Grigory Kozintsev και Leonid Trauberg, Η νέα Βαβυλώνα (Новый Вавилон, 1929)
Μόνο για σήμερα (όχι, δεν είναι πρωταπριλιάτικο) και
αύριο, στις 16.00 στο Στούντιο
Η «Νέα Βαβυλώνα» είναι ένα κατάστημα στο
Παρίσι, το 1971. Αποτελεί όμως και μια μεταφορά, και για την ακρίβεια μια
μεταφορά της μεταφοράς. Η πρώτη μεταφορά: Η Βαβυλώνα, πόλη της χλιδής, της διαφθοράς
και της ακολασίας. Η δεύτερη, το Παρίσι, πόλη της χλιδής, της διαφθοράς και της
ακολασίας. Εδώ ο κόσμος χάνεται (μόλις έχουν νικηθεί οι Γάλλοι από τους Πρώσους
και το… (η μπουρζουαζία διασκεδάζει, σα να μη συμβαίνει τίποτα). Αντιστικτικά, πολλές
φορές οι σκηνοθέτες δίνουν πλάνα από το κέντρο διασκέδασης και από τη ζωή των
εργατών.
Μπορείτε να
διαβάσετε για την Παρισινή κομμούνα στη βικιπαίδεια πατώντας εδώ.
Με φόντο μια
αισθηματική, όχι ερωτική, ιστορία, οι δυο σκηνοθέτες μας παρουσιάζουν την
παρισινή κομμούνα. Αυτός, στρατιώτης. Αυτή, κομουνάρισα. Το τέλος είναι
δεδομένα δραματικό, όπως και της κομμούνας, της πρώτης απόπειρας σοσιαλιστικής
επανάστασης που αποτέλεσε σύμβολο για τις κομουνιστικές εξεγέρσεις. Έγραψαν γι’
αυτήν τόσο ο Μαρξ όσο και ο Λένιν.
Και η ταινία
τελειώνει με ένα πλάνο που δείχνει ένα τοίχο που πάνω του είναι γραμμένο το
σύνθημα: Ζήτω η κομμούνα.
Ελάχιστοι
μεσότιτλοι. Τα σύντομα πλάνα νομίζω έχουν να κάνουν και με τις τεχνικές
δυνατότητες της εποχής, αλλά πιστεύω ότι έχουν να κάνουν και με το ότι ο
κινηματογράφος ήταν βουβός εκείνη την εποχή. Πιθανότητα βουβά μεγάλα πλάνα,
χωρίς λόγο, να κούραζαν.
Το γράφω αυτό γιατί
επανειλημμένα έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσουν τα σύντομα πλάνα που δίνουν ένα
γρήγορο ρυθμό στην ταινία και που καθιστούν συχνά ασαφή την πλοκή. Οι
περισσότεροι μεγάλοι σκηνοθέτες προτιμούν τα μεγάλης διάρκειας πλάνα (Αγγελόπουλος,
Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν, είναι αυτοί που μου έρχονται τώρα στο νου. Η ομοιότητα όμως
είναι μέχρι εδώ. Μουγγός ο Αγγελόπουλος, λαλίστατος ο Τσεϊλάν). Εδώ βλέπω ότι
με τον βουβό κινηματογράφο τα πράγματα είναι αλλιώς.
Παραλίγο να τα
ξεχάσω.
Πρώτον, την
εξαιρετική μουσική του Ντιμίτρι Σοστάκοβιτς, από τους πιο αγαπημένους μου
συνθέτες.
Δεύτερον, από τη
βικιπαίδεια έμαθα ότι ο πασίγνωστος χορός καν καν, τον οποίο απεικόνισε και ο
Τουλούζ Λωτρέκ σε ένα πίνακά του, είναι από την οπερέτα του Όφενμπαχ «Ο Ορφέας
στον άδη».
Τρίτον, ακούσαμε την
Μασαλιώτιδα, τον πιο διάσημο εθνικό ύμνο γιατί συνδέεται με τη γαλλική
επανάσταση, το καν καν βέβαια, και αναγνωρίσαμε το ça ira.
Τη συστήνω ανεπιφύλακτα.
Τώρα το πρόσεξα αυτό,
ψάχνοντας για frame. Εξαιρετική
επινόηση: Ανάμεσα στα αντικείμενα (πέτρες, έπιπλα, κ.ά) με τα οποία
έστησαν τα χαρακώματα, ένας κάθεται και παίζει στο πιάνο.
Μια και δεν παίζεται πια, να σας πούμε ότι την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
No comments:
Post a Comment