Book review, movie criticism

Friday, August 3, 2012

Του τάφου, 13η ιστορία, Ο λάκκος



Του τάφου, 13η ιστορία, Ο λάκκος

  Την ιστορία αυτή μου την είπε η Ελένη.
  Ποια Ελένη;
  Η κόρη του Κωστή.
  Ποιανού Κωστή;
  Του ξαδέλφου μου, που μου είπε την ιστορία του «Καλημέρα» και του «Αδιάβαστου παπά».
  Και η σύμπτωση.
  Η Ελένη μου αφηγήθηκε την ιστορία πέρυσι το καλοκαίρι, στη βεράντα του πατρικού της όπου άκουσα και τις παραπάνω ιστορίες. Όμως στο αρχείο με τις σημειώσεις μου για τις Cuentos de la tumba, τις «Ιστορίες του τάφου», είχα σημειώσει μόνο το πρόσωπο και τη λέξη «λάκκος», πιστεύοντας ότι όταν ερχόταν η στιγμή να γράψω την ιστορία θα θυμόμουν και τις λεπτομέρειες. Όμως όχι. Μετά από ένα χρόνο τις είχα ξεχάσει. Η λέξη βέβαια έφτανε για να φτιάξω τη δική μου ιστορία, όμως εγώ προτιμώ να έχω όσο πιο πολλές πραγματικές λεπτομέρειες γίνεται. Μου τελειώνουν όμως οι ιστορίες, έπρεπε να ασχοληθώ και μ’ αυτήν. Χθες λοιπόν που πήγα στη θάλασσα, μετά από δεκατέσσερις μέρες εξαιτίας μιας ωτίτιδας, συνάντησα στο κολπάκι του αγίου Αντρέα όπου πηγαίνω για μπάνιο εδώ και τρία χρόνια, την Ελένη με τα τρία παιδιά της. Την ρώτησα, και μου είπε ξανά την ιστορία. Με όσες λεπτομέρειες ήξερε.
  Το έδαφος που ήταν κτισμένο το νεκροταφείο ήταν σαθρό, και άρχισε να παθαίνει καθιζήσεις. Τα σπίτια των νεκρών κινδύνευαν σοβαρά, και για να μη θυμώσουν οι νεκροί σκέφτηκαν να φτιάξουν ένα καινούριο νεκροταφείο λίγο πιο μακριά και να τους μεταστεγάσουν, τουλάχιστον εκείνους που τα κόκαλά τους φυλάσσονταν σε κασελάκια στο οστεοφυλάκιο.
  Έτσι και έκαναν.
  Το παλιό νεκροταφείο, καθώς εγκαταλείφθηκε, το κατέλαβε σιγά σιγά μια άγρια πανίδα και χλωρίδα. Κάθε λογής αγριόχορτα φύτρωσαν στο έδαφός του, τσουκνίδες, μολόχες, κάπαρη κ.λπ., καθώς έπαψε πια να ποδοπατείται από τους συγγενείς των προσφιλών νεκρών, δίδοντας τροφή και προστασία σε διάφορα ζώα, σαύρες, αρουραίους, φίδια, σκαντζόχοιρους, σαλιγκάρια…
  Τα σαλιγκάρια, που εμείς στην Κρήτη τα λέμε χοχλιούς από το κοχλιωτό καβούκι τους, ευδοκιμούν στα νεκροταφεία, και μέσα και παραδίπλα. Να αγοράσεις χοχλιούς; Να σου κάνουν δώρο χοχλιούς; Και αν τους έχουν μαζέψει από νεκροταφεία; Να μένει το βύσσινο.
  Ο ήρωας της ιστορίας μας παρακολουθούσε μια κηδεία στο νεκροταφείο δίπλα. Όμως δεν είχαν προλάβει να θάψουν τον νεκρό και τον έπιασε κόψιμο. Όχι, δεν νομίζω να είχε φάει σαλιγκάρια, κάτι άλλο θα είχε φάει, δεν έχει σημασία.
  Ούτε και για τον ίδιο είχε σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν να πάει επειγόντως να κάνει την ανάγκη του. Πού να πάει όμως, το νεκροταφείο ήταν γεμάτο κόσμο, και καθώς ακόμη δεν είχε μεσημεριάσει για να γυρίσουν οι αγρότες στα σπίτια τους, όλο και κάποιος θα μπορούσε να τον δει. Έπρεπε να βρει ένα μέρος που να είναι σίγουρος ότι δεν θα τον έπαιρνε κανείς χαμπάρι. Και ποιο μπορούσε να είναι πιο σίγουρο μέρος από το παλιό νεκροταφείο, που βρισκόταν λίγο πιο κάτω;
  Τρέχει λοιπόν στα γρήγορα προς τα εκεί. Περνάει την είσοδο, που η πόρτα της είχε κάνει φτερά εδώ και χρόνια, και βλέπει έναν μεγάλο θάμνο κάπου στο βάθος, πίσω από τις μολόχες που ξεχώριζαν με το ύψος τους από τα άλλα αγριόχορτα . Το νεκροταφείο ήταν περιφραγμένο με τον μαντρότοιχό του, ήταν δύσκολο να τον πιάσει ανθρώπου μάτι, αλλά καλού κακού ας κρυφτεί και πίσω από το θάμνο.
  Τρέχει ακάθεκτος προς τα εκεί.
  Λίγο πριν φτάσει όμως άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
  Ή μάλλον έτσι νόμισε. Ή ότι έπεσε κατά λάθος στην τρύπα του Άδη, και τώρα πια δεν υπήρχε γυρισμός στον επάνω κόσμο.
  Όμως να που ο Κάτω Κόσμος δεν τον ρούφηξε. Βούλιαξε μεν, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησε. Το κεφάλι του είχε μείνει απέξω. Από πάνω απλωνόταν το γαλάζιο του ουρανού, και στο ύψος των ματιών του το πράσινο των αγριόχορτων του παλιού νεκροταφείου. Αρπάζεται με τα χέρια του από το χείλος της τρύπας, πετιέται έξω, και τρέχει έντρομος να απομακρυνθεί από αυτόν τον καταραμένο τόπο.
  Ακόμα τρέχει.
 Που λέει ο λόγος.
 Γιατί μετά από λίγο, αφού ηρέμησε, κατάλαβε τι είχε γίνει.
 Θα έπεσε προφανώς σε κάποιο λάκκο που τον άνοιξαν για να φτιάξουν έναν οικογενειακό τάφο. Όμως τον παράτησαν, γιατί εν τω μεταξύ είχε γίνει γνωστή η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου να εγκαταλείψουν αυτό το νεκροταφείο και να φτιάξουν κάποιο άλλο. Ο λάκκος αυτός, με τον καιρό, σκεπάστηκε με αγριόχορτα, το άνοιγμά του δεν φαινόταν, και ήταν ολότελα φυσικό κάποιος απρόσεκτος ή κάποιος βιαστικός να πέσει μέσα.
  Ετοιμαζόμουν να τελειώσω την ιστορία του, αλλά σκέφτηκα ότι αν την αφήσω εδώ θα μείνει μισοτελειωμένη. Μπορεί μερικοί αναγνώστες να αναρωτηθούν: και τι έγινε με τη φυσική του ανάγκη; Λέμε τη φράση «χέστηκε από το φόβο του», οπότε αυτός που χεζόταν ήδη θα πρέπει να χέστηκε διπλά.
  Όμως όχι. Αφού κατάλαβε ότι ήταν αδικαιολόγητος ο πανικός του σταμάτησε στο πρώτο λιόδεντρο που βρήκε μπροστά του, κάθισε ανακούρκουδα στη ρίζα του με την πλάτη του και τον κορμό του δέντρου προς τη μεριά του δρόμου μήπως περνάει κανείς, και έκανε την ανάγκη του.
  Μπορεί η Ελένη και ο ίδιος να μην έχουν αντίρρηση να πω το όνομά του, όμως εγώ λέω να μη το πω. Έχει σημασία εξάλλου;
  

  Έκανα την ανάρτηση στο blog, τη διάβασε η Ελένη, δεν έχει καθόλου αντίρρηση να γράψω το όνομα του ήρωα αυτής της ιστορίας, ο οποίος, όπως με διαβεβαιώνει, καθώς έχει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ δεν θα πειραχθεί καθόλου, και δεν είναι άλλος από τον άντρα της, τον Γιώργη τον Τσακιράκη.
Post a Comment