Book review, movie criticism

Tuesday, January 12, 2010

Ο «Επικήδειος» του Ιωάννη Κονδυλάκη και «Οι δυο θάνατοι του Ιωακείμ-κραυγή του νερού» του Ζόρζε Αμάντο»

Ο «Επικήδειος» του Ιωάννη Κονδυλάκη και «Οι δυο θάνατοι του Ιωακείμ-κραυγή  του νερού» του Ζόρζε Αμάντο»

Γεραπετρίτικη Απόπειρα, Μάιος 2003, τ. 41, σελ. 35-39.

  Στη ζωή, το θλιβερό συνδέεται συχνά με το αστείο, το τραγικό με το κωμικό. «Γάμος άκλαυτος και κηδεία αγέλαστη δε γίνεται», λέει μια λαϊκή παροιμία.1 Υπάρχει ένας ομοιοστατικός μηχανισμός «γέλιου» που αποτρέπει τις συνέπειες από την υπερβολική ένταση ενός τραγικού αισθήματος, λειτουργώντας περίπου καθαρτικά. Ο αρχαίος έλληνας θεατής των παραστάσεων τραγωδίας, θα υπέκυπτε κάτω από την ένταση των συναισθημάτων ελέου και φόβου αν δεν υπήρχε μια επιπλέον «κάθαρσις», πιο άμεση αυτή τη φορά, με το σατιρικό δράμα και αργότερα την κωμωδία, που παίζονταν μετά την τραγική τριλογία. Αργότερα με την τραγικωμωδία, μέσα στο ίδιο έργο συνέβαινε η εναλλαγή τραγικού - κωμικού. Τέλος υπάρχουν έργα όπου το κωμικό σκεπάζει, ως μια προστατευτική ασπίδα, το τραγικό, το οποίο τραγικό σχεδόν εξαφανίζεται.
  Στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα από τα ωραιότερα διηγήματα, το οποίο μάλιστα ανθολογήθηκε και σε σχολικό εγχειρίδιο, είναι ο «Επικήδειος» του Ιωάννη Κονδυλάκη. Δημοσιεύθηκε το 1916 στον τόμο «Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διηγήματα». Αναφέρεται στον «Επικήδειο» που εκφώνησε, ή μάλλον προσπάθησε να εκφωνήσει ο αφηγητής, στην κηδεία του πατέρα ενός φίλου του, πριν τον πάρουν τα γέλια που προσπαθούσε από ώρα να καταπνίξει, και διωχθεί κακήν κακώς από την εκκλησία.
  Τo 1971 δημοσιεύει ο Ζόρζε Αμάντο το έργο του «Οι δυο θάνατοι του Ιωακείμ-κραυγή-του-νερού» (A morte e a morte de Quincas Berro d’ agua, γαλλική μετάφραση Les deux morts de Quinquin-la-flotte), στο οποίο πραγματεύεται με χιουμοριστικό τρόπο το θάνατο του ήρωά του. Η ομοιότητα αυτή στην χιουμοριστική πραγμάτευση ενός ουσιαστικά θλιβερού θέματος είναι που μας ώθησε σε μια συγκριτολογική προσέγγισή τους.
  Είναι καταρχήν προφανές ότι δεν τίθεται εδώ καθόλου θέμα επίδρασης. Ασφαλώς ο Αμάντο δεν μπορεί να γνώριζε το έργο του Κονδυλάκη, το οποίο, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει μεταφραστεί σε ξένη γλώσσα. Έτσι η μελέτη μας θα εστιαστεί στην ανίχνευση ομοιοτήτων, αναλογιών και ομολογιών, καθώς και των διαφορών που έχουν τα δυο έργα μεταξύ τους.
  Μια βασική διαφορά είναι η έκταση των δύο έργων. Το έργο του Κονδυλάκη, στις εκδόσεις Σοκόλη («Η παλαιότερη πεζογραφία μας», τόμος ΣΤ΄, σελ. 386-391), είναι μόλις έξι σελίδες, ενώ του Ζόρζε Αμάντο, στη δίγλωσση έκδοση που το έχουμε, σε βιβλίο τσέπης («Novelas portuguesas contemporaneas», Le livre de poche, collection Les Langues Modernes/Bilingue, Paris, xx), είναι 144 σελίδες με τη γαλλική μετάφραση, δηλαδή 72 (σελ. 35) σελίδες, στις οποίες το 1/3 καταλαμβάνεται από σημειώσεις.
  Οι δυο νεκροί έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, ότι ήταν γλεντζέδες. Ο νεκρός του Κονδυλάκη, όταν έπινε, ενθουσιασμένος κτυπούσε το στήθος του ή το στήθος των διπλανών του, φωνάζοντας «στήθος μάρμαρο». Στον εκφραστικό αυτό τόπο, αρκετά διαδεδομένο στην Κρήτη μέχρι και σήμερα, προστέθηκε, ίσως μεταγενέστερα, μια και δεν γίνεται μνεία γι’ αυτό στον «Επικήδειο», ο αντίλογος, από άτομα που, όπως ο αφηγητής, τους κοβόταν η ανάσα από τέτοιου είδους κτυπήματα: «και καρδιά πατάτα», για την αποτροπή και άλλων τέτοιων κτυπημάτων.
  Ο νεκρός του Αμάντο ήταν το ίδιο λάτρης του ποτού. Κάποτε γέμισε το ποτήρι του από μια μπουκάλα που νόμιζε ότι είχε κασάσα, τοπική ρακί. «Εβίβα», σήκωσε το ποτήρι του και το κατέβασε μονορούφι. Αμέσως μετά φώναξε με αποτροπιασμό: «νερόοοοο!» Το άσπρο χρώμα τον είχε ξεγελάσει. Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι «κραυγή του νερού».2
  Ο νεκρός του Αμάντο έχει μια πιο πλούσια διαγραφή χαρακτήρα, που το επιτρέπει η έκταση του διηγήματος. Όπως ο «Μπάμπα Τζωρτζ» στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκούρτη, έτσι κι αυτός παρατάει την οικογένειά του και τη μικροαστική του ζωή και ρίχνεται στο περιθώριο, μπεκροπίνοντας όλη μέρα με τους φίλους του: «αδιόρθωτοι μπεκρήδες, παλιανθρώποι στο περιθώριο του νόμου και της κοινωνίας, αλήτες που θα ’πρεπε να βρίσκονται στη φυλακή και όχι ελεύθεροι στους δρόμους...» (σελ. 130). Ο νεκρός του Κονδυλάκη είναι πότης, αλλά όχι περιθωριακός. Είναι ένας αξιοπρεπής οικογενειάρχης. Πίνει όταν του δίνεται η ευκαιρία, και μια από αυτές τις ευκαιρίες είναι όταν περνούν από το χωριό οι φίλοι του γιου του.
  Γενικά σε μια μικρή κοινωνία όπως το χωριό, είναι δύσκολο να σχηματιστεί περιθωριακή ομάδα. Όμως άτομα περιθωριακά υπάρχουν πάντα. Ο Καζαντζάκης λέει ότι κάθε χωριό στην Κρήτη έχει τον κουζουλό του. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ότι έχει και τον μεθύστακά του. Και όχι μόνο στην Κρήτη. Οι μέθυσοι αυτοί, μόνοι, είναι συνήθως αντικείμενο γενικής περιφρόνησης, και υποφέρουν από μοναξιά και κοινωνική απόρριψη. Την κατάστασή τους την περιγράφουν πολύ χαρακτηριστικά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη» και ο Ι. Καραγάτσης στα «Χταποδάκια».
  Ο νεκρός του Αμάντο όμως ζει σε πόλη, όπου οι μέθυσοι μπορούν να σχηματίσουν τη δική τους κοινωνική ομάδα, και η γενική περιφρόνηση αντισταθμίζεται από την σύμπνοια και την αλληλοβοήθεια των μελών.
  «Ήταν καλός κι εύθυμος άνθρωπος, μ’ όλα τα εξήντα χρόνια του» (σελ. 386), δίνει επιγραμματικά το χαρακτήρα του ήρωά του ο αφηγητής στο έργο του Κονδυλάκη. Όσο για το πόσο «αποδεκτός» ήταν ο ήρωας του Αμάντο στην δική του περιθωριακή κοινωνία, φαίνεται σε όλο το διήγημα. Ήταν περίπου ο αρχηγός της.
  Υπάρχει ομοιότητα στην εικόνα των δύο νεκρών. «Ήτο σαν ζωντανός. Όπως τούρθε ξαφνικός θάνατος, δεν είχε σχεδόν αλλάξει» (σελ. 338). Όσο για τον Ιωακείμ, «...χαμογελούσε σαν να τα εύρισκε όλα αυτά αστεία» (soria como se estivesse a divertir-se, σελ. 144).
  Το χιούμορ και στα δυο έργα προέρχεται εν μέρει από τη σάτιρα. Ο Κονδυλάκης στο έργο του σατιρίζει τις υπερβολές στις οποίες επιδίδονται οι εκφωνούντες τους επικήδειους ψάλλοντας το εγκώμιο του νεκρού, είτε από δική τους πρωτοβουλία είτε κατόπιν προτροπών και υποδείξεων συγγενών και φίλων.
  Ο αφηγητής έχει επιλεγεί να εκφωνήσει τον (σελ. 36) επικήδειο, ως ο πιο κατάλληλος. Αυτός βέβαια έχει αντιρρήσεις, και η πρώτη δικαιολογία που προβάλλει είναι ότι δεν έχει εκφωνήσει ποτέ άλλοτε στη ζωή του επικήδειο.
  «-Μήπως εμείς εξεφωνήσαμε;
    -Μα τι να του πω; Ήτο ένας γεωργός αγράμματος, που δεν μπορείς να του πεις παρά μόνο πως ήτο καλός άνθρωπος.
    -Μα αυτά δε φτάνουνε για να γεμίσουν ένα επικήδειο. Αν ήξερα τουλάχιστον πως επολέμησε...
    -Θάχει πολεμήσει, αμφιβάλλεις; είπεν ένας από τους φίλους μου. Λες πώς επολέμησε στα ’66 ή ότι ανδραγάθησε στην επανάσταση του Μαυρογένη.
    -Δηλαδή τότε που δεν έγινε τίποτε, είπε κι εγέλα ο Ζαμαλής. Δεν το ξέρετε πως η επανάσταση του Μαυρογένη επέρασε χωρίς ν’ ανοίξει μύτη;
    -Τέλος πάντων, ας πει πως επολέμησε στα ’66 και φτάνει. Και θάχει πολεμήσει, δεν μπορεί. Εμείς στον Πειραιά εβγάλαμε αγωνιστή του ’21 ένα γέρο που δεν ήξερε πως πιάνουν το τουφέκι» (σελ. 387).
  Κατά την εκφώνηση του επικήδειου, ενώ μιλάει για την οδύνη που θα λάβει ο γιος του νεκρού και φίλος του αφηγητή που βρίσκεται στην ξενιτιά όταν μάθει το θλιβερό νέο, παροτρύνεται από «συγγενή, φαίνεται, της οικογένειας» (σελ. 390) να μιλήσει και για τα άλλα του παιδιά, πράγμα που κορυφώνει τη διάθεσή του να σκάσει στα γέλια. Στο τέλος δεν θα το αποφύγει.
  «Ήθελα να πω: ‘Γαίαν έχεις ελαφράν’ αλλά μόνο η πρώτη συλλαβή έβγαινε από το στόμα μου κι ετελείωσε σε σπασμό γέλιου.
  Στρέφομαι γύρω με απελπισία και ζητώ μια πρόφαση για να δικαιολογήσω την ασεβή παραφροσύνη μου. Άλλοι με κοιτάζουν με απορία κι άλλοι με θυμό. Και μόνον οι φίλοι μου δεν με κυττάζουν γιατ’ έχουν κρυφτεί. Το βλέμμα μου φτάνει στον φαρμακοποιό και στα μούτρα του βρίσκω την πρόφαση που ζητούσα. Ο Ζαμαλής βαφότανε κι από τη ζέστη η βαφή είχεν αναλιγώσει και με τον ιδρώτα σχημάτιζε κιτρινωπά ρυάκια στο πρόσωπό του.
    -Μωρέ βάφεσαι; του λέω για να δείξω τάχα ότι γι’ αυτή την ανακάλυψη γελούσα.
    -Δε μου λες πως είσαι για δέσιμο; αποκρίνεται ο Ζαμαλής και σκουπίζεται με μεγάλο χρωματιστό μαντήλι.
    Δια να σκεπάσει το σκάνταλο ο παπάς άρχισε να ψάλει. Την ίδια στιγμή δυο χέρια μ’ έσπρωξαν προς τα έξω. Ήταν ο χωρικός που μου έλεγε τα ονόματα. Και στην πόρτα της εκκλησιάς μου λέγει:
    -Το καλό που σου θέλω, φύγε, φύγε γλήγορα!» (σελ. 391).
  Ο Αμάντο στο έργο του σατιρίζει τη μικροαστική μιζέρια των συγγενών του νεκρού. Σκέφτονται τα έξοδα της κηδείας και προσπαθούν με κάθε τρόπο να τα περιορίσουν, και με κρυφή ευχαρίστηση παραδίδουν τον νεκρό στους τέσσερις περιθωριακούς φίλους τους να τον ξενυχτήσουν, για να πάνε οι ίδιοι να κοιμηθούν.
  Ο δεκανέας Μάρτιν,3 βλέποντας ότι ο νεκρός είναι χωρίς σώβρακο, σχολιάζει: «-Δεν θέλω να κακολογήσω, αλλά η οικογένειά του είναι πολύ οικονόμα» (Nâo é para falar mal, mas essa sua família é um tanto quanto econômica, σελ. 244), για να προβούν στη συνέχεια οι υπόλοιποι σε πιο σκληρούς χαρακτηρισμούς.
  Όσον αφορά αυτό το τμήμα το έργου, υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες με την «Τελετή», ένα μονόπρακτο θεατρικό έργο του Παύλου Μάτεσι που αναφέρεται στην προετοιμασία μιας κηδείας, στο οποίο σατιρίζονται αλύπητα οι μικροαστοί συγγενείς του νεκρού, με ατάκες που σκορπούν άφθονο γέλιο.
  Στο έργο του Αμάντο κάνει την εμφάνισή του ένας ιδιότυπος «μαγικός ρεαλισμός», που δημιουργείται όχι τόσο μέσω της μυθοπλασίας, όσο μέσω της αφηγηματικής τεχνικής της αλλαγής (σελ. 37) προοπτικής. Ο αφηγητής αφηγείται μέσα από την προοπτική των τεσσάρων φίλων του νεκρού. 
  Ένας από τους τέσσερις φίλους προτείνει να πουν το «Πάτερ ημών», το οποίο, «με μια τρομερή πίεση της μνήμης, κατάφερε να θυμηθεί σχεδόν ολόκληρο» (Conseguira, num surpreendente esforço de memóriα, recordar-se da oraçâo quase completa, σελ. 236). Όμως οι άλλοι τρεις είναι αρκετά απρόθυμοι. Το νιώθουν παρ’ όλα αυτά ως καθήκον απέναντι στο νεκρό φίλο τους, και επιχειρούν να πουν κάποιες προσευχές, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.
  «Τελικά ο Curió (που ήταν πεσμένος στα γόνατα και με σκυμμένο το κεφάλι σε συντριβή) εξοργίσθηκε:
    -Βλάκες...
    -Έλλειψη εξάσκησης, είπε ο δεκανέας. Όμως κάτι ήταν κι αυτό. Τα υπόλοιπα θα τα κάνει αύριο ο παπάς».
  (Finalmente Curió (que se havia posto de joelhos e baixara a cabeça contrita) irritou-se:
    -Cambada de burros...
    -Falta de treino... -disse o Cabo.-Mas jà foi alguma coisa. O resto o padre faz amanhâ», σελ. 238).
  Δίνουν στο νεκρό ένα βατράχι για να διασκεδάσει. Του δίνουν επίσης να πιει, σαν να ήταν ζωντανός. Στο μεθύσι τους τον ακούνε να μιλάει. Μετά το σχόλιο του δεκανέα Μάρτιν για την οικογένεια του νεκρού που παραθέσαμε πιο πριν, διαβάζουμε:
  «‘Τσιγκούνηδες’, διευκρινίζει ο Ιωακείμ» (Unhas de fome... -precisou Quincas (σελ. 244). Αν η προοπτική ήταν αυτή του αφηγητή, θα είχαμε καθαρό μαγικό ρεαλισμό.
  Αποφασίζουν να του βγάλουν τα καινούρια ρούχα με τα οποία τον έντυσαν οι δικοί του μια και, όπως σχολιάζουν, του είναι άχρηστα, κάποια για να τα φορέσουν οι ίδιοι, κάποια για να τα ανταλλάξουν με ποτό. Όταν τον ντύνουν με τα παλιά του ρούχα, που ήταν πεταμένα σε μια γωνιά, τότε τον αναγνωρίζουν: «-Τώρα ναι, είναι ο γέρο Ιωακείμ» (-Agora, sim, é o velho Quincas. σελ. 242). Έπειτα αποφασίζουν να τον βγάλουν βόλτα κρατώντας τον απ’ τις μασχάλες. Τον βλέπει η φίλη του και ξεσπάει: «-Κακούργε, άθλιε, τι πήγες και διάδωσες και τρόμαξες τον κόσμο, ότι είσαι τάχα νεκρός» (-Bandido! Cachorro! Desgraçado! Que é que tu fez pra espalhar que tava morto, dando susto na gente? σελ. 256). Ο ιδιοκτήτης ενός μπαρ μένει έκπληκτος, «βλέποντας τον Ιωακείμ-κραυγή-του-νερού να είναι στην καλύτερή του φόρμα» (... estupefato ao ver Quincas Berro dàgua no melhor de sua forma..., σελ. 260). Η παρουσία του προκαλεί επίσης ένα καυγά.
  Πέρα από την προοπτική των μεθυσμένων φίλων μέσω της οποίας παρουσιάζεται η ιστορία, οπωσδήποτε λειτουργεί εδώ ένα εφέ υπερβολής.
  Τέλος τον πηγαίνουν βόλτα με μια βάρκα. Τον καθίζουν στην άκρη της, όμως κάποια στιγμή τους ξεφεύγει και πέφτει στη θάλασσα. Έτσι συντελείται ο δεύτερος θάνατός του, που έχει σαν αποτέλεσμα τη ματαίωση της κηδείας.
  Η έκφραση «δεύτερος θάνατος» ή «πέθανε δυο φορές» στην ελληνική γλώσσα είναι ένας γνωστός εκφραστικός τρόπος. Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» (Αλεξ. Παπαδιαμάντη, «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη», εκδόσεις Μαρή, Αθήνα, 1961) διαβάζουμε: «Ο άτυχος, είχεν αποθάνει δύο θανάτους, τον έναν από την χολέραν, τον άλλον από την άθεσμον ταφήν [είχε ριχτεί στη θάλασσα από το πλοίο, χωρίς την καθιερωμένη νεκρώσιμη ακολουθία, και φάνηκε στον κόσμο ότι ήταν ζωντανός και ότι όταν έπεφτε στο νερό έβγαλε μια κραυγή]. Αλλ’ ιδού τώρα ότι υπέκειντο και αυτοί εις την (σελ. 38) αράν να γευθώσι δις τον θάνατον, κινδυνεύοντες ν’ αποθάνωσι προώρως από τον φόβον, πριν αποθάνωσι οριστικώς από την χολέραν» (σελ. 30).
  Το έργο του Αμάντο, μεγαλύτερο σε έκταση, περιλαμβάνει περισσότερα κωμικά επεισόδια, σε αντίθεση με το έργο του Κονδυλάκη, όπου το κωμικό εστιάζεται γύρω από την εκφώνηση του επικήδειου. Όμως και οι δυο συγγραφείς φαίνεται να έχουν την ίδια εικονοκλαστική διάθεση απέναντι στο θάνατο, αντιμετωπίζοντάς τον όχι σαν ένα τραγικό συμβάν, αλλά σαν ένα γεγονός της ζωής, το οποίο ακυρώνει είτε η φαντασία («-Για φαντάσου έτσι πούχει τα χέρια σταυρωμένα αν έξαφνα αρχίσει να κτυπά γροθιές στο στήθος του και να φωνάζει: ‘Στήθος μάρμαρο!’ Για φαντάσου!», σελ. 389) είτε, πιο προχωρημένα, η επιθυμία των τεσσάρων φίλων να βγάλουν βόλτα τον νεκρό φίλο τους, σαν να επρόκειτο για ζωντανό. Τελικά, μεγαλύτερο ξόρκι για το θάνατο από το γέλιο δεν υπάρχει. (σελ.39)

Σημειώσεις

1. Αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό ανέκδοτο από το βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της Κρητικής Λογοτεχνίας» (Αθήνα, 1990, Δωρικός, σελ. 104). «Σε ένα διπλανό χωριό από το δικό μου, το Καβούσι, πέθανε κάποτε ένας γέρος, και οι τρεις κόρες του τον μοιρολογούσαν. Ξάφνου το μοιρολόι γίνεται έμμετρο. Λέει η πρώτη κόρη: Στον κάτω κόσμο που θα πας, κράτα και μια ντομάτα/ το μεσημέρι που θα φας να κάμεις μια σαλάτα. Λέει η δεύτερη: Στον κάτω κόσμο που θα πας κράτα κι ένα μαρούλι/ να βάλεις στη σαλάτα σου μαζί με λίγο αγγούρι. Η τρίτη όμως η φουκαριάρα που δεν είχε το ποιητικό ταλέντο των δύο πρώτων, προσθέτει απλώς: Κράτα πατέρα και κιοντανέ (πράσο), προς μεγάλη θυμηδία των παρευρισκομένων που, μη μπορώντας να κρατηθούν, ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, μπροστά στο φέρετρο.»  
2. Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε τον Μάιο του 2001 από τις εκδόσεις Καστανιώτη (μετάφραση Αθηνάς Ψύλλια), ακριβώς τότε που επεξεργαζόμουν αυτό το κείμενο, και την οποία αγνοούσα. Μεταφράστηκε με τον τίτλο «Ο πρώτος και ο δεύτερος θάνατος του Κινίνου του Μπέκρου». Εδώ έχουμε μια ένσταση όσον αφορά το όνομα του ήρωα. Στη δεύτερη σημείωση της δίγλωσσης μετάφρασης που έχουμε (σελ. 128) αναφέρεται ότι το Quincas είναι υποκοριστικό του Ιωακείμ. Ελλείψει αντίστοιχου υποκοριστικού στα ελληνικά, εμείς αφήσαμε το κύριο όνομα. Όσο για το παρατσούκλι, εμείς προτιμήσαμε την πιο κυριολεκτική μετάφραση.
3. Περιέργως ο cabo Martim (Martin le caporal, ο δεκανέας Μαρτίν στη γαλλική μετάφραση), γίνεται υπολοχαγός Μαρτίμ στην ελληνική μετάφραση. (σελ. 39)
Post a Comment