Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Friday, July 3, 2026

Αρχοντούλα Διαβάτη, Ασπασία Καρρά, μια γυναίκα του καναπέ-μαρτυρία

 Αρχοντούλα Διαβάτη, Ασπασία Καρρά, μια γυναίκα του καναπέ-μαρτυρία, Νησίδες-Θεσσαλονίκη, 2026, σελ. 99.

  


   Με συγκίνησε πολύ το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη «Ασπασία Καρρά-μαρτυρία», καθώς σχεδιάζω να γράψω και εγώ ένα παρόμοιο.

  Έχουμε ήδη παρουσιάσει τα βιβλία της Αρχοντούλας Διαβάτη «Η μάνα του νερού», «Το αλογάκι της Παναγίας», «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω», «Σκουλαρίκι στη μύτη», «Όπως η Μπερλίνα», «Κινητή γιορτή», «Αίθριος και σήμερα» και «Φωτεινός θάλαμος».

  Και βέβαια, αυτό το βιβλίο είναι κάτι διαφορετικό. Είναι συγκινητικό για πολλούς λόγους.

  Πρώτον, γιατί η Ασπασία Καρρά είχε μια αναπηρία στο ένα χέρι και στο ένα πόδι, εξαιτίας πολιομυελίτιδας.

  Έχω δυο φίλους που προσβλήθηκαν από την ίδια αρρώστια. Ο ένας, απλά κουτσαίνει ελαφρά. Ο άλλος, είναι καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα. Δυστυχώς την εποχή που προσβλήθηκαν δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη το εμβόλιο.

  Δεύτερον, ήταν μια αγωνίστρια, με ενεργητική παρουσία στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. 

  Τρίτον, είχε συλληφθεί και βασανισθεί από τη χούντα, χωρίς να μπορέσουν να τη «σπάσουν», να μαρτυρήσει τους συντρόφους της.

  Τέταρτον, η κριτική της στάση απέναντι σε πρόσωπα και κόμματα.

  Πέμπτο, αναφέρει πράγματα που ο πολύς κόσμος αγνοεί.

  Και βέβαια, ενώ κυριαρχεί η αφήγηση της Καρρά, η Διαβάτη δίνει και τη δική της πινελιά, με δικά της παρενθετικά σχόλια-κείμενα.

  Η Διαβάτη δεν θέλησε να πειράξει την προφορικότητα της αφήγησης της Καρρά (αντίθετα από ό,τι σκοπεύω να κάνω εγώ), δίνοντας έτσι μια αυθεντικότητα στο κείμενο, τη σφραγίδα ενός ντοκουμέντου.

  Μετά από όλα αυτά, νομίζω πρέπει να περάσω στην παράθεση αποσπασμάτων.

  «Είδα στο “Ολύμπιον” για πρώτη φορά την Ασπασία Καρρά τον Φεβρουάριο του 2012, στην προβολή της ταινίας της Αλίντας Δημητρίου για τις αγωνίστριες της αντιδικτατορικής Αντίστασης, Τα κορίτσια της βροχής. Ήταν εκεί» (σελ. 15).

  Αυτή την παράγραφο την παραθέτω εις μνήμην της Αλίντας, της συζύγου του αξέχαστου κοινωνικού ανθρωπολόγου Σωτήρη Δημητρίου, δημιουργού της ομάδας κοινωνικής ανθρωπολογίας. Πάντα συμμετείχε στα αποχαιρετιστήρια τσιμπούσια μας, κάθε Ιούνη, στο σπίτι της Λίλας.

  «Είχαμε διαβάσει το βιβλίο “Mein Kampf” του Χίτλερ» (σελ. 20).

  Έκανα την παραχώρηση να διαβάσω και εγώ ένα βιβλίο για τις μάζες. Φυσικά έκανα ανάρτηση, απλά για να δείξω ότι το διάβασα, χωρίς να σχολιάσω, για ευνόητους λόγους. Αλλά θυμάμαι, έκανα τη σκέψη: καλά, οι εβραίοι δεν το διάβασαν; Και αν το διάβασαν, πώς ήταν τόσο αισιόδοξοι ότι ο Χίτλερ δεν θα έκανε αυτά που γράφει στο βιβλίο του; Λίγοι ήταν αυτοί που κατάλαβαν και την κοπάνησαν από τη Γερμανία.

  «Ο Ε.Π. Παπανούτσος, υπουργός Παιδείας, είχε εισηγηθεί να είναι τα αναγνωστικά διαφορετικά από περιοχή σε περιοχή, κάπου έχει θάλασσα και παιδιά από τα κατσάβραχα αδυνατούν να καταλάβουν χειροπιαστά κάποιες έννοιες» (σελ. 26).

  Δεν ξέρω πόσο είναι υπερτιμημένος, εντελώς ανεδαφική η εισήγησή του. Όμως δεν έγραψα το απόσπασμα για να το σχολιάσω, αλλά για να πω πόσο με ξενέρωσε, πρωτοδιορισμένος φιλόλογος στην Κάσο το 1982, που στο βιβλίο της Ψυχολογίας, γραμμένο από τον Παπανούτσο, ο Φρόιντ απουσίαζε εντελώς.

  «ΓΚΑΡΩΝΤΑΚΙΑ.

  Ήμασταν Γκαρωντάκια. Θαυμάζαμε τον Γάλλο πολιτικό…» (σελ. 27).

  Θυμάμαι σε βίπερ το «Η μεγάλη καμπή του σοσιαλισμού». Αργότερα διαγράφηκε από το ΚΚΓ, αρνήθηκε το ολοκαύτωμα και έγινε μουσουλμάνος.

  «Πάντα και παντού η μανία για εξουσία. Στο κατηχητικό που πήγα, ποίμνιο, στο κόμμα μάζα, τώρα είμαι η Ασπασία και πιστεύω στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου» (σελ. 31).

  Προσυπογράφω απόλυτα.

  «Ο Ανδριώτης ήταν κοντά στα παιδιά, ενώ ο Κριαράς όχι» (σελ. 35).

  Θα διαβάσουμε και άλλα παρόμοια.

  «Αγωνιστήκαμε για να έχουμε όλη μέρα θερμοσίφωνο, ενώ οι τροτσκίστριες είχαν άλλη γνώμη-οι αγωνιστές πρέπει να υποφέρουν-πήγαιναν και το χαλούσαν» (σελ. 44).

  Απίστευτο!!!

  «…πράγμα που δεν το επέτρεπε το κόμμα. Θεωρούσε τη Διεθνή Αμνηστία όργανο της CIA» (σελ. 55).

  Το ξέρατε εσείς αυτό;

  «Ο Θοδωράκης με το “Καραμανλής ή τανκς”, το άκουσαν, θυμάμαι, οι Λαμπράκηδες, η αδελφή μου τότε η «Λαμπράκισσα, και έπεσαν να πεθάνουν» (σελ. 56).

  Εγώ όχι.

  Και θα σας πω γιατί.

  Εκείνη την εποχή υπηρετούσα έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Λάρισα. Ήταν ένας αξιωματικός, ας μη πω το όνομά του, πατριώτης μου, που είχε τη φήμη του πιο μαύρου χουντικού. Έγινε τότε μια συνομωσία από αξιωματικούς, και φυσικά τον μύησαν και αυτόν, θεωρώντας τον δικό τους. Αυτός ήλθε αμέσως σε επικοινωνία με το ΓΕΣ. Του είπαν να μείνει στην ομάδα τους και να ενημερώνει το αρχηγείο, όπως και έγινε. Φυσικά, με βάση τις δικές τους πληροφορίες, τους συνέλαβαν. Μάλιστα ένας από τους συνωμότες βρέθηκε φυλακή ενώ η γυναίκα του ήταν ετοιμόγεννη. Τη λυπηθήκαμε την καημένη.

  Και εγώ ρωτώ: Ο αξιωματικός αυτός θα τους είχε καρφώσει, αν στην εξουσία δεν ήταν ο Καραμανλής αλλά κάποιος άλλος, ας πούμε ο Παπανδρέου; Και αν έκαναν το κίνημα, και είχε επιτυχία; Αλλά και να μην είχε, δεν θα υπήρχαν νεκροί; Πιστεύω και εγώ ότι ο Καραμανλής εκείνη την περίοδο ήταν η πιο ρεαλιστική λύση. Φυσικά το πιστεύω, ξέροντας τα παραπάνω. Αν δεν τα ήξερα θα σοκαριζόμουν κι εγώ.

  ΦΡΟΥΡΟΙ ΚΑΙ ΕΝΣΤΟΛΟΙ ΒΟΗΘΗΣΑΝ

  Νομίζω είναι γνωστό αυτό. Ο «καπετάνιος» όπως τον ξέρουμε, ας μην πω το πραγματικό του όνομα, σαν εσατζής και φύλακας της Τζένης Καρέζη την βοήθησε πολύ. Συναντήθηκαν κάποιες φορές μετά την πτώση της χούντας και τον ευχαριστούσε πάντα.

  «Ο Γλέζος με τον Σάντα κατέβασαν τη σημαία, αλλά μόνο μετά το ’83 αναφέρθηκε το όνομα του Σάντα…. Κι ο Ρίτσος, ο μεγάλος ποιητής, αντέδρασε όταν στην “Επιθεώρηση Τέχνης” ήταν να γίνει αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη. Όσο ζούσε εκείνος, δεν έπρεπε να τιμηθεί άλλος» (σελ. 56).

  Κάτι ανάλογο άκουσα και με τον Καρούζο, έχω ξεχάσει. Και οι μεγάλοι έχουν τις μικρότητές τους, γνωστό αυτό. Εν τάξει, ο Γλέζος έγινε γνωστός, αλλά πόσοι έχουν στο μυαλό τους ότι μαζί με τον Μπελογιάννη εκτελέστηκαν άλλοι τρεις; Και εγώ μόνο τον Μπάτση θυμάμαι σαν όνομα. Στην ιστορία μένουν αυτοί που έχουν υψηλό προφίλ.

  Εξαιρετικό και το βιβλίο αυτό της Αρχοντούλας Διαβάτη, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο. 

Frédéric Hambalek, Όσα ξέρει η Μαριέλ (Was Marielle weiß , 2025)

 


Frédéric Hambalek, Όσα ξέρει η Μαριέλ (Was Marielle weiß , 2025)

 

  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ας το πω από τώρα: με άφησε αμήχανο η ταινία.

  Ένας πρωτόλειος Μπέργκμαν;

  Θεατρικό στήσιμο, σχέσεις του ζευγαριού, κοντινά πλάνα, και φυσικά γκρο πλαν.

  Η απιστία.

  Όμως, υπάρχει το φανταστικό στην ιστορία.

  Τρώει ένα χαστούκι η δωδεκάχρονη κόρη της και αποκτάει κάτι παραπάνω από τηλεπαθητικές ικανότητες: βλέπει και ακούει συζητήσεις των γονιών της. Αυτόν, στον εκδοτικό οίκο που δουλεύει με τους συναδέλφους του. Αυτήν, με τον συνάδελφό της με τον οποίο απατάει τον άντρα της.

  Τι θα κάνει, θα το μαρτυρήσει η κόρη στον πατέρα;

  Φυσικά, και χωρίς το φανταστικό, θα μπορούσαν να συμβούν αυτά που συμβαίνουν στην ταινία. Ο άντρας μαθαίνει το κεράτωμα, και πώς αντιδρά;

  Η γυναίκα, όταν μαθαίνει ότι το μαθαίνει ο άντρας της πώς αντιδρά;

  Η κόρη πώς αντιδρά μαθαίνοντας ότι η μητέρα της απατά τον πατέρα της;

  Εξαιρετικό το κοριτσάκι στην ερμηνεία του.

  6,5 η βαθμολογία της. 

Thursday, July 2, 2026

Alireza Samadi, Sima’s unfinished narration (2023)

 Alireza Samadi, Sima’s unfinished narration (2023)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Νομίζω είναι ευκαιρία να μιλήσω περισσότερο για την κορυφαία ειδολογική μου προτίμηση, το drama. Και αυτό γιατί η ταινία έχει βαθμολογία 4,8, αλλά εγώ έβαλα 8.

  Μου αρέσει το drama, αλλιώς κοινωνική ταινία, γιατί παρουσιάζει κοινωνικές καταστάσεις, διαπροσωπικές σχέσεις και ανθρώπινους χαρακτήρες.

  Ας πάρουμε τις κοινωνικές καταστάσεις.

  Κομπιναδόρικη η εταιρεία, ο Arash, καθηγητής πανεπιστημίου, θα συμμετάσχει σε αυτήν χωρίς να το ξέρει, και είναι δύσκολο να αποτραβηχτεί μετά.

  Με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να ξεσκεπάσεις τα άπλυτα κάποιου, αλλά και να τον συκοφαντήσεις. Στην ταινία βλέπουμε και τις δυο περιπτώσεις, για εκδίκηση.

  «Η νύφη το ’σκασε», έχει γίνει πια μοτίβο. Στο μυαλό μου έρχεται η ομώνυμη ελληνική ταινία με την Τζένη Καρέζη και o «Πρωτάρης» με τον Ντάστιν Χόφμαν. Εδώ έχουμε την αντιστροφή του: ο γαμπρός το ’σκασε τη μέρα του γάμου.

  Ανθρώπινοι χαρακτήρες.

  Ταξιτζού η μέλλουσα γυναίκα του, την οποία παράτησε τη μέρα του γάμου τους. Η νυν, γιατρίνα, του πετάει την ατάκα, όταν έχει γίνει η αποκάλυψη: Είσαι ο τύπος ανθρώπου που ποδοπατάς τα πάντα για χάρη μιας καλύτερης ευκαιρίας.

  Διαπροσωπικές σχέσεις.

  Η μαθήτρια που την κόβει στο μάθημα και θέλει να εκδικηθεί. Ο πρύτανης, που χάρη στην επιμονή του προσλήφθηκε, και τώρα δεν έχει άλλη επιλογή παρά… Οι φοιτητές του έχουν πάψει να τον εκτιμούν. Ο υπεύθυνος της εταιρείας τον απειλεί ανοικτά αν αποχωρήσει.

  Και κυρίως βέβαια η σχέση με τη γυναίκα του. Η ένταση στη σχέση, μετά το διασυρμό του στο διαδίκτυο και κυρίως μετά την αποκάλυψη (το ότι παράτησε την πρώην του τη μέρα του γάμου της είχε αλυσιδωτές συνέπειες, τις οποίες πληρώνει τώρα) πού θα οδηγήσει; Στη συγχώρεση ή στην οριστική ρήξη;

  Εμένα μου άρεσε πολύ η ταινία.

Tuesday, June 30, 2026

Bian Zhuo (卞灼) AKA 王籽璇 (Wang Zixuan), As the water flows (翠湖, 2026)

 Bian Zhuo (卞灼) AKA 王籽璇 (Wang Zixuan), As the water flows (翠湖, 2026)

 


  Δεν βρήκα στοιχεία για τον σκηνοθέτη με την κλασική αναζήτηση (βικιπαίδεια, imdb) και κατέφυγα στην τεχνητή νοημοσύνη. Μια και αυτή είναι η πρώτη του ταινία και δεν μπορώ να κάνω πορτραίτο, αντιγράφω τα στοιχεία που μου έδωσε η Claude.ai

  «Ο Bian Zhuo (本名 Wang Zixuan) γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1988 στο Kunming της επαρχίας Yunnan. Σπούδασε στο San Francisco Art University και είναι σεναριογράφος, σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής (director of photography) από την ηπειρωτική Κίνα.

  Ξεκίνησε την καριέρα του ως διευθυντής φωτογραφίας και πάντα ονειρευόταν να γίνει σκηνοθέτης. Το 2023, ενώ ανάρρωνε από κάταγμα στο πόδι, βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του παππού του, που είχε πεθάνει το 2016 — η πρώτη σελίδα ξεκινούσε με τη φράση «Yuanqin, μου λείπεις τόσο πολύ» (το όνομα της γιαγιάς του). Αυτό το ημερολόγιο έγινε η αφορμή για την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.

  Η ταινία 《翠湖》(Cuihu / "As the Water Flows") — όπου είναι σεναριογράφος, σκηνοθέτης, μοντέρ και διευθυντής φωτογραφίας — είναι η ιστορία τριών γενεών μιας οικογένειας στο Kunming, με αφορμή έναν ηλικιωμένο χήρο που ψάχνει μια νέα σχέση μετά τον θάνατο της συζύγου του, προκαλώντας οικογενειακές συγκρούσεις που τελικά οδηγούν σε συμφιλίωση».

  Aς ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο: του κάνει πρόταση να συζήσουνε. Έτσι θα είναι στήριγμα ο ένας για τον άλλο. Τελικά χωρίζουνε. Δεν θυμάμαι αν έπαιξε ρόλο η αντίθεση των τριών θυγατέρων του: Μήπως του φάει τα λεφτά;

  Πάντως η ταινία είναι χωρίς σασπένς. Αυτό που βλέπουμε είναι οικογενειακές σκηνές, τσακωμοί συνήθως. Οι κεντρικοί χαρακτήρες, εκτός από τον παππού, είναι οι τρεις αδελφές και τα τρία παιδιά τους, ένα η κάθε μία: ένας νεαρός, μια κοπέλα και ο χοντρούλης μικρός.

  Μα πώς ντύνεσαι έτσι κοπέλα μου; Σαν καμιά του δρόμου.

  Τι, θα πάρεις αυτό τον φτωχό νέο;

  Ο παππούς, όπως γενικά οι παππούδες, είναι με το μέρος των εγγονών.

  Μέσα από τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και συγκρούσεις βλέπουμε την κατάσταση που επικρατεί στη σημερινή Κίνα: Οι νέοι, εντελώς μοντέρνοι, έχουν κάνει τους συντηρητικούς γονείς να αγανακτούν.

  Trivia: O πατέρας ενός φίλου και συμμαθητή μου προσποιήθηκε ότι δεν τον αναγνώρισε όταν τον είδε να κατεβαίνει από το λεωφορείο, με μια μαλλούρα τόση, όπως ήταν τότε της μόδας (περίοδος της δικτατορίας). Τα δικά μου μαλλιά ήταν τόσο μεγάλα που έπιαναν ψαλίδα, και έπρεπε να τα κόβω στις άκρες. Και καθώς ήταν τότε σγουρά, μετά από κάθε λούσιμο έβαζα φιλέ για να τα ισιώσω.

  Ο Bian Zhuo είναι αισιόδοξος, είναι με το μέρος των νέων, για αυτό τελειώνει την ταινία του με το πιο κλασικό happy end: το γάμο της εγγονής με τον «φτωχό» νέο.

  Δεν γράφω συχνά για τα υφολογικά στοιχεία μιας ταινίας, με ενδιαφέρει περισσότερο το στόρι. Εδώ όμως έχει ενδιαφέρον το «εικαστικό» βλέμμα του Bian. Ακούμε συχνά, «αντιρεαλιστικά», τον διάλογο δυο προσώπων που βρίσκονται στο βάθος. Ο Bian ενδιαφέρεται εξίσου για το τοπίο, όπως κάνει ο Bruegel σε κάποιους πίνακές του. Άλλες φορές ακούμε διάλογο off-stage, καθώς η κάμερα περιφέρεται σε ένα τοπίο -μια φορά στον ελαφρά συννεφιασμένο ουρανό. Ακόμη, πολλές φορές μας παρουσιάζει τα πρόσωπα να μιλούν πίσω από την τζαμαρία ενός παραθύρου, όπως κάνει ο Vermeer σε δικούς του πίνακες.

  Μήπως είναι μια οιονεί αποστασιοποίηση; Να τα κρίνουμε, όχι να τα συμπονέσουμε;

  Λέμε τώρα.  

  Παρά λίγο να το ξεχάσω.

  Η Πολιτιστική Επανάσταση κατατρύχει τους κινέζους σκηνοθέτες, έχω αναφερθεί σ’ αυτό σε άλλη ανάρτηση. Εδώ, ο παππούς, καθηγητής, χαρακτηριζόμενος δεξιός, στέλνεται από τους ερυθροφρουρούς στην επαρχία, σε ένα δάσος, να «αναμορφωθεί» γινόμενος υλοτόμος.

  Τι ξέρει αυτός από υλοτομία;

  Ένας κορμός πέφτει πάνω του και τον τραυματίζει σοβαρά στο πόδι.

  Τον βάζουν σε ένα εργαστήριο για να πεθάνει.

  Ευτυχώς η μακαρίτισσα η γυναίκα του έτρεξε και τον περιμάζεψε. Είχε αντιταχθεί στις πιέσεις της οικογένειάς της να τον χωρίσει.

  Όμως να μην πάει χαμένη η αναζήτηση, παραθέτω και τα υπόλοιπα στοιχεία που μου έδωσε η Claude.ai

  Διακρίσεις της ταινίας:

  • Υποψηφιότητα για το Silk Road Award στο 12ο Silk Road International Film Festival.
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην ενότητα Asian New Talent (亚洲新人单元) του Golden Goblet Award, στο 27ο Shanghai International Film Festival.
  • Βραβείο Νέου Σκηνοθέτη Ασίας (Asian New Director Award) στο 22ο Hong Kong Asian Film Festival. Σε συνέντευξή του αναφέρει ως μεγαλύτερες επιδράσεις τον Edward Yang (杨德昌, ειδικά το Yi Yi) και τον Ang Lee (Eat Drink Man Woman, The Wedding Banquet), καθώς και τους Jim Jarmusch και Stanley Kubrick.

 

Sunday, June 28, 2026

John Huston, Η ζούγκλα της ασφάλτου (The asphalt jungle, 1950)

 John Huston, Η ζούγκλα της ασφάλτου (The asphalt jungle, 1950)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους

  Σύμπτωση: όπως και το «Fuze», που προβάλλεται επίσης από την Πέμπτη που μας πέρασε, έχει σαν θέμα μια ληστεία.

  Πολλές ταινίες με θέμα τη ληστεία παρουσιάζουν απλά την καταδίωξη της αστυνομίας και την προσπάθεια διαφυγής των ληστών. Όμως αυτές οι δυο ταινίες διαφέρουν, και έχουν δυο κοινά χαρακτηριστικά.

  Το πρώτο: κάποιος/οι από τους ληστές προσπαθούν να τη φέρουν στους άλλους, παίρνοντας οι ίδιοι τα κλοπιμαία.

  Το δεύτερο: βλέπουμε μια διαπλοκή με την «εξουσία», άμεση στο «Fuze», έμμεση στη «Ζούγκλα της ασφάλτου». Στρατιωτικός στο «Fuze», αστυνομικός στην «Ζούγκλα της ασφάλτου». Άμεσα μπλεγμένος στην υπόθεση ο στρατιωτικός, απλή διαπλοκή με τους ληστές ο αστυνομικός.

  Βλέπουμε και την Μέριλιν Μονρόε, κούκλα, δεν την αναγνώρισα παρά μόνο τώρα που διαβάζω τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Γιατί δεν την αναγνώρισα:

  Ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, και τώρα την βρήκα πραγματική κούκλα, η «σπιτωμένη» γκόμενα του Έμεριχ, πλούσιου δικηγόρου που θα χρηματοδοτήσει την επιχείρηση.

  Υπάρχουν ταινίες που τις έχω ξαναδεί και δεν το θυμάμαι, τώρα πια η συντριπτική πλειοψηφία, και ταινίες που αναγνωρίζοντας σκηνές καταλαβαίνω ότι τις έχω ξαναδεί.

  Ο Doc, που μόλις έχει αποφυλακισθεί έχοντας εκτίσει τα 5 χρόνια της ποινής του και είναι ο διοργανωτής της ληστείας, είναι μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία, που τον θυμήθηκα από την αρχή. Δεν οπλοφορεί από τα είκοσί του χρόνια. Αν οπλοφορείς, λέει, κινδυνεύεις να σκοτώσεις αστυνομικό, και τότε την έχεις πραγματικά βαμμένη.

  Θυμήθηκα επίσης το επεισόδιο που, για να απολαύσει το χορό μιας νέας κοπέλας (της είχε δώσει ένα σωρό κέρματα να βάλει στο τζουκ μποξ), καθυστέρησε τη φυγή του, ακριβώς τόσο χρόνο όσο χρειάστηκε να φτάσει η αστυνομία και να τον συλλάβει.

  Το τρίτο δεν θα σας το πω γιατί θα κάνω σπόιλερ.

  Να το ξαναπούμε, οι επανεκδόσεις είναι πάντα μια εγγύηση ποιότητας.

  7,8 η βαθμολογία της (εγώ δεν βαθμολόγησα, απλά γιατί δεν μου αρέσει το είδος), αξίζει να την (ξανα)δείτε.

  Τώρα μου ήλθε στο μυαλό, να το σχολιάσω: πόσο μπορεί να επηρεάσει την κρίση μας το αν μας αρέσει το είδος ή όχι;

  Τα crime και τα thriller δεν είναι της αρεσκείας μου, ενώ τα horror, αγαπημένο είδος στα νεανικά μου χρόνια, δεν τα βλέπω καθόλου, με εξαίρεση, αν βλέπω έναν σκηνοθέτη πακέτο. Το «Ψυχώ» που προβάλλεται σε επανέκδοση δεν το είδα. Θυμάμαι ακόμη την προβολή του στην «Ίριδα», όταν ήμουν φοιτητής, και το βουητό στην αίθουσα όταν είδαμε το κρανίο της μαμάς, ενώ περιμέναμε να δούμε τη μαμά.

  Όμως αξίζει να παραθέσω την κριτική που έγραψα για το remake του Gus van Sant:

  «Πρόκειται για remake της ομώνυμης ταινίας του Χίτσκοκ. Τα θρίλερ δεν εντάσσονται στις προτιμήσεις μου, όμως μια και αποφάσισα να δω πακέτο τον Gus van Sant είπα να το δω.   

  Καλογυρισμένο έργο, αλλά ένα θρίλερ στηρίζεται στο εφέ του απροσδόκητου, και μια και το εφέ αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν ξέρεις ήδη την υπόθεση, δεν μπορώ να πω ότι μου άφησε την ίδια εντύπωση που μου άφησε το «Ψυχώ» πριν χρόνια, όταν το είδα στην Ίριδα, στον κινηματογράφο όπου γίνονταν οι φοιτητικές προβολές. Θυμάμαι τη σκηνή που γυρνάει η πολυθρόνα, και αντί τη γυναίκα που περιμένουμε να δούμε βλέπουμε ένα σκελετό. Βουβαμάρα στην πλατεία και στα θεωρεία –θυμάμαι ότι έβλεπα από θεωρείο- και αμέσως μετά ένα μεγάλο βουητό καθώς άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, σαν να έγινε σεισμός». 

 Ξέχασα να γράψω την ατάκα, του Doc: «Η πείρα με δίδαξε να μην εμπιστεύομαι τους αστυνόμους. Εκεί που νομίζεις ότι είναι εντάξει, γίνονται νομοταγείς». 😂

  

 

Saturday, June 27, 2026

David Mackenzie, Fuze (2025)

 David Mackenzie, Fuze (2025)

 


  Από προχθές στους κινηματογράφους.

  Πρωτότυπη αστυνομική ταινία.

  Θα πω δυο λόγια για την πλοκή, την οποία εξάλλου μπορείτε να διαβάσετε στο σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Ανακαλύφθηκε μια βόμβα κάτω από κάτι χώματα, προφανώς απομεινάρι του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Έρχονται οι ειδικοί για να την απασφαλίσουν, ή να φροντίσουν να γίνει μια έκρηξη ελεγχόμενη, δηλαδή να έχουν απομακρύνει τον κόσμο από την περιοχή και να φτιάξουν προστατευτικό τοίχος.

  Όμως η βόμβα δεν ήταν απομεινάρι του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Και, ενώ στην αρχή βλέπουμε την κινητοποίηση της αστυνομίας και κάποιων ειδικών στρατιωτικών, στη συνέχεια περνάμε σε άλλα πλάνα. Κάποιοι διαρρήκτες, τρυπώντας τοίχους, μπαίνουν μέσα στην τράπεζα και αρπάζουν ό,τι βρουν στις θυρίδες φύλαξης, από χαρτονομίσματα μέχρι κοσμήματα.

  Και διαμάντια.

  Γιατί είναι πρωτότυπη η πλοκή.

  Γιατί και οι διαρρήκτες αλληλοϋπονομεύονται, συγκρούονται μεταξύ τους, υπάρχουν και νεκροί.

  Γιατί τελικά αποδεικνύεται ότι υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσά τους και ανάμεσα σε έναν από εκείνους που κλήθηκαν να απασφαλίσουν τη βόμβα.

  Όσο για το τέλος…

  Θα κάνω ένα quasi spoiler.

  Το να ληστέψεις τους πλούσιους δεν είναι ληστεία, το έκανε και ο Ρομπέν, μόνο που αυτός το έκανε στα δάση.

  Ανάμεσα στους τρεις ληστές είναι και ένας Καραλής.

  Δεν νομίζω να έχει σχέση με τον Βρασίδα.  

  Ακούσαμε και το ελληνικό, ενώ σηκώνουν τα ποτήρια με την μπύρα για πρόποση: Στην υγειά μας.

  6,2 η βαθμολογία της, νομίζω την αδικεί, εγώ έβαλα 7.

Anthony Maras, 78 ώρες προθεσμία (Pressure, 2026)

 Anthony Maras, 78 ώρες προθεσμία (Pressure, 2026)

 


  Από προχθές στους κινηματογράφους

  Ήξερα πόσο σημαντικό ήταν για τη νίκη των συμμάχων το σπάσιμο των κωδίκων του εχθρού. Οι άγγλοι με τον Turing των γερμανών, οι αμερικάνοι, δεν ξέρω με ποιον, των γιαπωνέζων. Αυτό στοίχισε τη ζωή στον Γιαμαμότο.

  Τώρα έμαθα κάτι άλλο.

  Το διάβασα στην ταινία: Ο Κένεντι ρώτησε τον Αϊζενχάουερ πώς τα κατάφεραν και πέτυχαν την απόβαση στη Νορμανδία. Η απάντησή του ήταν: Είχαμε καλύτερους μετεωρολόγους από τους γερμανούς.

  Για την ακρίβεια, είχαν τον James Stagg, εκπρόσωπο των άγγλων και επικεφαλή της ομάδας των μετεωρολόγων.  

  Υπήρχε όμως και ο Irving P. Krick, ο εκπρόσωπος των αμερικανών στην ομάδα των μετεωρολόγων.

  Υπήρχε διάσταση απόψεων. Τελικά έγινε δεκτή η πρόταση του Σταγκ να αναβληθεί η απόβαση, να μη γίνει στις 5 Ιουλίου αλλά στις 18. Όμως διαπίστωσε ένα κενό στην κακοκαιρία, που ήταν ακριβώς πάνω από τις ακτές της Νορμανδίας που είχε προγραμματισθεί η απόβαση. Και πρότεινε να γίνει η απόβαση την επομένη, στις 6 Ιουλίου, πρόταση που έγινε δεκτή.

  Μάθαμε ότι είχε γίνει πιο πριν μια δοκιμή που κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Πολλοί πεζοναύτες σκοτώθηκαν από φίλια πυρά.

  Σε όλη την ταινία βλέπουμε την πίεση (ο αγγλικός τίτλος της ταινίας) που ασκούνταν στους μετεωρολόγους να δώσουν όσο πιο σύντομα μπορούσαν τις προβλέψεις τους. Επίσης την κόντρα ανάμεσα στους δυο μετεωρολόγους. Τελικά ο Σταγκ είχε δίκιο, και αργότερα παρασημοφορήθηκε.

  Βλέπουμε και σκηνές από την απόβαση, στο τέλος της ταινίας.

  7,4 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο, παρόλο που βλέπω ότι οι έλληνες κριτικοί έχουν διαφορετική άποψη από το κοινό που ψήφισε.