό το κουβαλούν με ένα γαϊδουράκι από μεγάλη απόσταση. Ακούσαμε να μιλάνε γαλλικά, τα αραβικά τα αναγνωρίσαμε, αλλά δεν νομίζω να κάνω λάθος, άκουσα και μια γλώσσα που δεν μου θύμιζε αραβικά, και μάλλον ήταν βερβέρικα, εκτός κι αν κάνω λάθος. Οι βερβέροι, οι αυτόχθονες τους οποίους κατέκτησαν οι άραβες περιορίστηκαν στις ορεινές περιοχές. Ζουν ως μειονότητα στη δική τους χώρα.
Και βρισκόμαστε πάλι μπροστά σε ένα θεωρητικό πρόβλημα. «Η σιωπή του παλατιού» ήταν ένα καθαρά φεμινιστικό έργο, στο οποίο καταγγέλλονταν τόσο οι άνδρες αποικιοκράτες όσο και οι άνδρες επαναστάτες που τους έδιωξαν. Η γυναικεία καταπίεση δεν μειώθηκε, απλά πήρε άλλη μορφή. Εδώ βλέπουμε την καταγγελία της γυναικείας καταπίεσης και την εικονογράφηση συνθηκών απίστευτης φτώχειας και εξαθλίωσης. Όμως ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτά. Για να μας παρουσιάσει αυτό το φόντο φτιάχνει ένα μελόδραμα. Υπάρχει μάλιστα και το εφέ της αναγνώρισης. Η νεαρή κοπέλα που μεγάλωσε υιοθετημένη στην Ελβετία ψάχνει τη μητέρα της. Μας λέει ότι θέλει να της ζητήσει εξηγήσεις γιατί την παράτησε, και μετά να τη σκοτώσει. Η θεία της, μια μισότρελη γυναίκα, τη συνοδεύει μέχρι την πόλη όπου η μητέρα της δουλεύει ως καμαριέρα σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο. Και η αναγνώριση: η μητέρα της δεν είναι η πραγματική της μητέρα. Είχε μια κόρη, την οποία πούλησε για να αγοράσουν την αντλία με την οποία θα έβγαζαν νερό από το πηγάδι, το οποίο όμως σύντομα στέρεψε. Είχε άσχημη γέννα και δεν μπορούσε να κάνει παιδί ξανά. Έτσι εξαναγκάζει τη δεκαεξάχρονη μικρή αδελφή της, τη «θεία», να κοιμηθεί με κάτι διερχόμενους στρατιώτες για να κάνει παιδί, με σκοπό να το πουλήσουν και να αγοράσουν το γαϊδούρι που τους ήταν απαραίτητο για τη μεταφορά του νερού. Έτσι και έγινε. Όταν της πήραν το παιδί η κοπέλα τρελάθηκε. Μετά την αναγνώριση, μάνα και κόρη αγκαλιάζονται και κλαίνε. Στο τέλος του έργου βλέπουμε την μάνα να τρέχει δίπλα από το λεωφορείο που παίρνει την κόρη της πίσω στην πατρίδα της.
Δεν μπορείς να έχεις και την πίτα σωστή και το σκύλο χορτάτο, λέει η παροιμία. Μήπως η μελοδραματική ιστορία μετατοπίζει τις εντυπώσεις, μειώνοντας το κοινωνικό κατηγορώ που χαρακτηρίζει όλη την ταινία; Ή μήπως αντίθετα το κάνει πιο έντονο; Δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι μια κατηγορία θεατών μένει μόνο στο μελόδραμα, ενώ το κοινωνικό κατηγορώ την αφήνει αδιάφορη, και ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης σκέφτηκε να καλύψει και τα δικά τους γούστα; Ερωτήματα, ίσως όχι αναπάντητα, αλλά που δεν έχω διάθεση να τα απαντήσω στις τρεις η ώρα τη νύχτα. Νυστάζω κιόλας, γι αυτό κλείνω αυτό το σημείωμα λέγοντας ότι η ταινία μου άρεσε πολύ.
Post a Comment