Book review, movie criticism

Tuesday, October 20, 2020

Andrei Tarkovski, Σολάρις (Солярис, 1972)

Andrei Tarkovski, Σολάρις (Солярис, 1972)

 


  Με αφορμή το ντοκιμαντέρ «Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά σαν προσευχή» που παίζεται δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους.

  Μετά τις περιπέτειες που είχε με τη λογοκρισία ο Ταρκόφσκι γυρίζει μια ταινία ανώδυνη, τον «Σολάρις».

  Ο τίτλος δεν είναι ακριβώς Σολάρις, το Солярис προφέρεται «Σαλιάρης», όμως ποιος θα πήγαινε να δει μια ταινία που λέγεται Σαλιάρης; Μόνο όσοι ξέρουν τον Ταρκόφσκι, και οι περισσότεροι τον έμαθαν μετά. 

  Συνήθως μια ταινία επιδέχεται περισσότερους από έναν ειδολογικούς χαρακτηρισμούς. Για παράδειγμα, το IMDb χαρακτηρίζει την ταινία ως drama, mystery, sci-fi. Ο κάθε θεατής μπορεί να τους κατατάξει ανάλογα με την πρόσληψή του, ποιος είναι πρώτος και ποιος δεύτερος, η οποία καθορίζεται… Αλλά ας μην ανοίξουμε τώρα κουβέντα γι’ αυτό.

  Πρώτη φορά βλέπω να λείπει ένας χαρακτηρισμός που για μένα μπαίνει πρώτος στην κατάταξη: το romance.

  Κάτι δεν πάει καλά με τους τρεις εναπομείναντες στον διαστημικό σταθμό που παρακολουθεί τον πλανήτη Σολάρις, στον ωκεανό του οποίου συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Στέλνουν τον ψυχολόγο Κρις Κέλβιν να δει τη συμβαίνει.

  Και βλέπει. Ο ωκεανός «υλοποιεί» τις εικόνες αγαπημένων προσώπων και τις στέλνει στο σταθμό. Είναι σαν τα πραγματικά πρόσωπα, μόνο που έχουν μια ελλιπή μνήμη. Ένας από τους τρεις δεν άντεξε την ψυχολογική πίεση, αυτοκτόνησε. Οι άλλοι φαίνονται πολύ αναστατωμένοι απ’ αυτές τις εμφανίσεις.

  Είναι μεγάλη η έκπληξη του Κέλβιν όταν εμφανίζεται η Χάρι, η γυναίκα του η οποία πέθανε πριν δέκα χρόνια. Νοιώθει αναστατωμένος. Θα τη βάλει σε μια ρουκέτα λέγοντάς της ότι θα μπει και αυτός και θα απομακρυνθούν από το σταθμό. Θέλει να απαλλαχθεί από την τρομερή ανάμνηση. Όμως η Χάρι σαν υλοποίηση της εικόνας που έχει στη μνήμη του είναι αθάνατη. Θα εμφανιστεί ξανά. Ο Χάρι, συγκινημένος από τον έρωτά της, θα την ερωτευθεί και αυτός. Αργότερα θα μάθουμε ότι η Χάρι αυτοκτόνησε επειδή ο Κέλβιν την εγκατέλειψε. Τον είχε απειλήσει. Δεν την πίστεψε. Αν την πίστευε θα μπορούσε να την είχε σώσει.

  Ναι, δεν την αγαπούσε τότε, όμως τώρα την αγαπάει. θα δούμε τρυφερές σκηνές ανάμεσά τους, όμως το σεξ θα υπονοηθεί. -Μα δεν είμαι η Χάρι, είμαι ένα αντίγραφό της, του λέει όταν ανακαλύπτει τι είναι στην πραγματικότητα. -Δεν έχει σημασία, εγώ σ’ αγαπώ.

  Η χαρά της είναι απέραντη ακούγοντας το «σ’ αγαπώ» από τον άντρα που αγαπά, όμως αισθάνεται πιεσμένη από την κατάσταση, και πιστεύοντας ότι τον παρασύρει στην καταστροφή αυτοκτονεί. Όμως θα ξαναεμφανισθεί, αφού θεωρητικά δεν μπορεί να πεθάνει. Όμως στο τέλος…

    «Δεν πιστεύω [Έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση] ότι ήμουν ειλικρινής ούτε μια στιγμή. Τα σχέδιά μας [να επιστρέψουν στη γη] ήταν απραγματοποίητα, και το ήξερα γιατί, ακόμα και αν η Ρέγια μπορούσε να φύγει από το Σταθμό και να επιβιώσει στο ταξίδι, πώς θα περνούσα από τον έλεγχο μεταναστεύσεων με ένα λαθραίο επιβάτη; Η γη δέχεται μόνο ανθρώπινα όντα, αλλά και τότε μόνο αν έχουν μαζί τους τα απαραίτητα χαρτιά. Τη Ρέγια θα την κρατούσαν για έλεγχο ταυτότητας στο πρώτο σημείο ελέγχου, θα χωριζόμασταν, και η Ρέγια θα προδιδόταν αμέσως. Ο Σταθμός ήταν το μόνο μέρος όπου θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί. Η Ρέγια πρέπει να το ήξερε, ή να το ανακάλυψε».

  Για μια ακόμη φορά βλέπουμε την αυτοθυσία της γυναίκας για τον άντρα. Ξέροντας ότι ο Κέλβιν θα θέλει να μείνει μαζί της στο Σταθμό και να μην επιστρέψει στη γη, παρακαλεί τους άλλους δυο να την «εξοντώσουν» με τον «εξολοθρευτή», αφού πρώτα ξεγελάει τον Κέλβιν και απομακρύνεται από κοντά του, για λίγο τάχα.

  Η απόφαση από τους δυο άλλους, τον Snow και τον Sartorius, είναι ειλημμένη, θα επιστρέψουν στη γη.

  Ο Κέλβιν τι θα κάνει;

  Κάθε λογικός άνθρωπος θα επέστρεφε, όμως ο Κέλβιν είναι τρελός, τρελός από έρωτα, που βέβαια σε μεγάλο βαθμό έχει πυροδοτηθεί από τις ενοχές του. Θα προτιμήσει να μείνει, με την ελπίδα προφανώς της επανεμφάνισής της.

  Εδώ ο Ταρκόφσκι επιλέγει το έγχρωμο, αφήνοντας το ασπρόμαυρο για τα flash back. Το έγχρωμο μας δίνει επί τέλους τη δυνατότητα να θαυμάσουμε τον εικαστικό Ταρκόφσκι, όπως τον θαυμάσαμε στο ντοκιμαντέρ «Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά σαν προσευχή», σε μια ταινία κατά τα άλλα κλειστοφοβική, καθώς βρίσκει την ευκαιρία να δείξει και πανέμορφα τοπία.

  Όχι μόνο.

  Σε μια σκηνή που οι δυο ερωτευμένοι βρίσκονται σε μεταιώρηση (όπως από έλλειψη βαρύτητας, μόνο που δεν είναι η περίπτωση εδώ) με την Χάρι στην αγκαλιά του Κέλβιν, σε ένα δωμάτιο με ζωγραφικούς πίνακες, η κάμερα τους αφήνει για να μας δείξει έναν απ’ αυτούς, ζουμάροντας συνεχώς. Ο ίδιος πίνακας εντυπωσίασε και τον Κιαροστάμι, που το πρώτο από τα «24 frames» (αυτό έβαλα στην ανάρτησή μου), την τελευταία του ταινία όπου αναπτύσσει την εικαστικότητά του αδέσμευτη από οποιαδήποτε πλοκή, είναι ακριβώς αυτός ο πίνακας, το μόνο frame που αναφέρεται σε πίνακα ζωγραφικής. Είναι «Οι κυνηγοί στο χιόνι» του Pieter Bruegel the Elder, όπως διαβάζω τώρα στη βικιπαίδεια. Να συμπληρώσω και στον Κιαροστάμι.

  Κατά τα άλλα θαυμάζουμε πάλι τον μεγάλο σκηνοθέτη.

  Τον Ταρκόφσκι τον ενδιαφέρει πάρα πολύ η ομορφιά του πλάνου και των σκηνών. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή στην οποία ο Berton, ένας διαστημικός πιλότος, διασχίζει τους δρόμους της πόλης με το αυτοκίνητό του, με την κάμερα να παίρνει υποκειμενικά πλάνα, δηλαδή να βλέπουμε με τα μάτια του καθώς οδηγεί. Η σκηνή αυτή κρατάει πέντε ολόκληρα λεφτά. Ναι, ο Ταρκόφσκι δεν βιάζεται να ξεπετάξει την ιστορία του.   

  Καλά, θα μου πείτε, μόνο το romance σε συγκίνησε εσένα;

  Είναι πεποίθησή μου ότι υπάρχουν δυνάμεις που μας ξεπερνούν, την έχω αναπτύξει στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων». Όσο για τη φράση-κλειδί της ταινίας, «Δεν χρειαζόμαστε άλλους κόσμους. Χρειαζόμαστε καθρέπτες», εγώ θα την άλλαζα σε «Εν τάξει, να γνωρίσουμε και άλλους κόσμους, όμως να δούμε και τον εαυτό μας στον καθρέφτη».

  Αντιγράφω από το σχετικό απόσπασμα:   

  «…Δεν έχουμε ανάγκη από άλλους κόσμους. Χρειαζόμαστε καθρέφτες. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με τους άλλους κόσμους. Ένας κόσμος, ο δικός μας, μας φτάνει».  

  Και πιο κάτω:

  «Μιλώ για το τι θέλαμε όλοι: επαφή με έναν άλλο πολιτισμό. Τώρα την κάναμε. Και μπορούμε να παρατηρήσουμε, σαν από ένα μικροσκόπιο, την τερατώδη ασχήμια μας, την ντροπή μας».  

  Θυμήθηκα εδώ ένα από τα ευφυολογήματα του Όσκαρ Ουάιλντ.

  «Η αντιπάθεια του 19ου αιώνα για τον ρεαλισμό είναι η λύσσα του Κάλιμπαν που βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.

  Τώρα θα κάνω κουτσομπολιό.

  Στο ντοκιμαντέρ άκουσα τον Ταρκόφσκι να δηλώνει ότι οι ρώσοι έστειλαν τον Σεργκέι Μπονταρτσούκ («Πόλεμος και Ειρήνη», «Βατερλώ») σαν μέλος της κριτικής επιτροπής για να υπονομεύσει τη βράβευσή του.

  Βρε τον μπαγάσα, σκέφτηκα, δεν ντράπηκε, θα μπορούσε να αρνηθεί.

  Διαβάζοντας τώρα τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας για το «Σολάρις» κατάλαβα όχι μόνο γιατί δεν αρνήθηκε, αλλά μπορεί και να προσφέρθηκε κιόλας. Αντιγράφω: «…Η Νατάλια Μπονταρτσούκ (Χάρι) αποκάλυψε σε μια συνέντευξη το 1010 ότι ερωτεύθηκε τον Ταρκόφσκι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Σολάρις» και, όταν η σχέση τους τέλειωσε, ανέπτυξε αυτοκτονικές τάσεις». Εικοσιτριάχρονη τότε, αν ήταν άντρας θα έλεγα ότι είμαστε σειρά.

  Προφανώς την παράτησε.

  Ε, κι εγώ σαν πατέρας δεν θα το συγχωρούσα ποτέ τον Ταρκόφσκι.

  Πήρε την εκδίκηση, η ταινία απέσπασε μεν τρία βραβεία αλλά κανένα από τα δυο κορυφαία, το Χρυσό Φοίνικα και το Μεγάλο Βραβείο.

  Αναρωτιέμαι αν πέρασε από το μυαλό του Ταρκόφσκι ότι ο Σεργκέι Μπονταρτσούκ έπαιρνε εκδίκηση για την κόρη του.

  Πάντως μετά από αυτή τη στάση των σοβιετικών αυτοεξορίστηκε στη Δύση.

  Και κάτι ακόμη.

  Ο Ταρκόφσκι συνεργάστηκε στο σενάριο με τον Stanislaw Lemm, τον πολωνό συγγραφέα του οποίου το ομώνυμο μυθιστόρημα μετέφερε στη μεγάλη οθόνη. Ο Lemm δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα.

  Δεν εκπλησσόμαστε.

  Συνήθως οι συγγραφείς θέλουν τις κινηματογραφικές μεταφορές να είναι απλές εικονογραφήσεις του μυθιστορήματος, δεν αντιλαμβάνονται ότι ο σκηνοθέτης μπορεί να έχει τις δικές του ιδέες γι’ αυτό, με αποτέλεσμα να προσθέτει ή να αφαιρεί επεισόδια και να τονίζει κάποια. Αναρωτιέμαι ποια να είναι η αντίδραση των κλασσικών βλέποντας τις μεταφορές των μυθιστορημάτων τους στις κινηματογραφικές αίθουσες του Παραδείσου – ή της κόλασης αν έχει, γιατί δεν νομίζω να πήγαν όλοι τους στον παράδεισο.  

  Δεν υπήρχε περίπτωση να μη δω και τον «Solaris» του Steven Soderbergh (παραγωγός ο James Cameron, ο οποίος ήθελε να κάνει μια κινηματογραφική μεταφορά του «Σολάρις» αλλά δεν του επέτρεψαν άλλες υποχρεώσεις).

  Μεγάλο τόλμημα να αναμετρηθείς με τον Ταρκόφσκι. Η ταινία του έχει μόνο 6.2 στο IMDb, βαθμολογία που την αδικεί (του Ταρκόφσκι έχει 8.1).

  Ο Σαλμάν Ρασντί Σατανικοί στίχοι») σχολιάζει: "This exploration of the unreliability of reality and the power of the human unconscious, this great examination of the limits of rationalism and the perverse power of even the most ill-fated love, needs to be seen as widely as possible before it's transformed by Steven Soderbergh and James Cameron into what they ludicrously threaten will be 2001 meets Last Tango in Paris. What, sex in space with floating butter? Tarkovsky must be turning over in his grave».

  Ο Σαλμάν Ρασντί είναι άδικος. Το σεξ δεν το βλέπουμε στον διαστημικό σταθμό αλλά στη γη. Και βέβαια η ταινία δεν είναι ισάξια του Ταρκόφσκι, όμως μου άρεσε.

  Ένας λόγος φυσικά είναι ότι το romance είναι και εδώ κυρίαρχο με ένα πιο ξεκάθαρο happy end. Βλέπουμε αρκετές αναδρομές από τη ζωή του ζευγαριού στη γη, όπως και τη σκηνή που ο αγανακτισμένος Κρις σηκώνεται και φεύγει, οδηγώντας έτσι την Rheya (αυτό το όνομα της έδωσε ο Soderbergh στη δική του ταινία, όχι Χάρι) στην αυτοκτονία. Ακόμη κάποια επεισόδια, μεταφορά του μυθιστορήματος, μου άρεσαν περισσότερο (αποφεύγω όσο μπορώ να κάνω αξιολογικές κρίσεις, γι’ αυτό δεν θα πω καλύτερα). Ακόμη ο Jeremy Davis στο ρόλο του Snow μου άρεσε περισσότερο, έδειχνε πολύ πιο πειστικά τη διαταραχή του. Και ο Τζωρτζ Κλούνι στο ρόλο του Κέλβιν μου άρεσε επίσης περισσότερο. Όμως η Ναταλία Μπονταρτσούκ πιστεύω ότι ήταν αξεπέραστη.

  Η ταινία είναι εντελώς κλειστοφοβική, ακόμη και στις σκηνές στις οποίες βλέπουμε το ζευγάρι στη γη. Ο εικαστικός Ταρκόφσκι απουσιάζει.

  Μια μεγάλη διαφορά: Το τρίτο μέλος εδώ είναι γυναίκα.

  Να σημειώσουμε ακόμη ότι ούτε η μεταφορά του Soderbergh άρεσε στον Lem, για τον ίδιο λόγο: ότι έβαζε και αυτός σε πρώτο πλάνο το ρομάντζο.

  Το IMDb βάζει εδώ και το romance, όμως τρίτο, μετά από το drama και το mystery.

  Τώρα νομίζω καταλαβαίνω το γιατί: σε όλα σχεδόν τα έργα, όλων των ειδών (genre) υπάρχει το romance, ενώ οι άλλοι χαρακτηρισμοί τα εξειδικεύουν, πράγμα που τα κάνει πιο ξεκάθαρα για τους λάτρεις των αντίστοιχων ειδών.   

  Διαβάσαμε και το βιβλίο, και γι’ αυτό καθυστερήσαμε να αναρτήσουμε, όπως και για τις δυο επόμενες ταινίες τις οποίες ήδη (ξανα)είδαμε και έχουμε γράψει.

  Όπως ήδη γράψαμε, ο Λεμ δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένος με τις κινηματογραφικές μεταφορές.

  Γιατί;

  Αντιγράφω από τη βικιπαίδεια:

  «In the novel Lem describes science's inadequacy in allowing humans to communicate with an alien life form, because certain forms, at least, of sentient extra-terrestrial life may operate well outside of human experience and understanding. In the movie, Tarkovsky concentrates on Kelvin's feelings for his wife, Hari, and the impact of outer space exploration on the human condition».

  Αυτό που ζητούσε ο Λεμ ήταν η επικέντρωση στο δοκίμιο. Πώς όμως θα μπορούσε να μεταφερθεί αυτό επαρκώς κινηματογραφικά; Και πόσο θα ενδιέφερε το κοινό; Ενώ το romance

  Θα σας πω την αμαρτία μου.

  Είναι ζήτημα αν μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού μου τα βιβλία -και έχω διαβάσει πάρα πολλά-στα οποία παρέλειψα σελίδες. Εδώ παρέλειψα κάπου είκοσι σελίδες, δέκα την πρώτη φορά, την αναφορά του Berton, και δέκα τη δεύτερη, κάποια βιβλία τα οποία διαβάζει στη βιβλιοθήκη ο Κέλβιν έχοντας στο πλάι του τη Ρέγια. Από μια κάθετη ανάγνωση συγκράτησα τα «συμμετρικά» και τα «ασυμμετρικά», αλλά δεν μπήκα στον κόπο να δω τι είναι. Τα μιμοειδή για τα οποία διάβασα στο τέλος είναι δυνάμεις που μας ξεπερνούν. Τέτοιο μιμοειδές είναι και ο ωκεανός. Και ο Θεός για τον Κέλβιν είναι ένα ανώτερο μιμοειδές, που απλά υπάρχει, χωρίς να παρεμβαίνει.

  Μου ήταν μια βαρετή εικονογράφηση αυτού που ήδη πίστευα, ότι υπάρχουν δυνάμεις που μας ξεπερνούν και για τις οποίες δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα και οι οποίες δεν έχουν διάθεση να επικοινωνήσουν μαζί μας· αν ήθελαν θα το έκαναν.

  Ενώ ο Λεμ ξεκινάει με την αποστολή του Κέλβιν στο σταθμό, και τα δυο έργα αφιερώνουν αρκετό χρόνο της ταινίας σε επεισόδια που διαδραματίζονται στη γη.

  Διαβάζοντας στο μυθιστόρημα για την Ρέγια, βλέπω ότι αυτό το όνομα της δίνει και ο Soderbergh στην ταινία του ενώ ο Ταρκόφσκι την κάνει Χάρι. Όμως εγώ, διαβάζοντας στο μυθιστόρημα για την Ρέγια, στο μυαλό μου ερχόταν η ευαίσθητη, εύθραυστη Ναταλία Μπονταρτσούκ του Ταρκόφσκι και όχι η Natascha McElhone του Soderbergh.

  Το αμφίσημο τέλος του Ταρκόφσκι ήθελα να το προσλάβω ως happy end. Ο Κέλβιν κατέβηκε στον ωκεανό, προσγειώθηκε σε ένα νησί όπου σε ένα σπίτι-ρέπλικα εμφανίζεται ο πατέρας του. Κατέβηκε προφανώς με την ελπίδα ότι ο θάνατος της Χάρι δεν ήταν οριστικός, ότι θα «ανασταινόταν» πάλι, όπως την πρώτη και τη δεύτερη φορά. Ο Soderbergh αντίθετα είναι ολότελα ξεκάθαρος ως προς ένα happy end.

  Και ο Λεμ;

  Παραθέτω το τέλος του βιβλίου.

  «Να ζήσω λοιπόν τότε εδώ, ανάμεσα στα αντικείμενα που αγγίξαμε και οι δυο, στον αέρα τον οποίο είχε αναπνεύσει; Για ποιο λόγο; Με την ελπίδα της επιστροφής της; Δεν ήλπιζα τίποτα. Και εν τούτοις ζούσα με αυτή την προσδοκία. Μια και αυτή είχε φύγει, αυτό ήταν

όλο κι όλο αυτό που έμεινε. Δεν ξέρω τι θα κατάφερνα, ή τι εμπαιγμοί, ακόμη και βασανιστήρια, με περίμεναν. Δεν ήξερα τίποτα, και επέμενα να πιστεύω ότι ο καιρός των σκληρών θαυμάτων δεν είχε περάσει».

  Ζούσε με την προσδοκία του σκληρού θαύματος: της επιστροφής της.

  Τι συγκινητικό!!!

  Και οι δυο ταινίες παραθέτουν τα κομβικά επεισόδια, με μικροπαραλλαγές. Στον Λεμ για παράδειγμα ο Κέλβιν διαβάζει απομαγνητοφωνημένη την αποχαιρετιστήρια ομιλία του Gibarian, εκείνου που αυτοκτόνησε, ενώ οι σκηνοθέτες τα δείχνουν πιο κινηματογραφικά, μαγνητοσκοπημένα. Δεν υπήρχε βίντεο την εποχή που έγραψε το μυθιστόρημά του ο Λεμ, μόνο μαγνητόφωνο.  

  Αλλά ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, όπως κάνουμε πάντα για βιβλία για τα οποία κάνουμε ανεξάρτητη ανάρτηση, νομίζω αξίζει τον κόπο, παρόλο που είμαστε στην τέταρτη σελίδα.

  «…της επιφάνειας του πλανήτη, που καλύπτεται από ένα ωκεανό γεμάτο από αναρίθμητα χαμηλά νησιά που όλων μαζί η επιφάνεια είναι μικρότερη από αυτή της Ευρώπης, αν και η διάμετρος του Σολάρις είναι κατά ένα πέμπτο μεγαλύτερη από εκείνη της γης. Αυτές οι εκτάσεις άγονης, βραχώδους γης, ακανόνιστα κατανεμημένες, συγκεντρώνονται στο νότιο ημισφαίριο».   

  Επίσης, διαβάζουμε αμέσως μετά, δεν υπάρχει οξυγόνο.

  «Στη βάση των αναλύσεων, έγινε δεκτό ότι ο ωκεανός ήταν ένας οργανικός σχηματισμός (μέχρι τότε κανείς δεν είχε τολμήσει να τον χαρακτηρίσει ζωντανό)».

  Και πιο κάτω:

  «…έπεισε τους επιστήμονες ότι είχαν να κάνουν με μια τερατώδη οντότητα προικισμένη με λογική, έναν πρωτοπλασματικό ωκεανό».

  Και ένα τελευταίο.

 «Τέντωσα τους μυς μου, έτοιμος να πηδήξω από το κρεββάτι. Σχεδόν περίμενα ότι θα αποτύχω, γιατί συχνά στα όνειρα, το κοιμισμένο σώμα αρνείται να ανταποκριθεί. Ήλπιζα ότι αυτή η προσπάθεια θα με έκανε να ξυπνήσω. Όμως δεν ξύπνησα».

  Γιατί δεν ξύπνησε;

  Διότι δεν ονειρευόταν. Η Ρέγια ήταν εκεί.

  Εγώ όμως ξύπνησα.

  Τεταρτοετής, λεωφόρος Αλεξάνδρας 120 (έχω αναφερθεί σε άλλο περιστατικό της ζωής μου σ’ αυτή την πολυκατοικία). Κοιμάμαι. Ξαφνικά νοιώθω να ξυπνάω, και από τα πόδια μου να υψώνεται μια σκοτεινή μορφή κρατώντας ένα δρεπάνι.

  -Είμαι ο χάρος και ήλθα να πάρω την ψυχή σου, μου λέει, ενώ ταυτόχρονα ακόνιζε το δρεπάνι με ένα ακόνι σαν αυτό που είχε κι ο πατέρας μου για να ακονίζει τα δικά μας δρεπάνια για το θέρος.

  -Όπως δεν υπάρχει θεός έτσι δεν υπάρχεις κι εσύ. Βλέπω όνειρο, σε ονειρεύομαι.

  -Έτσι νομίζεις, ε; γελάει σαρκαστικά αυτός συνεχίζοντας να ακονίζει το δρεπάνι του.

  Πρέπει να ξυπνήσω, σκέφτομαι, αλλά πώς; Θα ανάψω το πορτατίφ.  

  Το πορτατίφ βρίσκεται στο κομοδίνο αριστερά μου. Είμαι ανάσκελα, όμως απλώνω το δεξί μου χέρι και πατάω το κουμπί.

  Τίποτα.

  Άλλη μια προσπάθεια.

  Τίποτα.

  Έλα μια ακόμη;

  Στην τρίτη προσπάθεια το πορτατίφ άναψε και ξύπνησα. Τότε ήταν που πραγματικά είχα κινήσει το χέρι μου, στις δυο πρώτες απλώς το ονειρεύτηκα.

  Επιβεβαιώθηκα.

  Όχι στο ότι δεν υπάρχει ούτε Θεός ούτε χάρος, αλλά στο ότι ονειρευόμουνα.

  Μαθητής είχα περάσει μια ανάλογη εμπειρία.

  Ονειρεύομαι.

  Πώς γίνεται να ξυπνήσω;

  Θα πάω στην κρεβατοκάμαρα, θα δω τον κοιμισμένο μου εαυτό και θα ξαπλώσω πάνω του.

  Πηγαίνω, όμως το κρεβάτι μου ήταν άδειο.

  Τότε ακούω μια φωνή.

  -Έλα στην κουζίνα που η μάνα σου ψήνει τηγανίτους.

  Δεν πρόλαβα να φάω, στο μεταξύ ξύπνησα.  

  Παρόλο που παρέλειψα σελίδες όπως είπα, και παρόλο που η επιστημονική φαντασία γενικά δεν μου αρέσει, μου άρεσε το μυθιστόρημα του Λεμ.

  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Αντρέι Ρουμπλιόφ».

 

No comments: