Book review, movie criticism

Thursday, August 23, 2012

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 11η ιστορία, Ο τελάλης



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 11η ιστορία, Ο τελάλης.

  Εδώ και αρκετά χρόνια υπάρχει μια προσπάθεια αναβίωσης της παράδοσης, την οποία αναλαμβάνουν τοπικοί πολιτιστικοί σύλλογοι, είτε δραστηριοποιούνται στην Κρήτη είτε δραστηριοποιούνται στην Αθήνα. Η ιστορία ξεκίνησε με την αναβίωση του εθίμου του κλήδονα, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια τα καζανέματα, οι γιορτές μελιού και τα τελαλήματα , που γίνονται για έβδομη χρονιά φέτος στην Ανατολή.
  Είχαμε και στο χωριό μας ένα τελάλη, που δεν θα πω το όνομά του. Αυτός αναλάμβανε να ειδοποιεί τους χωριανούς για κάθε τι που τους αφορούσε. Για παράδειγμα, ερχόταν ο ψαράς, γύριζε τις γειτονιές διαλαλώντας την άφιξή του και καλώντας τις νοικοκυρές να πάρουν τη λεκανίδα τους και να πάνε να αγοράσουν ψάρι.
  Έκανε και φάρσες.
  Μια φορά γύριζε τις γειτονιές φωνάζοντας «Ήλθε ο ψαράς, ελάτε να αγοράσετε ψάρι». Ψαράς δεν είχε έλθει, αλλά ήταν τόσο πειστικός, που ξεγέλασε και τον ίδιο τον εαυτό του. Περνώντας από το σπίτι του σταμάτησε και πήρε κι αυτός τη λεκανίδα του να πάει να αγοράσει ψάρι.
  Ήταν και χιουμορίστας.
  Μια φορά του ζήτησε ο Καραβέλας (όχι του Θεοτόκη, χωριανός μας αυτός), να του βρει αυγά. Γυρίζει λοιπόν τις γειτονιές φωνάζοντας: «Έχει καμιά σας αυγά να φάει ο Καραβέλας;» και πιο σιγανά, αρκετά δυνατά όμως ώστε να ακούγεται από το πιο κοντινό σπίτι «στο διάολο, πρωί πρωί αγκαριά».
  Καθώς γύριζε τα στενά του χωριού γυρεύοντας αυγά για τον Καραβέλα ακούει την Κουτσίνα που βγήκε να φωνάξει την κόρη της το Καλλιό (υποκοριστικό του Καλλιόπη). «Καλλιόοοοοοοοοοο, έ Καλλιόοοοοοοοο». Του ήλθε τότε να αστειευτεί μαζί της ριμάροντας: «Το μ@υν! σου ’ναι παλιό». Τον ακούει η Κουτσίνα, «Τον κακό σου τον καιρό κερατά, στάσου και θα σου πω εγώ». Και τον παίρνει από πίσω. Αυτός τρέχει να βρει καταφύγιο στην αυλή του Μουδάτσου, όμως αυτή τον προλαβαίνει πριν προφτάσει να κλειδώσει την πόρτα. Και τον αρχίζει στο ξύλο με την παντόφλα της. Και αυτός: «όι, όι ωρή, σταμάτα και καινούριό ’ναι».
  Είτε παλιό είτε καινούριο, οι χωριανοί που τον άκουσαν θα αναρωτιόντουσαν: και πού το ξέρει αυτός; Αυτό σκέφτηκε και η Κουτσίνα ότι θα περνούσε από το μυαλό τους, και γι’ αυτό συνέχισε τις παντοφλιές.
  Να μην κάνω ξεχωριστή ανάρτηση και για την παρακάτω ιστορία, που είναι σύντομη. Ο δάσκαλος ζήτησε από τον πατέρα του χωριανού μου που μου αφηγήθηκε την παραπάνω ιστορία να του φέρει αυγά, να τα αγοράσει. Αυτός του πήγε δέκα. Και τι κάνει ο πονηρός ο δάσκαλος; Διαλέγει τα πιο μεγάλα, και δίνει τα υπόλοιπα στο μικρό: «πολλά είναι, αυτά πάρε τα πίσω».

Post a Comment