Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Friday, November 6, 2026

Ying Liang, When night falls (我还有话要说,2012)

 Ying Liang, When night falls (我还有话要说,2012)

 


  Έχω κάτι να πω ακόμη, ο κινέζικος τίτλος.

  Η ταινία είναι ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ (docudrama) που αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός.

  Ενώ ο Ying Liang στην προηγούμενη ταινία του μιλάει για τη διαπλοκή ανάμεσα σε τοπικούς άρχοντες και νεόπλουτους επιχειρηματίες, εδώ μιλάει για την αστυνομική βία.

  Η αστυνομία κακοποίησε τον νεαρό που συνέλαβε να οδηγεί χωρίς άδεια. Αυτός διαμαρτυρήθηκε, έκανε καταγγελίες, τίποτα.

  Αποφάσισε να εκδικηθεί.

  Πηγαίνει σε ένα αστυνομικό τμήμα και μαχαιρώνει πέντε αστυνομικούς και ένα φύλακα, ενώ τραυμάτισε άλλους πέντε.

  Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο.

  Καταδίκη σε θάνατο.

  Στη μόλις εβδομηντάλεπτη ταινία ακούμε τη μάνα να αφηγείται την ιστορία της, ενώ βλέπουμε και δραματοποιημένα γεγονότα, όπως η ετυμηγορία.

  Μάνα κουράγιο.

  Την έκλεισαν αυθαίρετα σε ψυχιατρείο που συνεργαζόταν με την αστυνομία, για να μην μπορέσει να προσφέρει βοήθεια, νομική κυρίως, στο γιο της.

  Βλέπουμε συχνά δυτικές ταινίες που αναφέρονται στην αστυνομική βία, αλλά αυτή μάλλον είναι η πρώτη που μας έρχεται από την Κίνα.

  Περιττό να πω ότι δεν πιστεύω στη συλλογική ευθύνη, τι έφταιγαν οι καημένοι έξι αστυνομικοί.

  H κινεζική κυβέρνηση ανακήρυξε τον Ying Liang ως persona non grata. Καθώς βρισκόταν ήδη στο Χονγκ Κονγκ ως καθηγητής πανεπιστημίου, επέλεξε την αυτοεξορία εκεί για να αποφύγει τη σύλληψη.

  H ταινία κέρδισε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο το βραβείο σκηνοθεσίας για τον Ying Liang και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για την An Nai, που υποδύεται τη μητέρα.

  Το 6 της βαθμολογίας της δεν με εξέπληξε. Θα έβαζα 7 για το θέμα, αλλά προτίμησα να μη βαθμολογήσω.

Ying Liang, Good cats (好猫, 2008)

Ying Liang, Good cats (好猫, 2008)

 


  Η δράση εκτυλίσσεται στη Zigong, μια πόλη της επαρχίας Sichuan, στη νοτιοδυτική Κίνα. Η πόλη βρίσκεται σε περίοδο ριζικών αλλαγών εξαιτίας της οικοδομικής και κτηματομεσιτικής έκρηξης. Παλιά καταστήματα και επιχειρήσεις καταρρέουν, ολόκληρες περιοχές κατεδαφίζονται για να δώσουν τη θέση τους σε νέα οικοδομικά συγκροτήματα και οι κάτοικοι έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια των σπιτιών και των περιουσιών τους. Η παραδοσιακή κοινωνική ζωή διαλύεται, ενώ η επιδίωξη του πλουτισμού γίνεται κυρίαρχη αξία.

  Κεντρικός ήρωας είναι ο Luo Liang, ένας άνδρας κοντά στα τριάντα, που εργάζεται ως οδηγός και άνθρωπος για όλες τις δουλειές του αφεντικού Peng, ενός επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στην αγορά ακινήτων. Ο Luo Liang κυκλοφορεί με μια παλιά μοτοσικλέτα, κατοικεί σε ένα φθαρμένο σπίτι και δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Είναι ικανοποιημένος με τη θέση του ως υφισταμένου, παρόλο που η δουλειά του τον εμπλέκει σε αμφιλεγόμενες και συχνά παράνομες δραστηριότητες του εργοδότη του.

  Η γυναίκα του, αντίθετα, προέρχεται από οικογένεια διανοουμένων και αντιμετωπίζει με περιφρόνηση την έλλειψη φιλοδοξίας του. Τόσο εκείνη όσο και οι γονείς της θεωρούν ότι θα έπρεπε να αποκτήσει επαγγελματικά προσόντα, να σπουδάσει περισσότερο και να αναζητήσει μια καλύτερη, κοινωνικά αναγνωρισμένη εργασία. Η συζυγική τους σχέση βρίσκεται σε κρίση. Ο ίδιος δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει τρόπο ζωής, ενώ η γυναίκα του αισθάνεται ότι έχει εγκλωβιστεί σε έναν γάμο που δεν της προσφέρει τις προοπτικές που περίμενε.

  Παράλληλα, ο Luo Liang διατηρεί μια κρυφή ερωτική σχέση με μια πόρνη, στην οποία βρίσκει μια μορφή συντροφικότητας και συναισθηματικής ανακούφισης που δεν βρίσκει στον γάμο του.

  Ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο είναι ο Liu Xiaopei, ένας παλιότερος φίλος και μέντοράς του, που έχει περιέλθει σε πολύ δύσκολη οικονομική και ψυχολογική κατάσταση. Ο Luo Liang εξακολουθεί να τον βοηθά, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση. Η σχέση τους δείχνει μια πλευρά αλληλεγγύης σε έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες σχέσεις υποχωρούν μπροστά στο χρήμα. Η κατάσταση του Liu Xiaopei επιδεινώνεται, τα χρέη του δημιουργούν αφάνταστη ψυχολογική πίεση με αποτέλεσμα να αυτοκτονήσει.

  Στο μεταξύ, ο εργοδότης του, ο Peng, εμπλέκεται σε ολοένα πιο σκοτεινές επιχειρηματικές υποθέσεις. Έχει βάλει στο μάτι μια έκταση γης που ανήκει σε χωρικούς και επιδιώκει να την αξιοποιήσει οικοδομικά. Με τη συνδρομή ενός διεφθαρμένου τοπικού αξιωματούχου, του Zong, προσπαθεί να απομακρύνει τους κατοίκους, οι οποίοι αντιδρούν και διαμαρτύρονται για την έξωσή τους.

  Να δωροδοκήσουν τον εκπρόσωπό τους.

  Αρνείται να δωροδοκηθεί.

  Καταφεύγουν στο άλλο σχέδιο, που απέρριψαν αρχικά: να βάλουν φωτιά.

  Τρία άτομα έχασαν τη ζωή τους.

  Το αφεντικό τρελάθηκε, την διεύθυνση της εταιρείας αναλαμβάνει ο νεαρός βοηθός του.

  Ο Luo χρωστάει.

  Η πόρνη φίλη του, που γελάει ευχαριστημένη όταν της προτείνει γάμο (το ότι είναι παντρεμένος το ξεχνάει) οδηγεί δυο φίλους της στο σπίτι του. Πρέπει να εισπράξουν κάποια χρέη.

  Έλα όμως που δεν έχει.

  Να πάρει τηλέφωνο τη γυναίκα του, αυτή θα του δώσει.

  Και ποιο είναι το τηλέφωνό της;

  Θα τον μαχαιρώσουν.

  Το τέλος είναι εντυπωσιακό.

  Τραυματισμένος οδηγεί τη μηχανή, για να πέσει τελικά.

  Προσπαθεί να ανεβεί την πλαγιά.

  Δεν τα καταφέρνει, σωριάζεται κάτω.

  Πεθαίνει μήπως;

  Όχι, τον βλέπουμε να γυρνάει ανάσκελα, ανασαίνοντας βαθιά.

  Το ότι πεθαίνει μας υποδηλώνεται από τους στίχους ενός τραγουδιού που ακούμε: «…Ένας του οποίου η ζωή είναι διαρκής αγώνας, αμυδρά προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή σας. Το τελευταίο ίχνος του είναι το πνιγμένο πτώμα του».

  Αν και τελικά δεν έχει και τόση σημασία αν πέθανε ή όχι.

  Ακούμε πολλά τέτοια τραγούδια, που στην ταινία λειτουργούν σαν χορός αρχαίας τραγωδίας.

  Από τη μοίρα των φτωχών χωρικών που πάνε στην πόλη για μια καλύτερη ζωή που όμως η ζωή δεν τους χαμογελάει πάντα (η πρώτη του ταινία, «Taking father home», 2005) συνεχίζοντας με τη μοίρα κάποιων γυναικών στη σημερινή Κίνα (η δεύτερη ταινία του, «The other half» 2006), ο Ying Liang «χοντραίνει το παιχνίδι» (με την επόμενη ταινία του θα το χοντρύνει περισσότερο) μιλώντας για τη διαφθορά («Είναι η διαφθορά ενδημική;», στίχος ενός από τα τραγούδια που ακούμε), τη διαπλοκή ανάμεσα σε νεόπλουτους επιχειρηματίες, (το αφεντικό του, από πωλητής λαμπτήρων έγινε μεγάλος και τρανός για να καταλήξει…) που «αναδείχθηκαν» με την πολιτική του Deng Xiaoping: «Σημασία δεν έχει αν η γάτα είναι μαύρη ή άσπρη, σημασία έχει να πιάνει ποντίκια», με αξιωματούχους. Δεν ήταν λάθος, και σίγουρα δεν είναι μόνο δική μου γνώμη, αλλά είχε αυτό που λέμε «παρενέργειες» ή «παράπλευρες απώλειες».

  Για το ύφος του Ying Liang κάνω αντιγραφή και επικόλληση από την προηγούμενη ανάρτησή μου.

  Δεν σπάζει το επεισόδιο σε μικρά πλάνα.

  Προτιμά τις μακρινές λήψεις.

  Ακούγεται συχνά off-screen αφήγηση, κυρίως ειδήσεις και ανακοινώσεις.

  Και, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, η ταινία ξεκινάει με τον ήρωα να κοιτάζει τους θεατές. Εδώ συνομιλεί με τον μέντορά του.

  Μούγκα η βικιπαίδεια για την ταινία, δεν υπάρχει σύνδεσμος, ενώ στο IMDb δεν υπάρχει περίληψη της πλοκής, ούτε καν να βαθμολογήσω με το 7 που θα ήθελα.

Liu Jianyin (1981 - )

 Liu Jianyin (1981 - )

 


  Η Liu ονειρευόταν να γίνει σκηνοθέτις ήδη από τα μαθητικά της χρόνια. Το 1999 εισήχθη στην Κινηματογραφική Ακαδημία του Πεκίνου, όπου σπούδασε σεναριογραφία.  Είναι από τους σκηνοθέτες εξαιτίας των οποίων η μετα-έκτη (έβδομη) γενιά ονομάστηκε και d.generation, digital generation, γιατί κάποιοι γύρισαν ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού με ψηφιακές κάμερες.

  Η ταινία που υπέβαλε ως πτυχιακή εργασία, το «Oxhide» (2005), βραβεύτηκε σε διεθνή φεστιβάλ.  

  Η κάμερα είναι καθηλωμένη, και παίρνει λήψεις από την οικογενειακή τους ζωή, σε μεγάλης διάρκειας πλάνα. Η εργασία του πατέρα της, επεξεργασία δερμάτων βοδιού και η κατασκευή αντικειμένων από αυτά, αποτελεί κεντρικό θέμα.

  Το «Oxhide II» (2009) που ακολούθησε έχει επίσης ως πρόσωπα την οικογένειά της, όμως η κάμερα εστιάζει μόνο στο τραπέζι, σε 9 πλάνα με διάφορες γωνίες λήψης, που έχει σαν θέμα την παρασκευή φαγητού με το γεύμα που ακολούθησε. Στη διάρκειά του βέβαια συζητούνται και οικογενειακά θέματα, όπως η δουλειά του πατέρα της, οι δυσκολίες να κρατήσει το κατάστημά του.  

  Το ότι υπάρχει μια «κοιλιά» 14 χρόνων μέχρι την επόμενη ταινία της, την «All ears» (2023) πιθανώς έχει να κάνει με τις δυσκολίες χρηματοδότησης που έχει να αντιμετωπίσει ένας ανεξάρτητος σκηνοθέτης. Πρωτότυπο το θέμα, η διάδραση ενός σεναριογράφου σήριαλ που το βρήκε πιο προσοδοφόρο να γράφει επικήδειους με τους πελάτες του. Η διάδραση αυτή είχε ένα θεραπευτικό αποτέλεσμα και για τις δυο πλευρές.

Ying Liang, The other half (另一半, 2006)

 Ying Liang, The other half (另一半, 2006)

 


  Η ταινία είναι φεμινιστική (λίγο περίεργο για έναν άντρα σκηνοθέτη) που διεκτραγωδεί τη μοίρα των γυναικών στη σημερινή Κίνα.

  Ακούμε πολλές ιστορίες που υφαίνονται πάνω στην κεντρική πλοκή.

  Η Xiaofen εργάζεται σε ένα νομικό γραφείο και ακούει αυτές τις ιστορίες. Θα ξεχωρίσουμε τέσσερις.

  Η πρώτη είναι απολαυστική.

  Η γυναίκα θέλει να μηνύσει το νοσοκομείο, γιατί εξαιτίας κακών χειρισμών των γιατρών ο άντρας της έμεινε ανίκανος εδώ και χρόνια, και δεν μπορεί να κάνει σεξ. Ναι, όμως αυτός που μπορεί να κάνει την αγωγή είναι ο άντρας της. Ναι αλλά…

  Στη δική μας κοινωνία το πρόβλημα θα είχε λυθεί άμεσα. Θα τον είχε χωρίσει.

  Η δεύτερη:

  Θα καταφέρει να πάρει διαζύγιο που ο άντρας της είναι στρατιωτικός, και στο στρατό τα διαζύγια τα δίνουν με το σταγονόμετρο;

  Η τρίτη:

  Θέλει να μηνύσει το σχολείο της, να ζητήσει αποζημίωση.

  Γιατί;

  Γιατί την αποβάλανε.

  Και γιατί την αποβάλανε;

  Γιατί έμεινε έγκυος.

  Τη θλιβερή της ιστορία δεν χρειάζεται να την πούμε.

  Η τέταρτη:

  Την πούλησαν ως μικρή-νύφη, ήταν μόλις έξι χρονών. Ο άντρας της μικρότερος. Όταν μεγάλωσαν τους πάντρεψαν.

  Αλήθεια, γίνονται τέτοια στην κομμουνιστική Κίνα; Δεν θυμάμαι σε ποια ταινία, όμως ήταν στην αυτοκρατορική, που την πούλησαν για να παντρευτεί έναν καθυστερημένο νεαρό.

  Θέλει διαζύγιο.

  Σε έβρισε; Σε κτύπησε; Μείνατε χωρισμένοι για αρκετό χρόνο;

  Όχι.

  Τότε δεν έχει καμιά ελπίδα.

  Και η δική της ιστορία:

  Ο φίλος της έκανε φυλακή.

  Βγήκε.

  Ανεπρόκοπος, τζογαδόρος, της ζητάει συνέχεια λεφτά.

  Η θλιβερή ιστορία μιας φίλης μου, μάλιστα ακόμη πιο θλιβερής, γιατί αυτός ήταν άντρας της.

  Εξαφανίζεται.

  Μήπως είναι αυτός που διέπραξε το έγκλημα;

  Όχι, βρέθηκε ο ένοχος, σίγουρα την εγκατέλειψε.

  Της στέλνει γράμμα, είναι στην Ταϊβάν. Θα πιάσει την καλή. Μόλις μαζέψει αρκετά χρήματα θα γυρίσει να την παντρευτεί.

  Τον πιστεύετε;

  Αυτή, δεν μας λέγεται.

  Και η παράπλευρη ιστορία μιας φίλης της.

  Ένας φίλος της θα την έπαιρνε να πάνε στην Ταϊβάν.

  Ένας άλλος στην Αμερική.

  Βρέθηκε νεκρή σε ένα container, μαζί με τους μισούς επιβαίνοντες.

  Λαθρομετανάστες, έχουμε ακούσει τέτοιες ιστορίες στα καθ’ ημάς.

  Υφολογικά ξεφεύγει από την «διεκπεραιωτική» αφήγηση που συναντάμε στις περισσότερες ταινίες.

  Δεν σπάζει το επεισόδιο σε μικρά πλάνα.

  Προτιμά τις μακρινές λήψεις.

  Ακούγεται συχνά off-screen αφήγηση, συχνά ειδήσεις και ανακοινώσεις.

  Και, όπως και στην «Taking father home», η ταινία ξεκινά με την ηρωίδα να κοιτάζει κατάματα το κοινό, δηλαδή το άτομο στο οποίο δίνει συνέντευξη για να πάρει τη δουλειά.

  Ακόμη:

  Και εδώ η πλοκή διαδραματίζεται στην πόλη Zigong.

  Και εδώ επικρέμεται μια περιβαλλοντική απειλή, η πόλη πρέπει να εκκενωθεί. Το βενζόλιο διαρρέει τελικά από το χημικό εργοστάσιο.

  6,9 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Thursday, November 5, 2026

Mark Vanselow, Γκάζια στο κόκκινο (The mongoose, 2026)

 

Mark Vanselow, Γκάζια στο κόκκινο (The mongoose, 2026)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Έχουμε δει σε αρκετές ταινίες το μοτίβο της καταδίωξης, κυρίως με αυτοκίνητα. Εδώ το βλέπουμε κυρίαρχο.

  Ο Liam Neeson, βετεράνος στο Αφγανιστάν, είναι χωρισμένος με τη γυναίκα του, τη Marisa Tomei. Τον χώρισε γιατί έπαιρνε Zanax και βάλιουμ λόγω μετατραυματικού στρες, μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί, αν και τον αγαπούσε.

  Στην ταινία βλέπουμε ιντερμέδια από σκηνές ενός επεισοδίου κατά το οποίο αιχμαλωτίστηκαν από τους Ταλιμπάν, και κατάφεραν μόλις και μετά βίας να δραπετεύσουν, παίρνοντας μαζί τους και τον τραυματισμένο σύντροφό τους (ήσαν τέσσερις) ο οποίος τελικά υπέκυψε όταν έφτασε το ελικόπτερο.

  Ο φίλος της γυναίκας του αποδείχτηκε τομάρι, θα ακούσουμε και άλλα για αυτόν αργότερα. Τη χτύπησε άγρια στο πρόσωπο. Αποφάσισε να τον χωρίσει. Και φώναξε τον Neeson να πάρει τα πράγματά της από το σπίτι του.

  Ο φίλος της εμφανίστηκε ξαφνικά, τον πήρε χαμπάρι καθώς προσπαθούσε να βγάλει τη γάτα που είχε κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι, και έβγαλε πιστόλι. Τον πυροβόλησε στο πόδι. Στη συμπλοκή που επακολούθησε ο φίλος της σκοτώθηκε.

  Αυτοάμυνα, όμως ο Neeson δεν είχε διάθεση να συλληφθεί για δεύτερη φορά. Και ξεκίνησε το κυνηγητό. Οι τρεις βετεράνοι σύντροφοί του θα του προσφέρουν σημαντική βοήθεια.

  Συναρπαστική ταινία.

  Δεν μου αρέσουν τέτοιου είδους ταινίες που απλά σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη, όμως τις βλέπω πάντοτε ευχάριστα, και πάντα όταν υπάρχει κάποιος λόγος. Ο λόγος που την είδα είναι ότι προβάλλεται σήμερα.

  Το 4,9 της βαθμολογίας της την αδικεί κατάφωρα. Εγώ θα βάλω 7, και όχι μόνο γιατί ο Neeson και η Tomei μου αρέσουν πολύ.  

Ying Liang, Taking father home (背鸭子的男孩, 2005)

 Ying Liang, Taking father home (背鸭子的男孩, 2005)

 


  Το αγόρι που κουβαλάει πάπιες, ο κινέζικος τίτλος.

  O Ying Liang είναι ένας άλλος χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της d.generation, μετα-έκτης γενιάς (έβδομης γενιάς).

  Όλη η ταινία γυρίστηκε με δανεική κάμερα, διαβάζουμε στη βικιπαίδεια, ενώ στα γράμματα (τέλους; αρχής; Δεν θυμάμαι) εκφράζονται οι ευχαριστίες σε όλους όσους συμμετείχαν δωρεάν στην ταινία, επαγγελματίες ηθοποιοί και μη.

  Η ταινία αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την αντίληψή μου, ότι το σενάριο κάνει τη διαφορά. Χαμηλού προϋπολογισμού (δηλαδή τι χαμηλού, ελάχιστου) ταινία, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο μια ταινία μπορεί να συναρπάσει χάρη στο σενάριο.

  Ο πατέρας έχει να φανεί στο χωριό, να επικοινωνήσει με την οικογένειά του, έξι χρόνια. Όμως τους στέλνει χρήματα.

  Ο δεκαεπτάχρονος γιος του θα πάει στην πόλη να τον βρει.

  Η μητέρα του κοιτάζει να τον αποτρέψει, το χωριό θα μετακινηθεί, στη θέση του θα γίνει μια βιομηχανική ζώνη, και λεφτά δεν έχει να του δώσει, πρέπει να πληρώσει χρέη.

  Θα φορτωθεί ένα κοφίνι με δυο πάπιες και θα πάρει δρόμο. Θα τις πουλήσει.

  Μοτίβο της αναζήτησης, με το ενυπάρχον πάντα σασπένς;

  Θα καταφέρει να τον βρει;

  Θα συναντήσει άτομα που θα του κάνουν bullying, αλλά και δυο καλούς ανθρώπους που θα κοιτάξουν να τον βοηθήσουν. Ο δεύτερος, τον οποίο θα δούμε περισσότερο στην ταινία, ένας πολύ καλόψυχος αστυνομικός (μη γελάτε, υπάρχουν και τέτοιοι) θα του συμπαρασταθεί όσο δεν γίνεται.

  Διάφορες συγκυρίες θα οδηγήσουν στο να διαπιστώσει ότι ο πατέρας του έφτιαξε μια καινούρια οικογένεια. Έχει μια μικρή κόρη.

  Και θα μάθει ότι είναι βουτηγμένος στα χρέη, οι δανειστές του τον κυνηγούν.

  Θα τον βρει κρυμμένο σε ένα «κοτέτσι». Του έχει πει το μέρος η καινούρια του γυναίκα.

  Λίγο πιο πριν όμως έχουν φτάσει οι μπράβοι ενός δανειστή του.

  Θα τον κτυπήσουν, όμως ο γιος θα τους απειλήσει με ένα μαχαίρι και θα παραιτηθούν.

  Ο πατέρας του δεν τον έχει αναγνωρίσει. Θα μπουν μέσα. Θα του ζητήσει να γυρίσει στο χωριό. Αυτός θα αρνηθεί φυσικά.

  Σε ένα επόμενο πλάνο θα δούμε το γιο, με το ματωμένο μαχαίρι, να του κόβει μια τούφα από τα μαλλιά και να την τυλίγει στο πενηντά-ουαν που το έδωσε ο αστυνομικός, σαν αμοιβή για τη μια πάπια που πήρε.

  Στο επόμενο πλάνο θα δούμε τον πατέρα του νεκρό.

  Πατροκτόνος.

  Δεν του συγχώρησε που τους παράτησε και έφτιαξε καινούρια οικογένεια.

  Επιστρέφοντας στο χωριό του θα «θάψει» την τούφα με τα μαλλιά του πατέρα του σε μια λακκούβα που έχει σκάψει.

  Μου θύμισε μια τούρκικη ταινία, το «Vizontele».

  Ο γιος χάθηκε στην εισβολή στην Κύπρο. Ακούνε την είδηση από την τηλεόραση.

  Και πηγαίνουν και θάβουν την τηλεόραση.

  Κωμωδία η ταινία.

  Υπάρχει και το σασπένς της απειλής από κατάρρευση του φράγματος εξαιτίας βροχοπτώσεων. Θα ανοίξουν την έξοδο διαφυγής. Καλού κακού όμως οι κάτοικοι καλούνται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μέσα σε 24 ώρες, το ακούμε αυτό πολλές φορές.

  Θα δούμε ντοκιμαντερίστικες, ασπρόμαυρες σκηνές, από την πλημμύρα. Φαίνεται ότι το νερό θα καταπλακώσει τα πάντα.

  Μου άρεσε η λιτή αφήγηση, ο ελάχιστος λόγος, και τα αφηγηματικά κενά που όμως δεν δημιουργούν καμιά ασάφεια, απλά αφαιρούν «τάκους», όπως θα έλεγε ο συγχωρεμένος ο Έκο, από την πλοκή.

  Κανείς δεν φαντάζεται, από τον αγγλικό τίτλο, ότι είναι μεταφορικός.

  6,5, η βαθμολογία της, εγώ δεν μπορούσα να βάλω κάτω από 7.

  Trivia.

  Και ο παππούς μου έφυγε από το χωριό, όμως όχι για να πάει στην πόλη αλλά για το «Βουένος Άερ», όπως το έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. Στην αρχή έστελνε λεφτά, μετά σταμάτησε να στέλνει. Πέθανε; Έφτιαξε άλλη οικογένεια; Ποτέ δεν μάθαμε.

Wednesday, November 4, 2026

Liu Jiayin, All ears (不虚此行, 2023)

 Liu Jiayin, All ears (不虚此行, 2023)

 


  Αυτό το ταξίδι άξιζε τον κόπο, ο κινέζικος τίτλος.

  Ταξίδι πού;

  Σε μια νέα εμπειρία.

  Δεν θα μπορούσα να το γράψω καλύτερα, για αυτό αντιγράφω τη σύντομη περίληψη της βικιπαίδειας.

  Ο Wen Shan, ένας σεναριογράφος που δυσκολεύεται επαγγελματικά, αρχίζει απροσδόκητα να γράφει επικήδειους λόγους για άλλους ανθρώπους. Μέσα από αυτή την ενασχόληση, έρχεται σε επαφή με μια ετερόκλητη ομάδα πελατών: τον κ. Wang, ο οποίος ζητά επικήδειους για τα αγαπημένα του πρόσωπα· τα αδέρφια Wan· τον Shao Jinsui, που αναζητά δικαιοσύνη για έναν διαδικτυακό φίλο που έφυγε από τη ζωή· τον επιχειρηματία Lao Lu, ο οποίος παραγγέλνει έναν επικήδειο για έναν συνάδελφό του· και τη θεία Fang, η οποία ζητά να γραφτεί ένας επικήδειος για την ίδια. Στην πορεία της προσωπικής του εξέλιξης, τον Wen Shan συνοδεύουν η πνευματική του σύντροφος Xiao Yin, η φίλη του Pan Congcong —η οποία εργάζεται σε γραφείο τελετών— καθώς και ένας φύλακας ζωολογικού κήπου που κουβαλά τη δική του ιστορία. Μέσα από τη διαδικασία συγγραφής των επικήδειων, ο Wen Shan και οι πελάτες του βιώνουν μια αμοιβαία θεραπεία, η οποία τον βοηθά να ξεπεράσει την εσωτερική του αναταραχή και να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό του.

  Γιατί επέλεξα να αντιγράψω τη βικιπαίδεια.

  Γιατί, ενώ τα επεισόδια ήταν ενδιαφέροντα, η πλοκή μου ήταν ελαφρά ασαφής.

  Όχι ιδιαίτερα επιτυχημένος, το βρίσκει πιο προσοδοφόρο να γράφει euologies.

  Άλλη μια ελληνική λέξη με άλλη σημασία στα αγγλικά (το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι empathy και εμπάθεια), επικήδειος.

  Δεν ήξερα ότι αναθέτουν σε επαγγελματίες να γράφουν επικήδειους. Τους δίνουν πληροφορίες και με βάση αυτές συνθέτουν τους επικήδειους. Καμιά φορά όμως άλλοι συγγενείς διαφωνούν με αυτές τις πληροφορίες, έχουν τις δικές τους.

  Αυτή η διάδραση του Wen Shan με τους πελάτες του λειτούργησε θεραπευτικά και για τους δυο.

  Θα ξεχωρίσουμε την απαρηγόρητη κοπέλα, που εγκατέλειψε τον φίλο της, χωρίς να πάψει να νοιάζεται για αυτόν. Τα βίντεό του ήταν viral, είχε πάνω από 100.000 ακολούθους. Όμως είχε τους δαίμονές του.

  Το 6,4 της βαθμολογίας νομίζω οφείλεται στην μια κάποια αμηχανία που προκάλεσε, σε μένα σίγουρα.