Book review, movie criticism

Saturday, July 4, 2020

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα, Ο άψαλτος, Η στρίγγλα μάνα, Ο Αλιβάνιστος, Η σταχομαζώχτρα, Στο Χριστό στο κάστρο, Η υπηρέτρα, Έρωτας στα χιόνια, Ολόγυρα στη λίμνη


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο κύμα, Ο άψαλτος, Η στρίγγλα μάνα, Ο Αλιβάνιστος, Η σταχομαζώχτρα, Στο Χριστό στο κάστρο, Η υπηρέτρα, Έρωτας στα χιόνια, Ολόγυρα στη λίμνη

  Το «Όνειρο στο κύμα» είναι ίσως το πιο ερωτικό διήγημα του Παπαδιαμάντη. Οι «ανεκπλήρωτοι έρωτες» είναι το πιο συχνό του θέμα, ένα θέμα που το πραγματεύονται πολλοί συγγραφείς, καθώς είναι κοινή πεποίθηση ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι ο πιο ισχυρός. Στο μυαλό μου έρχονται πάντα το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες και ο «Σκύλος της Μαρί» του Ανδρέα Μήτσου. Και τώρα, τυχαία, έπεσα πάνω στο μυθιστόρημα του Γιασμίνα Χαντρά «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα» που πραγματεύεται το ίδιο θέμα. Για την ακρίβεια, έπεσα πάνω στην κινηματογραφική μεταφορά, αφού είχα ήδη διαβάσει το μυθιστόρημα.
  Και, μου έρχονται τώρα στο μυαλό, το «Δάφνις και Χλόη» με τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Δόρκωνα για τον οποίο εισπράττει μόνο ένα φιλί ετοιμοθάνατος, ακριβώς όπως και ο σήριαλ κίλερ στο «Χασάπη» του Κλωντ Σαμπρόλ, σε ένα τέλος που με είχε εντυπωσιάσει και δεν το ξέχασα ποτέ, εδώ και δεκαετίες.
  Η ιστορία που θα μας αφηγηθεί ο ήρωας του Παπαδιαμάντη συνέβη αρκετά χρόνια πριν, όταν ήταν βοσκός. Η ανάμνηση της κοπέλας που την έσωσε από πνιγμό, τραβώντας τη γυμνή από τη θάλασσα και κουβαλώντας τη γυμνή στην πλάτη του στην στεριά, φαίνεται τον έχει στοιχειώσει. Τώρα πια είναι δικηγόρος όπως μας λέει στην αρχή του διηγήματος (η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη), όμως στο τέλος καταλήγει «Ω, ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!...».   
  Δεν μου αρέσει όμως μόνο ο ερωτικός, αλλά και ο σατιρικός Παπαδιαμάντης, γι’ αυτό θα παραθέσω ένα σχετικό απόσπασμα:
  «Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της
δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποίοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια
του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας».
  Ο αγροφύλακας ήταν ένα άτομο που είχε μεγάλη εξουσία. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος σε μας την πιτσιρικαρία στο χωριό, γιατί μας κυνηγούσε για να μας πάρει τη σφεντόνα. Τόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει η ισχύς του ώστε ήθελα, όταν μεγαλώσω, να γίνω αγροφύλακας. Όχι αστροναύτης, όχι πιλότος, όχι καθηγητής που έγινα μετά, όχι συγγραφέας που υπήρξε το πάρεργό μου, αλλά «Κυδώνης». Είχα ταυτίσει το όνομα με το επάγγελμα.
  Όμως ο ερωτικός Παπαδιαμάντης είναι που μας ενδιαφέρει.
  «Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Έβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων...».
  Ένα ακόμη απόσπασμα.
  «Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του...».

  Ο «Άψαλτος» είναι ο Φραγκούλας.
  Ποιος ήταν αυτός;
  «Ναι, ο Φραγκούλας, ήτον γέρος, και ημπορεί να ήτον σχεδόν ανίκανος. Παράξενος, στραβός, μισοπάλαβος. Αλλοίθωρος, η γυναίκα του. Επί τινα χρόνον έμενεν εις ένα κατώγι, διά ψυχικόν. Επήγαινε με τις βάρκες, εις ψάρευμα ή μικρούς ναύλους, αλλά συνήθως εξενυχτούσε στο κατώγι. Τέλος, όταν έφτιασε το κόττερο ο Μήτρος, όστις ήτο δεύτερος ανεψιός του, τον προσέλαβεν ως τακτικόν συμπλωτήρα, άμα και νηοφύλακα. Προς τί να υποχρεώνεσαι, του είπε, «μπάρμπα», να κοιμάσαι στο ξένο κατώγι; αφού, «καλλίτερα για σένα» σ' έδιωξεν η γυναίκα σου; έλα να κοιμάσαι μεσ' το κόττερο, κάτω στην πλώρη, που κάνει μεγάλη ζέστη, ζέφκι, και καλοπερασιά».
  Το διήγημα παίρνει κάποια στιγμή τη στροφή του «Επικήδειου» του Κονδυλάκη: γίνεται χιουμοριστικό.
  «Ο καϋμένος, ο Κώτσος, ολίγας ημέρας πριν, είχε συμβή, εις την κηδείαν ενός παλαιού
γείτονός του, να εισέλθη εις τον ναόν, ενώ εψάλλετο η νεκρώσιμος ακολουθία. Δεν ήτο τακτικά φιλακόλουθος. Μερικοί τον επείραζαν, και τον έλεγαν «φαρμασώνον». Αλλ' αυτός ήτο εξ ιδιοσυγκρασίας σκωπτικός, ιδιότροπος εν τη ασυνειδήτω φιλοσοφία του. Διήλθεν άνωθεν του χορού, προ των βαθμίδων του βήματος κ' επλησίασεν εις ένα νέον δημοδιδάσκαλον, όστις εσυνείθιζε να ψάλλη, και κατά την κηδείαν αυτήν ίστατο αριστερά, βοηθών τους ιερείς, εις τον στίχον: «Κύριε ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου», τον οποίον επανελάμβανεν εκ περιτροπής ο ψάλτης. Ο Φραγκούλας αλλοκότως εγέλασε, και είπε με φωνήν σχεδόν ακουστήν:
  -Ανάθεμα στην ψυχήν του δούλου σου; Τι λες δάσκαλε;
  Ο ψάλτης τού ένευσε μόνον να σιωπήση. Και με κυκλοτερές βλέμμα προς τους άλλους, τους εσύστησε να μη δώσουν προσοχήν, διά να μη γίνη χασμωδία.
  Ο Φραγκούλας μετ' ολίγον και πάλιν επανέλαβε:
– Τι τους ψαίλνετε; ... Τι τους κάνετε νάνι-νάνι; ... Όλοι στ' ανάθεμα θα πάμε!...
  Ο διδάσκαλος και πάλιν του ένευσεν αυστηρώς. Και ο Κώτσος απεμακρύνθη».
  Και η τραγική ειρωνεία:
  «Και μετ' ολίγας ημέρας επέπρωτο, ο γέρων ούτος ναυτικός, όστις, την πρωΐαν
εκείνην, –τίς οίδε;– με την πένθιμον εκείνην ευθυμίαν του, άλλην πρόθεσιν ίσως δεν
είχεν, ειμή να υποδείξη το μάταιον, και το συνθηματικόν, και το αγοραίον πάσης
ανθρωπίνης συνηθείας, ως και αυτής της νεκρωσίμου πομπής· ο γέρων ούτος, όστις
δεν ήτο ειμαρμένον ν' αξιωθή ούτε της εσχάτης παραμυθίας, ούτε της κηδεύσεως,
έμελλε να ίδη όλην την φοβεράν, την δαιμονιώδη πομπήν, όλων τών στοιχείων τ'
ουρανού, των ανέμων, των κυμάτων την φρικώδη συνοδίαν ορχουμένην μανιωδώς
περί την γηραιάν κεφαλήν του, γύρω εις την λευκήν ακτένιστον κόμην του· κ'
έμελλεν εν τριγμώ αλύσεων και τροχαλιών και αρμένων, να καταποντισθή εις το
κύμα, «άψαλτος, ασαβάνωτος, αμοιρολόγητος».

  Η «Στρίγγλα μάνα» ήταν η μητέρα του Ζάχου. Καταπιεστική, έκανε το γιο της ένα άβουλο πλάσμα, δούλο της και αντικείμενο εμπαιγμών των χωριανών τους. Η ίδια νόμιζε ότι γι’ αυτή του την κατάσταση φταίει το μπουζούκι του, και μη τολμώντας να του το σπάσει παρακάλεσε δυο χωροφύλακες να του το πάρουν. Αυτοί άλλο που δεν ήθελαν.
  Ο Ζάχος ήταν απαρηγόρητος. Όμως επέπρωτο το μπουζούκι να καταλήξει πάλι στα χέρια του. Πώς;
  Ο ένας από τους δυο χωροφύλακες θα έφευγε με μετάθεση. Ήθελε να πάρει μαζί του το μπουζούκι. Το άρπαξαν ο ένας από τη μια μεριά και ο άλλος από την άλλη. Στον τσακωμό τους εκσφεντονίσθηκε έξω από το παράθυρο.
  «Το μπουζούκι, καθώς είχεν εκσφενδονισθή, περιεστράφη επί στιγμήν εις τον αέρα, και είτα έπεσεν ακριβώς επάνω εις την πολύμαλλον ράχιν της προβατίνας, ήτις εβέλασε θρηνωδώς. Το όργανον, εταλαντεύθη προς στιγμήν εκεί επάνω, ημβλύνθη η ορμή της πτώσεώς του, κ' έπεσεν εις το έδαφος τόσον μαλακά, ώστε δεν έπαθε τίποτε.
  Την ιδίαν στιγμήν εν δεκαετές παιδίον, ο μικρός Αλέξης της Βάσως, της γειτόνισσας,
διήρχετο τρέχον έμπροσθεν τού στρατώνος. Είχε ακούσει την ιστορίαν τού
μπουζουκίου και ηγάπα πολύ τον Ζάχον, όστις ήτο και αυτός εν μέγα παιδίον. Καθώς
είδε το όργανον να πέση, επλησίασεν, έκυψε, το ήρπασεν, έτρεξε πάραυτα εις την
οικίαν της Ζωγάρας, κ' εφώναξε τον Ζάχον:
– Να!... έλα πάρε το μπουζούκι σου!».

  Ο «Αλιβάνιστος» έχει αφηγηματικό ενδιαφέρον. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο διηγήματα με χαλαρή σύνδεση.
  Το πρώτο είναι γεμάτο χιούμορ.
  Ο Σταμάτης χαριεντίζεται με μια ομάδα γυναικών.
  «Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις
εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.
– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν
της.
  Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας».
  Η πλάκα σταματάει όταν ο Σταμάτης τους είπε ότι είδε τον Αλιβάνιστο στη λειτουργία της Ανάστασης, πράγμα που εξήψε το ζωηρό ενδιαφέρον των γυναικών, οι οποίες του ζήτησαν να τους πει λεπτομέρειες, πώς τον είδε.
  Και ενώ η αφήγηση ξεκινάει για λίγες γραμμές πρωτοπρόσωπη, εγκιβωτισμένη, μετά γίνεται τριτοπρόσωπη, με τον Σταμάτη απλώς ως ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας.
  «Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς».
  Να και ο Αλιβάνιστος, τον οποίο σχεδόν τον έσερνε προς την εκκλησία, στην οποία δεν είχε πατήσει ποτέ του, ένας χωριανός:
  «Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη».
  Στη συνέχεια της αφήγησης μας αποκαλύπτεται μια ακόμη περίπτωση ανεκπλήρωτου έρωτα. Ο Αλιβάνιστος τόσο πολύ πικράθηκε που έχασε την κοπέλα που αγαπούσε γιατί ο πατέρας της δεν τον ήθελε γαμπρό, ώστε έφυγε από το χωριό και ζούσε στο βουνό σαν ερημίτης. Η κοπέλα που αγάπησε, γριά τώρα, τον βλέπει και, γεμάτη τύψεις, προσπαθεί να τον αποφύγει. Όμως τελικά πείθεται να του μιλήσει.  
  Το διήγημα τελειώνει ως εξής:
  «Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.  
  Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την  συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».
  Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον
εχαιρέτισε:
– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.
Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:
– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!».

  Τη «Σταχομαζώχτρα» πάντα ήθελα να την ξαναδιαβάσω, καθώς ανθολογούνταν σε ένα από τα βιβλία των Νέων Ελληνικών που διδάχτηκα μαθητής.
  Στο διήγημα αυτό ο Παπαδιαμάντης διεκτραγωδεί την κατάσταση της φτωχολογιάς, που όχι μόνο αγωνίζεται να βγάλει το ψωμί της αλλά και συχνά πέφτει θύμα επιτηδείων.
  Στην Κρήτη είχαμε το «ραντολόι». Εμείς οι πιτσιρικάδες «ραντολογούσαμε» ελιές, χαρούπια και αμύγδαλα, δηλαδή πηγαίναμε και μαζεύαμε ότι δεν είχε μαζέψει ο ιδιοκτήτης μετά τη συγκομιδή. Έτσι βγάζαμε τη δραχμή για την γκαζόζα στο καφενείο, και με λίγη τύχη και το εισιτήριο για το σινεμά, ώστε να μην αναγκαζόμαστε να βλέπουμε την ταινία σκαρφαλωμένοι πάνω στη μουριά που ήταν από την άλλη μεριά της εισόδου του σινε-Αστέρια, του θερινού κινηματογράφου του χωριού μου, δίπλα από το σπίτι της «Τριχούς», ή στην ταράτσα της Τριχούς. Όμως για ραντολόι των σταχιών πρώτη φορά διάβασα τότε, αν και οι χωριανοί μου, όπως και ο πατέρας μου, έσπερναν ακόμη, σιτάρι, κριθάρι και βίκο.
  Με το ραντολόι των σταχιών η σταχομαζώχτρα εξοικονομούσε το ψωμί των ορφανών εγγονών της, και με το ραντολόι των ελιών το λάδι της χρονιάς.
  Όμως κάποτε της χαμογέλασε η τύχη. Πήρε μια επιστολή ενός ξενητεμένου γιου της από τον οποίο είχε χρόνια να πάρει ειδήσεις. Δεν του πήγαν καλά τα πράγματα στην ξενιτειά, όμως παρ’ όλα αυτά είχε εσωκλείσει μια συναλλαγματική. Πού να την εξαργυρώσει; Μα στον κυρ Μαργαρίτη.
  «Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής, ἢ τοκιστής, ἢ ἔμπορος, ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν, ἀλλ᾽ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας». 
  Τι να ήταν αυτό το 10 που έγραφε η συναλλαγματική; Διαβάζει ten pounds sterlings. Σίγουρα είναι δέκα τάλιρα. Θα σου δώσω δέκα τάλιρα, μα για στάσου, εδώ ο άντρας σου μου χρωστούσε, το ίδιο και ο γαμπρός σου.
  Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ένας συριανός έμπορος ο οποίος διαβάζει ότι πρόκειται για λίρες αγγλικές.
  «―  Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες… γαλλικές, εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
―  Γαλλικές; Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.
  Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου, εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, παρέβαλεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα τὸ φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.
  Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.
  Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ «ἄδολην» μανδήλαν, τὰ δὲ δύο ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των».
  Ο Παπαδιαμάντης δεν απεχθάνεται καθόλου το happy end, όμως στις ερωτικές του ιστορίες το αποφεύγει.
  Βλέποντας το «Καλή σου νύχτα, κυρ’ Αλέξανδρε» του Γιάννη Σμαραγδή (υπάρχει στο youtube), μια τηλεταινία που αναφέρεται στο ταξίδι του Σμαραγδή στη Σκιάθο για να δραματοποιήσουν κάποια από τα διηγήματά του, αποφάσισα να τα διαβάσω και αυτά.

  Το «Στο Χριστό στο κάστρο» αναφέρεται στον κίνδυνο τον οποίο διέτρεξε ο παπάς με τους συνεπιβάτες του στη βάρκα, που είχε προορισμό την εκκλησία στο κάστρο για να τελέσει τη λειτουργία των Χριστουγέννων.
  « Ὅταν ἔμελλον νά ἐπιβιβασθῶσιν, εὑρέθησαν δεκαπέντε ἄτομα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ παπᾶ καί ἡ γενναιότης τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μετά τήν πρώτην ἔκπληξιν, ἐνέβαλε θάρρος εἰς ἄνδρας καί γυναῖκας. Ἦσαν δέ ὅλοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνά τρέχουσιν, ἄρρητον εὑρίσκοντες ἡδονήν, εἰς πανηγύρια καί εἰς ἐξωκκλήσια. Ἦσαν ὁ παπα-Φραγκούλης μετά τῆς παπαδιᾶς, τῆς Βασῶς καί τοῦ Σπύρου, ὁ μπαρμπα-Στεφανής μετά τοῦ δεκαεπταετοῦς υἱοῦ, ὅστις ἦτο καί ὁ ναύτης του, ἡ θειά τό Μαλαμώ, ὁ κύρ Ἀλεξανδρής ὁ ψάλτης, τρεῖς ἄλλοι πανηγυρισταί καί τέσσαρες προσκυνήτριαι. Τήν τελευταίαν στιγμήν προσετέθη καί δέκατος ἕκτος.
  Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφός τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπό τάς χιόνας. Ἦλθεν εἰς τήν ἀποβάθραν μέ σάκκον πλήρη τροφίμων καί μέ ἄλλα τινά ἐφόδια διά τήν ἐκδρομήν».
  Τελικά τα κατάφεραν, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, να φτάσουν στο κάστρο.
  Και ενώ προχωρούσε η θεία λειτουργία, άκουσαν φωνές. Κάποιοι ζητούσαν βοήθεια. Αυτοί προφανώς βρισκόντουσαν σε μεγάλο κίνδυνο εξαιτίας της κακοκαιρίας. Έτρεξαν να τους βοηθήσουν.
  Την ακολουθία την τέλειωσε ο παπάς με τον ψάλτη, όμως οι τρεις παρά τρίχα ναυαγοί σώθηκαν.
  Ο Παπαδιαμάντης χειρίζεται με μαεστρία το σασπένς. Σε όλα του τα διηγήματα που έχω διαβάσει μέχρι τώρα υπάρχει το σασπένς, συχνά πάνω από μια φορά όπως εδώ, που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
  Και ένα απόσπασμα ακόμη:
  «ἥλιος μέ τά δόντια, ― γριά μέ τά χταπόδια! ἀνέκραξεν ὁ Λαμπράκης».
  Σε εμάς σήμερα έμεινε μόνο το «ήλιος με δόντια».
 
  «Η υπηρέτρα».
 
  Δεν πρόκειται για καμιά υπηρέτρια, αλλά για τη λέμβο του μπαρμπα-Διόμα.
  Το διήγημα ξεκινάει ως εξής:
  «Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.
  Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη».
  Πάνω σ’ αυτό το «δεν εφάνη» αναπτύσσεται το διήγημα. Όταν μάλιστα ένας χωριανός είπε ότι είδε τη λέμβο του να ναυαγεί, το θεωρούσαν πια σίγουρο ότι ο μπαρμπα-Διόμας είχε πνιγεί. Η κόρη του είναι απαρηγόρητη, και η θεία της που μένει δίπλα, με την οποία δεν μιλιόντουσαν εδώ και δυο χρόνια, τρέχει να την παρηγορήσει.
  Στο τέλος έχουμε εφέ έκπληξης: ο μπαρμπα-Διόμας τελικά δεν πνίγηκε, σώθηκε από διερχόμενο σκάφος.
  «Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον.
  Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
  Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν».
  Έτσι τελειώνει το διήγημα.
  Αριστοτέχνης στις περιγραφές του ο Παπαδιαμάντης, αφηγείται και εδώ με μεγάλη μαεστρία το ναυάγιο της λέμβου και πώς σώθηκε ο μπαρμπα-Διόμας, με την ίδια μαεστρία που αφηγήθηκε και τις περιπέτειες της βάρκας που μετέφερε τον παπά και τους υπόλοιπους στο κάστρο.

  Έρωτας στα χιόνια

  Μια ακόμη ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα.
  Ποιος είναι ο «Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας»;
  Σε μια παράγραφο ο Παπαδιαμάντης μας δίνει το βιογραφικό του.
  «Εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιόν του μὲ αὐτὴν τὴν πατατούκαν, ὅταν ἐπρωτομπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βομβάρδαν τοῦ ἐξαδέλφου του. Εἶχεν ἀποκτήσει, ἀπὸ τὰ μερδικά του ὅσα ἐλάμβανεν ἀπὸ τὰ ταξίδια, μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου, εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον ἰδικόν του, καὶ εἶχε κάμει καλὰ ταξίδια. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλὰ καπέλα, εἶχε κρεμάσει καδένες χρυσὲς μὲ ὡρολόγια, εἶχεν ἀποκτήσει χρήματα· ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως μὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν, καὶ ἄλλο δὲν τοῦ ἔμεινεν εἰμὴ ἡ παλιὰ πατατούκα, τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ' ὤμων, ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν, διὰ νὰ μπαρκάρῃ σύντροφος μὲ καμμίαν βρατσέραν εἰς μικρὸν ναῦλον, ἢ διὰ νὰ πάγῃ μὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλῃ κανένα χταπόδι ἐντὸς τοῦ λιμένος».
  Και ο έρωτας που λέγαμε;
  «Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογού, διὰ νὰ ξεχάσῃ τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύματά της, τὰ βάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκά του, τὸ παιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν».
  Μια βραδιά, χιονιά, φεύγοντας από το καπηλειό, τα βήματά του τον οδήγησαν κάτω από το σπίτι της. Ήταν τα τελευταία βήματα που έκανε στη ζωή του.
  «Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου».
  Το τι θα μπορούσε να του συμβεί, το ξέρουμε από τα «Όνειρα» του Κουροσάβα.
  «Καὶ ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ' ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου».
  Έτσι τελειώνει το διήγημα.
  Στο χωριό μου, μέχρι τα δεκαοκτώ μου χρόνια που τα έζησα εκεί, μόνο μια φορά χιόνισε. Τη θυμάμαι ακόμη, πήγαινα τότε δευτέρα Λυκείου, στο τρανζίστορ μας που μόλις πριν από ένα χρόνο είχα αγοράσει από ένα γυρολόγο άκουγα την αγαπημένη μου «Συμφωνία του Νέου Κόσμου» του Ντβόρζακ (Τότε την έλεγαν Η πέμπτη, αργότερα έγινε Η ενάτη. Φαίνεται στο μεταξύ ανακάλυψαν άλλες τέσσερις).
  Ο πατέρα μου συνήθιζε να λέει κάποιες φορές το χειμώνα, «Έχουμε χιονιά». Δεν εννοούσε ότι έχουμε χιόνι στο χωριό αλλά ότι κάνει φοβερό κρύο, καθώς τα βουνά ολόγυρα ήταν χιονισμένα.
  Μια βραδιά με τέτοιο χιονιά ο μέθυσος του χωριού μας, ο Μανώλης (ας μη πούμε το επίθετό του), έφυγε από το καφενείο όπου τα είχε τσούξει δεόντως για το σπίτι του, αργά το βράδυ. Ίσως να ήταν ο τελευταίος θαμώνας, γι’ αυτό και δεν πήρε κανείς χαμπάρι ότι ήταν ξαπλωμένος πάνω στο πεζοδρόμιο. Ολομέθυστος καθώς ήταν έπεσε και δεν ξανασηκώθηκε. Ίσως και να μη προσπάθησε καν, σκέφτηκε να την αράξει εκεί για ύπνο.
  Και δεν ξαναξύπνησε.  

  Ολόγυρα στη λίμνη

  Στη βιογραφία του Παπαδιαμάντη στη βικιπαίδεια διαβάζω:
  «Με το Ολόγυρα στη λίμνη, ο Παπαδιαμάντης εγκαινιάζει την ποιητική πεζογραφία. Με έντονη πλαστική δύναμη, δίνει διάφανες περιγραφές και δροσερές εικόνες, καθαρές και έντονες, που κάνουν το διήγημα έναν πολυσύνθετο πίνακα της νησιώτικης ζωής, γεμάτο από ποικιλία μορφών».
  Αυτή η ξεχωριστή αναφορά στο διήγημα με έκανε να το διαβάσω.
  Όμως, αυτό που γράφει ο συντάκτης του λήμματος, αναφέρεται στο φόντο της ιστορίας: Η λίμνη, το δάσος, γενικά το περιβάλλον τοπίο, η υλοτομία, τα ναυπηγεία, όλη η τελετουργία της καθέλκυσης ενός σκάφους, κ.ά. Η ιστορία είναι μια ιστορία ανεκπλήρωτης αγάπης, συνηθισμένο θέμα στον Παπαδιαμάντη.
  Όμως διαφέρει από τις άλλες, γιατί αυτή η αγάπη δεν υπήρχε περίπτωση να ευοδωθεί. Τις εντυπώσεις τις κλέβει ο δεκαπενταετής Χριστοδουλής, συνομήλικός και ερωτικός του αντίζηλος για την καρδιά της Πολύμνιας, η οποία είχε περισσότερα από τα χρόνια που είχαν και οι δυο μαζί. Της πηγαίνει περισσότερα ίτσια (τι είναι αυτά, οι σκιαθίτες ξέρουν), ενώ καταφέρνει να ξεμπλέξει τη βάρκα της που είχε μπλεχτεί στα χόρτα της λίμνης.
  Μου θύμισε αρκετά την «Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη και του Τουργκένιεφ», όπου οι μικροί ήρωες ερωτεύονται μια γυναίκα μεγαλύτερή τους.
  Το διήγημα αφηγηματικά έχει ενδιαφέρον γιατί η πρωτοπρόσωπη αφήγησή του έχει  κάποιον αποδέκτη.
  Ποιος είναι αυτός, κάποιος φίλος, ή μήπως ο ίδιος ο εαυτός του;
  Παραθέτω το τέλος του.
  «Προς τι να χάνει τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο διά σε ή δι’ εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλυτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν’ απατηθεί;
   Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ, ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινεν ναυτικός περίφημος, αλλ’ από ετών δεν ήκουσές τι περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις».
  Το «Αγνοώ, ίσως και συ επίσης» παραπέμπει σε άλλο πρόσωπο. Όμως το τέλος θολώνει πάλι τα νερά: «Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις».
  Αν είναι αυτοβιογραφική ιστορία, όπως του Τουργκένιεφ, προσπαθεί να το κρύψει όσο γίνεται καλύτερα, χωρίς να το καταφέρνει ολότελα. Είναι όπως το νευρωσικό σύμπτωμα, που προσπαθεί κάτι να κρύψει αποκαλύπτοντάς το όμως ταυτόχρονα στον έμπειρο ψυχολόγο.   

No comments: