Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, October 8, 2026

Gan Bi, 毕赣, 1989 - )

 Gan Bi, 毕赣, 1989 - )

 


  Ο Gan Bi (γεννημένος στις 4 Ιουνίου 1989 στο Kaili της επαρχίας Guizhou) είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και φωτογράφος. Ανήκει στην εθνική μειονότητα των Μιάο (Miao). Σπούδασε τηλεοπτική σκηνοθεσία στο Shanxi και έκανε αίσθηση στο παγκόσμιο σινεμά ήδη με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το Kaili Blues (2015), το οποίο κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο Λοκάρνο. Η καθιέρωσή του ήρθε με το Long Day's Journey into Night (2018), ενώ με την τελευταία του ταινία Resurrection (Αναγέννηση - 2025) απέσπασε το Ειδικό Βραβείο (Prix Spécial) στο Φεστιβάλ των Καννών, εδραιώνοντας τη θέση του ως ένας από τους κορυφαίους auteurs του σύγχρονου παγκόσμιου κινηματογράφου.

  Η ιδιαίτερη πατρίδα του τον κατατρύχει, και στις τρεις ταινίες του. Θεματικά, από τον ρεαλισμό των «Kaili blues» μετατοπίζεται στον απόλυτο σουρεαλισμό της (επιστημονικής) φαντασίας με την «Αναγέννηση».

  Το romance δίνει εντυπωσιακό τέλος στις δυο τελευταίες ταινίες του.

  Του αρέσουν τα μακρά πλάνα, με κορυφαία το 41 λεπτών μονόπλανο στο «Kaili blues», το 59 λεπτών 3D μονόπλανο στο «Long day’s journey into night» και το 40 λεπτών μονόπλανο στην «Αναγέννηση».

  Η κάμερα κινείται αργά, υποβλητικά. Ο Gan Bi δεν βιάζεται να τελειώσει την ιστορία του, και οι δυο τελευταίες του ταινίες μάλιστα ξεπερνούν κατά πολύ το δίωρο.

  Τον ενδιαφέρει περισσότερο από το στόρι η ποιητικότητα του πλάνου, και γι’ αυτό χρησιμοποιεί χρώματα όπως το σμαραγδί πράσινο, το κίτρινο της ώχρας/σέπια και το κόκκινο.

  Καθώς είναι ο ίδιος ποιητής, θα ακούσουμε απαγγελίες ποιημάτων του.

  O Gan Bi είναι από τους κύριους εκπρόσωπους της μετα-έκτης (έβδομης) γενιάς.

 

Diao Yinan (刁亦男, 1969 - )

 Diao Yinan (刁亦男, 1969 - )

 


  Ο Diao Yinan είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός. Αποφοίτησε από την Κεντρική Ακαδημία Δράματος του Πεκίνου το 1992 και ξεκίνησε την καριέρα του γράφοντας σενάρια για σημαντικούς σκηνοθέτες της 6ης γενιάς, όπως ο Zhang Yang.

  Ως σκηνοθέτης έχει υπογράψει τέσσερις ταινίες: το χαμηλού προϋπολογισμού ντεμπούτο του «Uniform» (2003), το «Night Train» (2007) που έκανε πρεμιέρα στο Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών, το αριστουργηματικό «Black Coal, Thin Ice» (2014) με τη μεγάλη ανατροπή, το οποίο κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, και το «The Wild Goose Lake» (2019) που διαγωνίστηκε για τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.

   Στον κόσμο του Diao Yinan δεν υπάρχει απόλυτο καλό και απόλυτο κακό. Οι αστυνομικοί είναι συχνά διεφθαρμένοι ή τσακισμένοι και οι εγκληματίες αναζητούν απλώς μια χαμένη αξιοπρέπεια. Όλοι οι ήρωες κινούνται στο περιθώριο, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε μια κοινωνία που αλλάζει βίαια.

  Οι γυναίκες στις ταινίες του είναι μυστηριώδεις, κρατούν θανάσιμα μυστικά («Black coal, thin ice», «Πυροτεχνήματα της αυγής ο ελληνικός τίτλος») και γίνονται ο καταλύτης για την υπαρξιακή αναζήτηση και την τελική αυτοθυσία του άνδρα («Η λίμνη με τις αγριόχηνες»).

  Η κάμερα παρακολουθεί τους μελαγχολικούς ήρωές του στις κινήσεις τους. Είναι λιγόλογοι, συχνά με σκυμμένο κεφάλι. Τσεχωφικοί ήρωες, η ματαίωση τους περιμένει πάντα στο τέλος. Το unhappy end είναι περίπου αναπόφευκτο.

  Το ερωτικό στοιχείο θα το δούμε μόνο στην πρώτη και στην τρίτη ταινία του.

  Ο Diao Yinan παίρνει τα κλασικά αμερικανικά και ευρωπαϊκά μοτίβα του φιλμ νουάρ (τον αλκοολικό ντετέκτιβ, τη μοιραία γυναίκα, τον υπόκοσμο) και τα μεταφέρει στην κινεζική πραγματικότητα, πολύ χαρακτηριστικά στην ταινία του «Black coal, thin ice» και «Η λίμνη με τις αγριόχηνες».

  Η κάμερά του δεν εστιάζει απλώς στους ηθοποιούς, αλλά στο πώς το περιβάλλον τους καταπίνει. Είτε πρόκειται για τις βιομηχανικές, σκουριασμένες πόλεις του κινεζικού Βορρά είτε για τις παραλίμνιες, υποβαθμισμένες γειτονιές της Wuhan, ο χώρος είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Αυτό είναι σχεδόν κοινό χαρακτηριστικό με τους σκηνοθέτες της μετα-έκτης γενιάς, σίγουρα με τον Gan Bi. Αυτή η ανάδειξη του χώρου δίνει μια ποιητική διάσταση στα πλάνα, καθώς και η χρήση του χρώματος, κυρίως στο «Black coal» και στη «Λίμνη με τις αγριόχηνες».

Rafael Rangel, Γάζα, η λωρίδα της εξόντωσης (Gaza, La Franja del exterminio, 2024)

 Rafael Rangel, Γάζα, η λωρίδα της εξόντωσης (Gaza, La Franja del exterminio, 2024)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Συγκλονιστικό το ντοκιμαντέρ του μεξικάνου Rafael Rangel για τη Γάζα.

  Πάντα πίστευα ότι ο λόγος είναι πιο πάνω από την εικόνα, αλλά αυτό το ντοκιμαντέρ μου έδειξε ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις. Με όση ακρίβεια και αν περιγραφούν αυτά που συμβαίνουν στη Γάζα, δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τη φρίκη της εικόνας.

  Πέφτει ο πύραυλος και σηκώνεται ένα φοβερό σύννεφο σκόνης.

  Προσπαθούν να βγάλουν τους παγιδευμένους μέσα στα ερείπια, ανάμεσα στους οποίους είναι και μικρά παιδιά.

  Μια μητέρα ανοίγει τον νεκρικό σάκο, για να χαϊδέψει για τελευταία φορά το κεφάλι του παιδιού της.

  Οι αφηγήσεις των μικρών παιδιών κυριολεκτικά σου σκίζουν την καρδιά.

  Νομίζω ότι αυτό το ντοκιμαντέρ δεν πρέπει να το χάσετε.

  Trivia:

  Είχα γράψει παλιά ότι η επίθεση της Χαμάς στο γήπεδο με τους χίλιους τόσους νεκρούς ισραηλινούς λειτούργησε σαν εξαιρετική προβοκάτσια, για να δώσει άλλοθι στον Νετανιάχου να κάνει αυτά που κάνει.

  Το οποίο μπορεί να λειτούργησε στην αρχή, όμως τώρα έχει ξεσηκώσει την γενική κατακραυγή.

  Όμως πριν λίγες μέρες διάβασα στο διαδίκτυο κάτι φοβερό.

  Οι μυστικές υπηρεσίες, διαβάζω στο διαδίκτυο, είχαν ενημερωθεί για την επίθεση της Χαμάς. Ο Νετανιάχου θα μπορούσε να την αποτρέψει. Όμως προτίμησε να θυσιάσει χίλιους τόσους ισραηλινούς προκειμένου να έχει άλλοθι για τη γενοκτονία που διαπράττει στη Γάζα.

Gan Bi, Αναγέννηση (狂野时代, 2025)

 Gan Bi, Αναγέννηση (狂野时代, 2025)

 


  Από σήμερα στο Newman Cinema

  Άγριοι καιροί ο κινέζικος τίτλος.

  Μετά το τέλος της ταινίας «Long day’s journey into night» που είχε στοιχεία φανταστικού δεν με εξέπληξε που η επόμενη ταινία του Gan Bi, «Αναγέννηση», είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας.

  Η πλοκή τοποθετείται in a future where humanity has given up dreaming, it stars Jackson Yee as a dying monster who becomes different characters as he relives 100 years across four dreams, aided by a woman (Shu Qi) using the lost techniques of cinema.[8] The six segments of the film each corresponds to one of the six senses recognized in Buddhist thought in order of: Sight, Hearing, Taste, Smell, Touch, and Mind.

  Να συμπληρώσω: Η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τα όνειρα για χάρη της μακροζωίας. Όμως κάποιοι αρνούνται να τα εγκαταλείψουν, θεωρούνται αποκλίνοντες, διαφορετικοί, και διώκονται.

  Το πραγματολογικό βέβαια το προσπερνούμε, ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα όνειρα που βλέπεις. Αν μπορούσαμε, ποιος στη χάρη μας. Κάθε βράδυ θα κάναμε σεξ με γυναίκες που θα θέλαμε και μας είναι απρόσιτες.  

  Τώρα που έγραψα τις παραπάνω γραμμές θυμήθηκα ένα πείραγμα των παιδικών μου χρόνων. Όταν έλεγε ένας φίλος στην παρέα -Χθες βράδυ είδα όνειρο… τον διακόπταμε αμέσως, πριν προλάβει να συνεχίσει: -Ντα θωρούνε τα βούγια όνειρα;

  Όλοι ξέρετε λίγο πολύ αγγλικά και εγώ τεμπέλιασα, θέλω να ξεμπερδεύω με τις κριτικές μου όσο γίνεται πιο γρήγορα.

  Υφολογικά, είναι ο εικαστικός Gan Bi που γνωρίσαμε στις προηγούμενες ταινίες του. Εδώ παρατηρήσαμε ότι χρησιμοποιεί την παλέτα της ώχρας και του πράσινου που συναντάμε και στον Σοκούροφ, αλλά καμιά φορά και το κόκκινο, δίνοντας έτσι μια σουρεαλιστική χροιά στον χώρο. 

  Δεν μου αρέσουν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας (λάθος, από κεκτημένη ταχύτητα το γράφει η βικιπαίδεια, δεν υπάρχει τίποτα το επιστημονικό σ’ αυτή, είναι απλά μια ταινία φαντασίας, αλλά έχει γίνει πια συνήθεια να προτάσσουμε το «επιστημονική»). Όμως το τέλος με αποζημίωσε, όπως και στην προηγούμενη ταινία του, επαληθεύοντας για μια φορά την παροιμία «Τέλος καλό όλα καλά».

  Ήταν ένα καταπληκτικό romance.

  Γράφω συχνά για την αυτοθυσία της γυναίκας για τον άντρα, όμως εδώ βλέπουμε την αυτοθυσία του άντρα για τη γυναίκα, την οποία είδαμε και στη «Λίμνη με τις αγριόχηνες», ενός άλλου κορυφαίου σκηνοθέτη της μετα-έκτης γενιάς, του Diao Yinan. Περισσότερα δεν μπορώ να πω γιατί θα κάνω σπόιλερ.

  Και μια ατάκα από την ταινία, από ένα παιδί που βάζει και λύνει αινίγματα.

  -Τι είναι αυτό που όταν το χάσεις δεν το ξαναβρίσκεις;

  -Η κλανιά.

  Θα μπορούσε να είναι η παρθενιά, αλλά υπάρχουν και οι παρθενορραφές.

  Το 7,2 της βαθμολογίας της δείχνει ότι κάποιους θεατές τους άφησε αμήχανους, όμως ο Gan Bi κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στις Κάννες.

  Δεν βλέπετε συχνά τέτοιες ταινίες, η συμβουλή μου είναι να τη δείτε.

Sunday, October 4, 2026

Gan Bi, Long day’s journey into night (地球最后的夜晚, 2018)

 Gan Bi, Long day’s journey into night (地球最后的夜晚, 2018)

 


  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Gan Bi «Αναγέννηση» που θα προβληθεί στις 8 Οκτωβρίου.

  Η τελευταία νύχτα της γης, είναι ο κινέζικος τίτλος. Κάποιος έξυπνος σκέφτηκε να δώσει αυτό τον αγγλικό τίτλο, που όμως η βικιπαίδεια προειδοποιεί: δεν έχει καμιά σχέση με το έργο του Ευγένιου Ο’ Νηλ.

  Ενώ η προηγούμενη ταινία του Gan Bi, «Kaili blues», με εντυπωσίασε για το ύφος, αυτή εδώ με εντυπωσίασε για το στόρι, ένα love story.

  Μου θύμισε σαν κινηματογραφικά πλάνα το «Stalker» του Ταρκόφσκι.

  Κάποια επεισόδια με άφησαν εντελώς αδιάφορο.

  Όχι όμως και το στόρι, η αναζήτηση μιας παλιάς αγάπης.

  «Ο άντρας δεν ξεχνάει ποτέ την πρώτη του αγάπη, και η γυναίκα την τελευταία», μια χιουμοριστική ρήση που βρήκα στο διαδίκτυο.

  Δεν θα τη βρει.

  Θα βρει όμως μια που της μοιάζει καταπληκτικά.

  Και όπως και αυτός, και όπως και ο σκηνοθέτης, είναι από το Καϊλί.

  Έχει και αυτός εμμονή με την ιδιαίτερη πατρίδα του.

  Όπως και εγώ, με δυο βιβλία μου για το χωριό μου, «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά» (Εκδόσεις Θυμάρι, 1995) και «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες».

  Το τελευταίο μονόπλανο, 59 λεπτών, έχει την πρωτοτυπία ότι γυρίστηκε μεν σε 2D, όμως μετατράπηκε σε 3D, και παροτρύνονται οι θεατές, μαζί με τον ήρωα στο οποίο θα πρωταγωνιστήσει βλέποντάς το στον κινηματογράφο, να φορέσουν τα γυαλιά.

  Στη βικιπαίδεια διαβάζω: Whether the scene represents a dream or reality is left ambiguous.

  Σίγουρα δεν έχει και τόση σημασία αν αντιπροσωπεύει όνειρο ή πραγματικότητα. Όμως εγώ θα επιλέξω την πραγματικότητα.

  Που μου τη διαψεύδει το επεισόδιο, στο οποίο με μια ρακέτα του ping pong ταξιδεύουν και οι δυο τους στον αέρα. Δεν τους βλέπουμε, αλλά βλέπουμε με τα μάτια τους καθώς πετάνε πάνω από την πόλη. Η σκηνή αυτή μου θύμισε παρόμοιες σκηνές στο «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα».

  Trivia.

  Ο Sam Mendes τον ξεπέρασε, γυρίζοντας δυο χρόνια αργότερα όλη την ταινία του, το «1917», σαν σε μονόπλανο, όπως φαντάζομαι και ο Gan Bi. Ένα επεισόδιο αντιφάσκει ολοφάνερα με πραγματικό μονόπλανο.

  7,1 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο.

Friday, October 2, 2026

Ildykó Enyedi, Σιωπηλή φίλη (Stille Freundin, 2026)

 Ildykó Enyedi, Σιωπηλή φίλη (Stille Freundin, 2026)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: η Ildyko Enyedi είναι μια εξαιρετική σκηνοθέτις την οποία βλέπω πακέτο. Η προηγούμενη ταινία της που είδαμε ήταν «Η ιστορία της γυναίκας μου».

  Τρεις ιστορίες μας δείχνει στην ταινία της η Enyedi, που διαδραματίζονται το 1908, το 1972 και το 2022. Και βέβαια δεν τις δείχνει στη χρονολογική τους διαδοχή, αλλά σπάει επεισόδια και πλάνα κάθε ιστορίας δίνοντάς τις έτσι σε μη γραμμική σειρά.

  Συνδετικός κρίκος: Η μυστική ζωή των φυτών.

  Πριν δεκαετίες διάβασα το βιβλίο των Peter Tompkins και Christopher Bird που με εντυπωσίασε. Τα φυτά έχουν αισθήματα, αντιδρούν σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. «Μας κάνουν μπανιστήρι», ακούμε το σχόλιο κάποιου (τη συνέχεια δεν τη λέει… ότι αν κάνεις σεξ με τη φίλη σου μέσα στο δάσος μη νομίζεις ότι δεν σας βλέπουν).

  Με αισθητήρες παρακολουθούν τα αισθήματα των φυτών οι δυο συγγραφείς. Θυμάμαι, γιατί μου άρεσε, ότι τα φυτά δείχνουν ευχαρίστηση όταν ακούν κλασική μουσική, όχι όμως ροκ.

  Γιατί μου άρεσε;

  Γιατί και μένα μου αρέσει η κλασική μουσική.

  Και τα κρητικά (παρεμπιπτόντως, παίζω λύρα). Αυτά είναι τα δυο είδη μουσικής που ακούω. Όλα τα όλα, τυχαία. Δηλαδή όχι εντελώς, στο tiktok έχω ανακαλύψει, και έχω μεταφράσει ανάμεσα στα άλλα το Une te dua, σ’ αγαπώ, 你有没有爱过来我, με αγάπησες ποτέ; Και Fără tine, χωρίς εσένα (στη ζωή, δεν είναι ωραία).

  Όμως την πιο εντυπωσιακή μαρτυρία την διάβασα σε μια νουβέλα του Στρατή Μυριβήλη, «Ο Παν». Αντιγράφω από την ανάρτησή μου το σχετικό απόσπασμα:

  «Του χαρίζεται ένας χρόνος, θα αποφυλακισθεί. Τι θα κάνει έξω; Συγκινημένος πηγαίνει να αποχαιρετήσει τη συκαμνιά.

  «-Ο Τσαλέκος αφήνει γεια στην καρυδιά του!

Τα μάτια του γιόμιζαν από το πράσινο της φυλλωσιάς, ύστερα αυτό το πράσινο άρχισε να σαλεύει. Ήτανε μια θάλασσα δροσερή από φύλλα, που θρόιζε με μικρά – μικρά κύματα και σκέπαζε τον κόσμο. Τα δάκρυα γέμισαν το στέρνο του, ξεχείλισαν από τα μάτια κ’ έτρεχαν πάνω στα μάγουλά του.

  -Ο Τσαλέκος κλαίει! είπαν οι κατάδικοι, και στρίμωχναν τα κουρεμένα τους κεφάλια να δουν.

  Έκλαιγε. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές, μπορούσε στη στιγμή να σηκωθεί να φύγει, κι αυτός καθόταν εκεί πάνω στο πεζούλι, με τα χέρια αφημένα στα γόνατα, με τη ράχη στον τοίχο. Ώρες καθόταν, κοίταζε την καρυδιά του κ’ έκλαιγε».

  Έξαφνα ένας φυλακισμένος φώναξε.

  -Δείτ’ εκεί ένα μυστήριο. Το δέντρο μαράθηκε!

  Τότες από παντού ξαπλώθηκε τούτο το μουρμουρητό. Από κελί σε κελί, από θάλαμο σε θάλαμο. Από τις σκοπιές, από το οίκημα της φρουράς, από τα Γραφεία. Όλοι το ξανάλεγαν, όσοι μπορούσαν έτρεχαν να δουν το μυστήριο.

  Ήταν αλήθεια ένα πράμα απίστευτο.

  Η καρυδιά άρχισε να κρεμάζει τα φύλλα της, που έγερναν πανιασμένα σα να τους έριξες ζεματιστό νερό. Άρχισε από τα χαμηλά κλαδιά και προχωρούσε προς τα πάνου.

  Κι ο Τσαλέκος όλο κοίταζε ανάμεσ’ από τα δάκρυά του το δέντρο κ’ έκλαιγε».

  Έτσι τελειώνει η νουβέλα».

  Δεν θα μπορούσα να το ξεχάσω ποτέ: ο Μυριβήλης αναφέρεται σε αληθινό περιστατικό, γράφει σε υποσημείωση.

  Συνδετικός κρίκος στις τρεις ιστορίες είναι ένα δέντρο γκίνγκο. Ο Tony Leung Chiu-wai (τρίτη ιστορία), προσκεκλημένος καθηγητής από το Χονγκ Κονγκ, το συνδέει με αισθητήρες, όπως και η Yun Huang στο γεράνι της (δεύτερη ιστορία). Εμένα όμως μου άρεσε περισσότερο η πρώτη, που σατιρίζει τον φαλλοκρατισμό της εποχής. Η εξεταστική επιτροπή θα προσπαθήσει να ταπεινώσει την Lun Wedler που έκανε αίτηση εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, στο οποίο μέχρι τότε οι γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση. Απαντάει με επιτηδειότητα στις ερωτήσεις τους, και είναι η μόνη από τις υποψήφιες γυναίκες που θα εισαχθούν. Και η οικογένεια που τη φιλοξενεί θα τη διώξει, γιατί θεωρεί δεδομένο ότι η επίσκεψή της στο δάσος δεν ήταν για επιστημονική έρευνα αλλά για να βρεθεί με κάποιο φίλο.  

  Υπάρχει και η Léa Seydoux, διδάκτωρ, που επικοινωνεί με τον Tony, προσκεκλημένο καθηγητή σε πανεπιστήμιο της Γερμανίας, με βιντεοκλήσεις.

  Trivia: Και στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός μέχρι πρότινος δεν μπορούσαν να γίνουν μέλη γυναίκες. Ήμουν παρών σε μια συγκέντρωση που ο φίλος μου ο … τους ξέχεσε κυριολεκτικά, φέρνοντάς μας όλους σε αμηχανία. Όμως είχε αποτέλεσμα. Άλλαξαν το καταστατικό και τώρα μπορούν να γίνουν μέλη και γυναίκες.

  Εξαιρετική και αυτή η ταινία της Enyedi, 7,3 η βαθμολογία της.

Wednesday, September 30, 2026

Gan Bi, Kaili Blues (路边野餐, 2015)

 Gan Bi, Kaili Blues (路边野餐, 2015)

 


  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Gan Bi «Resurrection» που θα προβληθεί στις 8 Οκτωβρίου.

  Το στόρι ήταν το πρόσχημα, μου αρέσει να παραφράζω. Εδώ παραφράζω το «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» της Ευγενίας Φακίνου.

  Αλλά ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο.

  Πικνίκ στην άκρη του δρόμου είναι ο κινέζικος τίτλος.

  Πιο εύστοχος ο αγγλικός: Μελαγχολία του Καϊλί. Το Καϊλί είναι η γενέτειρα του σκηνοθέτη, μια βροχερή, ομιχλώδης και απομονωμένη αγροτική πόλη στην επαρχία Γκουιτζόου της νοτιοδυτικής Κίνας.

  Και πάμε στο στόρι.

  Μα είναι δυνατό να πούλησε ο ετεροθαλής αδελφός του, το «Τρελό πρόσωπο», τον ίδιο του το γιο; Ή μήπως δεν τον πούλησε; Τελικά μαθαίνει ότι δεν τον πούλησε, το πήρε ο Monk, ο μέντοράς του, και το πήγε στο Zhenyuan. Και ο Monk του προτείνει να το αφήσει να μείνει μαζί του για μερικές μέρες ακόμη.

  Είναι δυνατόν να νοιάζεται ο θείος περισσότερο για τον ανιψιό;

  Σχόλιο: Πρόκειται για σεναριακή επινόηση ή όντως συμβαίνουν τέτοια πράγματα και στη σημερινή Κίνα; Το ότι συνέβαιναν στην προ Μάο εποχή, ιδιαίτερα στον πόλεμο, το ξέρω, γίνεται αναφορά σ’ αυτό στην ταινία του Feng Xiaogang «Back to 1942», όμως πουλούσαν κορίτσια, όχι αγόρια, ποιος να αγοράσει τα αγόρια.

  Ξεκινάει ένα ταξίδι για να τον βρει.

  Η βικιπαίδεια δίνει μια πλοκή, ένα ταξίδι στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον που εγώ δεν το κατάλαβα καθόλου. Αλλά δεν νομίζω να έχει και σημασία, γιατί είπαμε, το στόρι ήταν το πρόσχημα.

  Πρόσχημα, για το ύφος.

  Ο Gan Bi αρέσκεται στα μεγάλα πλάνα. Τα επεισόδια δεν κόβονται σε μικρά shots. Σε ένα επεισόδιο βλέπουμε την κάμερα να παρακολουθεί τον ήρωα να ανεβαίνει κάτι σκάλες και να φτάνει στον επάνω όροφο που είναι ακόμη στα μπετά, δίνοντας με τη συγχρονία αυτή (ΧΑ=ΧΙ, χρόνος της αφήγησης ίδιος με το χρόνο της ιστορίας, όπως λέμε στην αφηγηματολογία) μια ιδιαίτερη αίσθηση ρεαλισμού.

  Επίσης του αρέσει να βλέπει τους ήρωές του καθώς βαδίζουν, αλλά και καθώς ταξιδεύουν, είτε με μηχανή είτε με αυτοκίνητο, σχεδόν πάντα συζητώντας. Η κάμερα είτε τους παρακολουθεί είτε τους βλέπει από μπροστά, πισωπατώντας.

  Και στις διαδρομές αυτές βλέπουμε τα ορεινά, ομιχλώδη, γεμάτα δέντρα τοπία του Καϊλί, αλλά και σκηνές από τη ζωή των κατοίκων.

  Μου θύμισε τις ταινίες της Naomi Kawase, την οποία είδαμε πακέτο, που και αυτή αρέσκεται να παρουσιάζει τέτοια τοπία με μεγάλα πλάνα.

  Trivia: Είδα μια σκηνή να παίρνουν βεντούζες, από όπου και το frame.

  Έτσι κράτησα τον πατέρα μου στη ζωή για 9 χρόνια που τον πήραμε μαζί μας, μέχρι τα 94 του που πέθανε, με βεντούζες όταν αρρώσταινε.

  Μια φορά βιάστηκα λίγο και πετάχτηκε αναμμένο οινόπνευμα πάνω στην κουβέρτα. Και μου σχολίασε: «Το βιαστικό γ…ήσι κάνει κουζουλό κοπέλι».

  7,3 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.