Book review, movie criticism

Thursday, January 28, 2010

Χινέρ Σαλέμ, Το ντουφέκι του πατέρα μου

Χινέρ Σαλέμ, Το ντουφέκι του πατέρα μου, μετ. Έφη Κορομηλά, Ωκεανίδα 2004, σελ. 181

Το έχω ξαναγράψει ότι μου αρέσουν οι αυτοβιογραφίες, τόσο των επώνυμων όσο και των «ανώνυμων». Βέβαια ο Χινέρ Σαλέμ δεν είναι ακριβώς ανώνυμος. Υπάρχει η βιογραφία του στην Βικιπέντια με τις έξι ταινίες του και το αυτοβιογραφικό του βιβλίο, «Το ντουφέκι του πατέρα μου» (συμβάλαμε κι εμείς σ’ αυτό το βιογραφικό καταχωρώντας την ελληνική μετάφραση). Δεν είναι όμως ο Κουροσάβα, ούτε ο Μπέργκμαν, θέλω να πω δεν είναι πλατιά γνωστός. Τον έμαθα από αυτό το βιβλίο του.
Καθώς δεν είναι «ο» επώνυμος, στη βιογραφία του μας ενδιαφέρει περισσότερο το ιστορικοκοινωνικό φόντο και το γεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσονται οι περιπέτειες του συγγραφέα. Και αυτό δεν είναι άλλο από το ιρακινό Κουρδιστάν στις τρεις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, τη μοίρα του οποίου παρακολουθούμε μαζί με την προσωπική ιστορία του συγγραφέα. Οι Έλληνες, με τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς στους Τούρκους, νοιώθουμε ιδιαίτερα ευαίσθητοι για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κάθε λαού, και ιδιαίτερα των Κούρδων, όπως φάνηκε με την υπόθεση Οτσαλάν (Νιώθω υποχρεωμένος να κάνω εδώ μια μνεία τιμής στο Σάββα Καλεντερίδη).
Ξενύχτισα για να τελειώσω το βιβλίο, τόσο πολύ με συνάρπασε. Δεν θα ήθελα όμως εδώ να μιλήσω για τα βάσανα και τους αγώνες του κουρδικού λαού, ή για το σοσιαλιστικό κόμμα «Μπάαθ» του Σαντάμ Χουσεΐν που υποστήριζαν οι σοβιετικοί, χαρακτηρίζοντας τρομοκράτες και τα παρόμοια τους κούρδους αγωνιστές. Θα παραθέσω δυο τρία πραγματάκια που θεώρησα σκόπιμο να υπογραμμίσω.
Το πρώτο είναι οι ακραίες τιμωρίες που υιοθετούν τα επαναστατικά κινήματα για εκείνους που θεωρούν ένοχους. Εδώ ο Σαλέμ αναφέρει δύο άτομα που εκτέλεσαν οι κούρδοι επαναστάτες. Ο πρώτος θεωρήθηκε ύποπτος κατασκοπίας γιατί πήγαινε συχνά στη Μοσούλη. Όπως λέει ο συγγραφέας, αργότερα διαπιστώθηκε ότι πήγαινε εκεί γιατί είχε μια φιλενάδα. Ο δεύτερος εκτελέστηκε γιατί διέπραξε ένα φόνο, «για λόγους τιμής». Λεπτομέρειες δεν λέει ο συγγραφέας.
Και θυμήθηκα εδώ ένα περιστατικό που διάβασα κάπου. Ένας αντάρτης κατηγορήθηκε από μια γυναίκα ότι της έκλεψε ένα ρολόι. Τον είχαν στον τοίχο έτοιμο να τον εκτελέσουν, όταν κατέφτασε τρέχοντας η γυναίκα για να πει ότι το βρήκε το ρολόι της. Ο Άρης Βελουχιώτης αναστέναξε σκουπίζοντας το ιδρωμένο πρόσωπό του.
Ο συγγραφέας γράφει για τον γάμο του αδελφού του:
«Η μητέρα μου του είχε βρει γυναίκα: την Ντζιλά, την κόρη του Μπαρακάτ. Ο αδελφός μου δεν την είχε δει ποτέ του την Ντζιλά. Ο Μπαρακάτ είχε δεχτεί το γάμο μ’ έναν όρο: θα δίναμε την αδελφή μου την Ταμάν στο γιο της τον Γκοράν. Η αδελφή μου δεν είχε δει ποτέ της τον Γκοράν. Αυτό όμως δεν είχε καμιά σημασία, τους είχε δει και τους τέσσερις η μητέρα μου και οι γάμοι έγιναν» (σελ. 41).
Δεν είχε λέει καμιά σημασία!!! Προτιμώ χίλιες φορές τους γάμους από έρωτα στη Δύση, κι ας καταλήγουν αρκετοί από αυτούς σε διαζύγιο, παρά αυτούς τους γάμους που είναι «γουρούνι στο σακί». Βέβαια, πιο κάτω ο συγγραφέας αναιρεί αυτό που λέει ότι «δεν είχε καμιά σημασία». Η Ντζιλά δεν «ήξερε ανάγνωση και γραφή, πράγμα που ενοχλούσε πολύ τον αδελφό μου». Έτσι έπιασε και της έμαθε ό ίδιος γράμματα. Ευτυχώς που τα έπαιρνε.
Υπάρχει πολύ «μυθολογία» για τη μυθολογία, για τις παραδόσεις ενός λαού κ.λπ. Εδώ ο Σαλέμ απομυθοποιεί αυτή τη μυθολογία.
Πηγαίνει στο βουνό με ένα φίλο του να βρουν τους αντάρτες. Ένα πουλί πετούσε από πάνω τους, προπορευόμενο. Ο Χιντίρ, ο οδηγός τους, τους είπε τότε μια ιστορία: «‘Στα χρόνια του βασιλιά Σολομώντα, δυο αδελφές χάθηκαν μεταξύ τους. Για να ξαναβρούν η μια την άλλη, μεταμορφώθηκαν σε πουλιά και άρχισαν να πετάνε στους αιθέρες…’ Από τότε λοιπόν λένε πως το πουλί που πετάει από πάνω μας είναι η μία από τις δυο αδελφές σε αιώνια αναζήτηση της άλλης. Ο Χιντίρ μιλούσε για τη θλίψη των δύο κοριτσιών που είχαν γίνει πουλιά και πίστευε βαθιά την ιστορία του. Εγώ τον παρατηρούσα και ένιωθα να με κατακλύζει η λύπη. Πώς ένας τόσο αφελής λαός θα κατάφερνε ν’ αποκτήσει την ελευθερία του την εποχή του Κίσινγκερ και του Αντρέι Γκρομύκο, των κυνικότερων πολιτικών του αιώνα;» (σελ. 144).
Το να παίρνεις τους μύθους τοις μετρητοίς, είναι όντως αφέλεια. Το να τους διαβάζεις όμως σαν παραμύθια, είναι αρκετά ευχάριστο. Αλλά αυτό είναι μεγάλη κουβέντα, δεν χρειάζεται να τη συζητήσουμε εδώ. Ας κλείσουμε υπογραμμίζοντας άλλη μια φορά ότι το βιβλίο μας άρεσε πολύ.
Post a Comment