Book review, movie criticism

Thursday, June 5, 2025

Klint Eastwood, Gran Torino (2008)

 Klint Eastwood, Gran Torino (2008)

 


  8,1 η βαθμολογία της, μου άρεσε. 

  Σκληροτράχηλος ο Klint Eastwood στα 78 του χρόνια.

  Έχει τραυματικές εμπειρίες από τον πόλεμο στην Κορέα.

  Πυροβόλησε και σκότωσε ένα παιδί, που είχε σηκώσει τα χέρια του να παραδοθεί. Τον κατατρύχουν οι τύψεις.

  Μου άρεσε το αντικληρικαλιστικό του πνεύμα. Αποπέμπει με σκαιότητα τον νεαρό πάστορα που θέλει ντε και καλά να τον εξομολογήσει, κατ’ απαίτηση της γυναίκας του που μόλις πέθανε, βλέπουμε την κηδεία της.

  -Πότε εξομολογήθηκες για τελευταία φορά;

  -Ποτέ.

  Κι εγώ το ίδιο.

  Οι δυο γιοι του θέλουν να τον στείλουν στο γηροκομείο.

  Μυθοπλασία, αλλά μόλις πριν τρεις μέρες είχα διαβάσει κάτι ανάλογο στο facebook, πραγματικό γεγονός.

  Είχα σχολιάσει.

  Με βάση το σχόλιο βρήκα την ανάρτηση, την κοινοποίησα στον τοίχο μου και έκανα το σχόλιο: Μυθοπλασία η ταινία του Eastwood που βλέπω τώρα, όμως είναι η σκληρή πραγματικότητα αυτό που διάβασα στην ανάρτηση αυτή.

  Περιφρονεί τους έγχρωμους.

  Όμως οι γείτονές του, Hmong (αυτόχθονη φυλή που ζει στην Κίνα και στις γύρω χώρες) του φέρονται με μεγάλη καλοσύνη, και θα τον κατακτήσουν τελικά.

  Ο δειλός και συνεσταλμένος γιος, που μια συμμορία Hmong θέλει ντε και καλά να τον κάνει μέλος της, ένας μάλιστα απ’ αυτήν είναι ξάδελφός του, εξαναγκάζεται να προσπαθήσει να κλέψει το Gran Torino, συλλεκτικό αυτοκίνητο, του Eastwood.

  Δεν θα τα καταφέρει, τον προλαβαίνει ο Eastwood.

  Για να εξιλεωθεί πρέπει να του προσφέρει μια εβδομάδα εθελοντική δουλειά. Αυτό επιτάσσουν τα ήθη της φυλής (θα ακούσουμε διάφορα εθνογραφικά για αυτή τη φυλή).

  Θα κερδίσει τη συμπάθειά του.

  Θα τον ενθαρρύνει να γίνει τολμηρός. Θα πάρει τελικά την πρωτοβουλία, να κλείσει ραντεβού με ένα κορίτσι που τον συμπαθεί.

  Και θα του βρει δουλειά, στις οικοδομές.

  Το τέλος είναι μεγαλειώδες, με ένα τρομερό εφέ έκπληξης.

  Απαγάγουν την αδελφή του και τη βιάζουν.

  Πρέπει να εκδικηθούν. Όχι όμως βιασμένα, κι ας λέει ο μικρός, πρέπει να το μελετήσουν.

  Την επομένη παρασύρει τον μικρό και τον κλειδώνει σε ένα δωμάτιο στο σπίτι του. Ενημερώνει όμως την αδελφή του πού να βρει το κλειδί να του ανοίξει.

  Εν τω μεταξύ αυτός πηγαίνει στο σπίτι που βρίσκεται η σπείρα.

  Βγαίνουν και τον προϋπαντούν με τεταμένα τα όπλα.

  Τι θα κάνει, θα τα βάλει μαζί τους;

  Βάζει στο στόμα του ένα τσιγάρο.

  -Έχεις κανείς σας φωτιά;

  Σιγά που θα του έδιναν.

  Χώνει αργά το χέρι του κάτω από το σακάκι.

  Την κίνηση την ήξεραν, την είχε κάνει και παλιά, έβγαλε ένα πιστόλι και έτσι άφησαν ήσυχη την κοπέλα.

  Τον γαζώνουν με σφαίρες.

  Μα τι διάβολο σχέδιο εκδίκησης ήταν αυτό;

  Μετά καταλαβαίνουμε.

  Έρχεται η αστυνομία.

  Ήταν άοπλος.

  Δεν μπορούν να επικαλεσθούν αυτοάμυνα.

  Σίγουρα θα κάτσουν χρόνια φυλακή.

  Εξαιρετικό σενάριο, εξαιρετική σκηνοθεσία, εξαιρετικός στην ερμηνεία του ο Κλιντ Ίστγουντ, ο θεός να του δίνει χρόνια (γεννήθηκε το 1930, είναι 95 χρονών σήμερα).

  Και, προπαντός το τέλος μου έδωσε μια ιδέα για το τέλος του επόμενου (δεύτερου) μυθιστόρηματός μου, μυθιστορηματική βιογραφία.

  Αν το γράψω τελικά.

  Που θα το γράψω, μου ζητήθηκε.

Luis Bunuel, Viridiana (1961)

 Luis Bunuel, Viridiana (1961)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Ο Μπουνιουέλ, σε αντίθεση με τον Μπέργκμαν (η «Ντροπή» παίζεται για δεύτερη βδομάδα), δεν είναι από τους αγαπημένους μου. Ποτέ δεν με ενθουσίασαν ιδιαίτερα οι ταινίες του. Η Βιριδιάνα όμως, που την βλέπω για δεύτερη τουλάχιστον φορά με την ευκαιρία της επανέκδοσής της, με απογοήτευσε ολότελα.

  Δεν θυμάμαι πώς προσέλαβα την ταινία παλιά, τότε ήμουν και εικονολάτρης, η αίγλη του Μπουνιουέλ μπορεί να με επηρέασε, τώρα όμως δηλώνω εικονοκλάστης.

  Η Βιριδιάνα είναι έτοιμη να χρηστεί καλόγρια. Όμως να επισκεφθεί πρώτα το θείο της.

  Ο οποίος θα της προτείνει να την παντρευτεί. Αυτή αρνείται με βδελυγμία. Όμως αυτός τη θέλει δίπλα του. Μοιάζει τόσο με τη θεία της, τη γυναίκα του, που πέθανε από καρδιακό επεισόδιο τη βραδιά του γάμου τους.

  Ήταν προετοιμασμένος για την άρνησή της, και έχει το σχέδιό του.

  Θα την παρακαλέσει να φορέσει το νυφικό της γυναίκας του. Με τη βοήθεια της υπηρέτριας, η οποία του χρωστάει ευγνωμοσύνη, θα την ναρκώσει.

  Την αποθέτει στο κρεβάτι. Θα τη φιλήσει. Όμως δεν τολμάει να τη βιάσει, παρόλο που το είχε σαν πρόθεση.

  Θα της πει ψέματα ότι τη βίασε (το ότι είναι σίγουρα ψέμα το ξέρουμε από μια μεταγενέστερη σκηνή). Τώρα πια δεν μπορεί να γυρίσει στο μοναστήρι, πρέπει να μείνει μαζί του.

  Καθίκι.

  Ένα γιο που είχε δεν τον αναγνώρισε. Φοβόταν λέει την αντίδραση της γυναίκας του.

  Μπροστά στην άρνηση της Βιριδιάνας να μείνει (έχει πάρει τη βαλίτσα της και φεύγει), θα αυτοκτονήσει.

  Θα κρεμαστεί από ένα δένδρο.

  Οι αστυνομικοί παίρνουν τη Βιριδιάνα από το σταθμό και την οδηγούν στο σπίτι. Βλέπει το θέαμα.

  Την αφήνει κληρονόμο, μαζί με τον γιο του.

  Τον θείο τον είχαμε δει να γράφει ένα σημείωμα.

  Όταν αυτοκτόνησε καταλάβαμε ότι ήταν η διαθήκη του.

  Αυτό που με ξενέρωσε ολότελα είναι το δεύτερο μέρος.

  Η Βιριδιάνα δεν γυρνάει στο μοναστήρι. Τη θεοσέβειά της θα τη δείξει αλλιώς: θα περιμαζέψει ζητιάνους και θα τους φιλοξενήσει στο μέγαρο του θείου της.

  Μόνο αποτροπιασμό μας δημιουργούν οι εικόνες που βλέπουμε, που θα κορυφωθεί στο τέλος, με ένα γλέντι που στήνουν εν απουσία της Βιριδιάνας και του γιου.

  Ιερόσυλο.

  Χορεύουν με τη μουσική του «Αλληλούια» από τον «Μεσσία» του Χέντελ.

  Και η κορύφωση: Ένας θα προσπαθήσει να βιάσει τη Βιριδιάνα.

  Θα αναφερθώ πάλι σε ένα από τα «είδωλα της φυλής» του Φράνσις Μπέηκον, την τάση γενίκευσης.   

  Μήπως είναι οι περισσότεροι ζητιάνοι σαν αυτούς;

  Αντιστροφή του Ντίκενς, του Κουροσάβα, του Sayyed Reza Mir Karimi, που με τα έργα τους μας εμπνέουν οίκτο και αγάπη για αυτούς τους δυστυχισμένους.

  Και το σαρδόνιο τέλος πού το πας;

  Ένας άντρας δυο γυναίκες.

  Όχι, η ταινία δεν μου άρεσε.

Maura Delpero, Βερμίλιο, η νύφη του βουνού (Vermiglio, 2024)

 Maura Delpero, Βερμίλιο, η νύφη του βουνού (Vermiglio, 2024)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Η πλοκή διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό στη βόρεια Ιταλία, λίγο πριν και λίγο μετά το τέλος του πολέμου.

  Δυο λιποτάκτες, καταφεύγουν στο σπίτι του ενός.

  Ο πατέρας δάσκαλος.

  Η μητέρα 10 γέννες, και είναι και έγκυος.

  Μέτρησα επτά παιδιά, πιο πριν είχε πεθάνει ένα μωρό από κοκίτη.

  Όπως και να το κάνουμε, μου φάνηκαν πάρα πολλά, ακόμη και για μουσουλμανική χώρα.

  Γιατί αγόρασε καινούριο δίσκο; Πώς θα ταΐσουν τα παιδιά τους; Διαμαρτύρεται η γυναίκα του.

  Ο δάσκαλος είναι όχι απλά προοδευτικός, αλλά πρωτοπόρος.

  Φέρνει το πικάπ στην τάξη, ακούνε τις «Τέσσερις εποχές».

  Τους αναλύει με απλά λόγια τη μουσική.

  Δεν είναι έργο με παιδιά, όπως πολλά ιρανικά, όμως τα παιδιά φαίνονται σε μεγάλο μέρος, αν όχι στο μεγαλύτερο, της ταινίας.

  Χαριτωμένα με τις απλοϊκές ερωτήσεις, και απαιτήσεις τους.

  Στη Λουκία γυαλίζει ο λιποτάκτης.

  Θα τον πλησιάσει, θα τον φιλήσει.

  -Δεν γίνεται, πρέπει πρώτα να παντρευτούμε, του λέει όταν σε επόμενη συνάντηση αυτός πάει να προχωρήσει παραπέρα.

  Και παντρεύονται.

  Προοδευτικός είπαμε ο πατέρας, δεν έχει αντίρρηση να παντρευτεί η κόρη του κάποιον για τον οποίο το μόνο που ξέρει είναι από πού κρατάει η σκούφια του: από τη Σικελία.

  Και ότι είναι αγράμματος. Παρακολουθεί τα μαθήματα που δίνει κάθε Σάββατο σε αγράμματους ηλικιωμένους.

  Στην αρχή, το ραβασάκι που στέλνει έχει μόνο μια καρδιά, δεν έχει μάθει ακόμη να γράφει.

  Μετά θα γράφει κιόλας.

  Ο καημένος ο δάσκαλος, πού να ξέρει…

  Ότι ήταν ήδη πάντρεμένος.

  Και τι έγινε μετά;

  Η συνέχεια επί της οθόνης.

  Το στόρι ισομοιράζεται, για μένα τουλάχιστον, με την ηθογραφία ενός ορεινού χωριού της βόρειας Ιταλίας, που αυτό για μένα είχε μεγάλο ενδιαφέρον.

  Η εκκλησία σε πρώτο πλάνο.

  Νομίζω υπήρξαν τρεις εξομολογήσεις.

  Προσευχή στο τραπέζι.

  6,9 η βαθμολογία της, αξίζει να τη δείτε.

Monday, June 2, 2025

Ingmar Bergmann, H ώρα του Λύκου (1968)

 Ingmar Bergmann, H ώρα του Λύκου (1968)

 


  psychological horror and Folk horror χαρακτηρίζει το έργο η βικιπαίδεια.

  Για να είμαι ειλικρινής, το folk horror δεν το είδα. Όσο για το psychological horror, αυτό δεκτό.

  Όλοι οι ήρωες του Μπέργκμαν κουβαλάνε τα ψυχολογικά τους προβλήματα, όμως εδώ, με τον ζωγράφο Μαξ φον Σύντοφ, το παρακάνει.

  Δεν μου αρέσουν τα horror. Τις ταινίες horror που θα προβληθούν την προσεχή Πέμπτη δεν τις βλέπω. Αλλά όταν βλέπω έναν σκηνοθέτη πακέτο σίγουρα θα δω και μια ταινία horror που έχει γυρίσει, ιδιαίτερα αν αυτός λέγεται Bergman.

  Η ταινία ξεκινάει ομαλά: Το ερωτευμένο ζευγάρι, Μαξ φον Σύντοφ και Λιβ Ούλμαν, σε στιγμές τρυφερότητας. Ζουν εδώ και επτά χρόνια σε ένα νησί.

  Μετά βλέπουμε κάτι άλλο: ο Σύντοφ δεν μπορεί να κοιμηθεί παρά μόνο αφού ανατείλει ο ήλιος.

  Μέχρι εδώ καλά. Αλλά να αναγκάζει και την Ούλμαν να μένει και αυτή άγρυπνη;

  Πώς το ανέχεται; Όσο ερωτευμένη και να είναι μαζί του.

  Έξυπνη επινόηση: διαβάζει τα ημερολόγιά του. Σ’ αυτά δραματοποιούνται επεισόδια που καταγράφει, και που δείχνουν ότι δεν πάει καθόλου καλά.

  Χαστουκίζει άγρια έναν θαυμαστή του που τον ακολουθεί.

  Ένα αγόρι που τον παρενοχλεί στο ψάρεμα, και που, προσπαθώντας να το ξεφορτωθεί, αυτό τον δαγκώνει, θα το κτυπήσει στο κεφάλι με μια πέτρα μέχρι θανάτου. Μετά θα πετάξει το πτώμα του στη θάλασσα.

  Αργότερα θα πυροβολήσει την Ούλμαν τρεις φορές. Ευτυχώς, μόνο μια σφαίρα θα της ξύσει ελαφρά το μπράτσο.

  Τους καλούν στο κάστρο του κόμη τάδε, σε δείπνο.

  Θα πλήξουν αφάνταστα με τους συνδαιτημόνες τους, βαριεστημένοι και κακοί.

  Τη δεύτερη φορά θα πάει μόνος του. Τον περιμένει η πρώην γκόμενα, να την πηδήσει.

  Ο πρώην φίλος της ζηλεύει.

  Και να που μπαίνει το φανταστικό, σχεδόν στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ στα horror: διασχίζει το πάτωμα, περπατάει πάνω στον τοίχο και μετά στο ταβάνι.

  Η Ίνγκριντ Τουλίν είναι ξαπλωμένη, γυμνή, περιμένοντάς τον. Πριν αρχίσουν καν να κάνουν έρωτα θα ακούσει τα χάχανα. Θα κοιτάξει, και θα δει ότι αποτελεί θέαμα για τους υπόλοιπους ένοικους του πύργου.

  Διαβάζω τώρα στη βικιπαίδεια: σωστά, δεν ήσαν άνθρωποι αυτοί, ήσαν δαίμονες. Πώς διάβολο δεν τους είχε πάρει χαμπάρι, ή δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι, επτά χρόνια στο νησί;

  Βλέπουμε στην αρχή της ταινίας την Ούλμαν, κοιτάζοντας το θεατή, να μιλάει για τη ζωή της με τον Σύντοφ. Με τον ίδιο τρόπο τελειώνει. Δεν ξέρω αν επηρεάστηκε απ’ αυτήν ο Αγγελόπουλος στο μονόλογο της Κοταμανίδου στο «Θίασο», ή τα μεγάλα πνεύματα…

  Όχι, η ταινία, από τη στιγμή που άρχισε να γίνεται horror, μετά τη δεύτερη επίσκεψη στον πύργο, δεν μου άρεσε. 

Παράφραση

 Εγώ: Nothing is so necessary for an old man as the company of beautiful women.



Sunday, June 1, 2025

Jim Abrahams, μια τρελή, απίθανη πτήση (Airplane, 1980)

 Jim Abrahams, μια τρελή, απίθανη πτήση (Airplane, 1980)

 


  Αποφάσισα να ξαναδώ την ταινία για να τη συγκρίνω με την «Είμαστε όλοι μαζί» του Kamal Tabrizi, μαύρη κωμωδία αυτή (αν και το «Airpalane» έχει μαύρα επεισόδια), και να γράψω επί τη ευκαιρία.

  7,7 η βαθμολογία της, μου άρεσε λίγο περισσότερο από την ταινία του Tabrizi.

  Πιλότος στον πόλεμο, ικανότατος, έπαθε σοκ όταν εξαιτίας λάθους του βρήκαν το θάνατο έξι σύντροφοί του.

  Ούτε να ξανακούσει για αεροπλάνο.

  Τον καιρό που μετάφραζα βιβλία ψυχολογίας για τον εκδότη μου και είχα πέσει και εγώ με τα μούτρα στο διάβασμα βιβλίων ψυχολογίας (Διάβαζα το κεφάλαιο από την «Ψυχολογία» του Στεφανή, εγχειρίδιο ιατρικής του φίλου μου και συγκάτοικου Νίκου Τζανάκη, και στη συνέχεια αγόραζα και διάβαζα βιβλία στα οποία γινόταν αναφορά) ήξερα για την περίπτωση:

  Όταν κάποιου πιλότου καταρριπτόταν το αεροπλάνο και τη γλίτωνε, μόλις έβγαινε από το νοσοκομείο τον έστελναν αμέσως πάλι στον αέρα. Αν δεν πετούσε αμέσως, θα τον έπιανε φοβία μετά και δεν θα ήθελε να ξαναπετάξει.

  Το Δεκέμβρη του 1985, ήταν έγκυος η γυναίκα μου, με κτύπησε μια αρχάρια οδηγός που για πρώτη φορά θα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας (ήμουν με τη μηχανή) και έσπασα το χέρι μου. Παρεμπιπτόντως, χωρίς να είναι το κράνος υποχρεωτικό, εγώ το φορούσα. Έκανε μια τρύπα. Χάρη στο κράνος ο γιος μου γνώρισε τον πατέρα του.

  Όταν έβγαλα το γύψο, πήρα αμέσως τη μηχανή.

  Αν το ήξερε και ο… ας μη πω καλύτερα το όνομά του, είναι επώνυμος ποιητής. Μετά από ένα ανάλογο ατύχημα δεν καβάλησε ξανά μηχανή.

  Η γυναίκα του είναι αεροσυνοδός. Του λέει ότι δεν αντέχει πια τις φοβίες του, θέλει να χωρίσουν.

  Τρέχει στο αεροπλάνο.

  Να be ή να μη be;

  Τελικά μπαίνει.

  Πολλοί επιβάτες δηλητηριάστηκαν γιατί έφαγαν ψάρι και όχι μπριτζόλα. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο πιλότος και ο συγκυβερνήτης.

  Ρωτάει ο γιατρός: Ξέρει κανείς σας από βέσπα; Συγνώμη, από αεροπλάνο ήθελα να πω.

  Είναι ο μοναδικός.

  Καλά, επιστράτευσε όλο του το κουράγιο για να ανέβει στο αεροπλάνο, αλλά να πιλοτάρει κιόλας, πάει πολύ.

  Όμως τελικά θα πεισθεί.

  Θα προσγειώσει το αεροπλάνο και θα σωθούν οι επιβάτες που είχαν δηλητηριαστεί (έπρεπε να μεταφερθούν το ταχύτερο σε νοσοκομείο), και βέβαια θα κερδίσει πάλι την αγάπη της γυναίκας του, στο ευτυχισμένο happy end των κωμωδιών.

  Πολλά τα χιουμοριστικά επεισόδια, θα αναφέρω μόνο δυο με το εφέ της κυριολεξίας στο οποίο αναφέρθηκα στο διδακτορικό μου, και το θυμάμαι στην ταινία «Ένας προφήτης μα τι προφήτης» των Monty Pythons, με την ομάδα αυτοκτονίας.

  -Πάρτε φωτογραφίες.

  Αρπάζουν τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες από τον τοίχο.

  -Ρίξτε όλα τα φώτα στο διάδρομο.

  Έρχεται ένα φορτηγό με ανατροπή, και αδειάζει φώτα στο διάδρομο.

  Πολύ καλή κωμωδία, φαντάζομαι οι περισσότεροι που θα διαβάσετε αυτές τις γραμμές την έχετε δει.

  Trivia:

  Καταραμένα γεράματα.

  Κούκλος στα 33 του ο Robert Hays. Στη φωτογραφία του στη βικιπαίδεια, μετά από σαράντα χρόνια, λίγο θυμίζει αυτό τον κούκλο.

  (Λέω «κούκλο», αγαπημένη λέξη μιας φίλης που την χρησιμοποιεί όταν βλέπει κάποιον στο διαδίκτυο και της αρέσει).

  Αυτό που πρόσεξα, όπως και στη Σοφί Μαρσό, είναι ότι με τα χρόνια σούφρωσαν τα χείλη του.  

 


Kamal Tabrizi, We’re all together (2019)

 Kamal Tabrizi, We’re all together (2019)

 


  Μου θύμισε πολύ την ταινία «Low hights» του Ebrahim Hatamikia, αλλά και την «Μια τρελή, απίθανη πτήση» (1980) του Jim Abrahams (Την είδα παλιά, θα την ξαναδώ για να γράψω).

  Χαμηλή βαθμολογία, μόλις 4,2. Φοβήθηκα μήπως ήταν κάτι σαν το «Sly», την προηγούμενη ταινία του, που έχει μάλιστα την ίδια βαθμολογία, όμως όχι, αυτή η κωμωδία μου άρεσε πολύ.

  Μαύρη κωμωδία, αλλά δεν έχω προκατάληψη με το χρώμα. Εξάλλου το μαύρο είναι το πιο «κρητικό» χρώμα. Το φορούσαν οι αρχοντορωμαίοι, σε αντίθεση με τους ενετούς που φορούσαν πορφυρά.

  Και μια μαντινάδα, παράφραση μιας που διάβασα, για να αντιστοιχήσει στην περίπτωσή μου.

  «Αυτό το μαύρο μου μπουφάν που γράφει απάνω αρμάνι/ διακόσια είκοσι ευρώ το γ…μένο κάνει».

  Το έχω ακόμη αλλά δεν το φοράω γιατί έχει ξεβάψει λίγο. Όμως δεν το πετάω.

  Και στις τρεις ταινίες η πλοκή διαδραματίζεται μέσα σε ένα αεροπλάνο.

  Η αεροπορική εταιρεία της Λεϊλά Χαταμί πάει για φούντο. Μόνο μια γερή «οικονομική» ένεση μπορεί να τη σώσει.

  Το πρώτο σχέδιο πήγε κατά διαόλου. Τρεις τόνοι ναρκωτικά, νομίζω έπεσαν στα χέρια του ISIS.

  Και βάζει μπροστά το δεύτερο σχέδιο.

  Να ασφαλίσουν το αεροπλάνο και να το φουντάρουν στη θάλασσα. Όμως αμαρτία να πάρουν αθώους στο λαιμό τους.

  Οι επιβάτες είναι άτομα που θέλουν να αυτοκτονήσουν, ένας μάλιστα έκανε εννιά αποτυχημένες απόπειρες. Υπογράφουν και συμβόλαιο, για τη συγκατάθεσή τους.

  Και ο πιλότος είναι ένας που νιώθει τύψεις, θέλει να αυτοκτονήσει. Μια ανώμαλη προσγείωση και πήρε στο λαιμό του 200 επιβάτες. Όσο για τον συγκυβερνήτη, θα τον πείσει.

  Το απρόοπτο:

  Ακυρώθηκε μια θέση. Ένας επιβάτης θέλει οπωσδήποτε να ταξιδέψει, γεννάει η γυναίκα του.

  Του αρνούνται.

  Τελικά θα τα καταφέρει.

  Η έκπληξή του είναι μεγάλη όταν μαθαίνει το σκοπό της πτήσης.

  Πολλά απολαυστικά επεισόδια.

  Ο γεράκος που έχει εμμονή με το τσουνάμι.

  Πολύ μου άρεσαν οι όμορφες αεροσυνοδοί, πάντα με ένα πλατύ χαμόγελο, σαν να γλεντούσαν την όλη κατάσταση.

  Δεν υπάρχει σασπένς του τι (θα γίνει στο τέλος), αλλά σασπένς του πώς.

  Το αρχικό πλάνο δείχνει τη Χαταμί να φουντάρει από την κορυφή ενός κτιρίου.

  Στις επόμενες σκηνές τη βλέπουμε να απαντάει σε ερωτήσεις.

  Είναι ο ανακριτής του Αγίου Πέτρου.

  Στις απαντήσεις της εισχωρούν αναδρομές, σε μια από τις οποίες λέει ότι βασική της έγνοια ήταν να σωθεί η εταιρεία για να μη χάσουν τη δουλειά τους τόσοι άνθρωποι.

  Γιατί φούνταρε;

  Από τύψεις.

  Στη συνέχεια θα δούμε να ανακρίνονται και άλλοι επιβάτες.

  Μου άρεσε πολύ αυτή η κωμωδία. Θέλω να δω και το Abrahams για να συγκρίνω.

  Εδώ τελειώνουμε, προς το παρόν, με τον Tabrizi.