Book review, movie criticism

Tuesday, January 31, 2012

Sohrab Shahid Saless, Still life

Sohrab Shahid Saless, Still life (1974)
http://en.wikipedia.org/wiki/Sohrab_Shahid-Saless

Η «Ακίνητη ζωή» είναι και αυτή μια ταινία αγγελοπουλική. Ελάχιστος λόγος, μακριά, αργόσερτα πλάνα. Ακόμη κυριαρχεί ο ένας από τους δυο «τόπους» τους οποίους επισημάναμε σε πολλά ιρανικά έργα: ο σιδηρόδρομος (ο άλλος είναι το χιόνι). Η ιστορία δεν είναι ιστορία, είναι η καθημερινότητα ενός αγράμματου ηλικιωμένου σιδηροδρομικού, που δουλειά του είναι να κλείνει τη διάβαση σε ένα σταυροδρόμι όταν περνάει ο συρμός. Μένει σε ένα σπίτι πιο δίπλα με τη γριά γυναίκα του, που φτιάχνει χαλιά τα οποία πουλάει σε εξευτελιστικές τιμές σε έναν έμπορο. Την μονοτονία της καθημερινότητάς τους την διακόπτει κάποια στιγμή ο ερχομός του γιου τους, που είναι φαντάρος. Θα φύγει την επομένη. Όμως η καθημερινότητα αυτή διαταράζεται δια παντός, όταν ο ηλικιωμένος σιδηροδρομικός παίρνει ένα γράμμα που του λέγει ότι συνταξιοδοτείται.
Κάποια στιγμή έρχεται και ο αντικαταστάτης του. Πρέπει να φύγει. Πηγαίνει στην πόλη, στα γραφεία, να παραπονεθεί. Δεν γίνεται τίποτα, πρέπει να είναι ευχαριστημένος που στο εξής δεν θα χρειάζεται να δουλεύει. Όμως πού να πάει, πώς να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή αλλού; Στο τέλος της ταινίας βλέπουμε τους δυο ηλικιωμένους να φορτώνουν τα λιγοστά τους πράγματα σε ένα κάρο. Η τελευταία σκηνή δείχνει τον άντρα να κοιτάζεται μέσα στον καθρέφτη. Στη συνέχεια τον ξεκρεμάει από τον τοίχο. Η κάμερα δείχνει τον γυμνό τοίχο. Μετά εμφανίζονται τα γράμματα του τέλους.
Βλέποντας τις ευγενικές φυσιογνωμίες του ηλικιωμένου ζευγαριού θυμήθηκα το ιαπωνικό θέατρο Νο, και συγκεκριμένα την έννοια του rojaku. Αντιγράφω από το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας», εκδόσεις ΑΛΔΕ, 2010. «Το rojaku σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει την ήσυχη ομορφιά της γεροντικής ηλικίας, και η αναπαράστασή της είναι αληθινή πρόκληση για τον ηθοποιό του Nô. Εκεί βρίσκεται η ουσία του Nô, και συμβολίζεται με ένα ανθισμένο λουλούδι πάνω σε ένα ξεραμένο κλαδί κερασιάς».
Αλλά και ο αργός ρυθμός του έργου, με τις σχεδόν ακίνητες σκηνές, θυμίζει θέατρο Νο. Θέατρο Νο θυμίζει και το περπάτημα των δυο ηλικιωμένων, καθώς σέρνουν κουρασμένα τα πόδια τους στο έδαφος. Έτσι ακριβώς περπατάνε και οι ηθοποιοί στο θέατρο Νο, με το περπάτημά τους να «μοιάζει με το γλίστρημα ενός φαντάσματος στον αέρα».
Η μουσική είναι διακριτική αλλά εύστοχη. Στο τέλος ειδικά ακούμε το μπάσο κοντούνουο ενός κρουστού, που υπογραμμίζει την αγωνία την οποία νοιώθει το ηλικιωμένο ζευγάρι μπροστά στον επικείμενο ξεσπιτωμό του.
Η ταινία, ολοφάνερα πολύ χαμηλού προϋπολογισμού, απέσπασε σημαντικές διακρίσεις. Αυτό δείχνει για άλλη μια φορά ότι η αξία μιας ταινίας δεν εξαρτάται από το ύψος του προϋπολογισμού –η εμπορικότητα σίγουρα εξαρτάται, μια και το ευρύ κοινό αρέσκεται στο πότλατζ των καταστροφών, αυτοκινήτων που συγκρούονται, σπιτιών που καίγονται ή καταρρέουν, κ.λπ.- αλλά από την ικανότητα του σκηνοθέτη και την ποιότητα του σεναρίου. Αλλά για την ταινία διάβασα αρκετά εύστοχα πράγματα και στον παραπάνω σύνδεσμο, τον οποίο καλό είναι να διαβάσετε.
Post a Comment