Book review, movie criticism

Friday, November 21, 2025

Jalmari Helander, Sisu (2022)

 

Jalmari Helander, Sisu (2022)

 


  Με αφορμή την ταινία «Sisu 2, ο δρόμος της εκδίκησης) που προβάλλεται τώρα στους κινηματογράφους

 

  Ας το γράψω ακόμη μια φορά. Λόγω ηλικίας και προβλημάτων υγείας δεν μπορώ πια να πηγαίνω στις δημοσιογραφικές προβολές. Ό,τι βρω στο διαδίκτυο, συνήθως με αγγλικούς υπότιτλους, και αυτές που μας στέλνει ο Βελισσάριος του New Star Cinemas (Στούντιο). Όμως μια και το «Sisu 2» είναι sequel (Πώς διάβολο το λένε στα ελληνικά, για να ρωτήσω την ΑΙ. Το σίκουελ λέει είναι απόλυτα αποδεκτό), είπα να δω την ταινία της οποίας είναι σίκουελ.

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: 6,9 η βαθμολογία της, ενώ του σίκουελ είναι 7,5. Έτσι κι αλλιώς θα σας συνιστούσα να τη δείτε.

  Η πλοκή τοποθετείται στη Λαπωνία. Οι γερμανοί υποχωρούν αφήνοντας πίσω τους καμένη γη. Ένας κομάντο, παροιμιώδης για τα κατορθώματά του, ζει απομονωμένος σε μια ερημική περιοχή, ψάχνοντας για χρυσάφι.

  Βρίσκει μπόλικο.

  Όμως οι γερμανοί που υποχωρούν με κατεύθυνση τη Νορβηγία (βρισκόμαστε στα τέλη του πολέμου) θέλουν να του το αρπάξουν.

  Και αρχίζει η περιπέτεια.

  Γιατί θα σας συνιστούσα για τη δείτε.

  Το πώς ξεφεύγει το θάνατο κάθε φορά (μάλιστα μια φορά είναι με τη θηλειά στο λαιμό) είναι εντελώς αντιρεαλιστικό. Μου θύμισε τον Διγενή Ακρίτα: Στο έμπα χίλιους έκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες. Τέτοια ταινία δεν είχα ξαναδεί.

  Σίγουρα ούτε εσείς, γι’ αυτό αξίζει να τη δείτε.

 

Thursday, November 20, 2025

Cai Chusheng, Song of the fishermen, (渔光曲,1934)

 

Cai Chusheng, Song of the fishermen, (渔光曲,1934)

 


  Αντί να βλέπω κινέζικα σήριαλ είπα να συνεχίσω να δουλεύω τον κινέζικο κινηματογράφο, που τον παράτησα πριν δυο χρόνια, παράλληλα με τον ιρανικό.

  Του Cai Chusheng έχουμε δει άλλες δυο ταινίες του, την «Spring in the south» (1932) και την «A dream in pink» (1932).

  Αριστερός σκηνοθέτης ο Cai Chusheng, εδώ διεκτραγωδεί τη μοίρα των φτωχών ψαράδων.

  Ο πατέρας πνίγεται. Τα δίδυμα, η «Μικρή γάτα» και ο «Μικρός πίθηκος», μεγαλώνουν με τη μητέρα, μέσα στη φτώχεια. Δούλευε σε ένα αφεντικό, ο γιος του οποίου είναι φίλος με τα παιδιά της, αλλά την απολύει γιατί έσπασε κατά λάθος ένα πολύτιμο βάζο, παρά τα παρακάλια του γιου του.

  Η μαμά τυφλώθηκε. Δεν μπορούν να ζήσουν, πάνε στη Σαγκάη σε ένα θείο. Δεν καταφέρνουν να βρουν δουλειά, γίνονται ρακοσυλλέκτες. Ο γιος του πλούσιου τους δίνει χρήματα. Η αστυνομία νομίζει ότι τα έκλεψαν από κάποιον, τους κλείνουν φυλακή. Ευτυχώς ο κλέφτης ανακαλύπτεται και τους αφήνουν.

  Ο σκηνοθέτης, έξυπνα, τους βάζει να τσακώνονται με άλλους που είναι εξίσου φτωχοί, διεκτραγωδώντας έτσι πιο έντονα τις συνέπειες της φτώχιας.

  Σε άλλη ταινία θα το περίμενε κανείς, εδώ απλά υπάρχει μια υποψία ειδυλλίου ανάμεσα στον γιο του πρώην αφεντικού και στη Μικρή Γάτα.

  Οι συμφορές δεν απολείπονται. Το σπίτι που μένουν αρπάζει φωτιά και καίγονται η μητέρα και ο θείος.

  Επιστρέφουν στο χωριό. Πιάνουν δουλειά σε ένα ψαράδικο. Ο Μικρός Πίθηκος τραυματίζεται. Πεθαίνει στην αγκαλιά της αδελφής του η οποία του τραγουδάει «Το τραγούδι των ψαράδων», σε ένα μελοδραματικό, οπερετικό τέλος. 

  Η ταινία άρεσε πολύ, έσπασε ρεκόρ εισιτηρίων και βραβεύτηκε στο φεστιβάλ της Μόσχας.

  Μπορείτε να τη δείτε με αγγλικούς υπότιτλους στο youtube

Vit Olmer, Tank Battalion (Tankový prapor, 1991)

 Vit Olmer, Tank Battalion (Tankový prapor, 1991)

 


  Μόνο 6,6; Εγώ έβαλα 8, ακατέβατο.

  Καιρό είχα να δω μια τόσο σπαρταριστή κωμωδία.

  Η πλοκή διαδραματίζεται σε ένα τάγμα αρμάτων, το 1953. Η Άνοιξη της Πράγας είναι ακόμη μακριά.

  Στα περισσότερα επεισόδια βλέπουμε τους αξιωματικούς να ωρύονται και τους στρατιώτες να το γλεντάνε. Σε κάποια το σεξ είναι παρόν, και αυτά είναι τα πιο σπαρταριστά.

  Τα γράφω για να τα θυμάμαι.

  Κλειδώνουν την κοπέλα που βρίσκεται σε ένα δωμάτιο και δεν την αφήνουν να βγει έξω. Αυτή ουρλιάζει. Τελικά την αφήνουν, αφού στηθούν σε δυο σειρές, για να περάσει ανάμεσα.

  Της ανοίγουν, περνάει. -Παρουσιάστε, άρμ. Αυτοί ξεκουμπώνονται και τη βγάζουν έξω. Περνάει ανάμεσά τους, και όταν προσπερνάει γυρνάει και τους λέει: -Ανάπαυση.

  Ο φύλακας στη φυλακή μπάζει μια γυναίκα μέσα για έναν κρατούμενο. Ένας αξιωματικός το ανακαλύπτει και ωρύεται.

  Θα κάνουν σεξ. Αυτή αρχίζει να ξεκουμπώνει τη μπλούζα της, φαίνεται ήδη το στήθος της. Αυτός παλεύει να ξεκουμπώσει τα στρατιωτικά που φοράει. Πριν προλάβει να βγάλει και το παντελόνι βλέπει τη στάμπα: είχε πάθει ρεύση.

  The movie script is based on samizdat book by Škvorecký, inspired by his own experiences during military service, διαβάζω στη βικιπαίδεια.

  Για όσους δεν ξέρουν τι είναι το samizdat (самиздат) είναι συντομογραφία του самоиздательство, αυτοέκδοση, και είναι η γενική ονομασία των βιβλίων που εκδίδονταν και κυκλοφορούσαν παράνομα στην ΕΣΣΔ, καθώς ήταν αντικαθεστωτικά. Μάλιστα, το πρώτο ίσως ηλεκτρονικό περιοδικό εδώ στην Ελλάδα, που κυκλοφορούσε και σε έντυπη έκδοση σε λίγα αντίτυπα, λεγόταν Σαμιζντάτ. Μου δημοσίευσε δυο μικρές μελέτες, «Η λογοτεχνία και η θεωρία της: πρόταση διδασκαλίας» και «Οι ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι της Αλκυόνης Παπαδάκη».

  Πρέπει να βλέπω συχνότερα κωμωδίες.

Postscriptum: Τον αξιωματικό που είναι πάνω στο τανκ (frame), ο οδηγός του, με ένα επιδέξιο χειρισμό, καταφέρνει και τον ρίχνει κάτω. 

Petra Biondina Volpe, Νυχτερινή εφημερία (Late shift, 2025)

 Petra Biondina Volpe, Νυχτερινή εφημερία (Late shift, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Αρκετές φορές έχω γράψει για την πρόσληψη, και για τους παράγοντες που μπορεί να την επηρεάσουν. Το συναισθηματικο-διανοητικό προφίλ του δέκτη είναι η πιο σημαντική, σταθερή παράμετρος. Υπάρχουν όμως και μη σταθεροί παράγοντες: κούραση, επηρεασμός από την πρόσληψη άλλων…

  Εδώ υπάρχει μια πολύ πιο ειδική παράμετρος, που στην περίπτωσή μου είναι εντελώς προσωπική.

  Όταν ξεκίνησα να βλέπω την ταινία και είδα ότι η πλοκή διαδραματίζεται σε ένα νοσοκομείο, άρχισα να ψυχοπλακώνομαι.

  Ο λόγος;

  Αυτό τον καιρό πέρυσι ήμουν στο νοσοκομείο για εγχείρηση χολής. Κάθισα ένα μήνα, βγήκα, όμως ήμουν χάλια, μια φίλη που με είδε (έπρεπε να της πάω κάτι) τρόμαξε, μου το ανέφερε αυτό πολλές φορές μετά. Μια βδομάδα μόλις κάθισα σπίτι και ξαναμπήκα, για να καθίσω άλλο ένα μήνα.

  Και ήλθε καπάκι να με αποτελειώσει: ο ασθενής θα έκανε εγχείρηση χολής.

  Στην ταινία δεν υπάρχει μείζον σασπένς, δεν υπάρχουν επεισόδια πυρηνικά παρά μόνο δεικτικά, που εικονογραφούν μια κατάσταση, αυτή των αδελφών νοσοκόμων, που βρίσκονται συνεχώς στην τσίτα. Είναι υποχρεωμένες να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο αριθμό ασθενών λόγω της έλλειψης προσωπικού, και κάποιες φορές τις ιδιοτροπίες τους. Και ενώ τα επεισόδια στα δύο τρίτα της ταινίας είναι πολυμοναδικά, δηλαδή συμβαίνουν καθημερινά με μικρές παραλλαγές, κάποια άλλα είναι μοναδικά, και αυτά είναι τα πιο ενδιαφέροντα που αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον ενώ πήγαινε να ατονήσει (τέλος καλό όλα καλά). Για παράδειγμα, δεν νομίζω να έχει ξανασυμβεί νοσοκόμα να πετάει από το παράθυρο το ρολόι ενός ασθενούς, και να του λέει ότι δεν το χρειάζεται αφού πρόκειται να πεθάνει. Ήταν στην τσίτα, προσπαθούσαν να επαναφέρουν μια ασθενή χωρίς να τα καταφέρουν τελικά, και αυτός της μίλησε οργισμένα, κοιτώντας το ρολόι του, ότι άργησε να του φέρει το τσάι που ήθελε (αυτό που του έφεραν δεν του άρεσε) μια ώρα και δεν θυμάμαι πόσα λεφτά.

  Είχε μια συνέχεια αυτό το επεισόδιο, συγκινητική.

  Όλα αυτά που είδα, τα είδα και με τα μάτια μου αυτούς τους δυο μήνες που ήμουν στον Ευαγγελισμό, και μισό μήνα στο ΠΑΓΝΗ, στο Ηράκλειο στην Κρήτη, όπου είχα νοσηλευθεί για χολαγγειίτιδα.

  Παρεμπιπτόντως, ας το γράψω, στο γαστρεντερολογικό που νοσηλευόμουν οι περισσότεροι είχαν προβλήματα από τη ρακή. Πιο σίγουρο από το ότι σκοτώνει τον covid είναι ότι σκοτώνει αυτούς που την πίνουν χωρίς μέτρο.

  Αντέχεις το βρισίδι;

  Ένας αλβανός έβριζε την αδελφή στα αλβανικά. Ξέρω βασικά αλβανικά, ξεχώρισα το motër, αδελφή. Ο διπλανός μου όμως, με εγχείρηση χολής και αυτός, κοσμογυρισμένος, ήξερε τη βρισιά: της έβρισε την αδελφή. Και μου εξήγησε, εκεί που εμείς βρίζουμε τη μάνα, οι αλβανοί βρίζουν την αδελφή.

  Θυμήθηκα το πιστολάκι που μου έβαζαν στο αυτί για να πάρουν στα γρήγορα τη θερμοκρασία.

  Και βέβαια είδα και χειρότερες καταστάσεις από αυτές που είδα στην ταινία.

  Η μεγάλη διαφορά: εγώ ήμουν σε θάλαμο με 6 κρεβάτια. Στην Ελβετία οι θάλαμοι είναι με δύο.

  Με ψυχοπλάκωσε, αλλά άξιζε τον κόπο που την είδα. Και βέβαια άρεσε, η βαθμολογία της είναι 7,8. Εδώ οι θεατές διαφωνούν με τους έλληνες κριτικούς, που ο μέσος όρος βαθμολογίας που έβαλαν είναι περίπου 2,5.

  Εξαιρετική η Leonid Benesch στο ρόλο της νοσοκόμας. Και η σκηνοθεσία. Η νευρική κίνηση της κάμερας, που όχι μόνο την παρακολουθούσε σε κάθε της βήμα αλλά την τριγύριζε σε μια αέναη κίνηση, αναπαρήγαγε υφολογικά την έντασή της, να προλάβει.

  Να το γράψω σαν υστερόγραφο, ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος με τις αδελφές και τους νοσηλευτές στον Ευαγγελισμό. Με τους καρδιολόγους του τμήματος όχι.

Wednesday, November 19, 2025

Νίκος Καραγεώργος, Ικέτες, Ευτοπία 2025, σελ. 34

 Νίκος Καραγεώργος, Ικέτες, Ευτοπία 2025, σελ. 34

 


  Ο Νίκος Καραγεώργος σπούδασε οικονομικές επιστήμες. Για αρκετά χρόνια ασχολήθηκε με τη μουσική. Από την περίοδο της δικτατορίας (γεννήθηκε το 1954) συμμετέχει και δραστηριοποιείται σε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Γράφει ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο και δοκίμιο.

  Του Νίκου Καραγεώργου του έχουμε παρουσιάσει τέσσερα βιβλία, «Στης άβυσσος τις εσχατιές», «Μαινάδες», «Αίσιμον ήμαρ» και «Ημερολόγια θυέλλης». Σειρά έχουν σήμερα οι «Ικέτες».

  Εξακολουθεί ο Καραγεώργος να ανατρέχει στην κλασική αρχαιότητα, όπως είδαμε και στις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές. Μαινάδες, Αίσιμον ήμαρ, εδώ Ικέτες, που παραπέμπει διακειμενικά στις "Ικέτιδες" του Αισχύλου, ενώ από μια άλλη τραγωδία του αντλεί το μότο της συλλογής.

  Ακόμα:

  Δεν τιτλοφορεί και εδώ τα ποιήματά του, αλλά τους δίνει ελληνικούς αριθμούς, όπως στα ομηρικά έπη.

  Βλέπουμε και εδώ άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους του δημοτικού τραγουδιού, που καμιά φορά το δεύτερο ημιστίχιο ακολουθεί σαν ανεξάρτητος στίχος.

  Τους έβλεπες και τρόμαζες να τους αναγνωρίσεις

  Καθώς το δείλι ανέπνεε δειλά κι ο αποσπερίτης

  Πηγές και λόγια από καρδιά

  Που ρίχνονταν στη μάχη

  Επίσης δεν περιφρονεί την ομοιοκαταληξία της ποίησης του προπερασμένου αιώνα, κυρίως τη ζευγαρωτή.

  Στο κάθε τι που τον ευχαριστούσε.

  Για ηθική δε, ούτε που τον απασχολούσε.

  Στρατευμένος και αυτός, όπως πολλοί της γενιάς του Πολυτεχνείου, που προχθές γιορτάσαμε την επέτειό του.

 

  Ήσουν παιδί ακόμα,

Όταν σε είδα να ξερνάς το αίμα απ’ τις πληγές σου.

Σκληρό το ρόπαλο για σε, κι επιδέξιο

Όπως σου τσάκιζε αδελφέ τα δυνατά πλευρά σου.

 

  Όμως η απαισιοδοξία του, όπως όλων μας, είναι αναμενόμενη μετά τη διάψευση των οραμάτων, εξαιρουμένων φυσικά αυτών που εξαργύρωσαν τις αγωνιστικές τους περγαμηνές κάνοντας καριέρα, και χρωματίζει ακόμα και τις αναμνήσεις τους.

 

  Κι αντρειεύαμε στα κλεφτά

Υψώνοντας όλη την ώρα κάτι κακογραμμένα πανώ,

Που λες και είχαν γεννηθεί κάποτε,

Στων προγόνων.

Μαύρα, κορακιασμένα, με κάτι τρύπες στην αγερομπασιά,

Που εάν τις κοίταζες μετέωρα άνοιγαν

Και σου αποκαλύπτονταν πάραυτα

Του Αχέροντα η ώχρα.

 

  Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο. Ή μήπως κάντε έρωτα, όχι επανάσταση;

 

  Σύντροφοι,

Αφεθείτε…

Εκτονωθείτε…

Συγκλονιστείτε…

Παρασυρθείτε…

  Αναρωτιέμαι, παρωδεί συνειδητά το «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού;

  Ας αφαιρέσουμε τις τελίτσες συμπληρώνοντας.

 

  Σύντροφοι,

  Αφεθείτε

Στη μύχια ηδονή που καίει τα σκοτεινά του νου

Και στους ηδύπνοους στεναγμούς

Σφαδάζοντος από έρωτα κορμιού.

 

Εκτονωθείτε

Στους παφλασμούς θηλών που θέλγουν την ψυχή σας.

Και στο σαρκώδες φίλημα,

Εκεί που τρεμουλιάζει το κορμί σας

 

Συγκλονιστείτε

Στο έσχατο ανατρίχιασμα που προκαλεί το άγγιγμα της σάρκας.

Και στους υγρούς ψιθύρους των κραυγασμών

Που βογκούν στα όνειρά σας.

 

Παρασυρθείτε

Μες στου κορμιού τις νύχτιες προσμονές

Και σε φαντασιώσεις έκνομες

Και τολμηρές ριχτείτε.

 

  Ολιγογράφος σαν τον Στάθη Κουτσούνη, μας δίνει εξαιρετικά ποιήματα. Του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα και να φτάσουν σε πολλές Ιθάκες-αναγνώστες.

Νίκος Καραγεώργος, Αίσιμον ήμαρ, Ιδεόγραμμα 2009, σελ. 35

 Νίκος Καραγεώργος, Αίσιμον ήμαρ, Ιδεόγραμμα 2009, σελ. 35



  Η δεύτερη ποιητική συλλογή ενός ταλαντούχου λογοτέχνη, με πλατιά θεματική και υφολογικό πλούτο

  Ο Νίκος Καραγεώργος, μετά το μυθιστόρημά του «Μαινάδες» το οποίο παρουσιάσαμε στο Λέξημα, επιστρέφει πάλι στην ποίηση από την οποία ξεκίνησε. Εξάλλου όσοι ποιητές κάνουν μεταγραφή στην πεζογραφία κουβαλάνε μαζί τους και την ποίηση (για να μην αναφέρουμε πάλι τη Ρέα Γαλανάκη σαν παράδειγμα, αναφέρουμε τον Μανόλη Πρατικάκη που στα «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου» με τα οποία πρωτοεμφανίζεται ως πεζογράφος δεν εγκαταλείπει τον ποιητικό εαυτό του). Για τον Καραγεώργο δεν ξέρουμε αν η επιστροφή αυτή θα είναι οριστική ή αν θα μοιράζεται ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση, όπως κάνει π.χ. η Ελένη Γκίκα, που η ποιητική της συλλογή «Το γράμμα που λείπει» θα αποτελέσει το αντικείμενο της επόμενής μας παρουσίασης.

  Στην τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή που φέρει τον τίτλο «Αίσιμον ήμαρ» παρατηρούμε ένα λεξιλογικό και υφολογικό παλίμψηστο. Ακόμη τη βλέπουμε να διατρέχει διακειμενικά τη γραμματεία μας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Φυσικά τα ποιήματα είναι τυπωμένα σε πολυτονικό. «Νόστιμον ήμαρ».

  Ο Καραγεώργος χρησιμοποιεί αρκετές λέξεις από την αρχαία ελληνική γραμματεία, που η ύπαρξή τους «ανυψώνει» και το ύφος του. Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ίδιος ο τίτλος, που σημαίνει «Η μοιραία μέρα του θανάτου».  Άλλες αρχαιοελληνικές λέξεις που συναντάμε μέσα στα ποιήματα είναι «ανήριθμος», «αείπεμπτον», «κικλήσκομαι», «ερέβοντας» κ.ά. Όμως η υφολογική πρωτοτυπία των ποιημάτων του βρίσκεται στο ότι το υψηλό ύφος συμπλέκεται τόσο πολύ με το χαμηλό, που συχνά αλληλοδιαδέχεται το ένα το άλλο στίχο με στίχο, ακόμη και στον ίδιο στίχο, όπως π.χ. «…τσουγκρίζοντας και φωνάζοντας ες αεί/ες άυλον τα σπουδαία!/κι επήραμε τον κατήφορο/έτσι, καταπώς ζήσαμε καθείς∙/ θροΐζοντας» (σελ. 10).

  Πρόσφατα διαβάσαμε το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο «Ερμηνεία και υπερερμηνεία» (Αυτό, μια και είναι παλιό, το παρουσιάσαμε στο blog μας, αφήνοντας το Λέξημα μόνο για τα καινούρια βιβλία). Γράφοντας τώρα αυτό το σημείωμα μου φαίνεται ότι θα πρέπει να μιλήσουμε και για «διακειμενικότητα» και «υπερδιακειμενικότητα». Τι άλλο να πω διαβάζοντας τον στίχο «Μα τι γυρεύουμε οι αλαφροΐσκιωτοι» (σελ. 9) παρά ότι απλά μου φέρνει στο νου Σολωμό και Σικελιανό; («Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες» από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού και τον «Αλαφροΐσκιωτο», την πρώτη ποιητική συλλογή του Σικελιανού, που τον έκανε αμέσως γνωστό). Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι στον Καραγεώργο, από τα ίδια διαβάσματα, η λέξη φορτίστηκε με  ισχυρές συνειρμικές ίνες.

  Και μια και ο λόγος περί διακειμενικότητας, διαβάζοντας τον τελευταίο στίχο του ποιήματος «Μνήμη», ψευδοΐστορικού καβαφικού ως προς το ύφος: «Πέθανε μόνος∙ κανείς δεν τον θυμάται», θυμήθηκα την «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές» του Καριωτάκη, που συμπτωματικά διδάσκω αυτές τις μέρες στους μαθητές μου. Δεν με εξέπληξε που είδα το μεθεπόμενο ποίημα να τιτλοφορείται με την καριωτακική φράση από το ίδιο ποίημα: «Στους ποιητές άδοξοι πούναι».

  Το ενδιάμεσο ποίημα που έχει τον τίτλο «Ταυροθυμίες» (σελ. 26) είναι επίσης ενδιαφέρον, γιατί εκεί, παρόλη τη συντομία του, παρελαύνουν σχεδόν όλα τα ποιητικά μέτρα.

  «Απάτες λοιπόν οι Τροίες∙

  κι οι κομπασμοί

  χθονίων Πενάτες δακρύροοι».

  Ένας μικρός ίαμβος χωρίζει δύο αμφίβραχεις στίχους.

  «Ελεεινολογείες ελάνδρου»

  Ελλοχείς

  των Ερινύων επίορκοι».

  Στον πρώτο στίχο αυτής της στροφής υπάρχει η παρήχηση του λ, και όπως και ο επόμενος μονολεκτικός, είναι ανάπαιστος (οι δυο χασμωδίες τον κρύβουν κάπως), ενώ ο τελευταίος στίχος είναι δάκτυλος. Οι υπόλοιποι στίχοι του ποιήματος είναι ιαμβικοί. Μόνο ο τροχαίος λείπει.

  Η θεματική του Καραγεώργου είναι εξίσου πλατιά. Πηγαινοέρχεται από την υπαρξιακή ομφαλοσκόπηση που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ποίησης σε μια «στρατευμένη» ποίηση-απόκριση σε σύγχρονα προβλήματα και γεγονότα («Νύχτες της Γάζας», «Κραυγή», «Μολώχ», κ.ά.) και από ένα ιστορικό βάθος που ξεκινάει από τον αιγυπτιακό θεό Ατούμ μέχρι μια εντελώς σύγχρονη επικαιρότητα (τα προηγούμενα ποιήματα που αναφέραμε). Ακόμη νοιώθει υποχρεωμένος να αναφερθεί στον Ρεμπώ αλλά και στον Παπαδιαμάντη, στον Νίτσε αλλά και στον Καρυωτάκη, χωρίς να περιφρονεί και το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο («Σέριφος»). Και βέβαια ο έρωτας είναι πάντα παρών, όπως σε όλους τους ποιητές, θα τολμούσαμε να πούμε χωρίς εξαίρεση. Ας δώσουμε ένα δείγμα της ποίησης του Καραγεώργου από αυτή την τελευταία θεματική.

  Ερωτικόν

  Δεν είναι που δεν σας νοστάλγησα χτες πάλι

  ω! νύχτες των εξομολογήσεων

 

  μήτε και το άγγιγμά σας είναι

  των χρόνων των εφηβικών∙

 

  μα να,

  είναι που θέλησα για λίγο

 

  να ζωγραφίσω εκείνων των ματιών

  τον ξεχασμένον έρωτα

 

  τα είκοσί τους χρόνια

  και τη γεύση της Άνοιξης!

  Πλατύς θεματικά και υφολογικά, ο Νίκος Καραγεώργος, με τη δεύτερη αυτή ποιητική του συλλογή εμφανίζεται ως ένας πολλά υποσχόμενος ποιητής. Αλλά και με το μυθιστόρημά του φάνηκε ως ένας πολλά υποσχόμενος πεζογράφος. Παρά το μικρό μέχρι στιγμής σε ποσότητα λογοτεχνικό του έργο, πιστεύουμε ότι είναι από τους λογοτέχνες που θα ξεχωρίσουν.

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης

 

 

Tuesday, November 18, 2025

Λουκάς Αγέλαστος και Σπουριδούλα Γκούσκου, Να μην έχεις πού να πας (2022)

 Λουκάς Αγέλαστος και Σπουριδούλα Γκούσκου, Να μην έχεις πού να πας (2022)

 


  Έχω γράψει ότι σήμερα «της γης οι κολασμένοι» δεν είναι οι εργάτες όπως θέλει ο ύμνος της Διεθνούς, ούτε οι αποικιοκρατούμενοι λαοί όπως θέλει ο Franz Fanon, αλλά οι λαθρομετανάστες. Έκανα όμως και την σημείωση, ότι οι άστεγοι, βέβαια αριθμητικά πολύ λιγότεροι, είναι ακόμη πιο κολασμένοι.

  Είχα δει ένα καναδικό ντοκιμαντέρ για τους άστεγους, νομίζω και κάποιο άλλο, αλλά αυτό είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ για τους δικούς μας άστεγους.

  Η κάμερα παρακολουθεί κατά βάση δυο άστεγους. Τα πλάνα με αυτούς εναλλάσσονται με άλλα πλάνα, όπου άτομα που έχουν σχέση με τον χώρο, που δουλεύουν σε υποστηρικτικές δομές κ.λπ. δίνουν την εικόνα του όλου προβλήματος και προτείνουν λύσεις.

  Στο Μεταξουργείο έβλεπα τους ναρκομανείς. Σε μια άστεγη, που είχε φτιάξει με χαρτόκουτα το «γιατάκι» της σε ένα πεζοδρόμιο, της πέταξα κάποιες φορές από ένα πεντάευρο.

  Όμως η περίπτωση του Σωτήρη είναι ολότελα συγκινητική. Έμενε σε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο κοντά στο piccolino a café, όπου σύχναζα με μια παρέα φίλων. Ο Βαγγέλης που είναι στον μπουφέ ανησύχησε που είχαν περάσει πέντε μέρες και δεν είχε φανεί. Ειδοποίησε την αστυνομία. Τον βρήκαν αναίσθητο. Είχε πέσει είχε κτυπήσει, είχε μείνει αναίσθητος, ένας θεός ξέρει για πόσες ώρες, και είχε πάθει αφυδάτωση. Τον βρήκαν αναίσθητο και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Περιποιήθηκαν και ένα πρόβλημα που είχε στο αυτί, σαν πληγή, και ήταν όγκος. Όταν βγήκε έμενε σε μια δομή, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να φύγει. Τον συνάντησα μετά από αυτή την ιστορία στο piccolino, τον κέρασα.

  Το ξενοδοχείο όπου έμενε πουλήθηκε, και στο δωμάτιο που έμενε, τα βιβλία του είχαν κάνει φτερά.

  Μετανάστης στον Καναδά, διάβαζε κάθε μέρα αγγλική εφημερίδα.

  Καημένε Σωτήρη.

  Πού να βρίσκεσαι άραγε τώρα; 

 Πήγα να αναρτήσω και να βάλω frame και είδα ότι η μια από τις δυο εικόνες που έσωσα βλέποντας την ταινία είχε υπότιτλο: under the bridge. Την έσωσα γιατί θα το ξεχνούσα, όπως και το ξέχασα, το είδα τώρα που πήγα να κάνω την ανάρτηση.

  Έμεινε κάποιες φορές κάτω από μια γέφυρα.

  Και θυμήθηκα την ταινία του ιρανού Sayyed Reza Mir Karimi… τελικά ο τίτλος δεν ήταν κάτω από τη γέφυρα, αλλά «Under the moonlight», που έδειχνε τη ζωή κάποιων άστεγων κάτω από μια γέφυρα, πολύ συγκινητική ταινία, έχω αναφερθεί σ’ αυτή κάμποσες φορές.