Book review, movie criticism
Tuesday, December 6, 2011
Sayed Pervez Kambaksh, Afgan student condemned to death
http://www.causes.com/causes/98147-sayed-pervez-kambaksh-afgan-student-condemned-to-death
Monday, December 5, 2011
Mohsen Makhmalbaf, Τα περισσότερα
Τα περισσότερα που είδαμε. Για τα βιογραφικά του, στη Βικιπαίδεια, στον σύνδεσμο:
http://en.wikipedia.org/wiki/Mohsen_Makhmalbaf
φιλμογραφία εδώ
http://www.imdb.com/name/nm0538532/filmotype
Two blind eyes (1983)
Είναι το πρώτο έργο του Μαχμαλμπάφ (γενν. 1957), και, όπως διαβάζουμε στην Βικιπαίδεια, βασίζεται στις προσωπικές του εμπειρίες. Και οι εμπειρίες αυτές προέρχονται από τη στράτευσή του στην αριστερά. Αυτό δεν μας το λέει η Βικιπαίδεια, το βλέπουμε παρακολουθώντας την ταινία. Είναι το αντίστοιχο του «Κιβώτιου» του Άρη Αλεξάνδρου, σε άλλα συμφραζόμενα. Στρατευμένοι στην αριστερά και οι δυο, βίωσαν την απογοήτευση.
Αυτά ως προς το περιεχόμενο. Ως προς το ύφος, έχουμε να κάνουμε με μια χολιγουντιανή παραγωγή. Βλέπουμε και εδώ αστυνομικούς που όμως δεν παγιδεύουν τους κλέφτες αλλά τους αριστερούς (η υπόθεση διαδραματίζεται την εποχή του Σάχη), ακούμε πολλούς πυροβολισμούς, ένα άγριο κυνηγητό με αυτοκίνητα, φυλακές, βασανιστήρια, και το unhappy end της εκτέλεσης του ήρωα. Οι σύντροφοι του φυλακισμένου ήρωα, που παίζεται από τον άλλο μεγάλο ιρανό σκηνοθέτη Majid Majidi, θα τον βάλουν σε καραντίνα (boycott), για να τον βγάλουν απ’ αυτήν λίγο πριν την εκτέλεσή του. Θα τον ανακηρύξουν σε ήρωα γιατί χρειάζονται τους ήρωες, αλλά στη συνείδησή τους τον έχουν θάψει ως ρεβιζιονιστή. Τελικά ο μόνος άνθρωπος που θα βρεθεί κοντά του είναι η γυναίκα του, που τον υπεραγαπά. Που την είχε παρατήσει να γεννήσει μόνη στην κλινική, για να μη χάσει το κομματικό ραντεβού. Εκεί που τους παγίδεψαν οι αστυνομικοί, και αρκετοί σύντροφοί του σκοτώθηκαν.
The cyclist, 1987
Έχουμε ήδη γράψει. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:
http://hdermi.blogspot.com/2010/03/mohsen-makhmalbaf.html
The peddler, 1987
Και για τον «Μικροπωλητή» έχουμε γράψει, μαζί με τη «Φωνή των μυρμηγκιών». Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:
http://hdermi.blogspot.com/2010/12/scream-of-ants-pedlar.html
The marriage of the blessed, 1988.
Το έργο αυτό έχει πολλά κοινά με το Boycott, στο πιο έντονο: η γκροτέσκ ατμόσφαιρα (παρούσα και στον «Ποδηλάτη» και στον «Μικροπωλητή»), ο ήρωας με τις παραισθήσεις, η αφοσίωση της γυναίκας. Το θέμα είναι αυτό του βετεράνου, που το έχουν αναπτύξει περισσότερο οι αμερικάνοι με το Βιετνάμ. Ο ήρωας παθαίνει κρίσεις με παραισθήσεις, μετά από μια φοβερή τραυματική εμπειρία που είχε στον πόλεμο με τους ιρακινούς (ένα χέρι που υποτίθεται ότι τον χαϊδεύει στο πρόσωπο είναι το κομμένο χέρι ενός σκοτωμένου συντρόφου), και τον δικό του βέβαια τραυματισμό. Η ζωή του γίνεται ασπρόμαυρη, ενώ οι σκηνές του πολέμου δίνονται έγχρωμες. Το αίμα που ρέει στη μάχη εξάλλου έχει το πιο έντονο χρώμα, το κόκκινο, που είναι επίσης το χρώμα της φωτιάς που ξερνούν τα πυροβόλα. Οι νικημένοι (ταινία του Μίκλος Γιάντσο), θα μπορούσε να είναι ο γενικότερος τίτλος και για τις δυο ταινίες. Ο ένας ήρωας εκτελεσμένος, ο άλλος συντριμμένος ψυχολογικά.
The nights of Zayandeh-Rood, 1990
Πρωτότυπη αφηγηματικά ταινία, μια ταινία à thèse. Θέμα της ο έρωτας. Αφηγηματικό πλαίσιο, μια συνηθισμένη κατάσταση: η γυναίκα, ο άνδρας, ο εραστής. Η πρωτοτυπία: αναπτύσσονται τρεις διαδοχικές εκδοχές γι’ αυτή τη σχέση. Στην πρώτη: Ένας ηλικιωμένος που έχει αντιληφθεί το παράνομο ζευγάρι, ενημερώνει το σύζυγο. Ο σύζυγος σκοτώνει τον εραστή και καταδικάζεται σε θάνατο. Στη δεύτερη εκδοχή είναι ο εραστής (που παίζεται από τον ηθοποιό που προηγουμένως έπαιζε το σύζυγο) σκοτώνει τον σύζυγο, στην επ’ αυτοφώρω σύλληψη και στην συμπλοκή που ακολουθεί. Στην τρίτη εκδοχή (η θέση), ο σύζυγος παραιτείται μεγαλόψυχα προς χάριν του εραστή, αφού αυτόν έχει ερωτευθεί η γυναίκα του. Τους κάνει μάλιστα γαμήλιο δώρο το ταξί του. Η γυναίκα, συγκινημένη από τη μεγαλοψυχία, ή καλύτερα από το βάθος του έρωτά του, λέει στον νέο της σύζυγο, ενώ φορεί το νυφικό της: «Νοιώθω τώρα ότι η καρδιά μου είναι μαζί του». Και αυτός; Εξίσου μεγαλόψυχος, εξίσου ερωτευμένος, τρέχει να τον προφτάσει. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι και ο ηλικιωμένος που την κάρφωσε ήταν ερωτευμένος μαζί της.
Η ταινία, διαβάζω στη Βικιπαίδεια, είναι απαγορευμένη στο Ιράν. Δεν πιστεύω επειδή απλά έχει σαν θέμα την εξωσυζυγική σχέση «μιας γυναίκας», να το τονίσουμε αυτό. Πιστεύω ότι η απαγόρευση οφείλεται στην ατάκα: «Αφού εγώ μπορώ να είμαι ερωτευμένος μαζί της, γιατί να μην έχει και αυτή το δικαίωμα να ερωτευθεί;» Πιο πριν, όταν αυτή παραπονέθηκε στη μητέρα της γιατί να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν αγαπά, εκείνη προσπάθησε να την πείσει ότι ο έρωτας δεν είναι το παν στη ζωή, και ότι δεν έχει την πείρα της ζωής που έχει η ίδια. Ο Μαχμαλμπάφ, για να τονίσει την παραπάνω ατάκα, αφαιρεί τον ήχο από την παραπέρα συζήτηση των δυο αντρών, του συζύγου και του ηλικιωμένου. Ε, αυτά είναι πράγματα απαράδεκτα για το ισλάμ, τουλάχιστον στην περσική του εκδοχή. Η γυναίκα να ερωτευθεί; Αυτό αφήνει ανοιχτό το δρόμο για τη συζυγική απιστία. Το ότι η ανδρική απιστία είναι πιο ανεκτή δεν είναι εδώ ο χώρος να το συζητήσουμε.
Και η πιο μεγάλη επινόηση του Μαχμαλμπάφ: στο γάμο βρίσκονται όλοι μαζί συναδελφωμένοι, σαν να βρίσκονται στον παράδεισο, ο πρώην σύζυγος και ο νυν, ο δικαστής που καταδίκασε σε θάνατο και ο γέρος που κάρφωσε.
Once upon a time, cinema, 1991
Πρόκειται για μια ξεκαρδιστική κωμωδία με θέμα τον κινηματογράφο, στα πρώτα του βήματα. Έξυπνα γκανγκ, μπουρλέσκα ατμόσφαιρα, γρήγορος ρυθμός. Ήταν μια έκπληξη για μένα. Όπως διαβάζω, ο Μαχμαλμπάφ χρησιμοποίησε κομμάτια από τον παλιό ιρανικό κινηματογράφο. Χρησιμοποιεί συχνά το εφέ της επανάληψης (ιδιαίτερα στη σκηνή που παλεύουν οι δύο, ενώ η κοπέλα, που την κρατάει ο ένας με σκοινί, κρέμεται σε ένα γκρεμό).
Συμπληρώνω στις 16-5-2020, ξεχωριστή ανάρτηση για την ταινία, στην οποία βάζω πρώτα το παραπάνω κείμενο.
Ένας αναχρονισμός από τους πολλούς της ταινίας είναι ότι ο Nasseredin Shah δεν ήταν αυτός που αγάπησε τον κινηματογράφο, καθώς δολοφονήθηκε το 1896. Αυτός που πράγματι τον αγάπησε και υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του από τότε που είδε κάποιες προβολές σε ένα ταξίδι του στην Ευρώπη ήταν ο γιος του ο Mozzafar που τον διαδέχτηκε, όσο για τον χοντρούλη δεν είναι ο γιος του αλλά ο εγγονός του, ο Ahmad Shah Qajar, ο τελευταίος της δυναστείας.
Actor, 1993
Και πάλι κωμωδία, και πάλι θέμα ο κινηματογράφος. Ενώ όμως στην προηγούμενη ταινία ο Μαχμαλμπάφ εστίαζε περισσότερο στον σκηνοθέτη, εδώ εστιάζει στον ηθοποιό. Και πάλι η ίδια γκροτέσκα ατμόσφαιρα, που όμως εδώ, όπως και στην προηγούμενη ταινία, υπηρετεί το κωμικό, ενώ στις πρώτες (αυτές που είδαμε τουλάχιστον), το θρίλερ. Το μπουρλέσκο και εδώ είναι κυρίαρχο, ενώ ο Μαχμαλμπάφ παρωδεί όχι μόνο ρομαντικές και μη φράσεις, αλλά και το πιο κλασικό ερωτικό ζευγάρι στην αραβική λογοτεχνία, τον Μαζνούν και την Λεϊλά, καθώς και την Blanche Dubois στο «Λεωφορείον ο πόθος». Με τη διαφορά ότι εδώ η ηρωίδα, όταν έρχεται να την πάρει το ασθενοφόρο από το τρελοκομείο, δεν είναι καθόλου συνεργάσιμη. Αλλά βέβαια σε μια κωμωδία έχουμε πάντα χάπι εντ. Επιστρέφει στο σπίτι με τον άντρα της, μετά από κάμποσο καιρό, με ένα μωρό στην αγκαλιά, που η λαχτάρα γι’ αυτό τους έμπλεξε σε ένα σωρό κωμικές περιπέτειες.
Salaam cinema, 1995
Αυτό το έργο δεν μου άρεσε. Φαίνεται ντοκιμαντέρ, και μάλιστα μοιάζει με τα «Πρωτάκια» του Κιαροστάμι, αλλά διαβάζω στη Βικιπαίδεια ότι δεν είναι. Και βέβαια στην αρχή όντως είχα την εντύπωση ότι πρόκειται για μια ακόμη ξεκαρδιστική κωμωδία: Ο σκηνοθέτης βάζει αγγελία για audition, και πλακώνει ένα τσούρμο κόσμου. Όταν ανοίγει η πόρτα για να μπουν μέσα στο στούντιο σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα ήταν και στη θύρα Νο 7. Αλλά η ταινία εξελίσσεται διαφορετικά. Ο Μαχμαλμπάφ είναι ο δικαστής, και μπροστά του παρελαύνει πλήθος κόσμου με την αγωνία να τον προσλάβει στην ταινία. Δεν μπορείς παρά να ταυτισθείς με την θλίψη αυτών που απορρίπτονται, αφού περάσουν όλοι τους ένα αληθινό βασανιστήριο: σε μισό λεπτό πρέπει να αρχίσουν να κλαίνε. Και τότε κατάλαβα για μια ακόμη φορά γιατί εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω ηθοποιός, για έναν ακόμη λόγο (έχω γράψει σχετικά στο βιβλίο μου για το χωριό μου). Εδώ δεν μπορώ να κλάψω όταν έχω κάθε λόγο να κλάψω, όταν κάθε άλλος στη θέση μου θα έκλαιγε, πώς θα μπορούσα να κλάψω υποκρινόμενος.
Στη ζωή μου θυμάμαι να έχω κλάψει τέσσερις μόνο φορές. Η πρώτη ήταν μετά από ένα άγριο καψόνι στη σχολή αξιωματικών στο ΚΕΕΜ. Ο βητάς αφού μου έκανε ένα άγριο καψόνι που με εξάντλησε κυριολεκτικά, με διέταξε να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου. Ξάπλωσα λαχανιασμένος. Μου είπε να αναφερθώ, αλλά εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω από το λαχάνιασμα. Με διάταξε τρεις τέσσερις φορές, αλλά εγώ δεν μπορούσα. Πριν με παρατήσει είδα τον οίκτο ζωγραφισμένο στα μάτια του. Αυτός ο οίκτος που είδα με έκανε να ξεσπάσω στα δάκρυα. Η δεύτερη φορά ήταν όταν πέθανε ο πατέρας μου, κυριολεκτικά στα χέρια μου. Η τρίτη είναι πολύ προσωπική, και την τέταρτη δεν θέλω να την πω. Σκέφτομαι μήπως έχω κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα που δεν μπορώ να κλάψω. Να θυμηθώ να ρωτήσω το φίλο μου τον Πρατικάκη.
Gabbeh, 1996
Εδώ ο Μαχμαλμπάφ αλλάζει εντελώς στυλ. Η υπόθεση είναι ένα παραμύθι. Το νεοαρκαδικό ιδεώδες, με το βουκολικό σύστοιχό του, επιτρέπει στον Μαχμαλμπάφ έναν εικαστικό λυρισμό, που, αν και δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι της μόδας, απαντιέται, και αγαπιέται, αρκετά συχνά στο σινεμά. Ένας γέρος και μια γριά πλένουν το χαλί τους στο ποτάμι. Πάνω είναι ζωγραφισμένο ένα ζευγάρι. Η κοπέλα πετιέται από το χαλί, και αφηγείται την ιστορία της. Ο γέρος φαίνεται να ερωτεύεται την κοπέλα, και η γριά ζηλεύει. Ανήκει σε μια ποιμενική φυλή, αλλά ο πατέρας της προβάλλει ολοένα εμπόδια στο γάμο της με τον νέο που αγαπά. Και στο τέλος βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εντυπωσιακό εφέ απροσδόκητου, που δεν θα το αποκαλύψω για να δείτε την ταινία.
A moment of innocence, 1995
Ο Καζαντζάκης γράφει σε κάποιο βιβλίο του: «Τότε που ήμουν νέος, και νέος θα πει να θέλεις να σώσεις τον κόσμο». Αυτή η ατάκα, «Να σώσεις τον κόσμο» επαναλαμβάνεται πολλές φορές στη «Στιγμή της αθωότητας», που σαν τίτλος θα πήγαινε καλύτερα «Τα χρόνια της αθωότητας», τα νεανικά χρόνια. Ο 17χρονος Μαχμαλμπάφ ήθελε να σώσει τον κόσμο• ξεκινώντας από την πατρίδα του, την Περσία• αγωνιζόμενος ενάντια σε ένα στυγνό δικτάτορα, τον Σάχη Ρεζά Παχλεβί. Πώς; Με μια τρομοκρατική πράξη: σκοτώνοντας έναν αστυνομικό. Ο αστυνομικός απλά τραυματίστηκε, ο Μαχμαλμπάφ φυλακίστηκε, και χρόνια αργότερα ο αστυνομικός αναζήτησε τον Μαχμαλμπάφ για να παίξει σε μια ταινία του. Ή ο Μαχμαλμπάφ αναζήτησε τον αστυνομικό, για να δραματοποιήσει αυτό το επεισόδιο της νιότης του, έχω διαβάσει και τις δυο εκδοχές. Η ταινία είναι ένας εγκιβωτισμός, η προετοιμασία δήθεν της δημιουργίας αυτής της ταινίας. Και βέβαια ο Μαχμαλμπάφ μας δίνει άλλη μια φορά το αγαπημένο του θέμα, που αναπτύσσει τόσο στο Boycott όσο και στην «Εποχή του έρωτα», την παντοδυναμία του έρωτα πάνω σε οποιεσδήποτε άλλες πτυχές της ζωής. Πάντως με τέτοιο παρελθόν, δεν είναι περίεργο που ο Μαχμαλμπάφ βρέθηκα πάλι φυλακισμένος, με το καινούριο καθεστώς.
Silence, 1997
Εδώ έχουμε πάλι έναν ποιητικό Μπαχμαλμπάφ, όπως στη Gabbeh. Ένα τυφλό παιδί και ένα κοριτσάκι δουλεύουν σε ένα κατασκευαστή οργάνων. Τα παρακολουθούμε στην περιδιάβασή τους. Τα προβλήματά τους είναι ο προσχηματικός αφηγηματικός ιστός. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η αρχή της πέμπτης συμφωνίας του Μπετόβεν, που είναι μια εμμονή του τυφλού παιδιού. Το Μπα μπα μπα, μπααααααμ το ακούμε με διάφορα όργανα. Το τέλος του έργου είναι μια θριαμβευτική εκτέλεση, σε ένα στενό με χαλκοματάδες. Το τυφλό παιδί με υψωμένα τα χέρια διευθύνει, και οι χαλκοματάδες χτυπάνε χύτρες, κατσαρόλες και ένα σωρό άλλα αντικείμενα, σε μια πολύ πρωτότυπη εκτέλεση της πέμπτης συμφωνίας του Μπετόβεν. Είπα να το ανεβάσω, υπάρχει ήδη στο youtube
Madresei keh baad bord, 1998
Πρόκειται για ένα μικρό, οκτάλεπτο φιλμ. Είναι «Αφιερωμένο στον Mohammad Bahman Bighi που μόρφωσε πάνω από ένα εκατομμύριο ιρανούς νομάδες». Να επαινέσουμε και εμείς από εδώ. Η ταινία δείχνει μαθητές, παιδιά νομάδων προφανώς, να κάνουν μάθημα μέσα σε μια σκηνή. Κάποτε τη σκηνή την πήρε ο άνεμος και, πριν την παρασύρει δυο μίλια μακριά, τραυμάτισε ένα μαθητή στο κεφάλι.
Κανταχάρ, 2001
Για την ταινία έχουμε ήδη γράψει εδώ:
http://hdermi.blogspot.com/2011/09/blog-post.html
The Afgan alphabet, 2002
Για μια ακόμη φορά ο Μαχμαλμπάφ καταπιάνεται με τους μαθητές Αφγανούς, που εδώ όμως βρίσκονται στην ασφάλεια του Ιράν. Τα πράγματα είναι ελάχιστα καλύτερα από ότι στο Αφγανιστάν. Οι μαθητές που δεν έχουν ταυτότητα παρακολουθούν πίσω από τους κανονικούς μαθητές. Όσο για τις μαθήτριες, με την πλύση που τους έχει κάνει ο μουλάς Ομάρ δεν εννοούν να βγάζουν το τσαντόρ και να βλέπουν καλύτερα. Και η κόρη του Μαχμαλμπάφ, η Σαμίρα, έχει ασχοληθεί με τους μαθητές Αφγανούς στην μετά-Ταλιμπάν εποχή, στην εξαίσια ταινία της «Στις πέντε το απόγευμα», για την οποία έχουμε γράψει.
Σεξ και φιλοσοφία, 2005
Μπορεί οι ήρωες στο έργο να μιλάνε για έρωτα, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για σεξ. Ο δάσκαλος χορού, στα γενέθλιά του, καλεί τις τέσσερις φιλενάδες του στην αίθουσα χορού, ταυτόχρονα, αποκαλύπτοντας τη σχέση που είχε μαζί τους. Και βέβαια μια από αυτές τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα, καλώντας τον μαζί με τους υπόλοιπους τρεις εραστές της στο ίδιο τραπέζι. Όταν αποκαλύπτει τις σχέσεις τους, ο ένας της ρίχνει ένα χαστούκι και φεύγει από το τραπέζι αποκαλώντας την «πουτάνα». Ο άλλος είναι πιο ευγενικός, αποχωρεί χωρίς να πει τίποτα, ενώ η γυναίκα τον παίρνει από πίσω φωνάζοντάς του να σταματήσει. Οι δυο που μένουν φιλοσοφούν για τον έρωτα. Πιο πριν είχαμε ακούσει και την ατάκα, μια από τις πάμπολλες παραφράσεις του Ντεκάρτ: «Κάνω έρωτα, άρα υπάρχω». Ανάμεσα στα άλλα, λένε: «Ο έρωτας είναι ζεστός την αρχή και κρύος στο τέλος». «Στην πραγματικότητα είμαστε μόνοι. Και η μοναξιά είναι η μοίρα μας. Στο τέλος μένουμε μόνοι».«Δεν είμαστε ικανοί να αγαπάμε αιώνια. Η αγάπη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα στιγμιαίο πάθος που δημιουργείται από τυχαίες καταστάσεις».
Αυτή η συζήτηση μου θύμισε ένα ανέκδοτο, που ανάρτησε μια φίλη μου στον τοίχο της στο facebook. Ο άντρας λέει στη γυναίκα: «Είσαι η γυναίκα της ζωής μου. Νοιώθω τρελά ερωτευμένος μαζί σου. Είσαι τόσο όμορφη, και με μια τέτοια αίσθηση του χιούμορ…». «Να σου πω», τον διακόπτει αυτή, «μήπως θέλεις να με πηδήξεις;». «Και έεεεεξυπνηηηηη», συμπληρώνει αυτός. Όταν τα έχεις με τέσσερις γυναίκες ταυτόχρονα, είναι παραπάνω από σίγουρο ότι τους πουλάς το παραμύθι του έρωτα για να τις πηδήξεις.
Υφολογικά, ο Μαχμαλμπάφ επιμένει στο ποιητικό ύφος των τελευταίων του ταινιών. Όμως οι εικόνες του εδώ δεν έχουν τον λυρικό ιμπρεσιονισμό της Gabbeh και της «Σιωπής», αλλά κινούνται σε έναν αφαιρετικό δομισμό, λιτές και γεωμετρικά δομημένες, στυλιζαρισμένες (ο χορός εξάλλου στην ουσία είναι μια στυλιζαρισμένη κίνηση, και οι χορεύτριες έχουν έντονη παρουσία στην εικονοπλασία του Μαχμαλμπάφ), αλλά καμιά φορά και σε έναν ευφάνταστο σουρεαλισμό. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στην αίθουσα χορού, που είναι γεμάτη φύλλα δένδρων που έφερε μέσα ένας δυνατός άνεμος. Στο βάθος, σε ένα τραπεζάκι, βρίσκεται ακουμπισμένος ένας φωνογράφος με κατακόκκινο ηχείο, που στέκει αντιστικτικά στο καφέ των φύλλων. Και βέβαια η αρχική σκηνή, με το παρμπρίζ του αυτοκινήτου να είναι γεμάτο κεριά.
Scream of ants, 2006
Και γι’ αυτή την ταινία έχουμε γράψει ξεχωριστά. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:
http://hdermi.blogspot.com/2010/12/scream-of-ants-pedlar.html
Για την κόρη του Mohsen, την Σαμίρα, έχουμε ήδη αναρτήσει ξεχωριστά για τρία από τα τέσσερα έργα της. Και το τέταρτο το έχουμε δει, αλλά δεν γράψαμε. Θα συμπληρώσουμε στο ίδιο κείμενο που βρίσκεται εδώ.
http://hdermi.blogspot.com/2010/04/blog-post_25.html
Στη συνέχεια λέω να γράψω και για τον «Βούδα που κατέρρευσε από ντροπή», της κόρης του της Hana. (Γράψαμε ήδη, και αναρτήσαμε χθες τη νύχτα. Έτσι ολοκληρώσαμε με την οικογένεια Μαχμαλμπάφ)
Hana Makhmalbaf, Buddha collapsed out of shame
Στην αρχή νόμιζα ότι το θέμα ήταν το ίζημα που άφησαν οι Ταλιμπάν μετά την ανατροπή τους στις νοοτροπίες των παιδιών. Είχα διαβάσει βέβαια ότι και πριν τους Ταλιμπάν τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά, και ξέρω επίσης ότι και μετά δεν άλλαξαν πολύ (την ιστορία την έχω αφηγηθεί αλλού, να μην την επαναλαμβάνω. Δείτε το cause μου στο facebook, Sayed Pervez Kambaksh, Afgan student condemned to death http://www.facebook.com/pages/Sayed-Pervez-Kambaksh/140940872599546). Όμως η Hana διευρύνει το θέμα περισσότερο: εδώ δεν πρόκειται απλά για τον φονταμενταλισμό των Ταλιμπάν που δεν άφηναν τις γυναίκες να πηγαίνουν σχολείο, αλλά γενικά για την καταπίεση που υφίσταται το γυναικείο φύλο από το ανδρικό (τα ίδια παιδιά αργότερα παίζουν τους αμερικάνους), και που ξεκινάει από την παιδική ηλικία. Η Hana Makhmalbaf ίσως καταδικάζει και τα πολεμοχαρή παιχνίδια των αγοριών. Υπάρχει μια έντονη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Δεν θέλω να πάρω θέση. Πάντως τα παιδιά αυτά μου θύμισαν την παιδική μου ηλικία, όταν και εμείς, στην πλαγιά του προφήτη Ηλία, στις πρόποδες του οποίου βρίσκεται το χωριό μου, παίζαμε πόλεμο, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Πάντως δεν προπηλακίζαμε περαστικά παιδιά, ήταν μια υπόθεση μεταξύ μας, μεταξύ των δυο ομάδων δηλαδή στις οποίες χωριζόμασταν.
Sunday, December 4, 2011
Αριστοτέλης Ράπτης, Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε και στο Λέξημα
Μια συναρπαστική αυτοβιογραφία με φόντο τις πιο συνταρακτικές στιγμές της νεότερης ιστορίας μας.
Πριν λίγους μήνες γράψαμε για την αυτοβιογραφία του Τζην Γουάιλντερ («Φίλα με σαν ξένος», ΑΛΔΕ 2011). Ήταν μια θαυμάσια αυτοβιογραφία στην οποία αποκαλύφθηκε το λογοτεχνικό του ταλέντο. Και φυσικά συνέχισε με τρία ακόμη βιβλία, το ένα από τα οποία έχει επίσης μεταφραστεί στα ελληνικά («Η γυναίκα που δεν ήθελε»). Τώρα, διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Αριστοτέλη Ράπτη (τον ευχαριστούμε που μας την εμπιστεύθηκε πριν εκδοθεί), ομότιμου καθηγητή πληροφορικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρόμοια περίπτωση: Την αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου, που όχι μόνο έχει να αφηγηθεί καταπληκτικά πράγματα, αλλά τα αφηγείται και με ένα τρόπο που κυριολεκτικά συναρπάζει. Δεν θα ήταν έκπληξη για μας αν τον βλέπαμε να συνεχίζει όπως ο Γουάιλντερ.
Ο Ράπτης γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες της νεότερης ιστορίας μας. Ο πατέρας του, καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο καπετάν Τσάκαλος, ήταν πάντοτε απών, είτε στο βουνό είτε στην εξορία. Ο Αριστοτέλης μεγάλωσε κάτω από τις φτερούγες μιας μάνας που τον υπεραγαπούσε, μιας μάνας που οι κακουχίες, οι στερήσεις και οι στενοχώριες δεν την άφησαν να καμαρώσει το γιο της, μεγαλωμένο και φτασμένο, όχι μόνο σαν καταξιωμένο διεθνώς επιστήμονα, αλλά ούτε καν ως πτυχιούχο της πανεπιστημιακής σχολής που διάλεξε, και την οποία τέλειωσε μέσα σε απίστευτες δυσκολίες και στερήσεις.
Ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου μάς αποκαλύπτεται η αφηγηματική του άνεση, στο τέλος θαυμάζουμε και την οξυδέρκεια της σκέψης του, σε δοκιμιακά τμήματα όπου αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για προβλήματα που μας απασχόλησαν και μας απασχολούν. Μιλάει κυρίως για τρία πράγματα: την αριστερά, τη σύγχρονη κρίση και την κατάσταση στα πανεπιστήμια. Μάλιστα για το πρώτο είναι ιδιαίτερα επινοητικός: χρησιμοποιεί τον πλατωνικό διάλογο. Ο Ράπτης-γιόγκι συζητάει με τον κομισάριο φίλο του, σε μια διαλεκτική αντιμετώπιση της τελευταίας ίσως «αφήγησης» της ιστορίας της ανθρωπότητας, τον σοσιαλισμό. Θα υπάρξει άλλη αφήγηση; O Lyotard μας λέει όχι. Δεν είναι φονταμενταλιστές στις αντιλήψεις τους οι δυο φίλοι, τις αντιμετωπίζουν κριτικά. Ο κομισάριος είναι που λέει: «…δεν θα έλεγα όχι στην ιδέα ενός δημοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος με ανθρώπινο πρόσωπο». (σελ. 365).
Και θυμήθηκα, σε μια ταβέρνα το 1989, πριν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού (αυτή συνέβη λίγους μήνες μετά), που, μετά από μια οξεία κριτική για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, με ρώτησε αγανακτισμένος κάποιος από την παρέα. –Καλά, εσύ σε τι πιστεύεις; -Σε ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, απαντώ εγώ παραφράζοντας τη γνωστή ρήση. Τώρα αν με ρωτήσετε αν εξακολουθώ να το πιστεύω και σήμερα, θα απαντούσα ότι η λέξη «πιστεύω» έχει σχέση με τις εποχές των αφηγήσεων. Για σήμερα θα έλεγα ότι δεν ελπίζω σε ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά απλά σε ένα καπιταλισμό που θα φοράει μια μάσκα λιγότερο αποτρόπαια.
Επειδή έχω μια ιδεοληψία με τις συμπτώσεις, θα παραθέσω ένα από τα πολλά σχετικά αποσπάσματα: «Και δεν είναι το μόνο περιστατικό αυτό που συνέβη με το Θανάση, να με σώσει κυριολεκτικά δυο φορές και μάλιστα να συναντηθούμε στο ίδιο ακριβώς σημείο. Τέτοιου είδους συμπτώσεις σε δύσκολες στιγμές στη ζωή μου υπήρξαν αρκετές και ήταν αξιοσημείωτες. Και, όσο και αν ήξερα πως η τύχη δεν είναι παρά μια τυφλή στατιστική, πάλι με έβαζαν σε σκέψεις και τις εξιστορούσα στους φίλους μου» (σελ. 286).
Έτσι και μένα, κάποιες συμπτώσεις στη ζωή μου με βάζουν σε σκέψεις.
Διαβάζουμε: «Αφού έτρωγα την μακαρονάδα μου, ένα μέρος του ψωμιού από το κουβέρ που μας δίνανε το έβαζα κρυφά στη δεξιά τσέπη και έφευγα. Μετά περνούσα κοντά στον ψήστη, κι αυτός ταχυδακτυλουργικά μου έριχνε κρυφά δυο μπιφτέκια στην αριστερή τσέπη, μερικές φορές, καθώς έβγαινα έξω και περνούσα δίπλα από την ψησταριά» (σελ. 193).
Κάτι ανάλογο έζησε και ο φίλος μου ο Γιώργος ο Βοϊκλής, από τους πρωτοπόρους οικολόγους στον ελληνικό χώρο, ο αρχιτέκτονας του μετασχηματισμού του αριστερού μας γκρουπούσκουλου σε οικολογική οργάνωση, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο πατέρας του ήταν επίσης εξορία. Ένας μάγειρας του έχωνε κάτω από τη μακαρονάδα του και μια μεγάλη μερίδα κρέας.
Ο Τέλης είναι φοβερός ανεκδοτάς, μια κυριολεκτικά αστείρευτη πηγή. Συμμεριζόμαστε την ίδια αγάπη για τα ανέκδοτα. Θα αντισταθώ όμως στον πειρασμό να αντιγράψω κάποια από αυτά που υπάρχουν στο βιβλίο του, για να το αγοράσετε και να τα διαβάσετε εκεί. Είναι ένα βιβλίο ιδιαίτερα συναρπαστικό, βαθιά συγκινητικό, πολύ ανθρώπινο, θα σας γοητεύσει.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Saturday, December 3, 2011
Ebrahim Forouzesh, some of his films
Ebrahim Forouzesh, some of his films
Ένας φιλμογραφικός κατάλογος υπάρχει εδώ:
http://www.fandango.com/ebrahimforouzesh/filmography/p271233
Το κλειδί, 1987
Το κλειδί το είδα πριν χρόνια, χωρίς το τέλος. Δεν είχα προγραμματίσει σωστά, και δεν έφτασε η βιντεοκασέτα. Το ξαναείδα τώρα όλο, για να γράψω για τον Ebrahim Forouzesh. Ήταν η πρώτη μου επιλογή μετά τον Κιαροστάμι, να δω και να γράψω δηλαδή για όποιο έργο του δεν είχα δει, αλλά και γι’ αυτά που είχα δει. Ο λόγος; Το «Κλειδί» είναι σε σενάριο Κιαροστάμι.
Αυτό που κυριαρχεί στο έργο είναι το σασπένς. Μια μητέρα κλειδώνει τον μικρό γιο της και το μωρό της στο σπίτι και φεύγει. Νόμιζε ότι έτσι τα είχε ασφαλίσει. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο: το φαγητό καίγεται στην κουζίνα, μια γυναίκα που μένει στην ίδια πολυκατοικία φεύγει για να βρει τη μητέρα, δεν τα καταφέρνει, και γυρνάει προσπαθώντας να καθοδηγήσει τον μικρό, ο οποίος πρέπει να έχει συνεχώς το νου του στο μωρό. Το ταῒζει, το αλλάζει, του δίνει να παίξει. Όμως δεν ξέρει πώς να κλείσει την κουζίνα, ούτε μπορεί να κλείσει την μπουκάλα με το υγραέριο. Καταφτάνει στο μεταξύ και η γιαγιά, που ξέρει πού υπάρχει ένα άλλο κλειδί του σπιτιού: σε μια κρεμάστρα. Η κρεμάστρα όμως αυτή βρίσκεται πολύ ψηλά για να μπορέσει να τη φτάσει ο μικρός. Το τελευταίο μέρος της ταινίας μας δείχνει τις προσπάθειές του, αλλά και την επινοητικότητά του, για να πιάσει το κλειδί. Τελικά θα τα καταφέρει.
Khomreh (Το πιθάρι), 1992
Σε ένα σχολείο υπάρχει ένα πιθάρι με νερό, από όπου πίνουν οι μαθητές. Όμως ραγίζει, το νερό φεύγει, και οι μαθητές δεν έχουν από πού να πιουν νερό. Χρειάζονται επειγόντως ένα πιθάρι. Οι υπεύθυνες αρχές δεν ενδιαφέρονται να το αντικαταστήσουν, έτσι η μόνη λύση είναι να το επιδιορθώσουν. Όμως και εδώ ο δάσκαλος συναντά μεγάλες δυσκολίες: ο πατέρας ενός μαθητή που ξέρει, δεν δείχνει πρόθυμος να το φτιάξει δωρεάν παρά μόνο όταν βλέπει ότι ο γιος του αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας της άρνησής του. Θέλει όμως υλικά: αυγά και στάχτες. Οι γονείς των παιδιών πρόθυμα συνεισφέρουν στάχτες, όχι όμως και αυγά. Οι χωρικοί είναι δύσπιστοι και κουτσομπόληδες, τον συκοφαντούν. Ετοιμάζεται να φύγει, με δυσκολία τον μεταπείθουν. Και να που έρχεται από μακριά και το γαϊδουράκι με το καινούριο πιθάρι. Δύσκολο το έργο των εκπαιδευτικών, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
Το έργο κέρδισε τα παρακάτω βραβεία: Golden Leopard at Locarno International Film Festival 1992, International Jury Award at Sao Paulo International Film Festival 1992.
Mard e koochak (Ο μικρός άνθρωπος), 1998
Μετά την επιτυχία που είχε το «Πιθάρι», ο Forouzesh καταπιάνεται πάλι με μαθητές. Αυτή τη φορά όχι με το δάσκαλο, αλλά με ένα μαθητή. Ο πατέρας του λείπει, ζουν με στερήσεις. Ο παππούς του προσπαθεί να καλλιεργήσει μια χέρσα γη, και ο μικρός, καταλαβαίνοντας την ανάγκη της οικογένειας, πηγαίνει καθημερινά και τον βοηθάει. Όμως θα μείνει πίσω στα μαθήματά του, με αποτέλεσμα να τον μαλώνει και ο δάσκαλος και η μητέρα του. Στο τέλος ο δάσκαλος και οι συμμαθητές του μαθαίνουν το λόγο που ο μαθητής αυτός καθυστερεί τόσο συχνά να έλθει στο σχολείο. Μια μέρα που πάλι απουσιάζει, ο δάσκαλος με τους συμμαθητές του επισκέπτονται το χωράφι, όπου έχει καλλιεργήσει καρπούζια. Βλέπουν και θαυμάζουν. Ο δάσκαλος, σε μια πινακίδα πάνω σε ένα στύλο, γράφει «άριστα» και τα παιδιά χειροκροτούν. Από μακριά βλέπουμε τον μαθητή να έρχεται, και να τους βλέπει συγκινημένος. Συγκινητική ταινία, που δείχνει μια παρεξήγηση να λύνεται.
Και θυμήθηκα μια ιστορία μιας ανάλογης παρεξήγησης, όταν ήμουν σχολικός σύμβουλος. Είχα ασχοληθεί με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν δυο κορίτσια, κατόπιν ενημέρωσης και παράκλησης από μια κοινωνική λειτουργό. Η φτώχια ήταν ένα μόνο πρόβλημα. Ενημέρωσα τους συναδέλφους. Σε μια συνάντηση, νομίζω η φιλόλογος, μου είπε αγανακτισμένη για το πόσο αγκάλιασε το ένα από τα δυο κορίτσια που το είχε μαθήτρια, και πώς της την κοπάνησε σε μια εκδρομή. Σε μια συνάντηση με την κοινωνική λειτουργό και το κορίτσι έμαθα το γιατί: το κορίτσι προτίμησε να μην πάει εκδρομή, για να αγοράσει με τα 10 ευρώ της συμμετοχής ένα φόρεμα που ήταν σε προσφορά. Είπαμε, ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Ενημέρωσα την καθηγήτρια και η παρεξήγηση λύθηκε.
Bacheh haye naft (Τα παιδιά του πετρελαίου), 2001
Για αυτό το έργο έχουμε γράψει ξεχωριστά. Η ανάρτηση βρίσκεται στο blog μου, στον παρακάτω σύνδεσμο: http://hdermi.blogspot.com/2009/06/2001-ebrahim-forouzesh.html
Hamoon and Daria (2008)

