Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Friday, July 24, 2026

Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό, τι αγαπάς (In memoriam)

 

Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό, τι αγαπάς, Καστανιώτης 2009.



Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με εντυπωσιακές ανατροπές

(Δημοσιεύτηκε στο Λέξημα το 2009, και δεν είχα την πρόβλεψη να το δημοσιεύσω και στο blog μου. Άρχισα να δημοσιεύω σιγά σιγά τις αναρτήσεις που χάθηκαν καθώς το Λέξημα, πρωτοπόρο για την εποχή του, έκλεισε, όμως μια χάθηκε οριστικά, η κριτική για τη βιογραφία του Καμύ που έγραψε ο Ολιβιέ Τοντ, δεν την βρίσκω στο directory με τις αναρτήσεις μου. Το θλιβερό γεγονός του πρόωρου θανάτου του, στα 67 του μόλις χρόνια, με έκανε να την ψάξω, και βλέποντας ότι δεν είναι αναρτημένη στο blog μου την αναρτώ τώρα).

  Ο Αλέξης Σταμάτης, παρά το ότι εμφανίστηκε καθυστερημένα στα ελληνικά γράμματα,  έχει διανύσει μέχρι τώρα μια εντυπωσιακή πορεία. Στα τριανταοκτώ του εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια, σε απόσταση μόλις ενός ή δυο χρόνων το ένα από το άλλο άλλα έξι, τα περισσότερα από τα οποία μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Για να ακριβολογούμε, στα γράμματα είχε εμφανισθεί πέντε χρόνια πιο πριν με μια ποιητική συλλογή για να ακολουθήσουν στη συνέχεια άλλες δύο, όμως φαίνεται ότι ο πεζογράφος νίκησε τον ποιητή.

  Ο Σταμάτης σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακά στην αρχιτεκτονική και στον κινηματογράφο στο Λονδίνο. Στην εργογραφία του συγκαταλέγεται και το σενάριο για την ταινία «Καταιγίδα» του Χάρη Πατραμάνη, το οποίο εγκρίθηκε από το πρόγραμμα «Ορίζοντες» του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, όπως διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου όπου αναγράφεται το βιογραφικό του.

  Κεντρικός ήρωας σε αυτό το μυθιστόρημα είναι ο Άρης Μανιάτης (καμιά σχέση με τον Γιάννη Μανιάτη του Λέξημα). Ο Μανιάτης έχει γράψει ένα σενάριο, και ένας τυφλός γιατρός τού κάνει υποδείξεις για να το βελτιώσει. Μαθαίνουμε αρκετά για την τεχνική συγγραφής ενός σεναρίου, και στο τέλος του βιβλίου έχουμε και ένα μικρό δείγμα.

  Το σενάριο είναι αυτοβιογραφικό, όχι τόσο με την έννοια της πιστότητας στα γεγονότα όσο με την έννοια της πιστότητας σε μια αλήθεια ζωής και σε μια ουσίας ύπαρξης (τελικά η ύπαρξη προηγείται της ουσίας ή η ουσία της ύπαρξης; Κουίζ: ποια απάντηση έδωσε ο Σαρτρ;) Αυτή την αλήθεια προσπαθεί να εκμαιεύσει ο γιατρός από τον Μανιάτη, σε μια ενδοοικιακή αλληλογραφία (φιλοξενείται από μια κοπέλα μετά από ένα τροχαίο που του συνέβη, και στο σπίτι της μένει ο ηλικιωμένος τυφλός γιατρός, που κριτικάρει και καθοδηγεί τον Μανιάτη στη επεξεργασία του σεναρίου του). Επικοινωνούν με γράμματα, κι ας βρίσκονται στο ίδιο σπίτι. Μετά από ένα γράμμα στον γιατρό διαβάζουμε:

  «Το ’χα γράψει στο χέρι. Είχα σβήσει και πάλι τα σημεία που δεν ήθελα να δει (να σημειώσουμε εδώ μια πρωτότυπη επινόηση: Οι διαγραμμένες προτάσεις και λέξεις υπάρχουν στο κείμενο, σε έναν ακραίο νατουραλισμό). Το ξαναδιάβασα. Μια, δυο, τρεις φορές. Με καθαρό μυαλό. Όσο καθαρό δηλαδή επέτρεπε η ζάλη από το χτεσινό ποτό. Ήταν ένα ποιητικό παραλήρημα. Το είδος του κειμένου που κάποτε λάτρευα και από το οποίο είχα από καιρό αποφασίσει να ξεφύγω. Από εκείνα που, εάν ήμουν συγγραφέας, θα εκτελούσα πρώτα, ακολουθώντας την προτροπή ‘σκότωσε ό, τι αγαπάς’» (σελ. 150).

  Παραθέσαμε αυτό το απόσπασμα αφενός γιατί εμπεριέχει τον τίτλο του μυθιστορήματος και αφετέρου γιατί από αυτό αντλούμε την κριτική μας. Γιατί όντως δεν σκότωσε αυτό που αγαπούσε ο Σταμάτης. Η γραφή του στη μεγαλύτερη έκταση είναι ελλειπτικά πυκνή και αφαιρετική, και, κρίνοντας εξ ιδίων, αναρωτιόμαστε κατά πόσο ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει αυτόν τον διάλογο ανάμεσα στον Μανιάτη και στο γιατρό πάνω σε ένα θέμα στο οποίο σίγουρα είναι αδαής όπως η συγγραφή ενός σεναρίου. Υπάρχουν βέβαια αφηγηματικές νησίδες ιδιαίτερα συναρπαστικές, για τις οποίες αναρωτιέται κανείς σε πιο βαθμό είναι αυτοβιογραφικές όταν βλέπει να παρελαύνουν σ’ αυτές ονόματα όπως ο Φίνος, ο Διονύσης, η Νόρα. Και μια και ο Φίνος είναι ο γνωστός Φίνος της Φίνος φιλμ, δεν είναι δύσκολο να μαντεύσουμε τα επίθετα στα παραπάνω ονόματα.

  Το τέλος όμως του μυθιστορήματος δεν είναι απλώς καλό, για να θυμηθούμε την παροιμία «Τέλος καλό όλα καλά», αλλά κυριολεκτικά συναρπαστικό. Λύνεται και το ενδιάμεσο σπασπένς: τελικά έκανε έρωτα με την κοπέλα εκείνο το βράδυ; Ήταν τόσο μεθυσμένος που δεν θυμόταν.

  Δεν έκανε. Και δεν έκανε γιατί όλη η προηγούμενη αφήγηση δεν ήταν παρά η αφήγηση ενός παραληρήματος, όχι ποιητικού αυτή τη φορά. Ο αφηγητής νοσηλεύεται στην εντατική μετά από ένα τροχαίο που είχε με τη μηχανή του, και σε ημικωματώδη κατάσταση, ή σε κατάσταση καταστολής, έχει παραισθήσεις. Ο γιατρός δεν είναι τελικά παρά ο γιατρός που τον κουράρει, και δεν είναι τυφλός, και η Δάφνη δεν είναι παρά μια νοσοκόμα.

  Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι η (αφηγηματική) τεχνική για την τεχνική δεν έχει (και τόσο) νόημα, αν δεν υπηρετεί κάτι πιο ουσιαστικό. Η αφήγηση ενός επεισοδίου την οποία ο Μανιάτης κάνει στο γιατρό ως δήθεν το πραγματικό γεγονός το οποίο παραλλάσσεται στο σενάριο, είναι στην πραγματικότητα κι αυτή πλασματική. Η αλήθεια είναι, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, ότι παράτησε τον φίλο του στο έλεος των ΜΑΤ, από μια υποσυνείδητη παρόρμηση να τον ξεφορτωθεί και να του πάρει το κορίτσι. Έτσι ο τίτλος φαίνεται δισημικός: Να μη διστάσεις να αφαιρέσεις πράγματα που σ’ αρέσουν σε ένα κείμενό σου, και…, εδώ δεν κολλάει η προστακτική. Σκότωσε, ναι,  σκότωσε, αλλά το σκότωσε είναι σε χρόνο αόριστο. Σκότωσε ό, τι αγαπούσε. Σκότωσε τον καλύτερό του φίλο.

  Με θεματοποιημένο τον κινηματογράφο, το μυθιστόρημα είναι τελικά μια ιστορία απώθησης και ενοχής. Το τέλος είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

  «Ξαφνικά χάνομαι σε μια παιδική ανάμνηση, σαράντα τόσα χρόνια πριν, να κοιτάζω πρώτη φορά μέσα από μια κάμερα.

  Και αμέσως σε μια μεταγενέστερη. Πίσω από ένα αυτοκίνητο, ανάμεσα στους καπνούς.

  Η κάμερα αυτονομείται, ανυψώνεται. Το πλάνο ανοίγει. Πλέον κοιτάζει κάθετα, από ψηλά, από τον ουρανό. Από το θόλο.

  Το βλέμμα περνάει τα σύννεφα, τους καπνούς, τους ανθρώπους. Ένα πεσμένο σώμα. Καταματωμένο. Αγαπημένο. Νεκρό. Κι εσύ ο δολοφόνος.

  Και ξέρεις πως μόνο αν το ξυπνήσεις, εσύ που το σκότωσες, μπορείς ν’ αγαπηθείς ξανά.

                                                                                                                                                  FADE OUT

                                                                                                                     19 Ιανουαρίου-6Μαρτίου 2009

  Οι σύγχρονοι αφηγηματικοί κώδικες στηρίζονται στο «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, σε αντίθεση με τους κώδικες της τραγωδίας, όπου η υπόθεση είναι γνωστή, και αυτό που μετράει είναι η λογοτεχνικότητα της «αφήγησης» του «πώς» φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος. Ζητώ συγνώμη ως βιβλιοκριτικός που μαρτύρησα το τέλος. Η λογοτεχνικότητα της αφήγησης όμως σ’ αυτό το βιβλίο αφθονεί, ώστε να αξίζει να το διαβάσετε παρά το ότι σας αποκάλυψα το τέλος.   

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης

  

 

Thursday, July 23, 2026

Martin McDonagh, Επτά ψυχοπαθείς (Seven psychopaths, 2012)

 Martin McDonagh, Επτά ψυχοπαθείς (Seven psychopaths, 2012)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μου αρέσουν οι κωμωδίες, αλλά όχι οι μαύρες, αν και έχω δει μια τέτοια πολύ καλή. Ξεκίνησα να τη βλέπω με επιφύλαξη αλλά τελικά μου άρεσε πολύ.

  Βέβαια είναι λίγο παλαβή.

  Ένας αλκοολικός συγγραφέας ψάχνει για έμπνευση για να τελειώσει το σενάριό του που έχει τίτλο «Επτά ψυχοπαθείς». Ένας φίλος του του προσφέρει ιστορίες που άκουσε ή διάβασε στον τύπο, αν και εμπλέκεται και ο ίδιος σε μια. Με ένα φίλο του κλέβουν σκυλιά και τα δίνουν πίσω στους ιδιοκτήτες του (τάχα τα βρήκαν) εισπράττοντας χοντρά φιλοδωρήματα. Μέχρι που κλέβουν το σκυλί ενός γκάγκστερ.

  Αλήθεια, είναι παρανοϊκός αυτός που ζητάει εκδίκηση;

  Ο βιετναμέζος που του καθάρισαν την οικογένεια στο Μι Λάι και ψάχνει για εκδίκηση, είναι ψυχοπαθής; Ή ο Άμις, που του βίασαν και του σκότωσαν την κόρη;

  Μου αρέσουν οι ταινίες εκδίκησης, λέτε να είμαι και εγώ ψυχοπαθής;

  Θα το μάθω όταν περάσω τα 80, αν τα περάσω, που για να ανανεώσω το δίπλωμα θα πρέπει να περάσω και από ψυχίατρο.

  Ενδιαφέρουσα αφηγηματικά είναι η δραματοποίηση μικρών αποσπασμάτων από το σενάριο, εναλλάξ με την αφήγησή τους.

  Και δυο ατάκες: -Είναι συγγραφέας. -Το κατάλαβα από τη μυρουδιά.

  Ο αλκοολισμός είναι διαδεδομένος στους συγγραφείς, κάποιοι έχασαν τη ζωή τους από το ποτό. [Τραγικό!!! Την επομένη της ανάρτησης μάθαμε για το θάνατο του Αλέξη Σταμάτη]

  7,1 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο.

Carlos Saura, Θρέψε κοράκια (Cria cuervos, 1976)

 Carlos Saura, Θρέψε κοράκια (Cria cuervos, 1976)

 

Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Συμφωνώ με τη βικιπαίδεια, ψυχολογικό δράμα, όμως πού το βρήκε το αλληγορικό δράμα; Και ποια είναι η αλληγορία;

  Είναι ένα σκληρό έργο, με το θάνατο και την απειλή του θανάτου παρόντα.

  Τρεις αδελφές, η Άννα είναι η μεσαία.

  Να υποθέσουμε ότι το ψυχολογικό της τραύμα που την έκανε τόσο σκληρή ώστε να προσπαθήσει να δολοφονήσει την αδελφή της μητέρας της που έχει την επιμέλειά της μετά το θάνατό της από καρκίνο, και επίσης να διατεθεί να «βοηθήσει» τη γιαγιά της (μουγκή, σε αναπηρική πολυθρόνα) να πεθάνει, οφείλεται στην αποκάλυψη της μοιχείας του πατέρα της, τον οποίο αρνήθηκε να νεκροφιλήσει, και στον θάνατο της μητέρας της μέσα σε πόνους, καθώς υπέφερε από καρκίνο, και για τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο τον πατέρα της;

  Ναι, θρίλερ, χωρίς «θέση». Να συγχωρήσουμε το κοριτσάκι για τη σκληρότητά του; Μόνο για το ινδικό χοιρίδιο που έχει σε κλουβί νιώθει αγάπη, και είναι απαρηγόρητη όταν πεθαίνει.

  Δεν μου άρεσε το σενάριο, αλλά η ταινία έχει αφηγηματικό ενδιαφέρον. Η ώριμη Άννα (στο ρόλο της, όπως και στο ρόλο της μητέρας, η Τζεραλντίν Τσάπλιν (ολόφτυστη ο μπαμπάς της) αφηγείται για τη ζωή της την οποία βλέπουμε εκδραματισμένη, καθώς και τις φαντασιώσεις της ότι βλέπει τη μητέρα της.

  Η ταινία θεωρώ ότι είναι υπερτιμημένη με το Μεγάλο Βραβείο που πήρε στις Κάννες. Για τα όσκαρ δεν προκρίθηκε καν.

  8,1 η βαθμολογία της, αυτή τη φορά δεν είμαι ούτε με το κοινό ούτε με τους κριτικούς.

 

George Stevens, Μια θέση στον ήλιο (A place in the sun, 1951)

 George Stevens, Μια θέση στον ήλιο (A place in the sun, 1951)

 


  Εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους

  Το έχω δηλώσει επανειλημμένα, για μένα πρωταρχικό είναι το σενάριο, και το σενάριο αυτής της ταινίας δεν μου άρεσε.

  Φτωχός συγγενής ο Μοντγκόμερι Κλιφτ, ο θείος του θα τον βάλει σε μια θέση εργάτη στο εργοστάσιό του, αλλά αργότερα θα του δώσει δυο προαγωγές. Πριν γίνουν αυτές οι προαγωγές γνωρίζει τη φτωχή εργάτρια. Της την πέφτει, την πηδάει, την αφήνει έγκυο, δεν βρίσκουν γιατρό να κάνει έκτρωση, δεν μένει παρά να την παντρευτεί.

  Στο μεταξύ όμως του έχει γυαλίσει το πλουσιοκόριτσο, η Ελίζαμπεθ Τέηλορ. Τα φτιάχνει μαζί της.

  Πώς να ξεφορτωθεί την φτωχούλα;

  Να την πνίξει στη λίμνη. Υπήρξε ένα προηγούμενο, αυτή βρέθηκε, αυτός όχι.

  Δεν είναι «επιστημονική» φαντασία να ξεφορτωθείς τη γυναίκα σου φορτώνοντας το φόνο της σε άλλο, το έκανε ο συνονόματός μου.

  Δίνει ψεύτικο όνομα για να νοικιάζει τη βάρκα.

  Όμως μετανιώνει, δεν θέλει πια να την σκοτώσει.

  Αλλά το ατύχημα γίνεται, αυτή πνίγεται.

  Δεν μου αρέσουν ταινίες με αρνητικούς ήρωες. Αυτό που έκανε είναι παλιανθρωπιά, και δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που την κάνει.

  Και τι κάνει ο σκηνοθέτης;

  Θέλει να τον συμπαθήσουμε.

  Πώς;

  Καταδικάζεται για ένα φόνο που δεν έκανε.

  Τι αδικία!!!

  Και η Ελίζαμπεθ Τέηλορ τον επισκέπτεται, φουλ ερωτευμένη, στη φυλακή.

  Μπορεί να ήταν ατύχημα, αλλά η κοπέλα θα ζούσε αν δεν είχε μηχανευτεί όλο αυτό το σενάριο για να την σκοτώσει.

  Όχι, η ταινία δεν μου άρεσε.

  Εσάς όμως μπορεί να σας αρέσει. Η βαθμολογία της είναι 7,7.

 

 

Wednesday, July 22, 2026

Christopher Nolan, The odyssey (2026)

 Christopher Nolan, The odyssey (2026)

 


  Σίγουρα θα παίζεται και την επόμενη εβδομάδα στους κινηματογράφους.

  Όνειρό μου ήταν να διαβάσω τα ομηρικά έπη στο πρωτότυπο. Και τόσο με ενθουσίασαν όταν τελικά τα διάβασα, που τα διάβασα και δεύτερη φορά, τόσο την Ιλιάδα όσο και την Οδύσσεια, πριν δέκα χρόνια, εδώ στην Κρήτη. Και φυσικά είδα κάποιες κινηματογραφικές μεταφορές τους, όπως κάνω πάντα. Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να μη δω και την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, για την οποία γίνονται πολλές συζητήσεις.

  Ένα κριτήριο για το πόσο μου αρέσει μια ταινία είναι το αν με καθηλώνει, αν την βαριέμαι, ή κάτι ενδιάμεσο. Η ταινία του Νόλαν πρέπει να πω ότι με καθήλωσε.

  Φυσικά, όπως γίνεται στις κινηματογραφικές μεταφορές (έχω γράψει σχετικά) δεν έμεινε πιστός στην πλοκή. Πρόσθεσε επεισόδια, όπως για παράδειγμα την αντικατάσταση του Αντίνοου με κάποιον άλλο νεαρό στην τρωική εκστρατεία, την οποία ο νεαρός πλήρωσε με τη ζωή του.

  Και βέβαια παρέλειψε επεισόδια, όπως για παράδειγμα το κρέμασμα των υπηρετριών που πηδιόντουσαν με τους μνηστήρες.

  Έχουμε την τάση να βάζουμε στον προκρούστη του μεταφερόμενου έργου την κινηματογραφική μεταφορά, θεωρώντας την τόσο πιο ελλειμματική όσο πιο πολύ αποκλίνει από αυτό, αν και ξέρουμε ότι αυτό είναι λάθος. Υπάρχουν μεταφορές που είναι πιστές, και άλλες που απλά εμπνέονται από το λογοτέχνημα, όπως π.χ. η «Μαντάμ Μποβαρί».

  Είναι ιεροσυλία η απόκλιση;

  Για πολλούς ναι. Δεν το κρύβω ότι με ξένισε η μαύρη ωραία Ελένη, αν και καταλαβαίνω το σκεπτικό του Νόλαν (Πρέπει να ξαναδώ τη «Μαχαμπαράτα»  του Πήτερ Μπρουκ). Σε μια διαφωτιστική συζήτηση με τον Ιωάννη Κωνσταντάκο που πέτυχα στο academia.edu, είδα ότι δεν ήταν η μόνη μη λευκή, απλά εγώ δεν αντελήφθηκα τους άλλους παρά μόνο έναν επίσης μαύρο μνηστήρα.

  Ο Νόλαν «σπάζει» την ιστορία πηγαίνοντας μπροστά-πίσω στο χρόνο, δίνοντας έτσι ένα ρυθμό στην ταινία, κάτι ανάλογο με τα μουσικά έργα, που το αλέγκρο το διαδέχεται το λάργκο και ούτω καθεξής.

  Θα μου άρεσε πολύ να έβλεπα και τις σειρήνες, και ας μην άκουγα το τραγούδι τους όπως ο Οδυσσέας, αλλά δεν τις είδα.

  Συνειδητοποίησα ότι το μοτίβο «ένας εναντίον όλων» που είδα τελευταία σε πολλές κινέζικες ταινίες wu xia, το συναντάμε και εδώ, και όχι μόνο στα ακριτικά έπη. Μόνος ο Οδυσσέας εναντίον των μνηστήρων.

  Και επίσης δεν μου άρεσε το τέλος. Ο Οδυσσέας παίρνει πάλι δρόμο για ταξίδια. Δεν θυμόμουνα να τέλειωνε έτσι η «Οδύσσεια», και ρώτησα το chatgpt. Να η ερώτησή μου:

  «Δεν μπορείς να έχεις και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Έχω γράψει αρκετά για την αυτοθυσία της γυναίκας για τον άντρα (Αντίο Παλλακίδα μου, Άλκηστη...). Η κακομοίρα η Πηνελόπη, τρελά ερωτευμένη με τον Οδυσσέα, του έμεινε πιστή 20 χρόνια. Και αυτός ο άθλιος, αντί να καθίσει στα αυγά του, το έριξε πάλι στα ταξίδια. Δυστυχώς δεν υπάρχει προφητεία του Τειρεσία που να λέει ότι η Πηνελόπη, αγανακτισμένη, τα έφτιαξε με κάποιον από τους επόμενους μνηστήρες. Τα λέω αυτά γιατί έχω δηλώσει επανειλημμένα φεμινιστής. Σίγουρα ένα τέλος δεν θα ικανοποίησε πολλούς σαν και μένα. Θα μπορούσε μια χαρά ο Νόλαν να κλείσει την ταινία του όπως ο όμηρος».

  Η απάντηση ήταν ότι υπάρχει στη λ ραψωδία μια τέτοια προφητεία από τον Τειρεσία. Αυτή την προφητεία ακολουθεί ο Καζαντζάκης στη δική του «Οδύσσεια».

  Θέματα: Ο νόστος, η επιστροφή στην πατρίδα. Η συζυγική αγάπη. Η πίστη στον αφέντη (θέμα που συναντάμε σε πολλές ταινίες με σαμουράι). Και βέβαια το φανταστικό.

  Ένα τελευταίο σχόλιο: ο ρεαλισμός είναι ένα μικρό διάστημα στην αφηγηματική μυθοπλασία, μόλις τους τελευταίους αιώνες. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Νόλαν δεν του κάνει ιδιαίτερη χρήση. Έδειξε μόνο τη σκύλα (ή τη χάρυβδη; ) να καταβροχθίζει συντρόφους του Οδυσσέα. Την θεά Αθηνά δεν την είδαμε. Ό,τι άλλο «φανταστικό» υπάρχει βρίσκεται στο μύθο (Κίρκη), δεν παρουσιάζονται π.χ., με κινηματογραφικά εφέ, οι σύντροφοι του Οδυσσέα να μεταμορφώνονται σε γουρούνια, τους βλέπουμε όταν έχουν πια μεταμορφωθεί σε γουρούνια.

  Επαναλαμβάνω, μου άρεσε η ταινία παρά τις ενστάσεις μου, και βέβαια δεν άρεσε μόνο σε μένα, όπως δείχνει η βαθμολογία της, 8,4.

Monday, July 20, 2026

Ang Li, Eat, drink, man, woman (飲食男女,1994)

 Ang Li, Eat, drink, man, woman (飲食男女,1994)

 


  Όπως στην ταινία «Στη φωτιά» του βιετναμέζου Anh Hung Trang, έτσι και στην ταινία του Ang Li «πρωταγωνιστής» είναι το φαγητό. Εδώ είναι ο πατέρας με τις τρεις κόρες του, μάγειρας. Εκεί είναι η Ζιλιέτ Μπινός, μαγείρισσα.

  Τρεις κόρες, με τα προβλήματά τους. Η μεγάλη, χημικός, χριστιανή, δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει την ερωτική της απογοήτευση με ένα συμφοιτητή της, πράγμα που αποδεικνύεται μύθος. Και ενώ την βλέπουν να μένει στο ράφι παντρεύεται με τον γυμναστή του σχολείου της, τον οποίο θα κάνει χριστιανό. Οι μαθητές της της στέλνουν ραβασάκια που νομίζει ότι είναι από αυτόν. Εξοργίζεται όταν το ανακαλύπτει. Αλλά τέλος καλό, όλα καλά.

  Όμως έδωσε όλες της τις οικονομίες προκαταβολή για ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία που ήταν ακόμη στα μπετά. Αποδείχτηκε ότι η κατασκευαστική εταιρεία ήταν απατεώνες, πάνε τα λεφτά της.

  Η μεσαία είναι στέλεχος σε μια αεροπορική εταιρεία. Το ειδύλλιό της με ένα νέο στέλεχος της εταιρείας ναυαγεί. Τελικά θα δεχθεί τη θέση στο Άμστερνταμ.

  Η μικρή είναι φοιτήτρια. Μεταφέρει τα γράμματα του απογοητευμένου ερωτευμένου στη φίλη του. Ο φουκαράς, αφού είδε και αποείδε, τα έφτιαξε μαζί της, προς μεγάλη αγανάκτηση της φίλης του. (Δίδαγμα: γυναίκες, μην κάνετε τις πολύ δύσκολες, γιατί το κελεπούρι μπορεί να σας φύγει).

  Από τα κωμικά επεισόδια: ο πατέρας φτιάχνει φαγητό για την μικρή Shan Shan, κόρη της Jing Rong η οποία ετοιμάζεται να πάρει διαζύγιο, κόρη της μαντάμ Liang που μόλις επέστρεψε από την Αμερική. Τρώει αυτό που της έδωσε η μητέρα της για το σχολείο. Σε λίγο ο πατέρας θα φτιάχνει ολόκληρο μενού για τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες της.

  Όμως το πιο κωμικό επεισόδιο είναι αυτό: Όλοι πιστεύουν ότι ο πατέρας θα παντρευτεί την madam Liang. Όταν στο οικογενειακό τραπέζι ο πατέρας ζητάει το χέρι της κόρης της, με την οποία τα είχε εδώ και καιρό, και μάλιστα είναι έγκυος, η Μαντάμ Liang παθαίνει υστερία.

  Κάτι ανάλογο είδαμε και στην ταινία του Milton Katselas, «Τα 40 καράτια».

  Την ταινία μου την υπέδειξε o Claude.ai, όχι για τα ίδια υφολογικά στοιχεία αλλά για τις οικογενειακές σκηνές, που έχει και η ταινία του Edward Yang, «Yi yi».

  Πολύ καλή ταινία, 7,8 η βαθμολογία της.

Yang Edward, Yi Yi (--, 2000)

 Yang Edward, Yi Yi (--, 2000)

 


  Επειδή μπορεί να σας παραξενέψει ο κινέζικος τίτλος: Yi, , ένα. Er, , δύο. San, , τρία.

  Και το ανέκδοτο:

  Ο πατέρας αποφασίζει να μάθει τους αριθμούς στο μικρό του γιο. Του γράφει το ένα. Την επομένη το πρωί, στην επανάληψη, του γράφει το ένα, αλλά κάνει τη γραμμή πιο μεγάλη. Ο μικρός γιος δεν ξέρει να απαντήσει. Του δίνει μια σφαλιάρα. -Δεν είπαμε ότι είναι το ένα; -Και πού να ξέρω εγώ ότι σε μια νύχτα μεγάλωσε τόσο πολύ;

  Και πάμε στην ταινία:

  Γιατί την είδα.

  Είχα δει την ταινία του Bian Zhuo «As the water flows», και σε συζήτηση με τον Claude.ai για τα υφολογικά στοιχεία, μακριά πλάνα και off-screen διαλόγους, μου υπέδειξε αυτή την ταινία του ταϊβανέζου Yang που χαρακτηρίζεται από τα ίδια υφολογικά στοιχεία, πράγμα που το διαπίστωσα.

  Τώρα ως προς την πλοκή.

  Παρακολουθούμε διάφορες ιστορίες, με έλασσονα σασπένς. Μια γιαγιά που βρίσκεται στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό, ένας πιτσιρικάς που τον πειράζουν οι συμμαθήτριές του, μια επιχείρηση που διστάζει να προσλάβει έναν γιαπωνέζο για τις γνώσεις του πάνω σε ένα λογισμικό, μια μεσολαβήτρια που μεταφέρει τις επιστολές του στην φίλη του, για να καταλήξει να γίνει αυτή φίλη του, μια παλιά αγάπη…

  Αυτή θα λέγαμε είναι η κεντρική ιστορία. «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο», λέει η Μάρω Βαμβουνάκη. Όμως εδώ γύρισε πίσω. Την παράτησε στήνοντάς την στο ραντεβού πριν 30 χρόνια (θα της εξηγήσει τους λόγους του). Αυτή, απελπισμένη, πήγε στις ΗΠΑ όπου παντρεύτηκε, χώρισε… και τώρα επέστρεψε στην πατρίδα. Η γυναίκα του δεν καλοβλέπει την επιστροφή της, γίνεται επεισόδιο σε ένα πάρτι συμμαθητών. Τελικά θα βρεθούν στην Ιαπωνία, όπου είχε πάει αντιπρόσωπος της εταιρείας του για να υπογράψει τη σύμβαση με τον γιαπωνέζο.

  Υπάρχουν αρκετές δόσεις χιούμορ, ιδιαίτερα με τον πιτσιρικά και την φωτογραφική του μηχανή.

  Στο τέλος η ταινία έχει ένα κρεσέντο εξελίξεων. Η γιαγιά πεθαίνει. Συγκινητικότατος ο λόγος που βγάζει μπροστά στο φέρετρό της ο πιτσιρικάς, στο τελευταίο επεισόδιο της ταινίας. Η παλιά αγάπη επιστρέφει στον παράδεισο, χωρίς να του αφήσει μήνυμα. Και ο πρόεδρος της εταιρείας προσλαμβάνει άλλη στη θέση του γιαπωνέζου, την οποία πιάνει γκόμενα.

  Καθηλωτικά τα επεισόδια, εξαιρετικό το σενάριο, πολύ καλός σκηνοθέτης ο Yang, και το 8,1 της ταινίας δεν είναι έκπληξη.