Book review, movie criticism

Saturday, January 23, 2010

Σύγχρονες μορφές λαϊκού πολιτισμού

Σύγχρονες μορφές λαϊκού πολιτισμού

Εισήγηση που έγινε στο 1ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο με θέμα «Λαϊκός Πολιτισμός και Εκπαίδευση» οι εργασίες του οποίου διεξήχθηκαν στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας στο Βόλο στις 29 Σεπτεμβρίου – 1η Οκτωβρίου 2006.

  Αν με τη φράση «λαϊκός πολιτισμός» εννοούμε ανώνυμα καλλιτεχνικά δημιουργήματα που τίθενται σε λαϊκή κατανάλωση, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η πιο ζωντανή μορφή σήμερα λαϊκής δημιουργίας είναι κατ’ αρχή τα ανέκδοτα και τα αινίγματα, και κατά δεύτερο λόγο τα στιχουργήματα. Και ενώ τα πρώτα ανθούν τόσο σε αστικές όσο και μη αστικές περιοχές, τα δεύτερα, προερχόμενα άμεσα από τη λαϊκή παράδοση, ευδοκιμούν κυρίως στην επαρχία. Τα ανέκδοτα και τα αινίγματα, σύντομα σαν χάι κου, αποτελούν δείγματα τόσο επιγραμματικής σοφίας όσο και χιουμοριστικών υφολογικών τεχνικών. Τα στιχουργήματα, κυρίως τα ολιγόστιχα, αποτελούν συχνά ποιητικά διαμάντια που θα τα ζήλευε και ο καλύτερος επώνυμος δημιουργός. Οι νέες τεχνολογίες διευκολύνουν τη διασπορά τους, κυρίως μέσω sms  αλλά και e-mail. Δικτυακοί τόποι επίσης αποτελούν χώρους ανάρτησής τους, πράγμα που τα κάνει προσβάσιμα σε ευρύτερο κοινό. Και ενώ τα ανέκδοτα και τα αινίγματα αποτελούν παραγωγή στιγμιαίας έμπνευσης, η παραγωγή στιχουργημάτων συχνά ενισχύεται και από διαγωνισμούς, όπως π.χ. διαγωνισμοί μαντινάδας, οι οποίοι ανθούν στην Κρήτη. Τα έργα του επώνυμου δημιουργού χάνονται συχνά στην ανωνυμία, όπως συμβαίνει π.χ. στην Κρήτη με τις μαντινάδες του Κωστή Φραγκούλη.
  Η σταχυολόγησή τους και η διδασκαλία τους συνδέει την εκπαίδευση με μια πρακτική που οι ίδιοι οι μαθητές ασκούν καθημερινά.

  If by saying “folk culture” we mean anonymous works of art consumed by the general population, then we have to admit that the most vivid forms of folk culture today are in the first place anecdotes and riddles, and then folk verses. While the first flourish in urban areas and the countryside alike, the second flourish mainly in the countryside. Anecdotes and riddles, short like the Japanese hai-ku, are often specimens of concentrated wisdom and/or humoristic stylistic forms. Verses, mainly the short ones, attain sometimes to such a high quality, as to be envied by the greatest poets.
  The new technologies favor their dissemination. Sms and e-mail are the commonest ways of their propagation. Many Internet sites host them, being thus accessible to a wide public. While anecdotes and riddles are product of momentary inspiration, the production of verses is encouraged by relevant competitions, like mantinadas’ competitions, flourishing in Crete nowadays. Verses of eminent poets writing in traditional forms, like those of Costis Frangulis, are disseminated among the people to such a degree, that their origin is forgotten.
  The collection and teaching of these forms of folk culture connects education with a practice widely used by the students themselves. 


  Αν με τη φράση «λαϊκός πολιτισμός» εννοούμε ανώνυμα καλλιτεχνικά δημιουργήματα που τίθενται σε λαϊκή κατανάλωση, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι πιο ζωντανές μορφές λαϊκής δημιουργίας σήμερα είναι κατ’ αρχή τα ανέκδοτα και τα αινίγματα, και κατά δεύτερο λόγο τα στιχουργήματα. Στην εισήγησή μας αυτή θα μελετήσουμε τις συνθήκες παραγωγής και πρόσληψής τους, και θα επιχειρήσουμε μια κατ’ αρχήν κατηγοριοποίησή τους.
   Πριν ξεκινήσουμε θα πρέπει να πούμε δυο λόγια για τη «λαϊκή παράδοση». Η λαϊκή παράδοση, που ξεκινάει από χειροτεχνήματα και φτάνει μέχρι τους δημοτικούς χορούς, βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιόμορφη κατάσταση. Όντας δημιούργημα της επαρχίας, έχει ακολουθήσει εν πολλοίς τη μοίρα της. Η αστυφιλία και οι σύγχρονες συνθήκες μαζικής βιομηχανικής παραγωγής την έχουν οδηγήσει σε παρακμή. Έτσι τα διάφορα αντικείμενα λαϊκής τέχνης έπαψαν να είναι λειτουργικά, και απλά εκτίθενται σήμερα μουσειακά σε μουσεία λαϊκής τέχνης. Το δημοτικό τραγούδι βρίσκεται και αυτό σε συλλογές, και ασχολούνται μαζί του κυρίως ερευνητές και κάποιοι λίγοι οπαδοί της παράδοσης. Σε παρόμοιες συλλογές αποθησαυρίζονται παροιμίες και ανέκδοτα, που περισσότερο ξεφυλλίζονται παρά διαβάζονται. Μόνο ο χορός και η μουσική δείχνουν σημεία αντίστασης. Και ενώ οι νεολαίοι, απαξιώνοντας τους παραδοσιακούς μας χορούς ασχολούνται με το ροκ, κάποιοι απ’ αυτούς αντιστέκονται. Στην Κρήτη ιδιαίτερα παρατηρούμε ένα αντίστροφο φαινόμενο, τη λαϊκή παράδοση να ανθεί. Οι σχολές εκμάθησης Κρητικών χορών και λύρας ξεπετάγονται συνεχώς σαν τα μανιτάρια.
  Αυτό που έχει απαξιωθεί από τους μελετητές της λαϊκής παράδοσης και το οποίο όχι μόνο αντιστάθηκε αλλά ανθεί σήμερα, είναι τα ανέκδοτα. Οι συλλογές από ανέκδοτα που κυκλοφορούν είναι πολύ λίγες σε σχέση με τις συλλογές δημοτικού τραγουδιού. Επίσης τα ανέκδοτα έχουν μελετηθεί ελάχιστα, παρόλο που τα υφολογικά στοιχεία που διαθέτουν είναι εξίσου πλούσια με εκείνα του δημοτικού τραγουδιού. Και ενώ τα δημοτικά τραγούδια μελετούνται και κατηγοριοποιούνται κατά κόρο, δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο με τα ανέκδοτα. Έτσι θεωρούμε σκόπιμο να ξεκινήσουμε απ’ αυτά.
  Για τα ανέκδοτα θα προτείνουμε δυο γενικές κατηγοριοποιήσεις: η πρώτη με βάση το περιεχόμενο και η δεύτερη με βάση το ύφος. Θα ξεκινήσουμε από την πρώτη, που είναι πιο χρηστική για τον πολύ κόσμο.
  Ένα κριτήριο για να κατηγοριοποιήσουμε τα ανέκδοτα με βάση το περιεχόμενό τους είναι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται. Και εδώ μπορούμε να διακρίνουμε δυο υποκατηγορίες: Την υποκατηγορία της διακωμώδησης και την υποκατηγορία της ανάδειξης.
  Η πιο συνηθισμένη υποκατηγορία είναι αυτή της διακωμώδησης. Διαθέτει άφθονα ανέκδοτα που κυκλοφορούν ευρέως. Εδώ μπορούμε επίσης να διακρίνουμε επί μέρους κατηγορίες. Έτσι οι πιο γνωστές επί μέρους κατηγορίες είναι τα ανέκδοτα με τους πόντιους1 και τα ανέκδοτα με τις ξανθιές.2 Μπορεί σ’ αυτά να υπολανθάνει ένας ρατσισμός και ένας σεξισμός, είναι όμως από τα πιο σπαρταριστά. Δεν χρειάζεται να δώσουμε παραδείγματα, όλοι σας φαντάζομαι ξέρετε αρκετά.
  Μια άλλη επί μέρους κατηγορία διακωμώδησης έχει να κάνει με την προφορά τοπικών ιδιωμάτων. Η Θεσσαλία βρίσκεται εδώ στο στόχαστρο. «Periclis», φωνάζει ένας περαστικός σε κάποιον που βρίσκεται στη σκαλωσιά μιας οικοδομής. – Εδώ δεν υπάρχει κανένας Περικλής. – Βρε θα πέσεις, πήρε κλίση η σκαλωσιά.  
  Τα ανέκδοτα διακωμώδησης δεν είναι καινούρια. Στην Κρήτη, πριν πολλές δεκαετίες, κυκλοφορούσαν τα ανέκδοτα με τους σιμιώτες. Όσο για τα ανέκδοτα με τους Σκωτσέζους, φημισμένους για την τσιγκουνιά τους, αυτά έχουν γίνει διεθνή.
  Η άλλη επί μέρους κατηγορία είναι εκείνη όπου τα πρόσωπα δεν σατιρίζονται, αλλά αναδεικνύονται για την εξυπνάδα τους και τον ευφυή χειρισμό καταστάσεων. Επίσης είναι ατομικά και όχι συλλογικά, όπως τα προηγούμενα. Επί πλέον είναι πολύ παλιά. Ο Τοτός φιγουράριζε σε ανέκδοτα δημοσιευμένα σε διάφορα έντυπα, παιδικά κυρίως, ενώ ο Μπόμπος, αθυρόστομος καθώς ήταν, κυκλοφορούσε προφορικά. Και ενώ τόσο ο Τοτός όσο και ο Μπόμπος είναι πρόσωπα φανταστικά, σήμερα στην Κρήτη είναι της μόδας ανέκδοτα με ένα πραγματικό πρόσωπο: Τον Ψαραντώνη, αδελφό του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη, που είναι κι αυτός λυράρης. Να πούμε ένα.
  «Σταματάει ο τροχονόμος τον Ψαραντώνη: -Ψαραντώνη του λέει, κράνος δεν έχεις, δίπλωμα δεν έχεις, άδεια κυκλοφορίας δεν έχεις, πες μου τι να γράψω τώρα εγώ. Και ο Ψαραντώνης: - Γράψε πως δεν με είδες».
  Ένα κριτήριο κατηγοριοποίησης είναι αν το ανέκδοτο είναι σόκιν ή μη σόκιν. Ερευνητικά δεν είναι αξιόλογο κριτήριο, έχει όμως μεγάλη πρακτική χρησιμότητα, γιατί τα σόκιν είναι τα μόνα ανέκδοτα που δεν μπορείς να τα πεις οπουδήποτε [και, δυστυχώς, να τα αναρτήσεις οπουδήποτε].
  Μια κατηγορία ανεκδότων είναι τα πραγματικά. Βέβαια πολλές φορές είναι αμφιλεγόμενο αν το ανέκδοτο είναι πραγματικό ή επινοημένο. Το παρακάτω που θα σας πω είναι σίγουρα πραγματικό, και συνέβη πριν λίγα χρόνια στο χωριό μου. Ένας χωριανός μου ζητάει από έναν οικοδόμο να του φτιάξει ένα μνήμα στο νεκροταφείο του χωριού. Ο οικοδόμος του λέει «Εντάξει, αλλά δεν θα με ρωτάς πως πάει η δουλειά. Όταν τελειώσω θα σε φωνάξω να το δεις». Πράγματι μετά από κάποιους μήνες τον φωνάζει και πηγαίνουν στο νεκροταφείο. Η δουλειά που είχε κάνει ήταν εξαιρετική.
– Μάστορα, του λέει, γεια στα χέρια σου, το μνήμα που μου έφτιαξες είναι πάρα πολύ ωραίο. Μόνο μωρέ τα σκαλοπατάκια που κατεβαίνεις στις κρύπτες τα έκανες πολύ μικρά. Και ο μάστορας του απαντάει: -Γιατί, τι έχεις σκοπό, να μπαινοβγαίνεις;
  Υπάρχουν βέβαια και πραγματικά ανέκδοτα με επώνυμους: Είναι γνωστό εκείνο με τον Γεώργιο Παπανδρέου, που βγάζοντας λόγο στο Βόλο αρχίζει «Λαέ της Λάρισας», και όταν ο σύμβουλός του δίπλα του τού ψιθυρίζει ότι βρίσκονται Βόλο, επαναλαμβάνει «Λαέ της Λάρισας, σε ξεπέρασε ο λαός του Βόλου».3
  Μια άλλη προσφώνηση, εγγονού διάσημου πολιτικού σε κατοίκους του Κολυμπαρίου ( το Κολυμπάρι είναι ένα κεφαλοχώρι στα Χανιά), είναι λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου σπαρταριστή. Αντί να πει «αγαπητοί μου Κολυμπαριώτες» είπε κάτι άλλο.
   Ενώ μια θεματική κατηγοριοποίηση γίνεται ήδη από τους χρήστες, μια υφολογική κατηγοριοποίηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον για τον ερευνητή. Αυτή η κατηγοριοποίηση θα ήταν πολύ χρήσιμη στην εκπαίδευση, όπου τα ανέκδοτα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν περίπου σαν «παράλληλα κείμενα» για τη μελέτη υφολογικών σχημάτων. Ο Patrick Hugues, (Πάτρικ Χιούζ) στο έργο του «More on oxymoron», παραθέτει πλήθος ανεκδότων.4 Εδώ θα δώσουμε παραδειγματικά κάποιες υφολογικές κατηγορίες ανεκδότων. Τα ανέκδοτα περιμένουν τον δικό τους Βλαντιμίρ Προπ.
  Το βασικό χαρακτηριστικό των ανεκδότων είναι το χιούμορ. Και το χιούμορ στηρίζεται συχνά στην ειρωνεία, στην ειρωνική χρήση της δισημίας και πολυσημίας των λέξεων. Αναφέρω ένα σύντομο ανέκδοτο σαν παράδειγμα.
-Τα μαλλιά σας είναι τεχνητά;
-Φυσικά.
-Φυσικά;
-Όχι, τεχνητά.
-Μα τι είναι τέλος πάντων τα μαλλιά σας, τεχνητά ή φυσικά;
-Τεχνητά φυσικά.
  Εδώ το χιουμοριστικό εφέ στηρίζεται στη δισημία του «φυσικά», καθώς ο ένας το χρησιμοποιεί σαν επίρρημα ενώ ο άλλος το αντιλαμβάνεται ως επίθετο.
  Θα παραθέσω ένα ακόμη ανέκδοτο, με τον Ψαραντώνη. Βρίσκουν αυτός και η παρέα του ένα γατάκι στο δρόμο και το παίρνουν σπίτι. –Εγώ λέω να το βγάλουμε Βαγγελίτσα, λέει ο ένας. – Εγώ λέω να το βγάλουμε Ελενίτσα, λέει ο άλλος. Εγώ λέω να το βγάλουμε Καλλιόπη, λέει ο τρίτος και ούτω καθεξής. Και στο τέλος ο Ψαραντώνης αγανακτισμένος: -Εγώ λέω να το βγάλουμε έξω.
  Από τη μεταφορική σημασία (βγάζω ίσον βαπτίζω) πηγαίνουμε στην κυριολεκτική.
  Στο παρακάτω ανέκδοτο, που μοιάζει με πραγματικό, έχουμε το αντίστροφο, από την κυριολεκτική σημασία πηγαίνουμε στη μεταφορική: Ο Λευτέρης πήγε για πρώτη φορά στο Ηράκλειο και ρωτά ένα κάπως ηλικιωμένο άντρα: «-Γέρο, δε μου λες πώς θα πάω πιο γρήγορα στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο;- Αν με ξαναπείς άλλη μια φορά γέρο».
  Ένα εφέ ομωνυμίας διαθέτει το παρακάτω ανέκδοτο, πραγματική ιστορία. Συνέβη τότε που ήμουν στο στρατό. Είναι μια συνομιλία ανάμεσα στον τηλεφωνητή και σε ένα συνταγματάρχη:
  «Συνταγματάρχης: -Κολώνεις.
  Στρατιώτης: -Δεν κωλώνω.
  Συνταγματάρχης: -Κολώνεις σου λέω!
  Στρατιώτης: -Κι εγώ σου λέω πως δεν κολώνω!
  Συνταγματάρχης: -Συνταγματάρχης Κολώνης στο τηλέφωνο.
  Στρατιώτης -Κολώνω, κολώνω συνταγματάρχα μου!».
  Το παραπάνω ανέκδοτο το ανέφερα για να δείξω τον χαρακτήρα της προφορικότητας που έχουν τα ανέκδοτα. Το ανέκδοτο αυτό για παράδειγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει γραπτά, παρά μόνο αν ίσως βάζαμε το colonis με λατινικούς χαρακτήρες. Το ίδιο και το ανέκδοτο με τον Περικλή που αναφέραμε πιο πριν. 
  Διακειμενικά εφέ συναντάμε όχι μόνο σε λογοτεχνικά κείμενα αλλά και σε ανέκδοτα, αν και σπάνια, όπως στο παρακάτω:
  «Ρωτάνε τον αδελφό του Μπετόβεν, επίσης μουσικό: -Σας έχει επηρεάσει καθόλου στο έργο σας η μουσική του αδελφού σας; -Η μουσική του αδελφού μου; Ας γελάσω! χα χα χα χα! (σολ σολ σολ μι, οι πρώτες νότες της Πέμπτης συμφωνίας)».
  Το παρακάτω ανέκδοτο, της κατηγορίας των πραγματικών, το παρέθεσα σε μια βιβλιοκριτική μου, σαν χιουμοριστικό μαϊντανό, για το βιβλίο του καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη με τίτλο «Κρητολογικά Μελετήματα» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001) όπου ανέφερε ότι από τα μεγεθυντικά δεν παράγονται υποκοριστικά.5
   «Ο πελάτης θαυμάζει ένα μεγάλο ψάρι στη βάρκα του ψαρά, στο λιμανάκι στην Παχιά Άμμο. -Πω πω ένας ψάρακας. Πόσο κάνει;
   - 60 ευρώ.
   - Τόσα πολλά, αυτό το ψαρακακάκι;»
   Το ανέκδοτο είναι μια αφήγηση, και μπορεί να μελετηθεί σαν τέτοια. Οι πιο συνηθισμένες αφηγηματικές μορφές είναι η τριμερής επανάληψη και η πολυμερής επανάληψη. Η τριμερής είναι πιο γνωστή, όπως στο παρακάτω ανέκδοτο.   
  «Ένα γερμανάκι, ένα γαλλάκι και ένα ελληνάκι συζητούν για το τίνος ο πατέρας είναι πιο γρήγορος.
  -Εμένα, λέει το γερμανάκι, ο πατέρας μου είναι πολύ γρήγορος, είναι οδηγός σε αμαξοστοιχία και σε 5 ώρες πάει από τη Βόνη στο Βερολίνο.
  -Ο δικός μου πατέρας, λέει το γαλλάκι, είναι πιο γρήγορος. Είναι αεροπόρος και σε μια ώρα κάνει τη διαδρομή Παρίσι-Λονδίνο.
  -Τι λέτε, λέει το ελληνάκι, ο δικός μου πατέρας είναι πιο γρήγορος. Είναι δημόσιος υπάλληλος, σχολάει στις τρεις και στις δυόμιση βρίσκεται σπίτι».
  Στο σχήμα της πολυμερούς επανάληψης τα επεισόδια δεν είναι τρία, αλλά περισσότερα. Κάποιες φορές είναι απεριόριστα, αλλά για να μη πλατειάσει το ανέκδοτο ο αφηγητής κάποια στιγμή λέει «και ούτω καθεξής», «και έτσι έγινε πολλές φορές» «μέχρι που» και αναφέρεται στο τελευταίο σπαρταριστό επεισόδιο που προκαλεί το γέλιο.
  Τα πρόσωπα των ανεκδότων δεν έχουν συνήθως εξατομικευμένα χαρακτηριστικά αλλά συλλογικά: ο πόντιος, η ξανθιά, ο ανωγειανός, ο γέρος, η γριά, παιδί κ.λπ. Ο Μπόμπος δεν χαρακτηρίζεται παρά μόνο ως προς το ότι είναι πειραχτήρι και αθυρόστομος. Ο χώρος σπάνια προσδιορίζεται, και ακόμη λιγότερο ο χρόνος, με εξαίρεση τα πραγματικά, όπως το παρακάτω:
  «Μετά την μικρασιατική καταστροφή, σε ένα χωριό της Ιεράπετρας που έχω ξεχάσει το όνομά του, μια γυναίκα που μαθαίνει τις τελευταίες ειδήσεις φωνάζει στις γειτόνισσες: -Τα μάθατε τα νέα, τα μάθατε, έπεσε ο Γούναρης. Και μια γειτόνισσα ρωτάει: –Ω τον κακομοίρη, από ψηλά έπεσε;».
  Ένα πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό ανεκδότων χαρακτηρίζεται όπως είπαμε από ένα εφέ δισημίας, δηλαδή  από τη διάσταση ανάμεσα στις διάφορες σημασίες μιας λέξης, συνήθως ανάμεσα σε μια κυριολεκτική και σε μια μεταφορική σημασία. Το γέλιο βγαίνει από την ειρωνεία που ενυπάρχει στη δισημία, που προκαλείται από το ότι κάποιος είτε υποκρινόμενος παίρνει την κυριολεξία σαν μεταφορά ή αντίστροφα, είτε από το ότι πραγματικά δεν κατανοεί τη μεταφορική ή κυριολεκτική χρήση μιας λέξης, όπως στο παρακάτω περιστατικό, που ήμουν παρών. Στη μονάδα μας ο διοικητής κατσαδιάζει ένα βλάκα στρατιώτη που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τα καθήκοντά του.
  –Είσαι το πρώτο νούμερο εδώ μέσα, του λέει τελειώνοντας απηυδισμένος. –Όχι κύριε διοικητά, είμαι το τρίτο. Νόμιζε ότι ο διοικητής μιλούσε για το νούμερο της σκοπιάς.
  Τα αινίγματα, ενώ μέχρι πρότινος βρισκόταν σε παιδικά περιοδικά, σήμερα τείνουν να αναβιώσουν, περισσότερο ως αινιγματώδεις ερωτήσεις παρά ως αινίγματα όπως τα ξέραμε. Πολλά φιλοξενούνται σε ιστοσελίδες.6 Από τον πολύ κόσμο χαρακτηρίζονται όμως κι αυτά ως ανέκδοτα.
  Μια μεγάλη κατηγορία παραδοσιακών αινιγμάτων είναι σε μέτρο, σε αντίθεση με τα σημερινά που είναι πεζά. Ας δώσουμε κάποια τέτοια παλιά αινίγματα.
  Πλατύς πλατύς καλόγερος και πίτα η κεφαλή του, τι είναι; Το φτυάρι. Το μέτρο είναι ίαμβος. Αλμυρό κι ανάλατο, ροβύθι κι αν το νιώσεις, τι είναι; Μα το ρεβύθι. Το μέτρο εδώ είναι τροχαίος. Περιέργως σε τροχαίο είναι και το περισσότερο γνωστό (το προηγούμενο ήταν κρητικό): Τα παιδιά του Ζεβεδαίου ποίον είχανε πατέρα; Μα το Ζεβεδαίο. Και τα δυο ανήκουν στην κατηγορία όπου η απάντηση εμπεριέχεται ήδη στην ερώτηση.
  Μια κατηγορία αινιγματωδών ερωτήσεων είναι τα σεξιστικά, όπως το παρακάτω. «-Τι πιάνει η γυναίκα στο κρεβάτι, μετά που κάνει έρωτα; -Πιάνει τόπο». Και εδώ έχουμε ένα εφέ δισημίας, καθώς η απάντηση χρησιμοποιεί μια μεταφορική σημασία της λέξης «πιάνω».7
  Μια άλλη κατηγορία είναι οι αινιγματώδεις ερωτήσεις που ως απάντηση έχουν μια σύνθετη λέξη, που συνάγεται από τις λέξεις που εμπεριέχονται στην ερώτηση. Συνήθως η απάντηση είναι μια λέξη οιονεί νεολογισμός. Παράδειγμα: -Τι είναι πολύχρωμο, πετάει σαν τρελό και μυρίζει τυρί; -Η φεταλούδα.8
  Μια άλλη κατηγορία αινιγματωδών ερωτήσεων έχει να κάνει με τις ηχητικές ομοιότητες λέξεων μιας γλώσσας με μια άλλη γλώσσα. Παράδειγμα: -Πώς λέγεται ο ουρολόγος στα γιαπωνέζικα; -Γιαταούρα.
  Στην ηχητική ομοιότητα κινέζικων και αγγλικών στηρίζονται οι παρακάτω τρεις αινιγματώδεις ερωτήσεις: -Πώς λέγεται ο κινέζος που έχει έιτζ; -Die soon. -Και η γυναίκα του που έχει κι αυτή έιτζ; -Die soon too. -Και η κόρη τους, που κι αυτή έχει έιτζ; -Die young. Στα κινέζικα dai θα πει φέρνω, yang είναι το θηλυκό στοιχείο από το γνωστό δίδυμο yin και yang, sun εγγονός και tu βήχω.
  Και ενώ τα κινέζικα μοιάζουν ηχητικά με τα αγγλικά, τα γιαπωνέζικα μοιάζουν με τα ελληνικά. Το παρακάτω μου το είπε φίλη γιαπωνεζομαθής. -Πώς λέγονται στα γιαπωνέζικα «πέντε μελιτζάνες»; -Η τσουτσού να σου μπει».
  Και οι αινιγματώδεις ερωτήσεις μπορούν να μελετηθούν υφολογικά. Οι παραπάνω αινιγματώδεις ερωτήσεις στηρίζονται σε ένα περίπου εφέ ομωνυμίας. Η παρακάτω στηρίζεται σε ένα εφέ κυριολεξίας:
  -Γιατί οι πόντιοι πηγαίνουν επτά - επτά; -Για να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Η φράση «να ’χεις τα μάτια σου δεκατέσσερα» έχει μεταφορική σημασία, ενώ στην αινιγματώδη αυτή ερώτηση χρησιμοποιείται, εν είδει λογοπαίγνιου, κυριολεκτικά.
  Στην παρακάτω αινιγματώδη ερώτηση έχουμε επίσης ένα εφέ παρονομασίας: «Τι είναι κίτρινο, καίει και είναι γκέι; Η πουστάρδα». Η παρονομασία βρίσκεται στην ηχητική ομοιότητα των λέξεων καίει και γκέι.9
  Και ενώ τα ανέκδοτα και οι αινιγματώδεις ερωτήσεις ανθούν, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την λαϊκή ποίηση. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι οι σημερινές κοινωνίες δεν είναι κοινωνίες της προφορικότητας πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το δημοτικό μας τραγούδι, αλλά της γραφής. Ο «Ερωτόκριτος» ήταν γραπτό κείμενο, αλλά διαδόθηκε σε μεγάλο βαθμό προφορικά, και είναι γνωστό ότι πολύς κόσμος ήξερε εκτενή αποσπάσματα απέξω. Σήμερα οι εποχές αυτές έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
  Παρ’ όλα αυτά η λαϊκή ποίηση συντηρείται, κυρίως σε τοπικά έντυπα. Στην Κρήτη, κάθε τοπική εφημερίδα ή περιοδικό έχει σε κάθε φύλο της και μαντινάδες. Όμως αυτές δεν είναι πια ανώνυμες, φέρουν υπογραφή, αλλά ούτε και επώνυμες, μια και οι δημιουργοί τους είναι άτομα του απλού λαού και όχι μεγάλοι ποιητές. Κάποιες φορές είναι άτομα με μεγάλο ποιητικό ταλέντο, όπως π.χ. ο Κωστής Φραγκούλης, που η συλλογή του «Τα δίφορα», ποιήματα σε παραδοσιακό στίχο, τα περισσότερα στον ανομοιοκατάληκτο του ριζίτικου, έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών.
  Όμως στα έντυπα δεν έχουν όλοι πρόσβαση. Το ίδιο και στο ίντερνετ. Οι παλιότερες γενιές δεν είναι καθόλου εξοικειωμένες μ’ αυτό. Όμως οι ιστοσελίδες δεν πετιούνται στα σκουπίδια όπως οι εφημερίδες και γενικά όλα τα έντυπα με την έλευση του καινούριου τεύχους, αλλά βρίσκονται πάντα εκεί, όπως τα έντυπα στις βιβλιοθήκες, διαθέσιμες στον κάθε σέρφερ. Επίσης είναι πιο φιλόξενες στις κάθε είδους δημιουργίες, καθώς και στο να αναρτήσει κανείς ανέκδοτα που άκουσε και του άρεσαν.10
 Υπάρχουν ένα σωρό ιστοσελίδες που φιλοξενούν μαντινάδες και ανέκδοτα, όπως π.χ. το peri-grafis του φίλου μου του Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου.11 Κάποιες μάλιστα έχουν ως αποκλειστικό περιεχόμενο τις μαντινάδες. Έτσι οι περισσότεροι νέοι χρήστες, όσοι δεν έχουν προσωπικές ιστοσελίδες, στέλνουν τις μαντινάδες τους σε διάφορες ιστοσελίδες. Ακόμη με τα blogs12 που έχουν δημιουργηθεί τελευταία στο διαδίκτυο, όπου τα κείμενα ανανεώνονται καθημερινά, το αναγνωστικό ενδιαφέρον είναι πιο αυξημένο, και έτσι κάθε κείμενο έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να αναγνωστεί.
  Ένα άλλο μέρος όπου μπορούν να γραφούν στίχοι σε παραδοσιακή φόρμα είναι τα fora. Στο φόρουμ του ηλεκτρονικού περιοδικού «Λέξημα», στη συντακτική ομάδα του οποίου ανήκω και εγώ, στην κατηγορία «λογοτεχνικές σκυταλοδρομίες» και στην υποκατηγορία «μόνο σε παραδοσιακή φόρμα» αναπτύχθηκε πρόσφατα ένας σπαρταριστός διάλογος στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο της μαντινάδας.13 Οι συντάκτες δεν είναι οι ανώνυμοι του δημοτικού τραγουδιού, αλλά ούτε και οι επώνυμοι των εκδοτικών οίκων και των περιοδικών. Είναι οι «ψευδώνυμοι», αν θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε έτσι, μια και η μεγάλη πλειοψηφία των χρηστών του ίντερνετ μπαίνει μέσα με ψευδώνυμο.
  Με τα e-mail γίνεται επίσης ανταλλαγή ανεκδότων. Η Έρη Ρίτσου με τροφοδοτεί καθημερινά με άφθονα ανέκδοτα, όταν της είπα για το θέμα της εισήγησής μου. Το συναρπαστικό σε αυτά τα e-mail είναι ότι μπορεί να περιέχουν εικόνες, animation, παρουσίαση σε power point και video.
  Όμως το καινούριο μέσο με το οποίο γίνεται ανταλλαγή στίχων και ανεκδότων είναι το κινητό τηλέφωνο. Το πλεονέκτημα που διαθέτει σε σχέση με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο είναι η αμεσότητά του. Ο αποδέκτης ειδοποιείται αμέσως για την αποστολή του μηνύματος, εφόσον βέβαια έχει ανοικτό το κινητό, και μπορεί να απαντήσει την ίδια στιγμή.
  Οι δυνατότητες δεν εξαντλούνται. Ενώ η λαϊκή παράδοση του λόγου, με την μορφή των στίχων, των ανεκδότων και των αινιγματωδών ερωτήσεων περνάει από το στάδιο της προφορικότητας στο στάδιο του γραπτού λόγου, μετάβαση που στη λογοτεχνία είχε συντελεστεί ήδη από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας, οι νέες τεχνολογίες κάνουν δυνατή την προφορικότητα με ένα τρόπο που προς το παρόν δεν φαίνεται να παίρνει μεγάλη διάσταση. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στα cd. Τα cd ξέρουμε ότι χρησιμοποιούνται για αποθήκευση δεδομένων, λογισμικών για τους υπολογιστές και για μουσική. Πρόσφατα όμως έπεσε στα χέρια μου ένα cd, προσφορά μιας εφημερίδας, με ανέκδοτα που είχε μαζέψει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων. Βέβαια ανέκδοτα αποθηκευμένα σε cd διατηρούν τη διάσταση της προφορικότητας, όμως δεν έχουν τη διάσταση της διαδραστικότητας που έχει η προφορικότητα, όπως γίνεται με την ανταλλαγή μαντινάδων στα πανηγύρια και στην ανταλλαγή ανεκδότων στις παρέες, όπου η αφήγηση του πρώτου ανεκδότου λειτουργεί σαν καταλύτης, οδηγώντας και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας να πουν τα δικά τους, συνήθως της ίδιας κατηγορίας. Οι ψηφιακοί δίσκοι παρ’ όλα αυτά αποτελούν ένα καλό αποθηκευτικό μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς ανά πάσα στιγμή. Αυτή τη διάσταση δεν την έχουν για παράδειγμα τηλεοπτικές, αλλά κυρίως ραδιοφωνικές εκπομπές, όπου οι παρουσιαστές καμιά φορά λένε ανέκδοτα.
  Και μια και ο λόγος για την τηλεόραση, δεν θα ήταν άσχημο να πούμε δυο λόγια και για τη λαϊκή κουλτούρα της εικόνας, η οποία καταλαμβάνει παραδοσιακά μικρό μόνο μέρος στη λαϊκή κουλτούρα. Σ’ αυτήν ανήκουν τα graffiti που βλέπουμε στους τοίχους. Ορισμένα είναι πραγματικά εξαίρετα. Σε ένα σχολείο, με ενθάρρυνση του λυκειάρχη, οι τοίχοι γέμισαν με ωραιότατα graffiti των μαθητών.
  Και μια και μιλάμε για τους τοίχους, τα διάφορα συνθήματα που γράφονται κατά καιρούς εκεί αποτελούν πολλές φορές ωραιότατα δείγματα σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας. Συχνά πολύ επινοητικά, αποκαλύπτουν την οξύνοια ή την ευαισθησία του ανώνυμου συντάκτη τους. Από τα συνθήματα που μου έμειναν στο μυαλό μου ξεχωρίζω δύο. Το ένα για την οξύνοιά του και το άλλο για την απελπισία του. «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» το ένα, και «Μας την έχουν στημένη από παντού» το άλλο.
  Πριν τελειώσω θα ήθελα να πω ότι συχνά απολαμβάνω ένα καλό ανέκδοτο ή μια καλή μαντινάδα περισσότερο από ένα καλό ποίημα. Και αν μου αντιτείνει κανείς ότι παραείναι σύντομα, θα απαντήσω ότι τα χάι κου είναι ακόμη πιο σύντομα, αλλά έχουν διαδοθεί παγκόσμια, ακόμη και στην Ελλάδα, όπου ήδη κυκλοφορούν όχι μόνο συλλογές χαϊκού, αλλά και ανθολογίες με ελληνικά χάι κου.
  Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων μορφών λαϊκής κουλτούρας.
  Διαδίδονται συχνά μέσω των σύγχρονων τεχνολογικών μορφών, όπως είναι το διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα. Εξακολουθούν να διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τη διάσταση της προφορικότητας. Η ανωνυμία στη σύνθεση συχνά καλύπτεται με μια ψευδωνυμία. Διακρίνονται για μια μεγάλη ζωντάνια, και διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τον διαδραστικό τους χαρακτήρα. Η μελέτη τους στα πλαίσια της εκπαίδευσης, μια και απουσιάζει μάθημα λαογραφίας, μπορεί να γίνει διαθεματικά, σε συνδυασμό κυρίως με το μάθημα της λογοτεχνίας, στα πλαίσια της μελέτης υφολογικών κυρίως, αλλά και αφηγηματικών τεχνικών.

Σημειώσεις

1.  Ανδρεάδης, Γιώργος, «Ανέκδοτα του ποντιακού λαού», Αθήνα: Ερωδιός, 2001
2. Μελαχροινός, Γ. «Ανέκδοτα για τις ξανθιές», Αθήνα: Παρά πέντε, 1995
3. «354 απίθανα πολιτικά και άλλα ανέκδοτα», Αθήνα: Δαμιανός, 2003
4. Hughes, Patrick, «More on oxymoron», London: Jonathan Cape, 1984
5. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, «Κρητολογικά μελετήματα», Ουτοπία, τ. 51, Σεπτ-Οκτ. 2002
7. Το ίδιο και η παρακάτω αινιγματώδης ερώτηση: «-Γιατί ο ελέφαντας φορά προφυλακτικό στο ένα πόδι; -Γιατί αν σε πατήσει τη γάμησες.
8. Βλέπε και Δερμιτζάκης, Μπάμπης, «Αφηγηματικές Τεχνικές», Αθήνα: Gutenberg, 2000, σ. 283-284.
9. Στο ίδιο, σελ.283.
10. Αθανασάκης, Άρης, «Ανέκδοτα από το ίντερνετ», Αθήνα: mini-book, 2002
12. Το παρακάτω blog είναι γεμάτο ανέκδοτα: http://www.hellasfun.blogspot.com/  

Βιβλιογραφία

Αθανασάκης, Άρης, «Ανέκδοτα από το ίντερνετ», Αθήνα: mini-book, 2002
Ανδρεάδης, Γιώργος, «Ανέκδοτα του ποντιακού λαού», Αθήνα: Ερωδιός, 2001
«Άσεμνα ανέκδοτα», Αθήνα: Παρά πέντε, 2000
Γκίκας, Σωκράτης, «Αρχαία Ελληνικά ανέκδοτα», Αθήνα: Σαββάλας, 2001
Δερμιτζάκης, Μπάμπης, «Αφηγηματικές Τεχνικές», Αθήνα: Gutenberg, 2000
Μελαχροινός, Γ. «Ανέκδοτα για τις ξανθιές», Αθήνα: Παρά πέντε, 1995
Πριναράκης, Μιχάλης, «Κρητικά ανέκδοτα» (με cd), Αθήνα: Σμυρνιωτάκης-Μετασπουδή,
Σάθας, Κωνσταντίνος, «Ελληνικά ανέκδοτα Ι» Αθήνα: Καραβίας, 1982
2002
«Τα ευτράπελα ανέκδοτα του Νασρεττίν Χότζα», (μετ. Έρμος Αργαίος) Αθήνα: Αλφειός, 1979
Χαιρόπουλος, Παύλος, «Ανέκδοτα και μύθοι στην ποντιακή διάλεκτο», Αθήνα: Κυριακίδη Αφοι ΑΕ, 2001
«Χιούμορ και ανέκδοτα 1-10», Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία, 2000
Hughes, Patrick, «More on oxymoron», London: Jonathan Cape, 1984
«354 απίθανα πολιτικά και άλλα ανέκδοτα», Αθήνα: Δαμιανός, 2003
Πατρίς. Ανασύρθηκε στις 11 Αυγούστου 2006 από: http://www.patris.gr/songs?PHPSESSID=e5d60ae88c2a89ed8d50e11885ba24e0
Post a Comment