Book review, movie criticism

Monday, November 13, 2017

Krzysztof Zanussi, Illumination (1973)

Krzysztof Zanussi, Illumination (1973)


  Η ταινία του Κριστόφ Ζανούσι προβλήθηκε προχθές στο «Σχολείο του σινεμά».
  Είναι ένα περίπου Bildungsfilm, κατ’ αναλογία με το Bildungsroman. Παρακολουθούμε την ζωή του Φράντισεκ, ξεκινώντας από την νεανική του ηλικία, λίγο πριν εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, και στη μετέπειτα ζωή του, περίπου μέχρι την ηλικία που είχε και ο Ζανούσι εκείνη την εποχή (γεννήθηκε το 1939). Είναι αρκετά αυτοβιογραφική ταινία, αν και η πιο αυτοβιογραφική ταινία του, διαβάζω στη βικιπαίδεια, είναι η «At full gallop» (1996). Σπούδασε και ο ίδιος φυσική όπως και ο ήρωάς του. Σπούδασε επίσης φιλοσοφία, ενώ ο Φράντισεκ έχει εμμονή με φιλοσοφικά ερωτήματα.
  Η ταινία είναι μια σειρά από δεικτικά επεισόδια που χαρακτηρίζουν τον ήρωα και δείχνουν γεγονότα και καταστάσεις από τη ζωή του. Έξυπνη η επινόηση της αρχής, όπου δείχνεται να παίρνουν στοιχεία του σαν να πρόκειται για φακέλωμα. Τόσο το ύψος και το βάρος, αλλά και τόσο το IQ (πολύ υψηλό). Οι σπουδές του, μια σχέση του, μια επόμενη σχέση που θα οδηγήσει στην εγκυμοσύνη της κοπέλας και θα καταλήξει στο γάμο αφού ο Φράντισεκ την αποτρέπει να κάνει έκτρωση, η βιοπάλη που τον κάνει να διακόψει τις σπουδές του για να τις συνεχίσει αργότερα με δυσκολίες, είναι κάποιοι σταθμοί της ζωής του.
  Ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας φαίνεται και από κάποιες ασυνέπειες. Σε κάποιες από τις φιλοσοφικές συζητήσεις του ο Φράντισεκ καταφέρεται κατά της ακραίας εξειδίκευσης, κάτι που κάνει και ο Κόνραντ Λόρεντς στην «Πίσω όψη του καθρέπτη» (Θυμάρι, κάπου 1980 η πρώτη έκδοση, σε μετάφραση δική μου). Όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να ακολουθήσει αργότερα διδακτορικό, παρόλο που το διδακτορικό είναι η έκφραση της άκρας εξειδίκευσης.
  Στο προτελευταίο επεισόδιο της ταινίας τον βλέπουμε να επισκέπτεται έναν καρδιολόγο. Έχει αρχή στεφανιαίας νόσου. Ο γιατρός του λέει να χαλαρώσει, κάτι που θέλει να το κάνει σε τέσσερις μέρες να το κάνει σε έξι, γιατί αλλιώς δεν θα αποφύγει το μοιραίο. Δεν γίνεται, έχει ήδη καθυστερήσει. Ζητάει χάπια. Ο γιατρός του λέει ότι τα χάπια δεν θα βοηθήσουν, πρέπει οπωσδήποτε να χαλαρώσει (παρεμπιπτόντως, αυτό μου είπε και ένας ενδοκρινολόγος για τον θυρεοειδή μου, όταν πήγα να πάρω μια δεύτερη γνώμη, γιατί ο προηγούμενος αρνήθηκε να μου γράψει χάπια). -Θα γίνω ψυχολογικά ανάπηρος, αυτό εννοείς; Ήταν το σχόλιό του.
  Στις δημοσιογραφικές προβολές έχω ένα πρόβλημα. Λόγω του προστάτη υποφέρω από συχνουρία, και παρόλο που φροντίζω να μην πίνω νερό δεν τα καταφέρνω πάντα να αποφύγω να πάω τουαλέτα κατά τη διάρκεια της περίπου δίωρης παράστασης, ιδιαίτερα της πρώτης από τις δυο ταινίες. Έχω πάντα το φόβο ότι μπορεί να χάσω κάτι σημαντικό.
  Στην προβολή του «Illumination» μου συνέβη κάτι διαφορετικό. Αφαιρέθηκα στο τέλος της ταινίας, στο τελευταίο επεισόδιο, καθώς δεν φανταζόμουν ότι μετά θα έπεφταν τα γράμματα τέλους.
  Στη συζήτηση που ακολούθησε μετά το τέλος της προβολής όπως γίνεται πάντα στο «Σχολείο του σινεμά», το ομολόγησα, και αναρωτήθηκα αν ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού, παρά το σχόλιό του.
  -Όχι, δεν την ακολούθησε ήταν η απάντηση. Ανάμεσα στο δίλλημα της χαλάρωσης και της γεμάτης ένταση επιστημονικής έρευνας επέλεξε τη δεύτερη. Και κατέθεσα ένα απόσπασμα από τον «Φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη, τις τρεις προσευχές της ψυχής, την οποία παρομοιάζει με δοξάρι. –Θεέ μου μη με αφήσεις ατέντωτο γιατί θα σαπίσω. –Θεέ μου μη με παρατεντώσεις γιατί θα σπάσω. –Θεέ μου παρατέντωσέ με κι ας σπάσω. Ο Καζαντζάκης προκρίνει για υπαρξιακούς λόγους την τρίτη προσευχή. Ο Φράντισεκ αρνείται τη συμβουλή του γιατρού για ψυχολογικούς λόγους, για να μη βυθιστεί στην κατάθλιψη.
  Και θα μιλήσω πάλι για την πρόσληψη.
  Ξαναβλέποντας το τέλος της ταινίας λίγο πριν ξεκινήσω να γράφω αυτές τις γραμμές (την είχα γράψει στο βίντεο από το πάλαι ποτέ cine+ και τη ριπάρισα σε avi, καθώς και άλλες τρεις ταινίες του Ζανούσι) την προσέλαβα διαφορετικά από ότι οι φίλοι στη συζήτηση. Είδα τον Φράντισεκ με τη γυναίκα του και το γιο τους να απολαμβάνουν τη φύση στις όχθες ενός ποταμού. Η γυναίκα του πλέκει καθισμένη στην άκρη του ποταμού, δίπλα της είναι καθιστός  ο γιος τους ενώ ο ίδιος είναι με το μαγιό όρθιος με τα πόδια μέσα στο νερό. Στο τελευταίο πλάνο τον βλέπουμε να παρακολουθεί χαμογελαστός δυο πουλιά που πετάνε στον ουρανό. Κατά τη γνώμη μου ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού.
  Την ακολούθησε;
  Οι φίλοι στη συζήτηση όπως είπα είχαν διαφορετική γνώμη.
  Μήπως δεν είμαι επαρκής θεατής και την προσέλαβα λάθος; Οι αναρτήσεις που έχω κάνει για ταινίες και η κάρτα διαπίστευσης που έχω για να πηγαίνω στις δημοσιογραφικές προβολές νομίζω το διαψεύδουν, οπότε το ερώτημα που μπαίνει είναι το εξής: άφησε σκόπιμα αμφίσημο το τέλος ο Ζανούσι ώστε να το προσλάβουν οι θεατές, ανάλογα με τα γούστα τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ή μήπως ήταν σκηνοθετική αδεξιότητα;
  Υπάρχει η θεωρία των πολλαπλών αναγνώσεων (προέρχομαι από το χώρο της λογοτεχνίας), που όμως δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Μπορεί κάποιες φορές δυο ή τρεις αναγνώσεις να είναι έγκυρες, τις περισσότερες φορές όμως μόνο μια ανάγνωση είναι απόλυτα έγκυρη, η προτειθέμενη σκηνοθετικά, ενώ οι υπόλοιπες είναι λαθεμένες, με το ενδεχόμενο βέβαια κάποιες απ’ αυτές να είναι παραναγνώσεις, δηλαδή έγκυρες εφόσον μπορούν βάσιμα να τεκμηριωθούν. Η δική μου «ανάγνωση» της ταινίας τι ήταν, έγκυρη, δηλαδή σύμφωνη με τη σκηνοθετικά προτιθέμενη πρόσληψη, έστω και στα πλαίσια μιας προτιθέμενης αμφισημίας, λαθεμένη, ή παρανάγνωση, στο βαθμό που τα επιχειρήματα που παρέθεσα παραπάνω είναι πειστικά; Και ποιος θα μπορούσε να το κρίνει;

  Όμως καλύτερα να σταματήσω εδώ. 
Post a Comment