Book review, movie criticism

Saturday, August 25, 2012

Του τάφου, 27η ιστορία, Η σιέστα



Του τάφου, 27η ιστορία, Η σιέστα

  Ορισμένες από τις ιστορίες που γράφω τις συμπληρώνω εκ των υστέρων με πιο σπαρταριστές λεπτομέρειες, που μου τις είπαν κάποιοι που τις διάβασαν. Αυτήν δεν πρόλαβα να τη γράψω, και είχα μια συμπληρωματική αφήγηση. Θα ξεκινήσω από αυτήν, γιατί στο «χρόνο της ιστορίας» προηγείται.
  Ο Γιάννης έφτιαξε οικογενειακό τάφο. Καμάρωνε γι’ αυτόν. Ο Μανός ο Τριχάς του λέει.
  -Γιάννη, τώρα που έφτιαξες τον τάφο, πρέπει πότε πότε να πηγαίνεις να κοιμάσαι εκεί μέσα, να συνηθάς.
  Αστεία το είπε, όμως το αστείο αυτό έμεινε στο μυαλό του Γιάννη.

  Και πριν περάσουμε στην άλλη αφήγηση, που όπως είπαμε προηγήθηκε, να παραθέσουμε ένα σχετικό απόσπασμα από τον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη.
  «(Ο καπετάν Πολυξίγκης με τους φίλους του ξεφαντώνουν μέσα στο μνήμα του) Ο Βεντούζος είχε έρθει κιόλας στο κέφι· είχε βρει το κρασί και τους μεζέδες, έκανε υπομονή, περίμενε, περίμενε, δε βάσταξε πια, κίνησε να σαβουρώνει και να πίνει. Ανέβηκε απάνω, έκοψε μια φαρδιά κίτρινη μαργαρίτα, την πέρασε στο αυτί του, ξάπλωσε στο πέτρινο πατάρι μέσα στο μνήμα, σφάληξε τα μάτια κι έκανε, λέει, τον πεθαμένο, να συνηθίσει. Μα κάθε τόσο ανασταίνουνταν για να κατεβάσει καμιά, και ξαναπέθαινε» (σελ. 186).
  Έρχεται το καλοκαίρι, πλακώνουνε οι καύσωνες, ακόμη και κάτω από τον πλάτανο του καφενείου δεν μπορεί να βρει κανείς δροσιά. Και ο Γιάννης σκέφτεται την υπόδειξη του Μανού.
  Ένα μεσημέρι που η ζέστη ήταν εξαιρετικά αφόρητη, τα air-condition δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί και ο μόνος χώρος που θα μπορούσε να βρει κανείς μια κάποια δροσιά ήταν τα καφενεία, ο Γιάννης σηκώνεται από την καρέκλα του.
  -Πού πας Γιάννη με τέτοια ζέστη; Μη μου πεις ότι πας στο σπίτι σου, που τώρα μεσημεριάτικα θα είναι φούρνος, του λέει κάποιος.
  -Ξα μου μένα, λέει ο Γιάννης και φεύγει.
  Από τότε, τα μεσημέρια με τους καύσωνες δεν εμφανιζόταν πια στο καφενείο.
  Μα πού διάβολο τη βγάζει μεσημεριάτικα, με τέτοια ζέστη; αναρωτιούνται οι χωριανοί.
  Κάποιος τον παρακολούθησε, και έτσι διέρρευσε το μυστικό: ο Γιάννης πήγαινε και κοιμόταν μέσα στον τάφο του, στο νεκροταφείο.
  Το βράδυ που εμφανίστηκε στο καφενείο τον ρώτησαν για ποιο λόγο πήγαινε και κοιμόταν στον τάφο. Όμως δεν τους είπε ότι το έκανε για να συνηθά. Θα τον κορόιδευαν, και εξάλλου δεν ήταν αυτός ο λόγος.
  Ποιος ήταν ο λόγος;
  -Δροσώ, δροσώ, ήταν η απάντηση. Δηλαδή δροσερεύω, έχω δροσιά.
  Κάποιοι μπορεί να αναρωτιούνται, πώς μπορεί να κάνει δροσιά μέσα σε ένα τάφο.
  Και όμως. Καθώς είναι σκαμμένος μέσα στη γη είναι όντως δροσερός. Εξάλλου είχα διαβάσει σε κάποιο μυθιστόρημα, νομίζω του αιγύπτιου νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ, για άστεγους που μένουν σε τάφους. Και ψάχνοντας στο διαδίκτυο με αφορμή αυτή την ιστορία ένοιωσα έκπληξη με αυτά που διάβασα. Ολόκληροι πληθυσμοί στεγάζονται στα νεκροταφεία. Και όχι μόνο στο Κάιρο, αλλά και στη Μανίλα. Πιθανότατα και αλλού. Για όσους ενδιαφέρονται για λεπτομέρειες, έχω εδώ τους συνδέσμους.

Post a Comment