Book review, movie criticism

Saturday, August 4, 2012

Του τάφου, 14η ιστορία, Η νεκροκεφαλή


Του τάφου, 14η ιστορία, Η νεκροκεφαλή

 Σ’ αυτή την ιστορία συμμετείχα κι εγώ.
  Κάπου στο κέντρο του χωριού υπήρχε μια πλατειούλα, όπου παίζαμε συχνά εμείς τα παιδιά. Ξαφνικά εκδιωχθήκαμε βιαίως. Ήλθαν μηχανήματα, έκαναν εκσκαφές, άνοιγαν θεμέλια για την ανέγερση της εκκλησίας της Παναγίας. Ο συγχωρεμένος ο παπα-Βασίλης είχε κάνει καλή δουλειά. Είχε ευαισθητοποιήσει τους απανταχού ομογενείς, του έστειλαν χρήματα, μάζεψε και από τους ντόπιους, συμπλήρωσε και από το ταμείο της εκκλησίας, από αυτά που έδιναν οι χωριανοί στο δίσκο και για τα κεριά, και κάποια στιγμή ξεκίνησαν οι εργασίες. Ήταν έργο ζωής του παπα-Βασίλη, του καλοκάγαθου ιερέα του χωριού μου που έψελνε γρήγορα σαν Παπατρέχας, η ανέγερση της εκκλησίας, και έπρεπε να το φέρει σε πέρας πριν τον καλέσει κοντά του ο Κύριος που τόσο πιστά υπηρετούσε τόσα χρόνια.
  Στη θέση αυτή υπήρχε παλιά, πολύ παλιά, μια εκκλησία. Ήταν διμάρτυρη, Παναγία και άγιος Γεώργιος. Όπως μου είπε φίλος αγαπητός, κατεδαφίστηκε μετά από ενέργειες μιας οικογένειας, επειδή της έκοβε λέει τη θέα. Πίεσαν τον δεσπότη, ήταν ισχυρή οικογένεια, και αυτός έδωσε εντολή να κατεδαφιστεί. Οι χωριανοί βέβαια ήσαν εντελώς απρόθυμοι. Ο δεσπότης τότε είπε, καταραμένος να είναι όποιος δεν συμμετάσχει στην κατεδάφιση. Όσοι φοβήθηκαν και συμμετείχαν πέθαναν πολύ γρήγορα. Όλα αυτά συνέβησαν πριν τη γέννησή του, πριν το 1929, αλλά ακριβώς πότε δεν ξέρει. Θα ήταν πάντως μικρούλα εκκλησία, όπως η εκκλησία του αγίου Ιωάννη στο σταυροδρόμι που ενώνει τα χωριά της πάλαι ποτέ κοινότητος Κάτω Χωρίου, ο περίβολος της οποίας υπήρξε και νεκροταφείο. Αργότερα, αρχές της δεκαετίας του ’50, το νεκροταφείο μεταφέρθηκε κοντά στην Επισκοπή, σε μια περιοχή που λέγεται Μυζηθράς. Τώρα δεν ακούω πια το τοπωνύμιο, όμως όταν ήμουν μικρός το χρησιμοποιούσαμε μετωνυμικά. Λέγαμε, «Πήγε στο Μυζηθρά», που σημαίνει ότι πέθανε, όπως λέγαμε επίσης «Αυτός είναι για τη Σούδα», εννοώντας ότι αυτός είναι τρελός, καθώς εκεί υπήρχε τρελοκομείο. Σήμερα η Σούδα είναι γνωστή όχι για το τρελοκομείο της αλλά για την αμερικάνικη βάση.
  Όταν άρχισαν οι εργασίες για την ανέγερση της καινούριας εκκλησίας ανακαλύφθηκαν οι τάφοι. Όπως μου είπε η γυναίκα του φίλου μου, παλιά οι αυλές των εκκλησιών συχνά ήσαν και νεκροταφεία. Μου διηγήθηκε επίσης και το θαύμα που έκανε ο άη Γιώργης, και το οποίο οδήγησε στο κτίσιμο της πρώτης εκείνης εκκλησίας. Φαίνεται όμως ότι οι δυνατότητες του αγίου ήσαν περιορισμένες, αφού δεν μπόρεσε να αποτρέψει την κατεδάφισή της, και το μόνο που κατάφερε ήταν να πεθάνουν όσοι συμμετείχαν σ’ αυτήν.
  Εκτός από αυτή την οικογένεια κερδισμένοι ήμασταν και εμείς τα παιδιά, αφού η πλατειούλα που φτιάχτηκε στη θέση της έγινε παιδότοπος. Ευτυχώς δεν ξέραμε ότι από κάτω ακριβώς αναπαύονταν οι νεκροί. Οι νεκροί, που μετά από χρόνια ειρηνικού ύπνου έπρεπε να ξεσπιτωθούν βίαια.
  Εμείς τα παιδιά, φιλοπερίεργα από τη φύση μας, παρακολουθούσαμε με ενδιαφέρον αυτό τον ξεσπιτωμό. Δεν ήταν θέαμα που μπορεί να το δει κανείς κάθε μέρα. Βλέπαμε λοιπόν εργάτες να σκάβουν, μηχανήματα να δουλεύουν, και κόκκαλα να είναι πεταμένα εδώ κι εκεί.
  Ανάμεσα στα κόκκαλα ήταν και μια νεκροκεφαλή. Για τους περισσότερους από μας ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε νεκροκεφαλή. Έτσι την κοιτάζαμε με μεγάλη περιέργεια.
  Ξαφνικά την βλέπουμε να κινείται. Γουρλώσαμε τα μάτια. Αυτή ήταν η πρώτη μας αντίδραση. Να ήταν άραγε μέσα η ψυχή του πεθαμένου, αγανακτισμένη που της τάραξαν την αιώνια γαλήνη της; Η αντίδραση αυτή δεν κράτησε παρά δέκατα του δευτερολέπτου. Η επόμενη αντίδρασή μας ήταν να το βάλουμε στα πόδια.
  Ποτέ δεν πίστευα σε φαντάσματα και στα λεγόμενα παραψυχικά φαινόμενα. Κάποτε όμως πίστεψα. Το πώς, το αφηγούμαι στο βιβλίο μου «Παραψυχολογία,  μύθος ή πραγματικότητα». Όμως τα συμπεράσματά μου ήταν σαφή: δεν υπάρχει τίποτα το υπερφυσικό σ’ αυτά. Όλα έχουν φυσικές αιτίες. Όμως πώς να εξηγήσεις το γεγονός πως μια νεκροκεφαλή, ενώ τη βλέπεις ακίνητη μπροστά σου να σε ατενίζει με το σαρδόνιο χαμόγελο των δοντιών που δεν υπάρχουν χείλη να τα σκεπάσουν, ξαφνικά αρχίζει να κινείται;
  Δεν ήταν η σκέψη ότι πρέπει να διαλευκάνουμε το μυστήριο που μας έκανε να επιστρέψουμε σιγά σιγά, διστακτικά, αλλά η περιέργεια. Αφού αποκτήσαμε οπτική επαφή με την νεκροκεφαλή, σταματήσαμε. Τώρα ήταν ακίνητη. Προχωρήσαμε σιγά σιγά. Ξαφνικά άρχισε πάλι να κινείται. Αυτή τη φορά δεν το βάλαμε στα πόδια αλλά κοκαλώσαμε στη θέση μας. Όχι, δεν είχαμε καμιά διάθεση να την πλησιάσουμε κι άλλο.
  Ξαφνικά λύθηκε το μυστήριο. Από το στόμα της νεκροκεφαλής πρόβαλε μια ουρά. Σε λίγο χάθηκε η ουρά και πρόβαλε ένα κεφάλι, το κεφάλι ενός ποντικιού. Το οποίο, πιο τολμηρό από εμάς που φοβηθήκαμε τη νεκροκεφαλή, πήγε και φώλιασε μέσα της.
  Το άθλιο, μας κατατρόμαξε. Αρπάξαμε πέτρες και ορμήσαμε κατά πάνω του. Ήταν η σειρά του να το βάλει στα πόδια. Εξαφανίστηκε πριν το χτυπήσει έστω και μια πέτρα. Και αυτό δεν είχε καμιά περιέργεια να επιστρέψει να δει ποιοι ήταν οι διώκτες του.
  Χαζεύαμε ακόμη την νεκροκεφαλή όταν κτύπησε η καμπάνα για να πάμε σχολείο. Η καμπάνα δεν ήταν μακριά, βρισκόταν στο δρομάκι απέναντί μας, πίσω από το χώρο όπου θα φτιαχνόταν η εκκλησία. Κρεμόταν από ένα οριζόντιο δοκό που στηριζόταν σε δυο κάθετους στύλους, όπως οι καρμανιόλες . Το γλωσσίδι της ήταν δεμένο με ένα σκοινί που έφτανε μέχρι κάτω. Την κτυπούσε ένας μαθητής για να μας ειδοποιήσει ότι πρέπει να σταματήσουμε, οι περισσότεροι τα παιχνίδια μας, κάποιοι λίγοι το διάβασμά τους, και να κινήσουμε για το σχολείο. Ρολόγια στα σπίτια μας δεν είχαμε, ήταν πανάκριβα εκείνη την εποχή, μόνο σε κάποια πλουσιόσπιτα μπορούσες να δεις. Έτσι λοιπόν ο μόνος τρόπος για να ενημερωθούμε ότι ήταν ώρα να πάμε σχολείο ήταν η καμπάνα. Φτου να πάρει, πάλι; Ξεκινήσαμε απρόθυμα για τα σπίτια μας, να πάρουμε τις τσάντες μας και να πάμε σχολείο.
Post a Comment