Book review, movie criticism

Tuesday, January 6, 2026

Ρόμπερτ Μούζιλ, Τρεις γυναίκες

 Ρόμπερτ Μούζιλ, Τρεις γυναίκες (μετ. Γιώργος Κεντρωτής) Μεταίχμιο 2017, σελ. 171

 


  Δεν είμαι λάτρης του μοντερνισμού, αλλά περιέργως ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» μου άρεσε πολύ. Έτσι λοιπόν, όταν ο φίλος μου ο Γιάννης μου μίλησε με ενθουσιασμό για το βιβλίο, αποφάσισα να το αγοράσω, παρόλο που πια δεν αγοράζω βιβλία. Δηλαδή τι τώρα πια, εδώ και χρόνια, έχω ένα σωρό αδιάβαστα, και δεν έχω πού να τα βάλω. Και αυτό θα το χαρίσω στην ανιψιά του.

  Αναρωτιέμαι για την πρόσληψη.

  Θα μου άρεσε ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» αν τον ξαναδιάβαζα; Ο «Μετρ και η Μαργαρίτα», που τον ξαναδιάβασα μετά από είκοσι χρόνια, δεν μου άρεσε, σε αντίθεση με εκείνη την πρώτη ανάγνωση. Όμως, και να ήθελα, τώρα πια δεν γίνεται, το έχω χαρίσει στο φίλο μου τον Πρατικάκη.

  Διαβάζοντας τις «Τρεις γυναίκες» μου ήλθε στο νου το θέατρο Νο. Σ’ αυτό βλέπουμε τον Shite, τον κεντρικό χαρακτήρα, και δίπλα του τον Waki, χοντρικά το βοηθό.

  Εδώ βλέπω μια αντιστροφή. Ο Shite είναι ο άντρας και όχι η γυναίκα που δίνει το όνομά της σε κάθε νουβέλα.

  Και στις τρεις νουβέλες βλέπουμε το μοτίβο «Ασύμμετροι έρωτες», που πιο χαρακτηριστικά το είδαμε στον Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς («Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι», «Η παρθένα και ο τσιγγάνος»).

  Αυτός είναι κοινωνικά πάντα πιο πάνω από αυτήν. Στην «Γκρίτζα» είναι μια χωριατοπούλα, αυτός γεωλόγος. Στην «Πορτογαλίδα» αυτός είναι ένας ευγενής, αυτή μια όμορφη ντόπια. Στην «Τόνκα» αυτός ήταν ο γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας, αυτή μια φτωχούλα που, όπως οι κάποιες μετανάστριες σήμερα, φρόντιζε τον ηλικιωμένο παππού του.

  Ο αφηγητής εστιάζει πάντα στον άντρα, και μας αφηγείται τις αντιδράσεις του απέναντι στη γυναίκα. Στο δεύτερο και στο τρίτο έχουμε τη ζήλια. Στο πρώτο και στο τρίτο έχουμε την προσήμανση του θανάτου, στο πρώτο για τον άντρα, στο τρίτο για τη γυναίκα.

  «Είδα στ’ όνειρό μου, του ’πε, πως θα πεθάνω σύντομα…» (σελ. 157) και «Ο Χόμο είχε προαισθανθεί ότι γρήγορα θα πέθαινε, μα δεν ήξερε ακριβώς το πότε και το πώς» (σελ. 39).

  Τέτοιου είδους προσημάνσεις δημιουργούν το «σασπένς του πώς» θα πεθάνει και προκαλούν αισθήματα «ελέου», συμπόνιας για τον ήρωα, μια και ξέρουμε το τέλος του.

  «ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας» μας λέει ο Αριστοτέλης, κάτι που ισχύει στις περισσότερες αφηγήσεις, δηλαδή σ’ αυτές που το ύφος δεν τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια της πλοκής, όπως γίνεται στον μοντερνισμό. Η δεύτερη ιστορία είναι που μου άρεσε λιγότερο από όλες, καθώς ούτε σπουδαία τη βρήκα, σε αντίθεση με την πρώτη, ούτε τελεία, δηλαδή με τέλος.

  Η πρώτη είναι εντυπωσιακή σαν πράξη σπουδαία και με τέλος. Η τρίτη είναι εντυπωσιακή για το νυστέρι με το οποίο ανοίγει την ψυχή του ήρωα ο συγγραφέας για να μας περιγράψει τις ταλαντώσεις της ζήλιας του.

  Η γυναίκα του είναι έγκυος και το παιδί δεν υπάρχει περίπτωση να είναι δικό του. Αυτή αρνείται πεισματικά ότι πήγε με κάποιον κατά την απουσία του. Ο θάνατός της προσημαίνεται, αυτή η γέννα θα της κοστίσει τη ζωή. Αυτός τη λυπάται, δεν την παρατάει ενώ θα μπορούσε, με αποτέλεσμα αυτή η συνύπαρξη να του σπαράζει την καρδιά.

  Μα θα ήταν τόσο απλό να του πει: ήταν ένα λάθος, έτυχε, παρασύρθηκα, για μια και μόνη φορά.

  «Η καημένη η Τόνκα να πρέπει τάχα να πληρώσει τα σπασμένα ενός απλού περαστικού ατοπήματος» (σελ. 252). 

  Αυτή η πεισματική της άρνηση είναι που τρέφει τη ζήλια του άντρα, δίνοντας την ευκαιρία στον συγγραφέα να αποδυθεί σε εκτενείς περιγραφές του ψυχικού του μαρτυρίου.

  Σπουδαία είναι η πρώτη ιστορία, με ένα εντυπωσιακότατο τέλος. Η άντρας της χωριατοπούλας τους τσακώνει σε μια σπηλιά. Και τι κάνει; ρίχνει έναν τεράστιο ογκόλιθο στην είσοδο, χρησιμοποιώντας ένα χοντρό ξύλο σαν μοχλό.

  «Κατάλαβε τι ακριβώς ήταν η Τόνκα: νιφάδα χιονιού…» (σελ. 157).

  Μου θύμισε τα λόγια ενός κινέζικου τραγουδιού που μετάφρασα, και που ξεκινάει έτσι: 雪花,χιονονιφάδα· και που, παρεμπιπτόντως, το meta με ενημερώνει ότι είχε πάνω από 100 προβολές.  

  Είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν από πείνα και δίψα. Όμως κάποια στιγμή αυτή ανακαλύπτει ότι υπάρχει στο βάθος και μια άλλη, μικρή είσοδος, που μόλις χωράει να περάσει ένας άνθρωπος. Αυτή είναι λεπτή, τα καταφέρνει να περάσει. Αυτός, εξαντλημένος, ούτε που δοκιμάζει καν, αφήνεται στη μοίρα του.

  Κάποιες φορές ήταν δύσκολο να παρακολουθήσω την μακροπερίοδο, εξεζητημένη γραφή του Μούζιλ, και δεν είμαι από αυτούς που τους αρέσει να ξαναδιαβάζουν ένα απόσπασμα αν δεν το κατάλαβαν. Δεν ξέρω αν φταίει η ηλικία μου, αλλά η γραφή στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» δεν φαντάζομαι να ήταν διαφορετική.

  Αλλά να παραθέσουμε κάποια από τα αποσπάσματα που έχω υπογραμμίσει.

  «Ελεύθερος πια απ’ τη θέληση για ζωή και από την αγωνία του θανάτου» (σελ. 26).

  Νομίζω είναι η συναισθηματική κατάσταση κάποιου που προετοιμάζει την αυτοκτονία του, χωρίς βέβαια να είναι η δική του περίπτωση.

  «Τον κοίταξε εξεταστικά, δίχως να ρωτήσει τίποτα, με τον τρόπο που ακολουθεί κανείς με τα μάτια του την πορεία ενός βέλους και με την απορία (wondering στην αγγλική μετάφραση, δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω το πρωτότυπο στα γερμανικά) αν θα βρει ή όχι το στόχο του» (σελ. 59). Εγώ θα έλεγα με την περιέργεια.

  Ευφάνταστη μεταφορά, που εμείς σήμερα, που δεν υπάρχουν τόξα και βέλη, μόνο να τη φανταστούμε μπορούμε.

  «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κλαίνε εύκολα…» (σελ. 108).

  Η περίπτωσή μου.

  «Συγκινητικά άσχημη (Η Τόνκα)» (σελ. 150).

  Νομίζω είναι πραγματολογικό λάθος, αλλά θα το επιβεβαιώσω με την ΑΙ. Μια γυναίκα έγκυος ομορφαίνει, το έχω διαπιστώσει με τα ίδια μου τα μάτια, για μια γειτόνισσα, μακαρίτισσα εδώ και λίγα χρόνια.

  Περίεργο, η ΑΙ μου λέει ότι μπορεί να συμβούν και τα δυο.

  «Στα μάτια της δεν υπήρχε ούτε σπίθα ντροπής για την ασχήμια και την παραμόρφωσή της, παρά μόνο η επιθυμία να κάνει γι’ αυτόν όσο το δυνατόν περισσότερα, παρ’ όλη της την αδεξιότητα» (σελ. 151).

  Μου είχαν περάσει από το μυαλό, το ξέχασα, το ξαναθυμήθηκα: «Οι κούκλες», του Τακέσι Κιτάνο, που πρέπει να τις ξαναδώ. Ο ήρωας είναι προσκολλημένος στην γυναίκα που είχε αγαπήσει και τον είχε αγαπήσει. Όταν την παράτησε για ένα πλούσιο γάμο και αυτή αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, γλιτώνοντας το θάνατο όμως βαθύτατα ψυχικά τραυματισμένη, επέστρεψε κοντά της και δεν την παράτησε. Μάλιστα την «έδεσε» πάνω του για να μην του φύγει. Νομίζω ανάλογα συναισθήματα διακατείχαν τον ήρωα του Μούσιλ με τον ήρωα του Κιτάνο. 

  Στην αγγλική μετάφραση βλέπω να ενσωματώνονται σε ένα ευρύτερο τόμο με τίτλο «Five women», όμως δεν έχω καμιά πρεμούρα να διαβάσω και τις άλλες δυο.

 

No comments: