Book review, movie criticism

Thursday, August 16, 2012

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 10η Ιστορία, Η μερσεντές



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 10η Ιστορία, Η μερσεντές

  Η σερβιτόρα ήταν πανέμορφη. Καθόμασταν παρέα, τρεις χωριανοί, στο τεζιάκι και δεν λέγαμε να ξεκολλήσουμε. Και βέβαια δεν γίνεται να κάθεσαι χωρίς να πίνεις, έτσι κατεβάζαμε αβέρτα τις ρακές. Και όσο πιο πολλές κατεβάζαμε, τόσο και πιο όμορφη μας φαινόταν η σερβιτόρα, και άλλο τόσο πιο απρόθυμοι γινόμασταν να φύγουμε. Όμως κάποια στιγμή εγώ ένοιωθα να ζαλίζομαι. Ρακή πίνω μόνο στην Κρήτη, και είχα να πιω από το προηγούμενο καλοκαίρι, και τώρα ήταν Πάσχα. Πριν τρία χρόνια νομίζω.
  -Μανώλη, τι λες, πηγαίνουμε; Λέω κάποια στιγμή στο γείτονα.
  -Κάτσε λίγο ακόμη και νωρίς είναι, μου λέει ο Μανώλης.
  Όταν φύγαμε ήταν αργά. Όχι ως προς την ώρα, ακόμη δεν ήταν μεσάνυχτα, απλά εγώ είχα γίνει σταφίδα στο μεθύσι. Κατάφερα όμως και έφτασα σώος στο σπίτι.
  Δεν την ξαναπατάω, λέω. Την επόμενη πηγαίνω στην πλατεία μεσημέρι. Βρίσκω πάλι μια παρέα, ανάμεσά τους και ο χθεσινός Μανώλης και ένας άλλος Μανώλης από τον Παχύ Άμμο. Έπιναν καφέδες. Ωραία, σκέφτομαι, τη γλιτώσαμε. Μετά από λίγο όμως προτείνει κάποιος: -Δεν πίνουμε και καμιά ρακή; Ωχ, κάνω μέσα μου, την πατήσαμε.
  Και όντως την πατήσαμε.
  Όχι, δεν ήπια πολύ τότε, συγκρατήθηκα, όσο μπορείς βέβαια να συγκρατηθείς με μια τέτοια παρέα. Στο Μανώλη τον Παχυναμιώτη είχα τάξει ένα βιβλίο μου. –Θα έλθω να το πάρω. –Να μη σου το φέρω εγώ; προσπαθώ απεγνωσμένα να γλιτώσω. –Όχι, θα έλθω εγώ, να μη σε βάλω σε κόπο.
  Δεν θα με έβαζε σε κόπο, ήξερα τη συνέχεια και αυτή τη συνέχεια ήθελα να αποφύγω.
  Δεν τα κατάφερα.
  Σε λίγο ήμασταν σπίτι μου οι δυο Μανώληδες κι εγώ.
  -Δεν βάζεις και καμιά ρακή να την πιούμε;
   Η «καμιά ρακή» έγινε, μετά από μια ώρα που έφυγαν, μια δίλιτρη μπουκάλα. Πάλι έπεσα για την sagrada siesta μου στουπί στο μεθύσι.
  Ρώτησα τον Αντώνη τον Βογιατζή που μου είπε σήμερα το μεσημέρι την ιστορία στο καφενείο (θα αργήσω να τελειώσω το «Κόκκινο και το μαύρο» αλλά δεν πειράζει, μαθαίνω ιστορίες) αν ήταν η ίδια όμορφη σερβιτόρα και μου είπε όχι, ήταν καινούρια. Όμως επίσης πολύ όμορφη. Γιατί πώς αλλιώς ο Αντώνης… 

  Άλλος Αντώνης. Ο Αντώνης ο Χατζάκης. Ο πιο καλαμπουρτζής στο χωριό μου. Αγρότης, τρία χρόνια πιο μεγάλος από μένα αν δεν κάνω λάθος, είναι ο μόνος που δεν παρεξηγιέται αν τον φωνάξεις με το παρατσούκλι του: κερά Μαρία. Στο δημοτικό φορούσε γυαλιά σαν τη δασκάλα μας, την κυρία Μαρία. –Αφού να σκεφτείς, μας λέει ο Αντώνης, τον βλέπω προχθές στην Ιεράπετρα, του φωνάζω Αντώνη, Αντώνη, τίποτα αυτός. Δεν ξέρω πώς μου ήλθε και φωνάζω «κερά Μαρία», κι αμέσως γύρισε να δει ποιος τον φωνάζει. Ο ίδιος Αντώνης που διέπρεψε ως Κολλητήρι και ως Χατζηαβάτης στον Καραγκιόζη που έπαιζαν στο σπίτι του Κατεργιαννάκη, τότε που ήμασταν μαθητές στο δημοτικό. Αυτοί οι πιο μεγάλοι, καραγκιοζοπαίχτες, εμείς οι πιο μικροί, θεατές. Κουκιά, αμύγδαλα και σπάνια κανένα αυγό ήταν το εισιτήριο. 
  Ο Αντώνης δεν πιστεύω να έχει ασχοληθεί ποτέ με κομπιούτερ. Όμως ξέρει κάμποσα πράγματα,  από συζητήσεις στο καφενείο. Έτσι όταν προ ημερών κάποιος τον ρώτησε πού θα τον βρει αν τον ζητήσει, του λέει. –Στο ίντερνετ, στη διεύθυνση www.keramaria.gr.
  Ο Αντώνης λοιπόν αυτός, alias keramaria, κάθεται στο τεζιάκι, πίνει τις ρακές του και καμαρώνει την όμορφη γκαρσόνα, όπως εμείς καληώρα πριν τρία χρόνια. Κάποια στιγμή της λέει.
  -Θα έλθεις να σε πάω μια βόλτα με το αγροτικό μου; Να καθίσεις στην καρότσα να σου ανεμίζει ο αέρας τα μαλλιά;
  -Μωρέ τι μας λες, του λέει αυτή. Αν είχες μερσεντές.
  -Άμα θες μερσεντές σώνει και καλά, τρέχα στου Χουλάκη.
  Ο Χουλάκης έχει γραφείο κηδειών. Η νεκροφόρα του είναι μερσεντές.

Post a Comment