Book review, movie criticism

Thursday, October 19, 2017

Andrei Zvyagintsev, Нелюбовь (Loveless, Χωρίς αγάπη, 2017)

Andrei Zvyagintsev, Нелюбовь (Loveless, Χωρίς αγάπη, 2017)


   Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ο Αντρέι Σβιάγιντσεφ είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Έχω δει και τις τέσσερις προηγούμενες ταινίες του. Στην τελευταία μου ανάρτηση για τον «Leviathan» μπορείτε να βρείτε τους συνδέσμους και για τις άλλες ταινίες του. Μετέθεσα προγραμματισμένο ιατρικό ραντεβού για να μη χάσω το «Χωρίς αγάπη» στη δημοσιογραφική προβολή.
  Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το σημείωμα διαβάζω τις αναρτήσεις μου για τα προηγούμενα έργα του. Και μου άρεσαν, όπως μου άρεσαν και τα έργα του. Αντιγράφω ένα απόσπασμα από την ανάρτησή μου για την «Εξορία».
  «Ο λόγος στον Σβιάγκιντσεβ είναι περιορισμένος, τα πλάνα μακρόσερτα, ένας συγκρατημένος Αγγελόπουλος, ή μάλλον μια διαδοχή του Ταρκόφσκι. Εικαστικός όσο δεν παίρνει με τα θαυμάσια πλάνα της εξοχής (να θυμίσουμε την «Επιστροφή», την προηγούμενη ταινία του), αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να γυρίσει μια ταινία αποκλειστικά σε αστικά περιβάλλοντα. Υπέροχα συμβολιστικός δείχνοντας τον Άλεξ στο αμάξι του, σταματημένος μπροστά στο σπίτι του Ρόμπερτ ενώ βρέχει καταρρακτωδώς, μας υποβάλλει τα αισθήματα που νιώθει μετά το θάνατο της γυναίκας του».
  Το «συμβολιστικός» είναι μια σκέψη που έκανα βλέποντας το πρώτο πλάνο, αργόσερτο, της ταινίας «Χωρίς αγάπη», με τον μικρό γιο να επιστρέφει από το σχολείο στο σπίτι του χωρίς να βιάζεται. Τα εικαστικά πλάνα με τις παραδείσιες φυλλωσιές των δένδρων που είδαμε στην «Επιστροφή» έχουν χαθεί, όπως και από τα άλλα έργα του. Γκρίζοι κορμοί δένδρων με ξεραμένα κλαδιά (αργότερα θα προστεθεί και το χιόνι) υποβάλλουν συμβολιστικά το κλίμα της ταινίας.
  Η θεματική εμμονή στην αποξένωση των ανθρώπων που είδαμε στα προηγούμενα έργα είναι και εδώ κυρίαρχη. Ο γάμος του ζευγαριού δεν είναι μια σχέση αγάπης. Η γυναίκα αφέθηκε σε μια κατά τα άλλα ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη για να ξεφύγει από τη μέγαιρα μάνα της, που κουβαλάει κι αυτή το σταυρό της. Ο άνδρας επιδίωξε το γάμο, γιατί στην εταιρεία που δουλεύει το αφεντικό, «φονταμενταλιστής» χριστιανός, θέλει οι υπάλληλοί του να είναι παντρεμένοι. Το παιδί είναι το μεγάλο θύμα, που θα το δούμε αργότερα να κλαίει ακούγοντας τους καυγάδες τον γονιών του. Και οι δυο έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις, και μάλιστα η κοπέλα του άνδρα είναι έγκυος. Όμως δεν θέλει να χωρίσει γιατί κινδυνεύει η θέση του στην εταιρεία. Ο φίλος της γυναίκας δεν δείχνει ιδιαίτερα ενθουσιασμένος, όμως...  (οι τελίτσες για να μην τα λέμε όλα, έχω την τάση να κάνω σπόιλερ γιατί μόνο έτσι μπορώ να μιλήσω αποτελεσματικά για μια ταινία, αλλά δεν θέλω να προδώσω και την κάρτα διαπίστευσης που μου εμπιστεύθηκαν για να βλέπω τις δημοσιογραφικές προβολές).
  Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι drama, το δεύτερο crime. Ο γιος τους προφανώς το έσκασε, δεν άντεχε, όμως γιατί δεν επιστρέφει όπως τόσα παιδιά που το σκάνε από το σπίτι τους; Η αστυνομία και μια εθελοντική οργάνωση αναλαμβάνουν το ψάξιμο. Κάποια στιγμή θα βρεθεί ένα πτώμα. Και εδώ έχουμε ένα εφέ έκπληξης, ενδοκειμενικό, αλλά μας περιμένει και ένα ακόμη, η διάψευση μιας αφηγηματικής προσμονής η οποία μας έχει καλλιεργηθεί ειδολογικά και καλύπτει όλο αυτό το δεύτερο μέρος.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Σβιάγκιντσεφ, ξέρει να επιλέγει μουσική. Σε ένα από τα προηγούμενα έργα του είχε μουσική του Φίλιπ Γκλας, ενώ εδώ πήρε το μάτι μου στα γράμματα τέλους τον Άρβο Περτ. Ο μινιμαλισμός με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα υπογραμμίζει το ζοφερό του κλίματος της ταινίας.
  Βαθιά απαισιόδοξος ο Σβιάγκιντσεφ, και μάλιστα όπως κι εγώ. Για τον εαυτό μου έχω γράψει ότι είμαι απαισιόδοξος ιδιοσυγκρασιακά (ίσως κάποια γονίδια, γι’ αυτό βλέπω το ποτήρι μισοάδειο και όχι μισογεμάτο), κοινωνικά (βλέποντας το τι συμβαίνει γύρω μου, αλλά και από τις ιστορικές μου γνώσεις) και μεταφυσικά (τη μεταφυσική απαισιοδοξία μου την μετέφερα στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων»). Ίσως αυτός είναι ο λόγος που αγαπώ τα ανέκδοτα, τις κωμωδίες, και γενικά το χιούμορ, έχοντάς τα σαν αντίβαρο.
  Σκέφτομαι τώρα, η απαισιοδοξία έχει μια αξία επιβίωσης. Οι αισιόδοξοι έλεγαν: «Καλός ο μισθός μου, καλά πάμε, ας πάρω ένα δάνειο να χτίσω μια εξοχικάρα». Οι απαισιόδοξοι έλεγαν: «Καλός ο μισθός μου, καλά πάμε, να πάρω ένα δάνειο να χτίσω μια εξοχικάρα; Όμως αν στραβώσουν τα πράγματα; Δεν κάθομαι καλύτερα στ’ αυγά μου;».
  Οι μαύρες πεταλούδες στο Μάντσεστερ γλίτωσαν από τα πουλιά που έτρωγαν τις άσπρες πεταλούδες. Οι κορμοί των δέντρων στην περιοχή είχαν μαυρίσει από την κάπνα των εργοστασίων, έτσι τα πουλιά εντόπιζαν εύκολα τις άσπρες πεταλούδες που κάθονταν πάνω σ’ αυτούς, όχι όμως και τις μαύρες. Πριν τη βιομηχανική επανάσταση τα πράγματα ήσαν αντίστροφα.
  Δεν ξέρω τι γονίδια κουβαλάει ο Σβιάγκιντσεφ, αλλά την κοινωνική του απαισιοδοξία μπορεί να την κατανοήσει κανείς. Τη μεταφυσική όμως όχι, αν δεν την ομολογήσει. Και την ομολογεί στο «Λεβιάθαν».  
 


Post a Comment