Book review, movie criticism

Monday, August 6, 2012

Του τάφου, 16η Ιστορία, Η μάξι φούστα



Του τάφου, 16η Ιστορία, Η μάξι φούστα

  Μόλις έχω καθίσει στον υπολογιστή για να γράψω την προτελευταία ιστορία, τη «Φάρσα», και με παίρνει τηλέφωνο ο ξάδελφός μου ο Γιάννης ο Ζωγραφάκης από τον άγιο Νικόλαο. Ο Γιάννης είναι γιος του θείου μου του Μανώλη, αδελφού της μητέρας μου, που όταν ήταν νεαρός έβαλε στοίχημα με τους φίλους του να βγάλει μια νεκροκεφαλή από ένα μνήμα. Είναι η 7η ιστορία «Του τάφου» που έχω αφηγηθεί, με τον τίτλο «Κι άλλο στοίχημα». Αφού είπαμε τα δικά μας του μίλησα και για την τωρινή μου απασχόληση, ότι κάθε πρωί γράφω και μια ιστορία με θέμα τους νεκρούς και τα νεκροταφεία. Του θύμισα και την ιστορία με τον πατέρα του που την είχε ξεχάσει. Και μου είπε και αυτός τη δική του ιστορία, που κάθομαι αμέσως τώρα και τη γράφω. Ιστορία που θα μπορούσα να την τιτλοφορήσω: το τρίτο στοίχημα.
  Και η σύμπτωση: ο θείος μου έβαλε στοίχημα να βγάλει μια νεκροκεφαλή από ένα τάφο. Η πεθερά του έβαλε και αυτή ένα παρόμοιο στοίχημα: να πάει νύχτα στο νεκροταφείο και να φέρει κάποιο αντικείμενο από ένα μνήμα.
  Όπως έχω γράψει και πιο πριν, στις προφορικές αφηγήσεις οι πολλές λεπτομέρειες δεν έχουν και μεγάλη σημασία και γι’ αυτό συνήθως παραλείπονται. Ο αφηγητής περιορίζεται στα κεντρικά σημεία της ιστορίας, στα «εκ των ων ουκ άνευ». Μπορώ πάντως να φανταστώ ότι το αντικείμενο αυτό θα ήταν ή ένα θυμιατό, ή ένα καντήλι, ή ένα μπουκάλι λάδι, ή η φωτογραφία ενός νεκρού. Επίσης μπορώ να φανταστώ ότι οι φίλες της δεν θα έμεναν ικανοποιημένες με το να τους φέρει απλώς το αντικείμενο αυτό. Και αν δεν το είχε πάρει από το νεκροταφείο αλλά πήγε και το αγόρασε; Αν έτυχε να έχει στο οικογενειακό της άλμπουμ και τη φωτογραφία ενός νεκρού; Πώς θα εξασφαλίζονταν ότι δεν θα τους εξαπατούσε;
  Και πάλι μπορώ να φανταστώ τον τρόπο. Την επομένη, στο φως της ημέρας, θα πήγαιναν στον τάφο από όπου πήρε το αντικείμενο και θα το έβαζαν στη θέση του. Αν επρόκειτο για τη φωτογραφία ενός νεκρού αυτό θα έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει, γιατί διαφορετικά θα ήταν μεγάλη ιεροσυλία. Βέβαια έτσι κι αλλιώς θα ήταν ιεροσυλία, όπως ιεροσυλία είναι να κλέψεις και το καντήλι, ή το μπουκάλι με το λάδι (που, όπως έχω γράψει ήδη, το καντήλι έχει σήμερα αντικατασταθεί με λάμπα και το λάδι με παραφίνη), ή το θυμιατό. Όμως καμιά φορά διαπράττεται και αυτού του είδους η ιεροσυλία, κυρίως σε σχέση με το λάδι. Έχει τελειώσει το λάδι στον δικό μας τάφο; Πού να τρέχουμε τώρα να φέρνουμε άλλο, ας αρπάξουμε από του διπλανού. Και έρχεται ο δικός του διπλανού να ανάψει το καντήλι, και δεν βρίσκει το λάδι. Αρχίζει να βρίζει λοιπόν αυτόν που το έκλεψε, και αρπάζει και αυτός από του παραδιπλανού. Μπορεί να επιστρέψει το μπουκάλι, αλλά μπορεί και όχι, αν είναι πολύ αγανακτισμένος. Την έχω πάθει κι εγώ, και γι’ αυτό τώρα δεν αφήνω πια το μπουκάλι με την παραφίνη στον οικογενειακό μας τάφο, το παίρνω μαζί μου.
  Η μητέρα λοιπόν της θείας μου μεσημεριάτικο βάζει το στοίχημα με τις φίλες της, και αποβραδίς κινάει σινάμενη κουνάμενη για το νεκροταφείο. Σίγουρα ήταν το ίδιο ατρόμητη με εκείνον που έβαλε στοίχημα να καρφώσει ένα καρφί σε μια ταφόπλακα (6η ιστορία, «Το στοίχημα»), αλλά πιο τυχερή από εκείνον που ενέπνευσε τη δική μας ιστορία, στην οποία εμείς δώσαμε χάπι εντ. Στην πραγματική της εκδοχή ο άτυχος αυτός, όταν πιάστηκε η καπαρντίνα του, ή η βράκα του, ή το παλτό του, ή δεν ξέρω τι, νομίζοντας ότι τον τραβάνε οι πεθαμένοι έπαθε συγκοπή από το φόβο του.
  Γιατί ήταν τυχερή.
  Πήγε πράγματι σε ένα τάφο, πήρε το αντικείμενο που βρήκε πιο πρόχειρο, ή αυτό που είχε συμφωνήσει με τις φίλες της, και κίνησε κατά την έξοδο. Την σιδερένια πόρτα του νεκροταφείου την είχε αφήσει ανοικτή μπαίνοντας, φεύγοντας όμως έπρεπε να την κλείσει.
  Και την έκλεισε.
  Σήμερα οι γυναίκες έχουν την τάση να αποκαλύπτουν τα κάλλη του κορμιού τους στους άντρες με την κατάλληλη ενδυμασία. Συνήθως επιδεικνύουν τα στήθη τους, αν και κάποια εποχή ήταν της μόδας να επιδεικνύουν τη μέση τους. Έβλεπα τις μαθήτριές μας στο Βαρβάκειο ξεμεσιασμένες, μες στο καταχείμωνο με φοβερό κρύο, και με έπιανε ρίγος. Μα δεν κρυώνουνε; Δεν βγήκε άδικα η φράση «μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος».
  Πιο παλιά, στη δική μου εποχή, της μόδας ήταν οι μίνι φούστες. Κράτησε για λίγο, μέχρι να χορτάσουν τα μάτια μας εμάς τον αρσενικών, και μετά τα κορίτσια έκρυψαν τα πόδια τους μέσα σε αντρικά παντελόνια.
  Όχι αμέσως. Μετά τη μίνι φούστα ήλθε για ελάχιστο διάστημα στη μόδα η μάξι. Ελάχιστο πραγματικά διάστημα, γιατί εμάς τους αρσενικούς φάνηκε να μη μας ενθουσιάζει καθόλου, σε αντίθεση με τη μίνι. Άσε που δεν ήταν οικονομική, έπρεπε να ξοδεύεις περισσότερο ύφασμα για την κατασκευή της.
  Και οι παλιές γυναίκες, συντηρητικές, ξόδευαν πολύ ύφασμα για να φτιάξουν τις φούστες τους. Δεν ήσαν πλούσιες, στην Ελλάδα υπήρχε τότε φτώχεια, αλλά προκειμένου να σε κουτσομπολέψουνε σαν παστρικιά δεν είχες άλλη επιλογή, έπρεπε η φούστα σου να είναι σεμνή, και για να είναι σεμνή έπρεπε να είναι μακριά, ώστε να μη φαίνονται τα πόδια και να σκανταλίζονται οι άντρες όπως σκανταλίζονται σήμερα οι μουσουλμάνοι-άλλοι αυτοί, φαίνεται πώς σκανταλίζονται και με μισό πόντο γυμνής σάρκας. Και όχι μόνο μακριά, αλλά και ευρύχωρη, για να μην διαγράφονται τα καλλίγραμμα πόδια τους κάτω απ’ αυτή και να παίρνει φωτιά η φαντασία των ανδρών.
  Μια τέτοια φούστα είχε και η γιαγιά του Γιάννη, quasi μάξι. (Που, θυμήθηκα τώρα, η άλλη του γιαγιά που είναι και δική μου γιαγιά, η συμπεθέρα, δεν την χώνευε καθόλου και της είχε δώσει και ένα παρατσούκλι που όμως δεν θα το πω. Είχε σχέση με τις εκρήξεις θυμού της). Κλείνοντας την πόρτα του νεκροταφείου, η φούστα της πιάστηκε στο άνοιγμα. Κάνει να φύγει, πού να φύγει!
  Ή ήταν αρκετά θαρραλέα, ή δεν είχε πρόβλημα καρδιάς, γιατί δεν έπαθε συγκοπή. Επίσης ήταν αρκετά δυνατή, γιατί μετά από μερικές προσπάθειες κατάφερε να απαγκιστρωθεί, αφήνοντας όμως ένα κομμάτι στης φούστας της να κρέμεται στην πόρτα.
  Πήγε με μεγάλη προφύλαξη στο σπίτι της, προσπαθώντας να κρύψει με το υπόλοιπο της φούστας ότι είχε αφήσει έκθετο το κομμάτι που αποσπάστηκε. Πάει και η φούστα, καταστράφηκε. Θα έπρεπε τώρα να πείσει τη μητέρα της να της παραγγείλει άλλη στη μοδίστρα. Όμως το στοίχημα το κέρδισε.  
  Και, ενώ έχω γράψει ήδη για άλλα δυο στοιχήματα, για πρώτη φορά αναρωτιέμαι: ποιο να ήταν άραγε το στοίχημα;
Post a Comment