Book review, movie criticism

Friday, September 7, 2018

Orson Welles, Macbeth (1948)


Orson Welles, Macbeth (1948)


  Από χθες στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής ταυτόχρονα ο Όρσον Ουέλς στην κινηματογραφική αυτή μεταφορά το σαιξπηρικού έργου, δίνει ένα ρεσιτάλ ερμηνείας. Εξάλλου, φαντάζομαι, γι’ αυτό σκηνοθέτησε την ταινία, για να υποδυθεί τον ρόλο.
  Ασπρόμαυρη, τα σκηνικά του πύργου και η διαδραστική σχέση φωτός και σκιάς αποδίδουν την αγωνιώδη ατμόσφαιρα της ταινίας.
  Διστάζει ο Μάκβεθ, η γυναίκα του όμως τον παρασύρει. Θα τον ειρωνευθεί αργότερα για τις ενοχές που νιώθει. Όμως και η ίδια δεν θα αργήσει να πέσει θύμα τους, για να αυτοκτονήσει τελικά. Ο Νίτσε που θαυμάζει τον εγκληματία για τον δυνατό του χαρακτήρα θα τους σάρκαζε, σχολιάζοντας ότι δεν στάθηκαν στο ύψος του εγκλήματός τους.
  Ένα έργο για τη φιλοδοξία, την ενοχή, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Φαντάζομαι είναι γνωστό σε όλους, είτε από το ίδιο το κείμενο είτε από θεατρικά ανεβάσματα και κινηματογραφικές μεταφορές του. Βαριέμαι να ψάξω, θυμάμαι του Πολάνσκι και του Κουροσάβα που είναι με τον τίτλο «Ο θρόνος του αίματος».
  Αξίζει να τη δείτε, και να την ξαναδείτε όσοι την έχετε δει.

Αλβέρτος Σβάιτσερ, Τα παιδικά μου χρόνια


Αλβέρτος Σβάιτσερ, Τα παιδικά μου χρόνια (μετ. Αγνή Ν. Διαμαντοπούλου) Γαλαξίας χχ, σελ. 121


  Δεν περίμενα οι εκδόσεις Γαλαξίας να βγάζουν βιβλίο και να μην παραθέτουν την ημερομηνία έκδοσης, αλλά όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα. Οι 250 δραχμές και το πολυτονικό δείχνουν ένα terminus ante quem.
  Το βιβλίο το ψάρεψα από τα αδιάβαστα της Κρήτης για το μικρό του μέγεθος, για να το διαβάσω στο ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα. Στο ταξίδι του πηγαιμού είχα διαβάσει το «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου».
  Η παιδική ηλικία ασκεί μια ακατανίκητη έλξη σε όλους μας, και αυτός ίσως είναι ο λόγος που κάποιοι στις αυτοβιογραφίες τους αναφέρονται κυρίως στην παιδική τους ηλικία. Ο Σαρτρ και ο Γκόρκι είναι συγγραφείς που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό. Τώρα βλέπω και τον Άλμπερτ Σβάιτσερ.
  Τον Σβάιτσερ τον έμαθα από τον Καζαντζάκη. Του αφιέρωσε τον «Φτωχούλη του θεού». Αργότερα λίγα πράγματα διάβασα γι’ αυτόν. Ήταν μια ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα.
  Προτεστάντης θεολόγος, μουσικολόγος, φιλόσοφος, είναι περισσότερο γνωστός για το αποστολικό του έργο σαν γιατρός στη μαύρη Αφρική, με πιο γνωστό την ίδρυση και συντήρηση του νοσοκομείου Λαμπαρενέ στη Καμπόν. Και βέβαια για το νόμπελ Ειρήνης με το οποίο τιμήθηκε το 1952.
  Ο Σβάιτσερ κυρίως καταγράφει επεισόδια από τη ζωή του, που εικονογραφούν το χαρακτήρα του αλλά και φωτίζουν το περιβάλλον στο οποίο έζησε. Υπήρξε ένα εσωστρεφές συνεσταλμένο παιδί, αλλά και έντονα επιθετικό πολλές φορές. Σαν παιδί ιερέα ήταν προνομιούχος πράγμα που έκανε τα άλλα παιδιά να τον κρατάνε σε κάποια απόσταση. Αυτός έκανε κάθε προσπάθεια να μη διαφέρει από αυτούς. Ας δώσουμε ένα σχετικό απόσπασμα.
  «Δεν ήθελα να φορώ παρά γάντια χωρίς δάχτυλα, γιατί οι συμμαθητές μου δεν φορούσαν γάντια. Όλη την εβδομάδα δεν εννοούσα να φορέσω παρά ξύλινα παπούτσια, γιατί τα παιδιά του χωριού φορούσαν παπούτσια μόνο την Κυριακή» (σελ. 26).
  Πιο πριν διαβάσαμε ότι εισέπραξε κάποτε ένα γερό χαστούκι από τον πατέρα του γιατί αρνήθηκε να φορέσει πανωφόρι για να πάει στην εκκλησία, γιατί κανένα από τα παιδιά του χωριού δεν φορούσε πανωφόρι.
  «…ανάμεσα στις ιστορίες που κίνησαν το ενδιαφέρον μου ήταν και η ιστορία των τριών μάγων. Τι έκαναν οι γονείς του Ιησού όλο το χρυσάφι και τις πολύτιμες πέτρες που τους πρόσφεραν οι μάγοι, διερωτόμουνα, και πώς έμειναν φτωχοί;» (σελ. 30).
  Κι εγώ διερωτώμαι, πώς μετά από αυτή την απορία σπούδασε θεολογία.
  «Ο πάστορας Σέφφερ με είχε ονομάσει Ισαάκ, δηλαδή εκείνος που γελά. Είναι αλήθεια ότι το παραμικρό μου προκαλούσε το γέλιο, και την αδυναμία μου αυτή την εκμεταλλεύονταν οι συμμαθητές μου μέχρι σκληρότητας. Πόσες φορές στον κατάλογο της τάξης μπορούσε να διαβάσει κανείς: Ο Σβάιτσερ γελά» (σελ. 42).
  Να που μοιάζουμε σε κάτι. Στη σχολή αξιωματικών ΚΕΕΜ ήμουν ο γελαδερός.
  Και το παρακάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό του χαρακτήρα του.
  «Επίσης δεν μπορούσα να εξηγήσω, και αυτό ακόμη πριν πάω σχολείο, γιατί στη βραδυνή προσευχή με μάθαιναν να παρακαλώ μονάχα για τους ανθρώπους. Κι όταν έφευγε από το δωμάτιο η μητέρα μου, αφού με φιλούσε στοργικά και με καληνύχτιζε, εγώ έκανα μια συμπληρωματική σιγανή προσευχή. Θεέ μου, έλεγα, προστάτευσε και ευλόγησε ό,τι αναπνέει. Προφύλαξε από κάθε κακό όλα τα ζωντανά και κοίμισέ τα εν ειρήνη» (σελ. 48).
  Επίσης:
  Κάθε φορά που η εσωτερική πεποίθησή μου βρίσκεται σε κίνδυνο, η πεποίθηση των άλλων δεν με επηρεάζει πια. Έμαθα να μη φοβούμαι τα πειράγματα των φίλων μου» (σελ. 50).
  Ένα προσωπικό μου απόφθεγμα είναι «Να μη φοβάσαι να διαφέρεις».   
  Γράφει και για τον Όμηρο.
 «Η Ιλιάδα του Ομήρου με άφησε αδιάφορο. Κατόρθωσαν να με κάνουν να την αηδιάσω με τις αδιάκοπες ερωτήσεις για τους συγγενείς, παππούδες, θείες, θείους και εξαδέλφους των ηρώων και των θεών. Οι γενεαλογίες και οι συγγένειες δεν στάθηκαν ποτέ η αδυναμία μου.
  Αντίθετα έμαθα όλο και περισσότερο ν' αγαπώ και να θαυμάζω την Οδύσσεια. Εξακολουθώ να την θεωρώ σαν ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της λογοτεχνίας λόγω της κατασκευής της, της τέχνης που εκδηλώνεται μέσα στην μεγαλειώδη απλότητα στις περιγραφές και αφηγήσεις και στους συλλογισμούς και τις σκέψεις πoυ είναι σπαρμένες μέσα της» (σελ. 86).
  Δεν θα κουράζομαι να επαναλαμβάνω, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
  Αυτά για τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, ενδιαφέρουσα η αυτοβιογραφία του.

Thursday, September 6, 2018

Fellini, Visconti, de Sica, Monicelli, Boccaccio ’70 (1962)


Fellini, Visconti, de Sica, Monicelli,  Boccaccio ’70 (1962)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Όχι, δεν είναι μεταφορά ιστοριών του Βοκκάκιου, είναι ιστορίες στο πνεύμα του Βοκκάκιου, τις οποίες γύρισαν τέσσερις σκηνοθέτες. Και οι τέσσερις ιστορίες έχουν το ύφος των σκηνοθετών τους, από όσο τους ξέρω τουλάχιστον.
  Η πρώτη είναι του Φελίνι και έχει τίτλο «Οι πειρασμοί του δόκτορος Αντόνιο».
  Δεν είχε μόνο πειρασμούς ο άγιος Αντώνιος, είχε και ο δόκτωρ Αντόνιο. Πουριτανός μέχρι το κόκκαλο, καταφέρεται σε κάθε τι που θεωρεί προκλητικό σεξουαλικά. Και η κορύφωση έρχεται όταν τοποθετούν μια γιγαντοαφίσα της Ανίτα Έκμπεργκ απέναντι από το σπίτι του. Είναι για μια διαφήμιση γάλακτος. Ζητάει επίμονα να την απομακρύνουν. Φυσικά δεν του γίνεται η χάρη.
  Και η ταινία περνάει στο σουρεάλ. Η Ανίτα Έκμπεργκ κατεβαίνει από την αφίσα. Του μιλάει. Αυτός είναι μαγεμένος μαζί της. Δεν έχω εξάλλου αμφιβολία ότι ο υπερβολικός πουριτανισμός είναι ένας μηχανισμός άμυνας ενάντια στην έφοδο των σεξουαλικών ενστίκτων του id.
  Το τέλος της ταινίας;
  Μα ο άνθρωπος είναι τρελός, τι τέλος φαντάζεστε να έχει;
  Η δεύτερη είναι του Βισκόντι και έχει τίτλο «Η δουλειά».
  Αυτός κόμης, αυτή κόρη πλούσιου, πάντρεψαν τις περιουσίες τους. Εν τάξει, ωραίοι και οι δύο, σίγουρα υπάρχει έρωτας.
  Όμως ο κόμης μπερμπαντεύει. Οι σχέσεις του με κάτι call girls βγαίνουν στα φόρα, δηλαδή ποια φόρα, στις εφημερίδες, και ο πεθερός του γίνεται έξω φρενών.
  Και γυναίκα του;
  Τον αγαπάει η φουκαριάρα. -Αν ήμουν κι εγώ ένα call girl ανάμεσά τους, θα με προτιμούσες; -Μα φυσικά, είναι η αυθόρμητη απάντηση του νεαρού κόμη (η γυναίκα του είναι η Ρόμι Σνάιντερ).
  Θα πάρει μαθήματα από αυτά τα call girls, αυτή θα είναι η «δουλειά» της, όμως πρώτος – και μοναδικός – πελάτης της θα είναι ο κόμης, που θα την ακριβοπληρώσει. Αλλά αυτό θα της αφήσει μια στυφή γεύση, όπως φαίνεται στην τελευταία σκηνή.
  Ε, δεν κάνει για τέτοια δουλειά.
  Η τρίτη είναι του Βιτόριο ντε Σίκα, «Το λαχείο».
  Ξεκαρδιστική κωμωδία, είναι η ιστορία που μου άρεσε περισσότερο.
  Τι θα κερδίσει ο τυχερός;
  Τη Σοφία Λόρεν, για μια βραδιά.
  Δουλεύει σε κάτι σαν λούνα παρκ, με σκοποβολή. Ο άντρας της φίλης της που είναι έγκυος πουλάει τους λαχνούς. Δύσκολα τα βγάζουν πέρα. Τώρα έχουν και το πρόβλημα της εφορίας, που μετά από χρόνια τους εντόπισε με τα λαχεία.
  Απολαυστικές σκηνές με τους αγοραστές, τελικά το λαχείο θα καταλήξει στα χέρια ενός της εκκλησίας. Όμως υπάρχει ο νεαρός που της αρέσει και του αρέσει, έτσι θα γεμίσει τον τυχερό χρήματα και θα τον εξαποστείλει. Αυτός παρακαλεί να του επιτρέψει να καυχηθεί στους φίλους του για τη βραδιά που πέρασε μαζί της. Δεν θα του το αρνηθεί.
  Αν η ταινία ήταν romance θα τέλειωνε με το σφιχταγκάλιασμα της Σοφίας Λόρεν με τον όμορφο νεαρό. Όμως είναι κωμωδία, και τελειώνει με τα πλήθη των αγοραστών να περιφέρουν πανηγυρικά τον τυχερό του λαχείου.
  Η τέταρτη είναι του Μάριο Μονιτσέλι και έχει τίτλο «Ρέντσο και Λουτσιάνα».
  Στις «Μέρες του έρωτα» είδαμε τις δυσκολίες ενός ζευγαριού να παντρευτούν. Εδώ τους βλέπουμε στις δυσκολίες που έχουν ενώ είναι παντρεμένοι.
  Αυτός δουλεύει κλητήρας σε μια εταιρεία ενώ αυτή έχει μια προνομιούχα θέση γραμματέως στην ίδια εταιρεία, την οποία πήρε αφού υπέγραψε συμβόλαιο ότι δεν είναι παντρεμένη. Μένουν στους γονείς της. Αυτός δεν έχει πρόβλημα που είναι σώγαμπρος, είναι που δεν μπορεί να ξεμοναχιαστεί με τη γυναίκα του να κάνουν έρωτα.
  Το κρυφτούλι κάποτε θα τελειώσει, θα απολυθούν και οι δυο.
  Στο τέλος του έργου τους βλέπουμε να είναι στο δικό τους σπίτι.
  Και τι μ’ αυτό; Αυτός δουλεύει νυχτοφύλακας, όταν έρχεται από τη δουλειά του φεύγει η γυναίκα του για τη δική της.
  Εν τάξει, υπάρχει και η αργία της Κυριακής.
  Ωραίες ιστορίες από μεγάλους σκηνοθέτες, όσοι δεν έχετε δει την ταινία δεν πρέπει να τη χάσετε.  


Tuesday, September 4, 2018

Ken Loach, Carla’s song (1996)


Ken Loach, Carlas song (1996)


  Με συγκινούν οι σκηνοθέτες που σκύβουν με αγάπη πάνω στα ανθρώπινα προβλήματα. Ένας από αυτούς είναι και ο Ken Loach. Έχουμε γράψει ήδη για δυο ταινίες του, τις «I, Daniel Blake» και «Lady bird, lady bird». Σειρά έχει σήμερα «Το τραγούδι της Κάρλας».
  Η Κάρλα είναι από τη Νικαράγουα. Βρίσκεται στη Γλασκόβη. Τη βλέπουμε σε ένα λεωφορείο. Μπαίνει ο ελεγκτής. Δεν έχει βγάλει εισιτήριο, δεν έχει καθόλου λεφτά. Ο ελεγκτής θέλει να φωνάξει την αστυνομία. Ο οδηγός παρεμβαίνει, της βγάζει το εισιτήριο, αλλά ο ελεγκτής είναι ανένδοτος. Ο οδηγός της ανοίγει την πόρτα και πετάγεται έξω, ενώ ταυτόχρονα την κλίνει για τον ελεγκτή. Αυτό θα του στοιχίσει μια εβδομάδα παύση από τη δουλειά του – τίποτα, εμένα μια άλλη ιστορία μου στοίχισε τρεις μήνες – αλλά θα γνωρίσει την Κάρλα που θα έλθει να τον ευχαριστήσει.
  Οι κόντρας, χρηματοδοτούμενοι από τις ΗΠΑ για να ανατρέψουν τους σαντινίστας, έχουν σκοτώσει μέλη της οικογένειάς της ενώ έπιασαν τον φίλο της. Τι του έκαναν; Θα αποκαλυφθεί στο τέλος της ταινίας.
  Ο οδηγός θα της συμπαρασταθεί, και ένα ειδύλλιο θα πλεχτεί ανάμεσά τους. Όμως πάνω από το ερωτικό στέκει το ανθρωπιστικό. Αφού την έσωσε από μια απόπειρα αυτοκτονίας, τη δεύτερη που έκανε, θα την πάρει να πάνε στην Νικαράγουα να βρει το φίλο της. Εκεί θα συναντήσει μια κατάσταση που δεν μπορούσε να τη διανοηθεί. Ενέδρες, σκοτωμοί, ο κίνδυνος παραμονεύει κάθε στιγμή. Και να ψάχνουν τον φίλο της και να μην μπορούνε να τον βρουν. Για την ακρίβεια, να μη θέλουν να τους πουν πού είναι.
  Ο φίλος της, που η Κάρλα βλέπει σε εφιαλτικά όνειρα τη στιγμή που τον έπιασαν και τον βασάνιζαν ενώ αυτή που είχε προλάβει να το σκάσει παρακολουθούσε κρυμμένη, είναι παράλυτος, με σπασμένη την σπονδυλική στήλη. Και όχι μόνο αυτό, οι κόντρας του έκοψαν τη γλώσσα.
  Κάποια στιγμή θα την οδηγήσουν σ’ αυτόν.
  Όχι, δεν θα τον παρατήσει, ο οδηγός θα επιστρέψει μόνος του στην πατρίδα του. Ο αριστερός Λόουτς δεν θα επέτρεπε στο ρομάντζο να υπερισχύσει του ανθρωπισμού. Εξάλλου ο οδηγός ήταν που την παρότρυνε να πάνε στην Νικαράγουα να βρουν τον φίλο της.
  Εξαιρετική ταινία, πολύ μου άρεσε.
  Στην πλοκή υπάρχει και ένας πρώην της CIA που εργάζεται για μια φιλειρηνική οργάνωση. Ήταν από αυτούς που οργάνωσαν και ενίσχυσαν τους κόντρας, όμως μεταστράφηκε όταν είδε την εγκληματική τακτική τους. Too good to be real.
 

Monday, September 3, 2018

Luis Puenzo, La puta y la ballena (2004)


Luis Puenzo, La puta y la ballena (2004)


  Τι κοινό μπορεί να έχουν μια πουτάνα και μια φάλαινα;
  Και οι δυο μπορεί να πληγωθούν. Η φάλαινα εξόκειλε σε μια ακτή της Παταγωνίας και την έσωσαν, βγάζοντάς της το καμάκι και βρέχοντάς την μέχρι να έλθει η παλίρροια και να μπορεί να φύγει. Η Λόλα «προδόθηκε» από τον φωτογράφο Εμίλιο, ο οποίος την πρόλαβε στο τσακ πριν φουντάρει από την ταράτσα ενός κτιρίου και τον ερωτεύθηκε.
  Αυτός;
  Αρχικά σίγουρα. Μετά όμως την πούλησε για 1500 πέσος στον μισότυφλο Σουάρεζ. Ξανάρχισε τη ζωή της πόρνης.
  Όμως του Εμίλιο του έλειψε. Έδωσε πίσω τα λεφτά στον Σουάρεζ για να την πάρει πίσω. Αυτή δεν έχει καμιά προθυμία να τον ακολουθήσει. Και από το αεροπλάνο που τους μεταφέρει φουντάρει στη θάλασσα. Στο ποιητικό τέλος της ταινίας θα πέσει δίπλα στη φάλαινα εκείνη. Όσο για τον φωτογράφο, θα σκοτωθεί λίγα χρόνια αργότερα στον ισπανικό εμφύλιο.
  Αυτή είναι η μια ιστορία. Γιατί υπάρχει και μια δεύτερη που διαδραματίζεται στο παρόν. Στην ταινία παρακολουθούμε εναλλάξ τις δυο ιστορίες.
  Η Ισπανίδα Βέρα πείθεται από τον Jordi, εκδότη της και πρώην εραστή της, να πάει στην Αργεντινή και να αναζητήσει τα ίχνη της Λόλας. Να δημοσιεύσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες της, γράφοντας φυσικά και την ιστορία της. 
  Η ίδια έχει το προσωπικό της δράμα. Η οικογένεια την πνίγει, θέλει να φύγει μακριά από τον άντρα της και το γιο της. Έχει και κάτι που την ανησυχεί: ένα όγκο στο στήθος. Στο Μπουένος Άιρες (να βρίσκονται άραγε εκεί απόγονοι του μετανάστη παππού μου;) κάνει μαστεκτομή. Η βιοψία είναι θετική. Πέφτει σε απελπισία, και σε δυο άλλες αγκαλιές: η μια του εγγονού μιας γριάς στο διπλανό κρεβάτι στο νοσοκομείο, η οποία αποδεικνύεται ότι γνώριζε τη Λόλα (ήταν κι αυτή πόρνη, φίλη του Σουάρεζ, η «επίσημή» του), και η άλλη του Jordi, που έρχεται να τη δει στο Μπουένος Άιρες.
  Δυο συγκινητικές ιστορίες, σε μια ταινία από όπου η μελαγχολία ξεχειλίζει. Μου θύμισε την ταινία «Όλες μας οι επιθυμίες» του Philippe Lioret που είδα πρόσφατα. Και εδώ έχουμε δυο ιστορίες που συμπλέκονται, που όμως είναι συγχρονικές, με την ηρωίδα να είναι καταδικασμένη από καρκίνο.    

Thursday, August 30, 2018

Ernesto Contreras, Sueño en otro idioma (Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα 2017)


Ernesto Contreras, Sueño en otro idioma (Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Συχνά ακούμε για την εξαφάνιση των ειδών, όμως σπάνια ακούμε για την εξαφάνιση των γλωσσών. Θυμάμαι πριν χρόνια που είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για μια φυλή του Αμαζονίου, από την οποία βρίσκονταν στη ζωή μόνο τρία άτομα. Τη γλώσσα της φυλής τους τη μιλούσαν μόνο αυτά τα τρία άτομα.
  Δύο άτομα μιλάνε και τη γλώσσα των Ζίκριλ, οι υπόλοιποι της φυλής μιλάνε ισπανικά. Για αυτά τα άτομα έχει ακούσει ο Μάρτιν, νεαρός γλωσσολόγος ερευνητής, και έχει έλθει για να τους ηχογραφήσει, έναν άντρα και μια γυναίκα. Ο άνδρας είναι χρόνια απομονωμένος σε μια καλύβα στο δάσος, δεν έχει μάθει ισπανικά.
  Ο Μάρτιν μαθαίνει ότι υπάρχει και ένας τρίτος. Η παρουσία του είναι απαραίτητη, καθώς κάποια στιγμή η γυναίκα πεθαίνει. Πρέπει οπωσδήποτε να βιντεοσκοπήσει μια συζήτηση μαζί τους.
  Δεν είναι καθόλου εύκολο. Οι άνδρες αυτοί είναι άσπονδοι εχθροί. Δηλαδή, για την ακρίβεια ο ένας εχθρεύεται απίστευτα τον άλλο, αυτόν τον μοναχικό, ο οποίος όμως είναι έτοιμος για συμφιλίωση.
  Ο Μάρτιν θα τα καταφέρει να τους συμφιλιώσει, και θα τους βάλει μαζί και θα τους βιντεοσκοπήσει. Όμως κάποια στιγμή ο τρίτος άνδρας θα κάνει πίσω σ’ αυτή τη συμφιλίωση, εκφράζοντας μια απίστευτη έχθρα.
  «Μια γυναίκα, δύο άντρες», όμως δεν είναι ακριβώς αυτό το μοτίβο της ταινίας. Ας μην το αποκαλύψουμε όμως.
  Στη συνταγή μιας επιτυχημένης ταινίας υπάρχει πάντα και η ερωτική σχέση. Αυτή αναπτύσσεται ανάμεσα στον Μάρτιν και στη «Βροχή», την εγγονή του τρίτου αυτού άνδρα.
  Συναρπαστική πλοκή, που όμως πιστεύω ήταν προσχηματική μπροστά στο θέμα που θέλει να αναδείξει ο σκηνοθέτης, την εξαφάνιση των γλωσσών. Και βέβαια, μεξικάνικη καθώς είναι, έχει και στοιχεία λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού που παραπέμπουν άμεσα στον «Pedro Paramo» του Juan Rulfo.
  Πολύ καλή ταινία, αξίζει να τη δείτε, και όχι μόνο για το θέμα της.
  Συμπληρώνω διαβάζοντας τη συνέντευξη που έδωσε ο σκηνοθέτης στον Γιάννη Κοντό. Και με έκπληξη βλέπω ότι η γλώσσα Ζίκριλ είναι μια τεχνητή γλώσσα που την έφτιαξε ένας γλωσσολόγος μέσα σε δυο μήνες για τις ανάγκες της ταινίας. Άρα δεν ήταν ιδέα μου όταν μου θύμισε μια άλλη τεχνητή γλώσσα, την esperanto.
  Επιστρέφοντας σήμερα στην Αθήνα και φτάνοντας αύριο οπότε και θα αναρτήσω μιας και από αύριο θα αρχίσει να προβάλλεται η ταινία, μπορώ να προσθέσω εδώ ότι η παραμονή μου στην Κρήτη αυτό το καλοκαίρι ήταν ολότελα παραγωγική. Δυο ταινίες παραπάνω, δυο βιβλία παραπάνω, δεν μετράνε τόσο όσο δυο ακόμη γλώσσες. Αυτές είναι η esperanto, καθώς με έβαλε στα αίματα ο γιος μου δίνοντάς μου ένα σωρό πληροφορίες και κυρίως το ότι είναι πολύ εύκολη, και η άλλη είναι τα македонски (μακέντονσκι), που αποφάσισα να τα μάθω μιας και ξέρω ρωσικά και κάποτε είχα διαβάσει μια μέθοδο βουλγάρικων με τα οποία μοιάζουν πολύ, και βέβαια για τον τζερτζελέ (σεισμός στα ιρανικά, το άκουσα σε ιρανική ταινία) που γίνεται τελευταία σχετικά με το όνομα της γειτονικής χώρας. Τέλειωσα τις δυο μεθόδους άνευ διδασκάλου, μπορώ να πω ότι οι γλώσσες που ξέρω έγιναν δέκα γιατί αυτές δεν σκοπεύω να τις εγκαταλείψω όπως έκανα με επτά άλλες. Ήδη έχω ξεκινήσει να διαβάζω την βιογραφία του Zamenhof που επινόησε την εσπεράντο, γραμμένη στην εσπεράντο φυσικά. Και βέβαια δεν φιλοδοξώ να μάθω να τις μιλάω και να τις γράφω, απλά να τις διαβάζω, και να καταλαβαίνω φράσεις στις ταινίες που θα βλέπω. Μια ακόμη παρώθηση για τα μακέντονσκι υπήρξε η σκοπιανή ταινία «Μυστικό συστατικό» που εξακολουθεί να προβάλλεται στις αίθουσες.
 


Leigh Whannell, Upgrade (2018)


Leigh Whannell, Upgrade (2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας είναι σχεδόν αναπόφευκτα και δράσης. Έτσι και αυτή η ταινία του Leigh Whannell, που όμως επί πλέον είναι και horror, κυρίως στο τέλος. Συμφωνώ απόλυτα με τους χαρακτηρισμούς του IMDb.
  Όταν επιτίθενται στον Grey και στη σύντροφό του και τους σκοτώνουν, ε, κάτι πρέπει να κάνει για να εκδικηθεί. Θα απευθυνθεί σε έναν κομπιουτερά που θεωρείται ιδιοφυία. Και θα πάρει την εκδίκησή του, ή έτσι νομίζει τουλάχιστον, γιατί η ταινία προχωράει από ανατροπή σε ανατροπή, με κορυφαία αυτή του τέλους.
  Και βέβαια τίθεται το ερώτημα, για μια ακόμη φορά: μήπως τα ανθρώπινα δημιουργήματα στο χώρο της ρομποτικής καταφέρουν τελικά να υποτάξουν τον άνθρωπο;
  Και ένα ακόμη, με βάση την πλοκή: Μήπως το να ζούμε στην εικονική πραγματικότητα, μακριά από τις ματαιώσεις της «πραγματικής» πραγματικότητας, είναι μια καλή επιλογή;