Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Tuesday, November 3, 2026

Liu Jiayin, Oxhide II (牛皮贰, 2009)

 Liu Jiayin, Oxhide II (牛皮贰, 2009)

 


  Τέσσερα χρόνια μετά το «Oxhide» η Beibei (έτσι τη φωνάζουν οι γονείς της στο έργο) γυρίζει το «Oxhide II».

  Αποτελεί ένα sequel του «Oxhide». Κεντρικά πρόσωπα και στα δυο, αυτή και οι γονείς της.

  Όπως και στο «Oxhide», συζητάνε οικογενειακά προβλήματα.

  Ακίνητη κάμερα, λήψη μεγάλων σε διάρκεια πλάνων.

  Και οι διαφορές.

  Εδώ τα πλάνα είναι μεγαλύτερα αλλά μικρότερα σε αριθμό, σε μια ταινία μεγαλύτερης διάρκειας. 23 πλάνα στο πρώτο, 9 πλάνα εδώ. Εκεί, ο χώρος ήταν διαφορετικός, εδώ είναι ένας, με ένα τραπέζι πολλαπλών χρήσεων στο κέντρο. Τα πλάνα έχουν διάρκεια από 5 μέχρι 20 λεπτά. Σε κάθε πλάνο το τραπέζι γυρνάει δεξιόστροφα, για να βρεθεί στην αρχική του θέση.

  Η κάμερα εστιάζει σχεδόν πάντα στο σημείο που γίνεται η δράση, δηλαδή η προετοιμασία. Τα πρόσωπα χάνονται, φαίνονται μόνο τα αεικίνητα χέρια.

  Ενώ στο πρώτο είχαμε διάφορα θέματα, εδώ έχουμε μόνο ένα: την Παρασκευή δίπλων, shǔi jiǎo. Εμείς στην Κρήτη τα λέμε (τυρο)πιττάκια, (χορτο)πιτάκκια… και έχουν σχήμα μισοφέγγαρου. Εδώ η γέμιση είναι κρέας.

  -Μα γιατί τόσο λίπος;

  Και θυμήθηκα τη μητέρα μου που έβαζε τις φωνές στον πατέρα μου κάθε Κυριακή που πήγαινε στον Αντρέα το χασάπη να αγοράσει κρέας χοιρινό, ότι τον κορόιδεψε και πάλι, του έβαλε μπόλικο «πεδούλι».

  Και ένα περίεργο: τα δικά τους γεμιστά πιττάκια έχουν σχήμα σκορδοκεφαλής.

  Πάλι τους ακούμε να συζητάνε για διάφορα θέματα, πέρα από το θέμα πώς να φτιάξουμε και πώς να ψήσουμε τα shǔi jiǎo. Το μαγαζί, το ακριβό νοίκι, τα προϊόντα από το δέρμα βοδιού, οι εκπτώσεις…

  6,9 η βαθμολογία.

Θόδωρος Γραμματάς: 17 Νοέμβρη, απομεινάρια ενός ημιτελούς ημερολογίου

Θόδωρος Γραμματάς. 17 του Νοέμβρη. Απομεινάρια ενός ημιτελούς ημερολογίου

 


Σώπαινα υπομονετικά.

Χρόνια περίμενα συνειδητά

να κατακάτσει ο κουρνιαχτός,

να διαλυθεί η αχλή του μύθου,

ν’ αδυνατίσουν τ’ αλυχτήματα,

ν’ αποδυναμωθούν  οι ψίθυροι.

Όλα να παρασυρθούν σαν τα ξερόφυλλα απ’ τις ριπές του νοεμβριάτικου αγέρα.

Τώρα ήρθε η ώρα να λυθεί η σιωπή

Ο όρκος να αναιρεθεί

κι ο λόγος ν’ ακουστεί με τη φωνή των άλλων που λέει :

«…Γιατί γράφω; Για ποιόν γράφω..; Για μένα; Αλλά εγώ είμαι εδώ. Δε χρειάζεται να τα διαβάσω, γιατί τα ζω. Γράφω για τον ιστορικό του μέλλοντος που θα ψάχνει για στοιχεία, προκειμένου να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα για την «εξέγερση του Πολυτεχνείου»; Γράφω, μήπως, για τα αγέννητα παιδιά μου που, κάποτε, διαβάζοντας τις αράδες αυτές, θα νιώσουν (ποιος ξέρει άραγε τι) για μένα (τον πατέρα τους…!); ΄η γράφω για το αναγνωστικό κοινό που ίσως κάποτε διαβάσει αυτές τις αράδες μου, δημοσιευμένες σε κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό; (μπράβο και λογοτέχνης ο δικός σου!!).

Πάντως για όποιο λόγο κι αν γράφω.., σίγουρα δεν είναι για καλό…Πάντα στο γράψιμο αυτού του είδους, υπάρχει η ιδιοτέλεια! ΄Έστω και υποσυνείδητα, έστω και καμουφλαρισμένα, πάντα υπάρχει η πρόθεση να διαβαστούν από κάποιους άλλους, αυτά που τώρα γράφονται αυτόματα σχεδόν και βιωματικά. Έστω κι αν ειλικρινά δε σκέφτομαι ποτέ μου κάτι τέτοιο, έστω κι αν είμαι αποφασισμένος να τα σκίσω μόλις φτάσω στο τέλος της σελίδας αυτής, όμως ο Baudelaire καλά μου το ’μαθε :

«Hypocrite lecteur! Mon ami, mon frère! ».

Αυτό ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μου!

Γράφω για να διπλασιάσω την ένταση των όσων ζω, για να αποτυπώσω τις εμπειρίες μου, για να συνειδητοποιήσω τις στιγμές αυτές. Γιατί, ότι και να’ ναι, το νιώθω καλά, πως είναι μοναδικό. Κι έτσι καλαμαράς καθώς είμαι, κάνω το δικό μου χρέος, όπως αυτό που έκανε ο Σολωμός από τη Ζάκυνθο. ΄Όμως, εγώ είμαι μέσα στη φωτιά, ζω τα γεγονότα. Τα βλέπω, τα μυρίζω, τα υφίσταμαι….και τα καταγράφω. Αυτή είναι η διαστροφή μου. Οι άλλοι μετά από την υπερένταση, το ρίχνουν κάπου αλλού…για να ξεσπάσουν. Εγώ, αυτές τις στιγμές της απόλυτης μοναξιάς, αφού φώναξα, αφού έτρεξα, αφού συμμετείχα σ’ όλες τις δραστηριότητες της μέρας, έχω κλειστεί εδώ στον εαυτό μου για να  νιώσω την ελευθερία μου, για να απολαύσω τη μοναξιά μου και γράφω.

 Γράφω για τον πληγωμένο που μόλις πριν από λίγο μετέφεραν χτυπημένο από σφαίρα (καουτσούκ θαρρώ πως τις λένε, ή κάπως έτσι, που πληγώνουν, αλλά δε σκοτώνουν), στο πόδι. Αιμόφυρτος, ούρλιαζε από τον πόνο, ενώ οι άλλοι βρίζοντας και απειλώντας τους φασίστες, με σφιγμένα δόντια του έδιναν κουράγιο, πηγαίνοντάς τον στο πρόχειρο ιατρείο που έχουν κάπου στήσει, προφανώς με φοιτητές ιατρικής σε πρακτική εξάσκηση και φάρμακα απ’ αυτά που και’ γω το πρωί κρατώντας ένα μεγάλο πανό στη Στουρνάρη και φωνάζοντας, καλούσα τους περαστικούς να μας φέρουν. Να που και η δική μου συμμετοχή είναι αξιόλογη!(Ειρωνικά, αυτοσαρκαστικά). Να που ο ρόλος μου στην εξέγερση, καθοριστικός…!!

Γράφω για τα επαναστατικά τραγούδια που βουίζουν στ’ αυτιά μου, μπερδεύοντας αν είναι αίσθηση ή παραίσθηση. ΄Όλο το επαναστατικό ρεπερτόριο από τα χρόνια της κομμούνας, την οκτωβριανή επανάσταση, τον ισπανικό εμφύλιο, τα αντάρτικα του ΕΛΑΣ, τα καινούρια του Θεοδωράκη, όλα μας εμπνέουν και μας δίνουν κουράγιο ν’ αντέξουμε…

Γράφω για τον ενθουσιασμό και το πάθος, την αγωνιστικότητα και την αποφασιστικότητα όλων να φτάσουμε μέχρι το τέλος, μέχρι το θάνατο, αν χρειαστεί, για να έχουμε, για να έχουν αυτοί οι φτωχοί μικροαστοί, τη δυνατότητα να περπατούν ελεύθεροι τα βράδια, να ακούνε τη μουσική που θέλουν, να λένε ότι θέλουν, χωρίς το φόβο του ασφαλίτη, χωρίς την τρομοκρατία του χωροφύλακα, χωρίς τη βία και τον εκβιασμό της ΕΣΑ.

Γράφω για τα σφυρίγματα και τις φωνές των παιδιών που κρεμασμένα στα κάγκελα, κραυγάζουν ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, αψηφώντας αν θα τους δουν, θα τους φωτογραφήσουν και ίσως μετά από λίγες μέρες θα’ρθει ένα χαρτί στο σπίτι τους να περάσουν από την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών «δι υπόθεσίν τους».

Γράφω για τη συνειδητή απερισκεψία, για τη θαρραλέα άγνοια, όλων, ή σχεδόν όλων όσοι βρισκόμαστε κλεισμένοι εδώ, σ’ αυτό το χώρο, αποφασισμένοι να φτάσουμε μέχρι τέλους. Για τα στρατιωτικά ΡΕΟ που μαρσάρουν ώρες στην Τοσίτσα για εκφοβισμό, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα πυκνούς καπνούς από  τις εξατμίσεις τους και για τους ασφαλίτες που γυρνάνε έξω από τα κάγκελα βρίζοντας και απειλώντας…Για το Μιχάλη που κρεμασμένος σχεδόν στην πύλη της Πατησίων φωνάζει συνθήματα και ζητεί τη συμπαράσταση του λαού. Για τα ανθρωπάκια που περνάνε φοβισμένα κουνώντας (οι περισσότεροι) αποδοκιμαστικά το κεφάλι τους και τρέχουν να λουφάξουν  στις φωλίτσες τους, μακριά απ’ το κακό που νιώθουν ότι πλησιάζει.

Γράφω για μένα που είμαι’ δω έτοιμος και αποφασισμένος. Το ξέρω ότι μπορεί να σκοτωθώ. Δε με νοιάζει. Είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου. Δε μου έδωσε κανείς γραμμή, δεν ανήκουν σε καμιά παράταξη. Ο αγώνας μου είναι μοναχικός. Εγώ και η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Αν ίσως και πεθάνω, μπορεί να πουν «εδώ κείτεται ένας ΗΡΩΑΣ», που σκοτώθηκε για την ελευθερία. Ναι, σίγουρα, ίσως και να’ ναι έτσι. Αυτοί όμως θα αγνοούν για ποια ελευθερία κάνουν λόγο κι ο καθένας θα μιλά για τη δική του, αυτή που τον συμφέρει καλύτερα, αυτή που του ταιριάζει περισσότερο…(μικρή διακοπή…)…΄Όπως και να ’χει όμως, ναι, είναι το ίδιο κίνητρο που μ’ έφερε και μένα εδώ, μαζί με εκατοντάδες, με χιλιάδες άλλους νέους φοιτητές, που όλοι μαζί ξεκινήσαμε πριν από καιρό τις πρώτες κινητοποιήσεις και τα συλλαλητήρια, το κλείσιμο της Νομικής, με μόνο σκοπό να φύγει η δικτατορία, να αποκαταστήσουμε την ελευθερία και τη δημοκρατία σ’ αυτό τον τόπο…»

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………

«…Ποιος είναι ΗΡΩΑΣ; Τι σημαίνει ηρωισμός; Ακούμε να μας μιλούν για κάποιους που πριν από μερικά ή πριν από εκατοντάδες χρόνια, θυσίασαν τον εαυτό τους για κάποιο ιδανικό, για την πατρίδα, την ελευθερία… Τους θαυμάζουμε, τους επαινούμε! Και καλά κάνουμε! ΄Όμως ο ηρωισμός, τώρα καλά το νιώθω, δεν  είναι κληρονομική ιδιότητα εγγεγραμμένη στο D.N.A. του ατόμου. Δεν εξαρτάται από τη σωματική του διάπλαση, ούτε το πνευματικό του επίπεδο. Είναι διάθεση της ψυχής, είναι δημιούργημα της στιγμής, όσο απλό και απομυθοποιημένο κι αν αυτό ακούγεται. Να.., τώρα, εδώ, εμείς… όλοι είμαστε εδώ κλεισμένοι, είμαστε «δυνάμει» ήρωες, αφού το κακό μπορεί να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη και να μας βρει. Πριν από ένα μήνα όμως, τι λέω.., πριν από λίγες μέρες, κανένας δεν είχε κατά νου να κάνει κάτι το «ηρωικό», να οδηγηθεί σε πράξεις ηρωισμού. Και ίσως μετά από μια βδομάδα επίσης. Τώρα όμως, εδώ, αυτή τη στιγμή, θα μπορούσαμε όλοι να δώσουμε τον εαυτό μας γι’ αυτό που πιστεύουμε, για το ιδανικό μας, άσχετα με το αν είναι ή δεν είναι ηρωισμός. Για μας εδώ, είναι η ζωή. Για τους άλλους, ύστερα, ας είναι ό,τι θέλει…»

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

«…οι σφαίρες πέφτουν σαν το χαλάζι! Να.., μόλις τώρα δυο τρεις χτύπησαν πάνω από το κεφάλι μου στα μάρμαρα της κεντρικής σκάλας. Κάθομαι σταυροπόδι στο γρασίδι και γράφω πάλι. Ευτυχώς οι πυροβολισμοί από την πλευρά του Μουσείου δεν με πειράζουν. Καλύπτομαι γιατί αυτοί που πυροβολούν από απέναντι βρίσκονται σε ψηλότερο επίπεδο. ΄Έτσι οι σφαίρες τους σκάζουν πάνω απ’ το κεφάλι μου. ΄Έχει πλάκα… Οι πόρτες έχουν κλείσει για τα καλά. Κανείς πια δεν μπορεί να μπει ή να βγει. Τα πράματα που μέχρι χτες ήταν πιο μαλακά, αγρίεψαν. ΄Όλοι νόμιζαν ότι το κλείσιμο θα τέλειωνε σήμερα, όπως αυτό της Νομικής. Το παιχνίδι όμως χόντρυνε. Ο κόσμος άρχισε να το παίρνει στα ζεστά και να μας συμπαραστέκεται ενεργά. Χιλιάδες διαδηλωτές βρίσκονται στην Πατησίων. Οι οικοδόμοι έχουν εξεγερθεί. Από τα Μέγαρα έχουν έρθει διαδηλωτές επίσης. Γίνεται χαμός μέσα κι έξω. Ο ραδιοφωνικός  σταθμός καλεί συνέχεια τον κόσμο σε εξέγερση. Το απόγεμα μοίραζα φέιγ-βολάν με τη συχνότητά του για να τον ακούνε. Φαίνεται ότι η κατάσταση αρχίζει να τους ξεφεύγει από τα χέρια. Ο φόβος που μέχρι χτες ήταν χαραγμένος στα πρόσωπα των ανθρώπων, σήμερα θαρρείς  έφυγε. Μια δύναμη και μια αποφασιστικότητα διαγράφεται. ΄Όλοι είναι συνεπαρμένοι. Φαίνεται ότι οι μέρες της Χούντας πράγματι τέλειωσαν. Η παρέα μου λιγόστεψε. Οι πιο πολλοί με διάφορες προφάσεις λακίσανε. Κάποιοι άλλοι, φρόντισαν να εξαργυρώσουν τις μετοχές της εδώ παρουσίας τους, με το να μετάσχουν σε επιτροπές και όργανα. Τα βαριέμαι και τα σιχαίνομαι όλα. Τις ατέλειωτες συνελεύσεις, τα κούφια λόγια, τις προαποφασισμένες θέσεις, τα σικέ ψηφίσματα που υποστηρίζουν τις γνωστές απ’ τα πριν γραμμές του κόμματος που ο καθένας υποστηρίζει. Δεν ανήκω πουθενά, δε θέλω. Αρνήθηκα την ένταξη, κάθε είδους, αν και μου ζητήθηκε, μου προτάθηκε. Το ξέρω, ότι οι πολλοί προστατεύονται πιο εύκολα απ’ τον ένα. Προτιμώ όμως το μοναχικό δρόμο. Δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος; Δεν ξέρω. Το φάντασμα της ελευθερίας με καταδιώκει. Αν δεν ήταν η δικτατορία, αν ήταν διαφορετικές συνθήκες, θα παρέμενα, είμαι σίγουρος, έξω από κάθε πολιτική δραστηριότητα. Τώρα όμως δεν μπορώ. Είναι κάτι πιο δυνατό από μένα που με συμπαρασέρνει στη δίνη του. Που με κάνει ν’ αγωνίζομαι γι αυτό. Είναι μήπως αυτό που λένε «ιδανικό»; Μπα…(ειρωνικά) δεν το φαντάζομαι. Χτες το πρωί πήγα για λίγο σπίτι. Πήρα ένα υπνόσακο, ένα φουσκωτό μαξιλαράκι και κάποια βιβλία. Είμαι σίγουρος ότι το κλείσιμο θα τραβήξει σε μάκρος.  Πρέπει λοιπόν να είμαι έτοιμος. Οι ομάδες περιφρούρησης τρέχουν από δω κι από’ κει όπου ακουστεί ότι δημιουργείται κάποιο πρόβλημα, κάποιος κίνδυνος απ’ έξω.  Βαστάνε ξύλα και λοστούς και νομίζουν ότι μ’ αυτά θα υπερασπιστούν την αυτονομία του ιδρύματος! Φτωχά παιδιά! Θα υπερασπιστούμε την αξιοπρέπειά μας να είμαστε άνθρωποι, θα καταξιώσουμε την ύπαρξή μας. Πρέπει όμως να ξέρουμε, ότι τα όπλα που κρατούν οι άλλοι απ’ έξω, στο τέλος θα νικήσουν…

΄Έχουμε κλείσει τις πόρτες, έχουμε ταμπουρωθεί καλά. Αδύνατο να μπουν μέσα. Τουλάχιστον όχι χωρίς να χυθεί αίμα…»

……………………………………………………………………………………………………………………………………………….

«…τα δακρυγόνα πέφτουν συνέχεια. Η ατμόσφαιρα έχει γίνει αποπνικτική. Καπνοί παντού. Τα μάτια όλων μας δακρυσμένα, πονάνε και είναι κατακόκκινα. Ο βήχας μας κόβει την αναπνοή. Κι όμως. Κανείς δε δείχνει φοβισμένος. ΄Όλοι μας νιώθουμε μια εσωτερική φλόγα να μας καίει, να μας δίνει ώθηση. Για πού; Δεν ξέρω. Η κατάσταση χειροτερεύει ώρα με την ώρα. Οι συνομιλίες που άρχισαν οι δικοί μας με το στρατό που μας έχει περικυκλώσει, ακόμα συνεχίζονται. Οι φωνές έχουν κοπάσει. Μια γενική βουβαμάρα επικρατεί. ΄Όλοι νιώθουμε ένταση και αγωνία για την επόμενη στιγμή. Θα μπουκάρουν; Από πού και πώς; Πώς θα τους αντιμετωπίσουμε…»

……………………………………………………………………………………………………………………………………………

«…Η ατμόσφαιρα είναι πολύ τεταμένη. Πολύς κόσμος έχει μαζευτεί στην κεντρική πύλη της Πατησίων. Κάθομαι στα σκαλιά της επιβλητικής εισόδου του κεντρικού κτιρίου, ακριβώς φάτσα. ΄Έχω πανοραμική θέα και γράφω, αυτόματα, συνειρμικά σχεδόν ό,τι αντιλαμβάνομαι. Τα παιδιά γεμάτα πάθος φωνάζουν συνθήματα. Απ’ έξω όμως τα πράματα έχουν αγριέψει! ΄Έχουν έρθει τανκς, στρατιωτικά οχήματα, φαντάροι, κλούβες, μπάτσοι. Είμαστε αληθινά περικυκλωμένοι. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι γίνεται, ούτε τι θα γίνει. ΄Άλλοι φοβισμένοι κάθονται σκυθρωποί, άλλοι εξαγριωμένοι φωνάζουν απειλητικά, άλλοι προβληματισμένοι σχηματίζουν πηγαδάκια για να μάθουν νέα. Οι πληροφορίες είναι ασαφείς και συγκεχυμένες. Ακούγεται κάτι για πραξικόπημα, για τελεσίγραφο, για μπούκα. Δεν  ξέρω. Πάντως άμα γίνει κάτι τέτοιο θα θρηνήσουμε πολλά θύματα. ΄Έτσι όπως είναι τα πράματα μόνο σηκωτούς θα μας βγάλουν από’ δω. Η επιτροπή των δικών μας σκαρφαλωμένη πάνω στα κάγκελα κάνει διαπραγματεύσεις. Δεν ξέρω τι ακριβώς. Φαίνεται όμως ότι τα πράματα πάνε στραβά. Πίσω από την κεντρική πύλη βρίσκονται δυο-τρία αυτοκίνητα για να εμποδίσουν την είσοδο. Οι πλάγιες πόρτες είναι φρακαρισμένες με θρανία, ξύλα και άλλα αντικείμενα. Μόνο με τανκ θα  μπουν. Θα τολμήσουν όμως; Δεν το πιστεύω. Υπάρχει αγωνία και υπερένταση. Σκέφτομαι το σπίτι. Τι θα πουν οι δικοί μου αν με δουν κάπου στις ειδήσεις ζωντανό ή πεθαμένο. Δεν ξέρω. Δε  φοβάμαι. ΄Έχω ξεπεράσει το φόβο. Το παν είναι αυτό. ΄Υστέρα δε σε πιάνει τίποτα. Τις προάλλες είχαν πιάσει τον Μιχάλη. Τον πήγανε στην ασφάλεια για ανάκριση, αποτυπώματα, φωτογραφίες και τα σχετικά. Αυτός ήταν ξεψαρωμένος. Τους λέει «θέλετε μόνο en face, ή μια που με βγάζετε, να μου κάνετε και μια προφίλ!» Είχε πλάκα! Το λέει η καρδιά του. Κάπου εδώ τριγυρνά κραδαίνοντας ένα ξύλο και φωνάζοντας. Ο καθένας που βρίσκεται εδώ, έχει τα δικά του κίνητρα, τις δικές του αιτίες. ΄Όπως κι αν έχει όμως, η κοινή προσπάθεια, ο κοινός αγώνας, η κοινή μοίρα, είναι που μας ενώνει. ΄Όλοι, απ’ όποια σκοπιά κι αν το κάνει ο καθένας, αγωνιζόμαστε για την ελευθερία.

Το ξύλο, τα συνθήματα, τα δακρυγόνα, η εξέγερση, είναι στοιχεία που θ’ αξιολογηθούν κάποτε από άλλους. Αυτή τη στιγμή για μένα είναι η ίδια η ζωή που μετράει. Είμαι μέσα στα γεγονότα, τα ζω και τα αποτυπώνω στο κορμί με τις αισθήσεις μου. Κι αυτό είναι που αξίζει τον κόπο. Νιώθω πως ότι κι αν έχω κάνει μέχρι τώρα δεν έχει νόημα, δεν έχει αξία. ΄Όλη η μαρξιστική και αναρχική βιβλιοθήκη που έχω μελετήσει, όλη η φιλολογία και φιλοσοφία που έχω μάθει, όλες οι ατέλειωτες ώρες που πέρασα στα σπουδαστήρια, εδώ, τώρα, μ’ αυτό τον τρόπο βρίσκουν την καταξίωσή τους…»

…………………………………………………………………………………………………………………………………

«…η πόρτα πέφτει! Σωριάζεται με κρότο! Γίνεται πανζουρλισμός. Φωνές, κραυγές, ουρλιαχτά πόνου και φόβου. Ένα  τανκ εμφανίζεται. Οι ερπύστριες  του έχουν κάνει λιώμα  τ’ αυτοκίνητα που βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα. Λιώμα και τα παιδιά που ήταν εκεί.

Η μπούκα του κανονιού του στρέφεται αργά πότε αριστερά και πότε δεξιά. ΄Όλοι τρέχουν πίσω να  σωθούν. Πανικός παντού. Πατείς με πατώ σε. Όλοι τρέχουν. Λοκατζήδες με αυτόματα μπαίνουν μέσα. Ακροβολίζονται. Απειλούν. Βρίζουν. Τα παιδιά τρέχουν να σωθούν. Άλλοι προς την  Καλών Τεχνών και άλλοι προς τα πίσω  κτίρια. ΄Άλλοι ανεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλιά προς τα πάνω, να οχυρωθούν στο κεντρικό κτίριο. Κάθομαι στη γωνία στο πλατύσκαλο. Γράφω ίσως τις τελευταίες μου αράδες. Μέχρι πότε; Δεν ξέρω. Θα πρέπει να σταματήσω. Να κρύψω το χειρόγραφο. ΄Έρχονται προς τα μένα.

Ζήτω η Ελευθε….»

 


Liu Jiayin, Oxhide (牛皮, 2005)

 Liu Jiayin, Oxhide (牛皮, 2005)


 

  Το δέρμα του βοδιού είναι ο κινέζικος τίτλος, αν και στην ταινία είδαμε και δέρμα της αγελάδας.

  Η Liu Jiayin είναι από τους σκηνοθέτες εξαιτίας των οποίων η μετα-έκτη (έβδομη) γενιά ονομάστηκε και d.generation, digital generation, γιατί κάποιοι γύρισαν ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού με ψηφιακές κάμερες.

  Η κάμερα είναι καθηλωμένη, και παίρνει λήψεις από την οικογενειακή τους ζωή, σε μεγάλης διάρκειας πλάνα.

  Πόσο μπορεί να είναι ενδιαφέροντα τέτοια πλάνα;

  Δεν είναι εντελώς ντοκιμαντερίστικη η ταινία, είναι και σκηνοθετημένη. Η Jianyin επιλέγει το θέμα, και απλά βάζει τους γονείς της να συζητούν. Σε κάποια επεισόδια έχει και η ίδια κεντρικό ρόλο.

  Βάζει σημαδούρα στην πόρτα για να δει πόσο ψήλωσε.

  Μου θύμισε τον εαυτό μου.

  Ίδια πόρτα, ίδιες σημαδούρες, στο πατρικό μου, όταν ήμουν παιδί. Μόνο που εγώ τις έκανα μόνος μου και μετρούσα μόνος μου, δεν έβαζα τον πατέρα μου.

  Θέματα.

  Η επεξεργασία του δέρματος.

  Κάποια είναι δύσκολα στην επεξεργασία, κάποια άχρηστα, επειδή τα ζώα μαστιγώθηκαν. Κάποια μάλιστα μαρκαρίστηκαν, όπως βλέπουμε στα καουμπόικα.

  Οι τιμές στην αγορά.

  Μα γιατί δεν κάνει εκπτώσεις; διαμαρτύρεται η γυναίκα του. Όταν έκανε έκπτωση 50% είχε πολλούς πελάτες. Όλοι αγοράζουν με εκπτώσεις (εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση, αν και τώρα στο temu δεν υπάρχουν εκπτώσεις, απλώς προτείνονται καλές τιμές). Να ανεβάσει λίγο την τιμή και μετά να κάνει έκπτωση. Cosi fan tutti (να το ξαναπώ άλλη μια φορά, μου αρέσουν οι παραφράσεις).

  Στο οικογενειακό τραπέζι.

  Noodles (αγοράζω από το Σκλαβενίτη) αλλά και σουβλάκια.

  Φοβερά κέρδη τα σουβλατζίδικα.

  Κρύα πόδια, σε ζεστό νερό μέσα σε λεκάνη (ιστορίες για αγρίους).

  Είχε και κάποιες χιουμοριστικές σκηνές, ειδικά στον ενδοοικογενειακό καυγά.

  Βραβευμένη ταινία, η διπλωματική της Jianyin, την είδα με ενδιαφέρον, το 6,8 της βαθμολογίας της με βρίσκει σύμφωνο.

  Είδα να περιγράφεται μια φιγούρα από το «The Red Detachment of Women», ένα από τα πρότυπα έργα που δημιουργήθηκαν με την καθοριστική επιρροή της Jiang Qing, της γυναίκας του Mao. Μακριά από τα ιστορικά γεγονότα, εμένα μου άρεσε πολύ, και φαίνεται πως δεν είμαι ο μόνος, αν κρίνω από κάποιο reel που βρήκα στο διαδίκτυο. Είδαμε το μπαλέτο, για το οποίο δεν έγραψα, αλλά και την ταινία που γυρίστηκε το 1961. 

Sunday, November 1, 2026

Woody Allen, Alice (1990)

 Woody Allen, Alice (1990)

 


  Μια ακόμα ταινία του Woody Allen που μου ξέφυγε τότε που προβλήθηκε, εκτός και έχω ξεχάσει, λόγω ηλικίας τώρα πια.

  Βασίζεται χαλαρά, όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια, στην «Ιουλιέτα των πνευμάτων» του Φελίνι και στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ.

  Η Μία Φάροου έχει παντρευτεί τον πλούσιο. Πριν τον παντρευτεί δούλευε, και μόλις που την έφταναν τα λεφτά που έβγαζε να ζήσει. Τώρα ξοδεύει το χρόνο της σε ψώνια, σε πεντικιούρ… σε ό,τι μπορεί να κάνει μια πλούσια αργόσχολη γυναίκα.

  Και ξαφνικά ερωτεύεται!!!

  Πόσο να αντισταθεί;

  Και βέβαια κάποια στιγμή θα υποκύψει.

  Για στάσου, σκέφτηκε ποτέ μήπως την απατάει ο άντρας της;

  Να του ζητήσει λεφτά να βάλει ντετέκτιβ να τον παρακολουθεί, όπως ο σύζυγος στην τελευταία ταινία του Άλεν, «Coup de chance»; Αστείο.  

  Δαιμόνιος ο Άλεν.

  Ο από μηχανής θεός του είναι σχεδόν πάντα το φανταστικό.

  Έχει πόνους στην πλάτη. Της συστήνουν έναν κινέζο, Yang (δεν θα χάσει την ευκαιρία ο Άλεν να κάνει το λογοπαίγνιο, Yang, young.

  Και θυμήθηκα τώρα το ανέκδοτο:

  -Πώς λέγεται ο κινέζος που έχει έιτζ;

  Die soon.

  -Και η γυναίκα του, που έχει και αυτή έιτζ;

  Die soon too.

  -Και η κόρη τους που έχει και αυτή έιτζ;

  Die young.

  Οι αγγλικές λέξεις έχουν ίδια προφορά με κινέζικα ιδεογράμματα.

  Ο κινέζος θα της δώσει ένα σκονάκι και θα γίνει αόρατη. Θα παρακολουθήσει πρώτα αυτόν που έχει ερωτευθεί και θα τον δει να κάνει σεξ με την πρώην του. Αυτό είναι που την κάνει αρχικά να διστάσει πριν πέσει στην αγκαλιά του.

  Μετά θα πιάσει τον άντρα της με τη δικιά του.

  Μια σου και μια μου;

  Ο κινέζος της δίνει ένα άλλο σκονάκι που πρέπει να το διαλύσει στο νερό και να το δώσει στον άντρα που θέλει να την ερωτευθεί.

  Αλήθεια, ποιον θα διαλέξει;

  Πηγαίνει στη συνέχεια σε ένα πάρτι και αφήνει στην κουζίνα το σακουλάκι της με το σκονάκι. Το βλέπει η μαγείρισσα και το βάζει σε μια γαβάθα με punch.

  Της την πέφτει ο γαμπρός της.

  -Δεν πας καλά.

  Ακολουθεί και άλλος, και άλλος, και στο τέλος βλέπουμε ένα τσούρμο να την πολιορκεί.

  Στο τέλος της ταινίας θα βρεθεί στην Καλκούτα, προσφέροντας κοινωνικό έργο.

  Πάντα θαύμαζε τη μητέρα Τερέζα.

  Βρήκε νόημα στη ζωή της.

  Η ταινία ξεκινάει αργά για να καταλήξει σε ένα απολαυστικό κωμικό κρεσέντο.

  Ο γνωστός μου Άλεν, που μου άρεσε. Σε αντίθεση με την προηγούμενη ταινία του, εκτός από τα συζυγικά και τα υπαρξιακά προβλήματα έχουμε εδώ και το χιούμορ, την κωμωδία.

  Κριτήριο για μένα για το πόσο μου αρέσει μια κωμωδία είναι το πόσο ξεκαρδίζομαι στα γέλια.

  Και σ’ αυτήν ξεκαρδίστηκα σε αρκετά επεισόδια.

  Όχι μοναδικό κριτήριο βέβαια.

  Μου αρέσει και το λεπτό, σοφιστικέ χιούμορ, με το οποίο απλά χαμογελάω, και στον Άλεν είναι άφθονο.

  Μόνο 6,6 η βαθμολογία της;

  Δεν είμαστε καλά.

  Θα βάλω 8.

  Συζήτηση στην ταινία: -Σε πόσες γυναίκες έχεις κάνει έρωτα; -Αρκετές. Αλλά εσύ είσαι η μοναδική που σκεφτόταν σοβαρά να γίνει καλόγρια.

  Κοίτα σύμπτωση!

  Για το καλόγρια, όχι για το αρκετές.

  -Ήμουν χάλια;

  -Ήσουν η καλύτερη.

  Μου θύμισε:

  -Είσαι η καλύτερη.

  Στη γυναίκα του αυτό.

  Και χώρισαν.

Woody Allen, Another woman (1988)

 Woody Allen, Another woman (1988)

 


  Το «Μια άλλη γυναίκα» είναι από τις πιο τυπικές ταινίες του Woody Allen. Υπαρξιακά προβλήματα και σχέσεις των δύο φύλων. Λείπει μόνο το στοιχείο της κωμωδίας.

  Κεντρικό πρόσωπο η Gena Rowlands, η γυναίκα του δικού μας John Κασσαβέτη. Είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας. Ο άντρας της είναι γιατρός.

  Από τα ευφυολογήματα του διαδικτύου: ο άντρας δεν ξεχνάει ποτέ την πρώτη του αγάπη και η γυναίκα-την τελευταία.

  Ο Τζην Χάκμαν ποτέ δεν την ξέχασε, και δεν χάνει ευκαιρία να της θυμίζει πόσο την αγαπάει. Και ένα από τα πρόσωπα του καινούριου του μυθιστορήματος είναι αυτή, με άλλο όνομα φυσικά. Θα διαβάσει με περιέργεια και συγκίνηση κάποιο απόσπασμα που την αφορά.

  Δίπλα τους παρελαύνουν και άλλα πρόσωπα με τα δικά τους προβλήματα. Η κόρη του άντρα της από τον πρώτο του γάμο. Ο αδελφός της. Μια φίλη της, ηθοποιός, με τον άντρα της, που είναι σκηνοθέτης.

  Δίπλα στο σπίτι τους χτίζεται μια οικοδομή και γίνεται φοβερός θόρυβος (το έζησα), δεν την αφήνει να συγκεντρωθεί για να γράψει το καινούριο της βιβλίο. Νοικιάζει μια γκαρσονιέρα όπου πηγαίνει για να γράψει. Όμως στο διπλανό διαμέρισμα είναι ένας ψυχίατρος. Ακούγονται οι συζητήσεις του με τους πελάτες του. Οικογενειακά δράματα τα περισσότερα.

  Ανάμεσα στους πελάτες του και η Μία Φάροου, έγκυος. Θα θελήσει να αναπτύξει σχέση μαζί της. Βρίσκονται σε μια καφετέρια. Και ξαφνικά βλέπει τον άντρα της με τη φίλη της την ηθοποιό.

  Α, ώστε για αυτό δεν κάνουν σεξ τόσο συχνά τελευταία!

  Κρυφακούει και την Μία Φάροου που λέει στον ψυχίατρο για τη δυστυχισμένη γυναίκα που συνάντησε πρόσφατα. Έτσι την έκρινε από αυτά που της είπε. 

  Και ενώ η πλοκή μέχρι τότε ήταν περίπου προσχηματική για να κολλήσουν πάνω της επεισόδια από τις ζωές των άλλων, ξαφνικά εξελίσσεται με ταχύτητα. Ενώ όλοι τους θεωρούσαν ιδανικό ζευγάρι, αυτή αποφασίζει να χωρίσουν. Ο αδελφός της μόνιμα στα τσακώματα με τη γυναίκα του, όμως δεν χωρίζει. Τυπικές καταστάσεις και οι δυο.

  Ο Άλεν είναι ο αμερικανός Bergman. Οι σχέσεις των δυο φύλων είναι η εμμονή του, με τα ψυχολογικά προβλήματα που προκαλούν οι εντάσσεις στις σχέσεις τους. Και τις εντάσεις αυτές τις βλέπουμε συνεχώς.

  Καλλιεργημένοι σχεδόν όλοι στην παρέα. Όπως και σε άλλες ταινίες του Άλεν θα ακούσουμε ονόματα συγγραφέων και ποιητών. Ο Ρίλκε ξεχωρίζει.

  7,2 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Saturday, October 31, 2026

Woody Allen, Coup de chance (2023)

Woody Allen, Coup de chance (2023)

 


  Μα γιατί να πηγαίνω σινεμά αφού μπορώ να δω ταινίες στην τηλεόραση;

  Πριν χρόνια αυτό.

  Υπήρχαν τρεις εξαιρέσεις: Woody Allen, Akira Kurosawa και Θόδωρος Αγγελόπουλος.

  Έχω (ξανα)δει όλες τις ταινίες του Woody Allen, και κάποιες για τις οποίες δεν έχω γράψει θα τις ξαναδώ σιγά σιγά. Εξαίρεση η τελευταία του, που τη βλέπω για πρώτη φορά.

  Μια γυναίκα, δύο άντρες, το γράφω και στις «Παράλληλες ιστορίες» του Ασγάρ Φαρχαντί.

  Συναντιούνται τυχαία, ο παλιός συμμαθητής της και αυτή. Αυτός χωρισμένος, αυτή ξαναπαντρεμένη, χωρίς παιδιά και οι δυο. Της λέει πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της, αλλά είχε χαμηλή αυτοεικόνα, δεν τολμούσε να της το πει.

  Είναι συγγραφέας. Το καλό με τους συγγραφείς είναι ότι μπορούν να ταξιδεύουν όπου να ’ναι για να γράφουν τα μυθιστορήματά τους. Τώρα βρίσκονται στο Παρίσι (στην ταινία μιλάνε γαλλικά).

  Διευκρίνιση: μόνο οι μυθιστοριογράφοι που «πουλάνε», και αυτό σε χώρες με μεγάλο αναγνωστικό κοινό, κυρίως αγγλόφωνο, έχουν αυτή την πολυτέλεια. Ένας δοκιμιογράφος ελάχιστα, πρέπει να βρίσκεται κοντά σε βιβλιοθήκες, αν και τώρα αυτό ανατρέπεται σιγά σιγά, με την τεράστια βιβλιοθήκη του διαδικτύου. Ο Erich Auerbach είναι μια εξαίρεση. Έγραψε τη «Μίμηση» στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς πρόσβαση σε βιβλιοθήκες, και παρόλα αυτά είναι το αριστούργημά του. Είχε όμως «βιβλιοθήκες» στο μυαλό του.

  Έχουμε ξαναγράψει ότι κάποιες πληροφορίες που μας δίνονται συχνά λειτουργούν ως προσημάνσεις, και είναι εύκολο να τις διακρίνει κανείς. Το ότι ο συνέταιρός του χάθηκε, και μετά από μήνες βρέθηκε το πτώμα του, με τις εικασίες για αυτοκτονία αλλά και για δολοφονία, λειτουργούν ως προσήμανση.

  Τα φτιάχνουν.

  Ο άντρας της υποπτεύεται, βάζει ντετέκτιβ να την παρακολουθεί.

  Trivia: Και αυτοί που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν ντετέκτιβ;

  Θα μείνουν με την αμφιβολία, εκτός και αν το διαπιστώσουν κάποια στιγμή.  

  Ναι, τον απατά.

  Και η προσήμανση που λέγαμε:

  Θα βάλει αυτούς που δολοφόνησαν τον συνέταιρό του να τον δολοφονήσουν, αλλά να ρίξουν το πτώμα του μέσα στη θάλασσα, ώστε να μη βρεθεί ποτέ.

  Από αεροπλάνο, όπως βλέπαμε να γίνεται στις λατινοαμερικάνικες δικτατορίες.

  Αυτή πιστεύει ότι το μετάνιωσε και την παράτησε.

  Ενθουσιάζεται με την απόφαση του άντρα της να κάνουν παιδί.

  Η μητέρα της που έρχεται να τους επισκεφτεί υποπτεύεται. Ψάχνει και βρίσκει την κάρτα του γραφείου του ντετέκτιβ.

  Θα τον επισκεφτεί, θα του πει ότι πιστεύει πως ο άντρας της την απατάει, και θα ήθελε να τον παρακολουθήσει. Το γραφείο του το σύστησε ο κος Fournier.  

  Ο ντετέκτιβ βλέπει σαν περίεργη τη συμπεριφορά της και τον ενημερώνει.

  Και αυτός αποφασίζει να τη βγάλει από τη μέση.

  Σαν ατύχημα. Σε κυνήγι ελαφιού που θα πάνε, ο μπράβος του θα την πυροβολήσει και θα ισχυρισθεί ότι έγινε κατά λάθος, από μακριά νόμισε ότι ήταν ελάφι.

  Μα δεν έχει πυροβολήσει ποτέ του.

  Να μην ανησυχεί, θα πυροβολήσει αυτός με το δικό του όπλο και θα του το δώσει πίσω.

  Στο μεταξύ η γυναίκα του, που επισκέπτεται για μια τελευταία φορά το διαμέρισμα που νοίκιαζε, βρίσκει σε ένα συρτάρι το μυθιστόρημά του. Οι μπράβοι δεν το είχαν βρει για να το εξαφανίσουν.

  Καταλαβαίνει, παίρνει τη μητέρα της τηλέφωνο.

  Αυτός εν τω μεταξύ έχει εξαφανισθεί από κοντά της.

  Σηκώνει το όπλο του να την πυροβολήσει.

  Ακούγεται ένας πυροβολισμός και πέφτει νεκρός. Εμφανίζεται μια ομάδα τριών κυνηγών. Ο ένας είναι απελπισμένος, δεν το ήθελε, νόμιζε, μακριά καθώς ήταν, ότι πυροβόλησε ελάφι.

  Τραγική ειρωνεία και σαρδόνιο τέλος.

  Το έργο σίγουρα είναι crime και romance, όμως από κεκτημένη ταχύτητα χαρακτηρίστηκε, τόσο από το IMDb όσο και από τη βικιπαίδεια, ως comedy, παρασυρμένοι προφανώς από το ότι ο Woody Allen είναι κατά βάση κωμωδιογράφος.

  Δεν μου αρέσουν τα crime, όμως μου αρέσει ο Woody Allen. Και η στρωτή αφήγηση με έκανε να παρακολουθήσω την ταινία με μεγάλη άνεση. 6,4 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.

Asghar Farhadi, Παράλληλες ιστορίες (Histoires parallèles, 2026)

 Asghar Farhadi, Παράλληλες ιστορίες (Histoiresparallèles, 2026)

 


  Με το «Todos lo saben» (2018) ο Ασγάρ Φαρχαντί αποφασίζει να ταξιδέψει για δεύτερη φορά στην Ευρώπη (είχε προηγηθεί το «Le passé», 2013), και συγκεκριμένα στην Ισπανία. Επιστρέφει στο Ιράν με το «Ένας ήρωας» (2021). Ξαναγυρνάει στην Ευρώπη με τις «Παράλληλες ιστορίες», επίσης για δεύτερη φορά στη Γαλλία.

  Δεν ξέρω πού να αποδώσω τη χαμηλή βαθμολογία στις ευρωπαϊκές ταινίες του. 6,7 η ισπανική και μόλις 6 οι παράλληλες ιστορίες, ενώ το «Ένας ήρωας» έχει 7,5. Μήπως ο ιρανικός «εξωτισμός»; Όσο για box office, «Ένας ήρωας», 2,9 εκατομμύρια δολάρια, «Todos lo saben» 19,2 έναντι 11,8 budget. Οι παράλληλες ιστορίες μόλις 1,6 έναντι budget 11 εκατομμύρια, ευρώ όμως, που είναι κάπου 12,31 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή μεγάλη χασούρα. Μεγάλο κέρδος το «Όλοι το ξέρουν» χασούρα οι «Παράλληλες ιστορίες».

  Έψαξα για box office και budget γιατί αναρωτιόμουνα μήπως είναι αυτός ο λόγος της στροφής του Φαρχαντί σε ευρωπαϊκές ταινίες.

  Βέβαια εμένα αυτά δεν με ενδιαφέρουν, παραθέτω μόνο τη βαθμολογία, που δεν επηρεάζει καθόλου τη δική μου εκτίμηση. Εμένα η ταινία μου άρεσε, και θα βάλω 8. (Και τώρα που πήγα να βαθμολογήσω είδα ότι το 6 είχε γίνει 5,9). Κανονικά θα έβαζα 7, αλλά τη μια μονάδα την έβαλα για τη Βιρζινί Εφιρά που μου αρέσει πολύ.

  Η ταινία μου άρεσε για την πρωτοτυπία του σεναρίου, που το υπογράφουν ο Ασγάρ και ο αδελφός του ο Σαΐντ.

  Το θέμα του συγγραφικού μπλοκαρίσματος το έχουμε δει σε πολλές ταινίες, που οι συγγραφείς προσπάθησαν να το λύσουν με διάφορους τρόπους. Θα ξεχωρίζαμε το «Midnight in Paris» του «Woody Allen».

  Έχει μπλοκάρει η Ιζαμπέλ Ιπέρ και ψάχνει έμπνευση για το επόμενο μυθιστόρημά της παρατηρώντας με το τηλεσκόπιό της τους απέναντι. Μια γυναίκα, δύο άντρες (κομπολόι δίχως χάντρες). Και το θέμα του μυθιστορήματός της ποιο θα είναι;

  Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

  Μα η μοιχεία.

  Θα δούμε δραματοποιημένες σκηνές από το μυθιστόρημά της. Ο μεγαλύτερος δεν μπορεί παρά να είναι ο άντρας της, και ο μικρότερος αυτός με τον οποίο τον απατάει.

  Και οι τρεις τους είναι τεχνικοί ήχου.

  Είδαμε και μηχανικούς τρόπους για να αποδίδονται διάφοροι ήχοι, όπως το τίναγμα ενός σεντονιού για το πέταγμα ενός πουλιού.

  Μου θύμισε την ταινία «Striding into the wind» (2020) του Wei Shujun, αυτοβιογραφική, που ο ήρωας είναι ηχολήπτης.

  Έχει καρκίνο του πνεύμονα, η ανιψιά της θα της στείλει να την προσέχει τον νεαρό Adam, με τον οποίο γνωρίστηκε όταν πρόφτασε τον κλέφτη του πορτοφολιού της και το πήρε πίσω.

  Και από εδώ και πέρα έχουμε την πραγματική ιστορία, η εξέλιξη της οποίας επηρεάστηκε από τη μυθιστορηματική.

  Για να μη λέμε πολλά πολλά, ο Άνταμ γνωρίστηκε με την Εφιρά, της παρουσιάζει το μυθιστόρημα σαν δικό του. Αυτή αναγνωρίζει ομοιότητες, όμως μόνο ομοιότητες. Οι δυο άντρες είναι αδέλφια. Ο μεγάλος είναι ο φίλος της, όμως ο μικρός δεν είναι γκόμενός της. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα, σκέφτεται «και γιατί να μη…» και θα της την πέσει. Όμως θα αντιμετωπίσει σθεναρή αντίσταση. Ο μεγάλος πηγαίνει απέναντι να παρακολουθήσει μήπως ο αδελφός του τα έχει με την Εφιρά.

  Τίποτα τέτοιο.

  Η Εφιρά θα παραιτηθεί από τη δουλειά, ενώ οι σχέσεις των δυο αδελφών είναι πια τεταμένες.

  Δυστυχισμένοι και οι τρεις.

  Μόνο η Ιπέρ και ο Αντάμ φαίνονται να είναι ευτυχείς, καθώς τους βλέπουμε στο τέλος να αγκαλιάζονται.

  Μπορεί η τέχνη να επηρεάσει τη ζωή; Ερώτημα.

  Εδώ είναι μια υποπερίπτωση, που το μυθιστόρημα επηρεάζει την πραγματική ζωή.

  Εξαιρετική η Ιπέρ, και η Εφιρά δεν μοιάζει καθόλου για 49ρα.

  Ξέχασα να το γράψω, τον Φαρχαντί τον βλέπω πακέτο, όπως και όλους τους ιρανούς και τους κινέζους.

  Ξέχασα, είναι λέει χαλαρά εμπνευσμένη από το «Δεκάλογο: 6» του Κισλόφσκι. Εγώ είδα την ανεπτυγμένη έκδοση για τον κινηματογράφο, τη «Μικρή ερωτική ιστορία», αλλά το google μου είπε ότι η διαφορά ανάμεσα στα δυο υπάρχει μόνο στο τέλος. Όσο για το «χαλαρά εμπνευσμένη», από όσο είδα είναι μόνο στο τηλεσκόπιο.