Book review, movie criticism

Friday, August 17, 2012

Του τάφου, 23η ιστορία, Το καπάκι



Του τάφου, 23η ιστορία, Το καπάκι

  Ο Γιώργης είναι ο γιος του Αντώνη, της 10ης κατωχωρίτικης ιστορίας. Την ιστορία μού την είπε σήμερα ένας φίλος χωριανός. Και με εξέπληξε. Γιατί αυτό το χόμπι με τα στοιχήματα, να πας στο νεκροταφείο και να κάνεις κάτι ή να φέρεις κάτι, νόμιζα ότι ήταν πια ξεπερασμένο, ότι ανήκε σε παλιότερες εποχές. Και όμως, το στοίχημα για το οποίο θα μιλήσουμε έγινε μόλις πριν λίγα χρόνια.
  Ο Γιώργης είναι σε καφενείο του Πάνω Χωριού με φίλους του. Μπορώ να στοιχηματίσω ότι δεν έπιναν αναψυκτικά ή καφέ, ότι έπιναν ρακές. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις τέτοιο στοίχημα; Οι φίλοι του  κάποια στιγμή τον τσίγκλησαν ότι είναι φοβητσιάρης, ότι δεν θα πήγαινε ποτέ του στο νεκροταφείο νύχτα, ότι φοβάται τα φαντάσματα και δεν ξέρω τι άλλο.
  -Αν είσαι άντρας πήγαινε.
  Ο Γιώργης προσβλήθηκε στο φιλότιμο.
  -Πόσο βάζετε στοίχημα;
   Δεν έχει σημασία τι στοίχημα έβαλαν, σημασία έχει το ίδιο το στοίχημα, να πάει να τους φέρει κάτι από το νεκροταφείο ώστε να αποδείξει πως δεν φοβάται.
  Στη 16η ιστορία, «Η μάξι φούστα», γράφω ότι όταν η γιαγιά του ξαδέλφου μου στοιχημάτισε να πάει και αυτή στο νεκροταφείο και να φέρει κάποιο αντικείμενο, υπέθετα ότι το αντικείμενο αυτό θα ήταν ή ένα καντήλι, ή ένα θυμιατό, ή μια φωτογραφία από κάποιο τάφο. Στην εξέλιξη της ιστορίας δεν είχε σημασία ποιο αντικείμενο ήταν αυτό, και έτσι ο ξάδελφός μου που μου την αφηγήθηκε δεν το ανέφερε. Εδώ όμως έχει σημασία.
  Ξεκινάει λοιπόν νύχτα σκοτάδι ο Γιώργης για το νεκροταφείο, που όπως έχω γράψει και σε προηγούμενες ιστορίες βρίσκεται στην Επισκοπή. Οι φίλοι του πίνουν και αναρωτιούνται αν θα τολμήσει τελικά.
  Και ο Γιώργης τόλμησε.
  Μετά από αρκετή ώρα βέβαια, μια και η διαδρομή αλέ ρετούρ είναι πάνω από δυο χιλιόμετρα, έρχεται ο Γιώργης. Και κουβαλάει ένα αδιάσειστο τεκμήριο ότι πήγε πράγματι στο νεκροταφείο. Μόλις το βλέπουν οι θαμώνες του καφενείου, πετάγονται πάνω τρομαγμένοι. Ο Γιώργης το αποθέτει θριαμβευτικά μπροστά στο τραπέζι που κάθονταν οι φίλοι του.
  -Λοιπόν, τι λέτε, το κέρδισα το στοίχημα;
  Τι ήταν το αντικείμενο που έφερε;
  Το καπάκι ενός φερέτρου.
  Όταν θάβουν ένα νεκρό, το καπάκι το βγάζουν και το ακουμπάνε στον τοίχο, πίσω από τις άρκλες. Κάποια άλλη μέρα θα περάσει ο νεκροθάφτης να το περιμαζέψει. Πρόσφατα είχαν θάψει κάποιον, και ο νεκροθάφτης, πανωχωρίτης κι αυτός, δεν το είχε μαζέψει ακόμη. Ήταν τυχερό να φέρει ο Γιώργης την πιο αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι δεν φοβάται τα φαντάσματα.
  Μπορώ να φανταστώ τι έγινε μετά τον πρώτο πανικό. Κάποιοι θαμώνες θα έφυγαν για τα σπίτια τους, ένα τέτοιο πράγμα δεν μπορεί παρά να είναι κακοσημαδιά. Ο καφετζής θα έβαλε τις φωνές στο Γιώργη, να πάρει αμέσως το καπάκι με το οποίο βρήκε να του στολίσει το καφενείο και να το πάει εκεί που το βρήκε. Ο Γιώργης βέβαια δεν θα το γύρναγε στο νεκροταφείο, θα το πέταγε πιο κάτω στον ποταμό. Και ο καφετζής θα έπιασε αμέσως μετά τη σφουγγαρίστρα και θα σφουγγάριζε μέχρι τα μεσάνυχτα, για να ξεμαγαρίσει ο τόπος.

Post a Comment