Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, February 5, 2026

Mascha Schilinski, Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen, 2025)

 Mascha Schilinski, Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Αντιγράφω από τη βικιπαίδεια:

  «Η ταινία δεν έχει ευθύγραμμη πορεία, εναλλάσσεται σε τέσσερις εποχές, τα επεισόδια της οποίας διαδραματίζονται στο ίδιο αγρόκτημα στην περιοχή του Altmark [πρώην Ανατολική Γερμανία]. Ίδιες χειρονομίες, συζητήσεις και καταστάσεις επαναλαμβάνονται κάθε φορά».

  Σημειώνω: δεν είδα κάτι τέτοιο.

  Και από το IMDb:

  Μια απομακρυσμένη γερμανική φάρμα κρύβει γενιές μυστικών. Τέσσερις γυναίκες, χωρισμένες από δεκαετίες αλλά ενωμένες από το τραύμα, αποκαλύπτουν την αλήθεια πίσω από τους φθαρμένους τοίχους της.

  Το έχω ξαναγράψει: είμαι «από τη μεριά του κοινού», παραφράζοντας τον Προυστ. Εδώ όμως βλέπω ότι είμαι «πέραν των κριτικών και του κοινού», παραφράζοντας τον Νίτσε.

  Γιατί το λέω αυτό.

  Η ταινία πήρε το βραβείο κριτικών στις Κάννες.

  Έχει βαθμολογία 7.

  Εμένα όμως δεν μου άρεσε καθόλου.

  Δεν είναι μόνο η μη γραμμική αφήγηση, που δημιουργεί μια ασάφεια στην πλοκή. Την ασάφεια τη δημιουργεί και το ίδιο το μοντάζ, δείχνοντας άσχετα αφηγηματικά πλάνα.

  Και τώρα ένα σχόλιο σε σχέση με το σασπένς.

  Για πρώτη φορά βλέπω να δημιουργείται εξωκειμενικό σασπένς.

  Πριν δω την ταινία διάβασα το IMDb.

  «Αποκαλύπτουν την αλήθεια».

  Ποια αλήθεια;

  Δεν είδα να αποκαλύπτεται καμιά αλήθεια.

  Νομίζω την ασάφεια την έχει εισπράξει και η βικιπαίδεια.

  Αντιγράφω το τέλος από την πλοκή που δίνει: During a game of hide-and-seek, Nelly climbs to the barn's threshing floor, spreads her arms, jumps, and is seen lying motionless in the hay.

  Την είδα να πηδάει, αλλά δεν την είδα να κείτεται ακίνητη πάνω στο σανό. Πριν μεταβούμε στο επόμενο πλάνο βλέπουμε ένα cut to black μεγάλης διάρκειας, το μοναδικό εξάλλου στην ταινία.

  Θα μπορούσες να πεις ότι απολαμβάνεις τα πλάνα για την ποιητικότητά τους, όμως δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο, όπως π.χ. στον Παρατζάνοφ. Τα μόνα ποιητικά πλάνα που βλέπω είναι στο τέλος.

  Ένας δυνατός άνεμος φυσάει από δεξιά. Βλέπουμε θημωνιές και γυναίκες να κάθονται δίπλα τους, σκυμμένες, για να προφυλαχτούν από τον αέρα. Μόνο ένα κοριτσάκι πηγαίνει κόντρα στον άνεμο και το βλέπουμε ξαφνικά να μεταιωρίζεται. Τη μεταιώρηση βλέπω να την αναφέρω δυο φορές στο πρώτο μου βιβλίο, «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα».

  Υπήρχε και ένα επεισόδιο που μου φάνηκε εντελώς κουφό. Alma’s older brother Fritz loses a leg from an alleged work accident, but Alma recalls her parents deliberately caused the injury in the barn, pushing Fritz from the threshing floor so he would be deemed unfit for military service.

  Μπορώ να φανταστώ κάποιον να αυτοτραυματίζεται για να μην πάει στον πόλεμο, αλλά όχι να τον τραυματίζουν οι γονείς του με τέτοιο βίαιο τρόπο, που έχει σαν αποτέλεσμα να του κόψουν το πόδι.

  Ίσως είναι πράγματι ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται. Απλά όταν έρχονται οι στρατολόγοι βλέπουν ότι είναι με ένα πόδι, δεν μπορεί να στρατολογηθεί. Το να θεωρήσεις το αποτέλεσμα σαν αιτία μου φαίνεται παράδοξο.

  Θυμήθηκα τώρα μια ιστορία που διάβασα στο κινέζικο αναγνωστικό.

  Ο γιος κερδίζει ένα άλογο. Όλοι είναι χαρούμενοι στην οικογένεια. Ο παππούς σχολιάζει, περίπου: -καλά, δεν έγινε και τίποτα.

  Ο γιος πέφτει από το άλογο και σπάζει το πόδι του. Κλαυθμός και οδυρμός στην οικογένεια. Και ο παππούς: -Καλά, δεν έγινε και τίποτα.

  Γίνεται πόλεμος, έρχονται οι στρατολόγοι του αυτοκράτορα. Φυσικά βλέποντας ότι είναι με σπασμένο πόδι δεν τον παίρνουν.

  Υπερβολή;

  Η γνωριμία μου με… τα δυο συνέδρια στα οποία συμμετείχα στο Κάιρο, είναι η κατάληξη συμπτώσεων που είχαν σαν αρχή τη διάρρηξη που έκαναν στο διαμέρισμά μας την ημέρα που επιστρέφαμε από την Κρήτη.

  Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης είναι σίγουρος για τον εαυτό τους, δεν παραφράζω τώρα τον Όσκαρ Ουάιλντ, παρόλο που αυτό το ευφυολόγημά του το έχω παραφράσει. Σε μένα και σε ένα κριτικό τον οποίο παραθέτει η βικιπαίδεια δεν άρεσε η ταινία. Σε εσάς όμως, όπως και στους περισσότερους κριτικούς, μπορεί να αρέσει, δεν θέλω να σας πάρω στο λαιμό μου.

  Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές αναρωτιέμαι πόσα αστεράκια της βάζουν οι έλληνες κριτικοί. Αλλά τι λέω, πριν κάνω την ανάρτηση την Πέμπτη θα κοιτάξω το Αθηνόραμα να δω.

  Μόνο ο Δημητρόπουλος τόλμησε να βάλει 2. Όλοι οι άλλοι πάνω από 3, μάλιστα ο Δανίκας και ο Ζουμπουλάκης έβαλαν 5.

 

 

Sergei Loznitsa, Two prosecutors (2025)

 Sergei Loznitsa, Two prosecutors (2025)



 Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Τον Σεργκέι Λοζντίτσα τον είδα πακέτο. Αντιγράφω από την ανάρτηση για την ταινία του «Donbass» (2018).

   «Έχοντας δει όλες τις ταινίες μυθοπλασίας του Λοζνίτσα ξέρω τώρα τη θεματική εμμονή του. Οι άνθρωποι είναι γενικώς κακοί και τυραννούν τους κεντρικούς χαρακτήρες. Αλλά ακόμη και αν δεν είναι κακοί, είναι αποκρουστικοί, όπως εκείνοι που διασκεδάζουν με χυδαίο τρόπο στο «Μια γλυκιά γυναίκα» και η νύφη στο «Donbass». Ελάχιστοι μη κεντρικοί χαρακτήρες είναι συμπαθητικοί». 

  Ντοκιμαντερίστας ο Λιζνίτσα, δεν είδα τα ντοκιμαντέρ του μια και, ως αφηγηματολόγος, με ενδιαφέρουν οι ταινίες μυθοπλασίας. Δεν μπορούσα όμως να μη δω το «Babi Yar. Context» (2021).

  «Οι δυο εισαγγελείς» αναφέρονται στις περίφημες Δίκες της Μόσχας.

  Αποτελεί μεταφορά νουβέλας που, όπως διάβασα στα γράμματα της αρχής, στηρίζεται σε πραγματική ιστορία.

  Ποια να είναι άραγε αυτή η πραγματική ιστορία;

  Ρώτησα την τεχνητή νοημοσύνη, και μου απάντησε τα εξής:

  Sergei Loznitsa's Two Prosecutors (2025) adapts Georgy Demidov's novella, which draws from real events in the author's life. Demidov, a Soviet writer and lawyer, based the story on his own experiences during Stalin's Great Purge in 1937, when he was imprisoned in the Gulag system (specifically Kolyma camps) after uncovering NKVD corruption.

  Προφανώς δεν έγιναν όλες οι δίκες στη Μόσχα (στα αγγλικά βλέπω λέγεται Great Purge, η μεγάλη εκκαθάριση), αλλά έτσι ονομάστηκε στα ελληνικά η εκκαθαριστική επιχείρηση του Στάλιν εναντίον αντιφρονούντων, ή απλά ύποπτων, αναγκάζοντάς τους να ομολογήσουν φανταστικά εγκλήματα.

  Πριν δέκα χρόνια διάβασα το βιβλίο του Άρθουρ Κέσλερ που αναφέρεται στις δίκες της Μόσχας και έχει τίτλο «Το μηδέν και το άπειρο». Και βέβαια ήξερα για αυτές από πολύ πριν, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε.

  Ποιοι είναι οι δυο εισαγγελείς;

  Ο ένας είναι στη φυλακή, γιατί τόλμησε να καταγγείλει τις αποσπάσεις ομολογιών κατόπιν βασανιστηρίων. Με αυτόν ξεκινάει η ταινία, που προσημαίνει (aka κάνει σπόιλερ) το τέλος της. Ο άλλος έχει πάρει κρυφά σημείωμά του, γραμμένο με το αίμα του, με την καταγγελία του. Καθώς δεν έχει εμπιστοσύνη στην τοπική δικαιοσύνη θα πάει στη Μόσχα για να συναντήσει τον γενικό εισαγγελέα.

  Η πλοκή διαδραματίζεται σε ελάχιστους χώρους. Οι κύριοι είναι ένα κελί της φυλακής, το γραφείο του γενικού εισαγγελέα και το κουπέ ενός τρένου.

  Και βέβαια η ανατροπή στο τέλος είναι αναμενόμενη για τους υποψιασμένους θεατές, που στην περίπτωση αυτή είναι οι περισσότεροι.

  Νέος ο ανακριτής, μόλις είχε αποφοιτήσει στη σχολή και δεν είχε κλείσει τρίμηνο σαν εισαγγελέας, έμοιαζε πολύ με τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν.

  Όμως εδώ θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο.

  Στο τρένο ο εισαγγελέας ταξιδεύει με κάποιον που δεν έχει πόδι και χέρι, τα έχασε στον πόλεμο. Αφηγείται την ιστορία του. Είχε πάει να δει τον Λένιν προσωπικά, τα κατάφερε, του ζήτησε μια σύνταξη, όμως την σύνταξη αυτή δεν την είδε. Αντίθετα τον έστειλαν σε ένα φτωχοκομείο. Αυτό προφανώς έγινε πριν το 1924 που πέθανε ο Λένιν. Τώρα, μετά από 13 από το θάνατό του, πηγαίνει (για πολλοστή φορά άραγε;) να ζητήσει αυτή τη σύνταξη αναπηρίας πολέμου από τον Στάλιν.

  Επειδή ένα από τα «είδωλα της φυλής» κατά τον Μπέηκον είναι η τάση γενίκευσης. Αλήθεια, δεν έδιναν τότε αναπηρικές συντάξεις; Ρώτησα το perplexity.

  1918: Πρώτος νόμος (Δεκέμβριος) για πρόνεια τραυματιών/ανημποριών Κόκκινου Στρατού – εγγύηση ιατρικής φροντίδας, μισθούς και συντάξεις σε ανάπηρους, ανάλογα με βαθμό αναπηρίας (π.χ. 50-100% του μισθού) [post-1917 decrees].

1920-1921: Επέκταση σε όλους τους «εργαζόμενους» (μη-εχθρούς), με νόμο του 1921 για «Κρατική Ασφάλιση» που εισάγει υποχρεωτικές συντάξεις αναπηρίας για βιομηχανικούς εργάτες και αγρότες, χρηματοδοτούμενες από κρατικό ταμείο.

1923-1924: Οργανωμένη νομοθεσία στο ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), με σταθερές παροχές – π.χ. αναπηρικό επίδομα 30-100 ρουβλίων/μήνα, ανάλογα την ομάδα (1η: πλήρης, 3η: μερική).

Σημειώσεις

Αυτές οι παροχές ήταν επιλεκτικές αρχικά (προτεραιότητα σε μπολσεβίκους/εργάτες), περιορισμένες από φτώχεια/υπερπληθωρισμό, αλλά έθεσαν βάση για το σοβιετικό σύστημα πρόνοιας (πλήρως εδραιωμένο στη δεκαετία 1930). Πολλοί ανάπηροι «Πρώτου Κόσμου» [προφανώς θέλει να πει του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου] έμειναν ανασφάλιστοι μέχρι τα μέσα 1920s.

  Το επεισόδιο αυτό το θεωρώ σαν «επίθεση» στο Λένιν. Όσο αντιπαθώ τον Στάλιν, τόσο συμπαθώ τον Λένιν, που αγωνίστηκε για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Πάντως, καθώς διαβάζω ότι το σύστημα ήταν πλήρως εδραιωμένο στη δεκαετία του 1930, μου φαίνεται απίθανο κάποιος ανάπηρος πολέμου να μην είχε πάρει σύνταξη μέχρι το 1937 που διαδραματίζεται το επεισόδιο.

  Πολύ καλή ταινία, καλός σκηνοθέτης ο Λοζνίτσα, για αυτό άλλωστε την βλέπω πακέτο, πολύ μου άρεσε. Η ανατροπή στο τέλος, αν και αναμενόμενη, είναι εντυπωσιακή.  

  7,1 η βαθμολογία της.

Wednesday, February 4, 2026

Han Hsiang Li, The golden lotus (1974)

 Han Hsiang Li, The golden lotus (1974)

 


  Πήραμε σβάρνα τον Han Hsiang Li, και έτσι είδαμε μια ακόμη ταινία του. Sex film την χαρακτηρίζει η βικιπαίδεια, αλλά εγώ ήξερα ότι οι σκηνές με σεξ, σε ταινία του 1974, θα ωχριούσαν μπροστά στις σκηνές σεξ που βλέπουμε σε σημερινές ταινίες που δεν χαρακτηρίζονται καθόλου σαν sex films.

  Η ταινία αποτελεί μεταφορά ομώνυμου μυθιστορήματος του 1610.

  Έγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση για το εξωκειμενικό σασπένς, που προκαλείται από αυτά που έχουμε διαβάσει για την ταινία, δηλαδή από την βικιπαίδεια και το IMDb. Τώρα θα μιλήσουμε για την εξωκειμενική αφηγηματική αναμονή από μη σωστή παράθεση της πλοκής. Διαβάζουμε στο IMDb: Hsi-Men Ching woos a beautiful woman Pan Chin-lien, and they murder Pan's husband together. However, the adulterer and adulteress don't get to share a wonderful life after their crime.

  Σκοτώνουν (δηλαδή αυτή) το σύζυγό της, ποτίζοντάς τον αρσενικό. Ναι, δεν συμμερίζονται μια θαυμάσια ζωή μετά το έγκλημα, για μένα ήταν σαφές, νόμιζα ότι θα ζούσαν μια ζωή δυστυχισμένη, και στο νου μου ήλθε η «Τερέζα Ρακέν».

  Τίποτα τέτοιο.

  Αυτή σίγουρα δεν είχε μια θαυμάσια ζωή, ενώ αυτός εξακολουθούσε να την έχει.  

  Για ποιο λόγο;

  Αυτός είναι άρχοντας, με παλλακίδες, και αδιόρθωτος γυναικάς. Είναι φυσικό αυτή να νιώθει δυστυχισμένη, αλλά και η γυναίκα του και οι παλλακίδες του, από τη ζήλεια. Είναι και φοβερά βίαιος, χειροδικεί άγρια πάνω τους.

  Αλλά υπάρχει και η θεία δίκη.

  Στο τέλος μια παλλακίδα του θα τον βάλει να καταπιεί ένα σωρό βιάγκρα της εποχής, ενώ η συμβουλή του γιατρού ήταν μόνο ένα. Θα γίνει τούρμπο, αυτή το ευχαριστιέται, όμως ξαφνικά των βλέπει να ξερνάει αίμα.

  Αυτό είναι το τέλος του.

  Αναρωτιέμαι μήπως το μυθιστόρημα «επιβίωσε» λόγω των γαργαλιστικών επεισοδίων.

  Δεν θα πω τι βαθμολογία έχει στο IMDb, μπορείτε να το ψάξετε. Δεν μπορώ όμως να μην πω ότι μ’ αυτή την ταινία κάνει το ντεμπούτο του ο Τσάκι Τσαν, σε ένα δεύτερο ρόλο.

Han Hsiang Li, Storm over the Yangtse river (1969)

 Han Hsiang Li, Storm over the Yangtse river (1969)

 


  Αφού είδα την «The love eterne» (1963) είπα να συνεχίσω με τον Han Hsiang Li.

  Οι πολεμικές ταινίες μου αρέσουν, και αυτή είναι μια πολεμική ταινία.

  Επίσης μου αρέσουν οι ταινίες που στηρίζονται σε ένα πραγματικό γεγονός.

  Επίσης μου αρέσουν οι ταινίες με undercover, που μάλλον αρέσουν ιδιαίτερα και στους κινέζους. Έχω δει τουλάχιστον τρεις, από τις οποίες κατάφερα να βρω τις αναρτήσεις μου για τις δυο: «The message» (2009) του Chen Guofu και «Cliff walkers» (2021) του Zhang Yimou.

  Το πραγματικό γεγονός είναι το σχέδιο να ανατινάξουν πέντε γέφυρες στον ποταμό Yangtse, ώστε να ανακόψουν την προέλαση των γιαπωνέζων. Αλλά μόνο όταν θα βρίσκονται όλοι πάνω στη γέφυρα, για να τους πετσοκόψουν.

  Εντυπωσιακές οι σκηνές, ιδιαίτερα στο τέλος της ταινίας. Το ότι θα τον υποψιαζόταν κάποιος είναι δεδομένο, από αυτή την υποψία δημιουργείται ένα μεγάλο σασπένς. Βασανίζει αλύπητα τον αρχηγό, μόνο έτσι θα αμβλυνθούν οι υποψίες. Αργότερα θα καταφέρει τον ελευθερώσει (δεν βλέπουμε πώς) αλλά τον βλέπουμε να τον συνοδεύσει, και οι δυο πάνω σε άλογα, μακριά από τους γιαπωνέζους όπου πια δεν κινδυνεύει.

  Το πιο συγκλονιστικό στην ταινία όμως είναι το οικογενειακό δράμα. Στην οικογένειά του τον θεωρούν προδότη, οι άλλοι τους αποφεύγουν, ο γιος του δεν θέλει να τον δει γιατί οι συμμαθητές του του λένε ότι είναι γιος προδότη, και δεν τον παίζουν. Αργότερα θα τον κυνηγήσουν φωνάζοντας «θάνατος στον γιο του προδότη».

  Τον ίδιο θα τον στήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα ως προδότη, αφού έχει εκτελεστεί με επιτυχία η ανατίναξη των γεφυρών. Φυσικά δεν λέει ότι ήταν στην πραγματικότητα undercover, ποιος θα τον πίστευε εξάλλου. Μόλις που προλαβαίνει κάποιος να μεταφέρει το μήνυμα του αρχηγού, για την πραγματική του ταυτότητα. Στη συνέχεια έρχεται μια γυναίκα, που ήταν μαζί του, undercover, που επιβεβαιώνει επίσης.

  -Ποια είσαι; Τη ρωτάει κάποιος.

  Σπιρουνιάζει το άλογό της και φεύγει. Θα επιστρέψει στους γιαπωνέζους, συνεχίζοντας το έργο της σαν undercover.

  Πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία. 7,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.  

Ελένη Γιοβάνογλου, Απεταξάμην

 Ελένη Γιοβάνογλου, Απεταξάμην, Βακχικόν 2025, σελ. 70

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ιεράπετρα 21ος αιών», 14-1-2021

  Τι «απετάξατο» η συμπατριώτισσά μας Ελένη Γιοβάνογλου;

  Μας λέει προς το τέλος της συλλογής με το ποίημά της «Επαΐοντες».

 

Τοις «Ο χρόνος είναι γιατρός», «Υπάρχουν και χειρότερα» και

«Θα περάσει κι αυτό, ξέρω εγώ» απεταξάμην.

Τοις «Μη δίνεις σημασία», «Κάνε πως δεν ακούς» και

«Δείξε εσύ την ανωτερότητά σου» απεταξάμην.

Τοις «Δώσε τόπο στην οργή», «Ρώτα εμένα που τα έχω περάσει» και

«Δεν σε φοβάμαι εσένα» απεταξάμην».

Και εμφύσησα και ενέπτυσα αυτοίς.

«Σφαλερόν εστί το αν μη οίδε τις ταύτα λέγειν».

 

  Το πρώτο χαρακτηριστικό της ποίησης της Γιοβάνογλου είναι η καβαφική της διαύγεια, κάτι που δεν συναντάς συχνά στη σύγχρονη ποίηση, και που είναι ο λόγος που δεν μου αρέσει. Όμως τα ποιήματα της Γιοβάνογλου ήταν κάτι διαφορετικό: διαφανή, ευφάνταστα, διεισδυτικά, με βάθος.

  Και ένα άλλο χαρακτηριστικό τους που μου άρεσε: η συντομία τους.

  «Το μικρό είναι όμορφο», είναι ένα οικολογικό σλόγκαν.

  Τα διηγήματα bonzai πληθαίνουν.

  Ας παραθέσουμε ένα από τα πιο σύντομα.

 

  Προσδοκίες

 

  Ακόμη να μάθω

           να μην έχω

                  ούτε μεγάλες

                      ούτε μικρές

 

  Θα το επαναλάβει, καζαντζακικά, στο Dum spero, spiro? Αντιστρέφοντας το λατινικό ρητό με ένα ερωτηματικό στο τέλος.

  ….

Όσο ελπίζω, δεν ζω.

Αναπνέω με μηχανική υποστήριξη, περιμένοντας να ’ρθεις.

 

  Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος, είπε ο Καζαντζάκης. Η Γιοβάνογλου αγωνίζεται να το καταφέρει.   

 

   Μου αρέσει το εντυπωσιακό τέλος. Έχω γράψει για το «εφέ του τέλους» στο διδακτορικό μου.

 

  Creature of habit

 

Από τα χείλη μου φυσάω ασημένια δακτυλίδια

που σχηματίζουν το όνομά σου.

…….

Κάποιος μου είπε να σε κόψω.

Εσένα, την παλιοσυνήθεια.

 

  Το τέλος είναι εντυπωσιακό για τη δισημία του: το τσιγάρο και αυτόν.

 

  Και στο επόμενο, τις «Δηλώσεις», έχουμε εντυπωσιακό εφέ τέλους, με τη μεταφορική του σημασία.

 

  Το ποίημα ξεκινάει:

 

Θυμάμαι τότε που με φίλησες

στη γέφυρα του Αγίου Βονιφάτιου.

………………..

Θυμάμαι και τότε που μου υποσχέθηκες

μια φωτογραφία στο Πόντε Βέκιο το καλοκαίρι.

……………….

Που να ’ξερα…

Επόμενος σταθμός μου η Γέφυρα των Στεναγμών.

 

  Ελένη

 

Ποιος να μιλήσει πια για την Ελένη;

Που επωμίστηκε την ομηρική ευθύνη…

…………………………………………………………

Κουράστηκα πια να ενσαρκώνω τους μύθους σας.

 

  Υπάρχει στα ημερολόγιά μας.

  Μα και στο παρόν μας· έχοντας και δεύτερο όνομα: Αλίνα.

  Αλίνα, Ελένη, ωραίες παρηχήσεις του λ και του ν.

 

  Θεία Κωμωδία

 

Ο πιο μεγάλος εμπαιγμός, λοιπόν,

Είναι θείο κατασκεύασμα.

«Φτάσε στη θέωση» μας παραμυθιάζει.

Αλλά μας έχει κάνει ανθρώπους

Ατελείς, εκ προοιμίου καταδικασμένους.

…………………………….

Πού ξανακούστηκε Θεός να εξαπατά

Το ποίμνιό Του.

Ο Δίας, θαρρώ, πιο έντιμος ήταν.

Τουλάχιστον εκείνος το παραδεχόταν.

 

   Αφού, μεταμφιεσμένος, κατέβαινε και εξαπατούσε τις ωραίες. Το παραδεχόταν μετά.

   Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ποίησης της Γιοβάνογλου: είναι προκλητική.

 

  Θα παραθέσω ολόκληρα τα «Ποιήματα».

 

Σάμπως τα πουλιά κελαηδούν για ν’ ακουστούν;

Ή τα λουλούδια ανθίζουν για να τα θαυμάσουν;

Σάμπως ο ήλιος λάμπει για να ξυπνά τα όνειρα;

Ή η σελήνη γεμίζει για να ερωτεύονται οι νέοι;

Έτσι και τα ποιήματα δεν γράφονται για να διαβαστούν.

 

  Το λέω πάντα, γράφε, αν νιώθεις ότι θα σκάσεις αν δεν γράψεις, βγάζοντας από το νου σου τον αναγνώστη.

  Και παραθέτω συχνά το ρητό που αποδίδεται στον Σενέκα: Satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus.

 

  Τα «Αξιώματα και αξιώσεις» είναι μια πολύ όμορφη μεταφορά.

 

Οι σχέσεις των εραστών

σπανίως είναι γραμμικές.

Δύο ευθείες είναι, που τυχαία συναντιώνται

και τέμνονται σε μια ιερή στιγμή.

Και σαν αξιωματικό παράδοξο,

το λεγόμενο και μη–λογικό,

κινούνται για λίγο παράλληλα…

Και έπειτα ίσως – άγνωστο πως

Ίσως απομακρυνθούν…

 

  Ποσότητες

 

Πόσο λίγο είναι, αλήθεια, το αρκετό;

Πόσα τίποτα χτίζουν ένα κάτι;  

Πόσο χρόνο θέλει μια απόφαση;

Πόση επανάληψη δημιουργεί μια ανάμνηση;

Πόση σύγχυση εμπεριέχει ένα γιατί;

Πόση δύναμη κρύβει, τελικά, ένα όχι;

 

  Σίγουρα τα ερωτηματικά και το πόσο δημιουργούν εντυπωσιακά εφέ.

 

  Και πάλι η δισημία στους «Προορισμούς»

 

«Θα με πας;»

«Παντού θα σε πάω».

Δεν πήγαμε.

Δεν θα πάμε.

Δεν πήγαινε, είπε, άλλο.

 

Το «είπε» αφαιρεί την ασάφεια για το «ποιος» το είπε. Το είπε αυτός.

 

  Mea culpa

 

  Το ποίημα τελειώνει:

 

Τον καταδίκασα να του διαβάζω ποίηση κάθε νύχτα,

Μα εκείνος – κατάλαβέ το, επιτέλους – αγαπούσε το πεζό.

Τέτοια ήταν τα ανομήματά μου.

 

  Και εγώ αγαπώ το πεζό. Μόνο ποιήματα φίλων διαβάζω.

  Παρεμπιπτόντως να σημειώσω ότι κάποιοι τίτλοι είναι λατινικές ρήσεις.

 

  Έξι λεπτά

(«Έντεκα λεπτά», μου έρχεται συνειρμικά το μυθιστόρημα του Πάουλο Κοέλιο, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου).

 

Έξι ολόκληρα λεπτά

κατάφερα να μη σε σκεφτώ.

Και σε όλη τη διάρκεια έλεγα στον εαυτό μου:

«Δες, τελικά μπορείς και να μην τον σκέφτεσαι».

 

  Έξυπνος αυτοσαρκασμός.

  Αυτή: Σήμερα σε σκεφτόμουνα.

  Εγώ: Εγώ σε σκέφτομαι κάθε μέρα (απόσπασμα από μια βιογραφία).

 

  Η «Παρέα» είναι από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, και όχι μόνο για τις προσωποποιήσεις του.

 

Και μόλις πέσει το σκοτάδι,

εμφανίζεται από το πουθενά η γνωστή γυναικοπαρέα.

Χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα

με κρύα πόδια και καυτή ανάσα.

Πρώτη πρώτη καταφτάνει πάντα η Μοναξιά.

Δεν φέρνει ποτέ καμία μαζί της.

Έπειτα, έρχεται η Αρνητικότητα με την αδελφή της, την Ανασφάλεια.

Αρχίζω να στριμώχνομαι.

Μαζεύομαι σε εμβρυϊκή στάση για να πάρουν τη θέση τους

η ομορφότερη, η Θλίψη, και η πιο δυνατή, η Απογοήτευση.

Και τελευταία πάντα κάνει μεγαλειώδη είσοδο η βασίλισσα Απόγνωση.

Θρονιάζεται στο προσκεφάλι μου.

Καλή παρέα είμαστε.

Όλη νύχτα κλώθουμε στίχους…

 

  Στον «Κλαυσίγελο» διαβάζω τον πρώτο στίχο:

 

Γελάω, όταν σκέφτομαι τα αφόρετα ρούχα στην ντουλάπα μου.

 

  Εγώ, κλαίω όταν σκέφτομαι τα αδιάβαστα βιβλία στις βιβλιοθήκες μου, εδώ και στην Κρήτη. Τα αγόραζα σε προσφορές λέγοντας, κάποτε θα βρω χρόνο να τα διαβάσω. Τώρα ξέρω ότι αυτό τον χρόνο δεν θα τον βρω. Προχθές «έφυγε» πάλι ένας συμμαθητής μου.

  Θα κλείσω την παρουσίαση αυτή με το ποίημα «Έρως».

 

Για ποιαν αυτοδιάθεση μου μιλάτε,

όταν η σάρκα αποκτά γνώμη δική της.

Όταν το μυαλό παραδίνεται αμαχητί

στους αχνιστούς χυμούς της ηδονής.

Όταν κάθε κύτταρο υψώνει λάβαρο κι απαιτεί ικανοποίηση.

Όταν αύτανδρος βυθίζεται κάθε αμυντικός μηχανισμός.

Πώς να εξηγήσω ό,τι δεν ορίζω εγώ;

Απόφαση στον έρωτα μάλλον δεν νοείται.

 

  Εξαιρετικά τα ποιήματα της Ελένης Γιοβάνογλου, περιμένουμε με ανυπομονησία και τα επόμενα.

Monday, February 2, 2026

Sang Hu (桑弧, 1916–2004)

 Sang Hu (桑弧, 1916–2004)

 


  Ο Sang Hu γεννήθηκε στη Σαγκάη, και μάλιστα διετέλεσε αντιπρόεδρος της Ένωσης Κινηματογράφου της Σαγκάης. Γνωρίστηκε με τους σκηνοθέτες της γενιάς του ’30 και στράφηκε στον κινηματογράφο.

  Ξεκίνησε σαν σεναριογράφος. To  1941 έγραψε το πρώτο του σενάριο. Δυο σενάριά του τα γύρισε σε ταινία ο Zhu Shilin. Την πρώτη του ταινία τη γύρισε το 1944 και έχει τίτλο «Ζήτω ο Δάσκαλος».

  Η ταινία του «Everlasting love» (1947) είναι εμπνευσμένη από την Τζέην Έυρ. Η κοπέλα θυσίασε τον έρωτά της για τον πατέρα της μικρής της οποίας ήταν παιδαγωγός, για μην του δημιουργήσει προβλήματα στη ζωή του, κυρίως σε σχέση με την κόρη του. Η ταινία του «Ζήτω η κυρία» που γυρίστηκε την ίδια χρονιά είναι μια κωμωδία που έχει σαν θέμα τις μπερμπαντιές των ανδρών, ενώ θίγει, σαν οιονεί side effect, και τη θλιβερή θέση της γυναίκας στην ανδροκρατούμενη κοινωνία. Και οι δυο ταινίες δεν ήταν σε δικό του σενάριο αλλά της Eileen Chang, διάσημης συγγραφέως της εποχής της. Η ταινία του «Sorrows and joys of a middle-aged man» (1949) έχει σαν θέμα πάλι τον έρωτα μιας νεαρής δασκάλας με τον διευθυντή του σχολείου, ο οποίος την είχε αναλάβει υπό την προστασία του όταν ήταν μικρή και πέθανε ο πατέρας της που ήταν στενός του φίλος. Εδώ ο έρωτας είχε happy end.

  H ταινία του «Liang Shanbo and Zhu Yingtai» (1954) είναι μια κινηματογραφημένη παράσταση μιας όπερας Yue που έχει σαν θέμα τον άδοξο έρωτα δυο ερωτευμένων -Ρωμαίος και Ιουλιέτα – που μετά το θάνατό τους έγιναν πεταλούδες. Κατηγορήθηκε γι’ αυτήν κατά την Πολιτιστική Επανάσταση, πράγμα που τον έκανε να αγανακτήσει και να δηλώσει ότι δεν θα ξαναγυρίσει ταινία. Η γυναίκα του Μάο είχε απαγορέψει τις παραδοσιακές όπερες που είχαν σαν θέμα ιστορίες από τη φεουδαρχική Κίνα, και με προτροπή της συνετέθησαν έξι όπερες μοντέλα, πάνω σε σύγχρονα θέματα, ανάμεσα στις οποίες είναι και η ταινία του Xie Tieli «Taking the tiger mountain by strategy» (1970).

  Η επόμενη ταινία του είναι η «New year’s sacrifice» (1956), πάνω στο ομώνυμο διήγημα του Lu Xun, και έχει σαν θέμα τη θλιβερή ιστορία μιας γυναίκας που κατάντησε να πεθάνει ζητιάνα στους δρόμους.

  Γύρισε αρκετές ταινίες στη συνέχεια, με τελευταία το 1986, ενώ το σενάριό του για την ταινία κινούμενων σχεδίων «Deer bell» (1982) βραβεύτηκε.

 

Xie Tieli, Taking the tiger mountain by strategy (1970)

 Xie Tieli, Taking the tiger mountain by strategy (1970)

 


  Πρόκειται για μια από τις 8 πρότυπες όπερες και μπαλέτα που δημιουργήθηκαν με προτροπή της γυναίκας του Μάο, για να αντικαταστήσουν τις παλιές που η πλοκή τους διαδραματιζόταν στην φεουδαρχική Κίνα.

  Στο βουνό του Τίγρη είχαν τη «φωλιά» τους ληστές, που αυτοτιτλοφορούνταν σε στρατιωτική μονάδα, και περίμεναν πώς και πώς να έλθει ο Τσανγκ Κάι Σεκ για να ενωθούν με τις δυνάμεις τους. Όμως πρόλαβαν οι κομμουνιστές, οι οποίοι κέρδισαν την εμπιστοσύνη των χωρικών.

  Το βουνό ήταν εντελώς απρόσιτο, τα περάσματά του δυο όλα κι όλα, τα οποία αναγράφονταν σε ένα χάρτη.

  Πώς να το πάρουν οι κομμουνιστικές δυνάμεις;

  Έπεσε στα χέρια τους ένας ληστής. Πάνω του είχε το χάρτη. Τον παίρνουν και τον αντιγράφουν ενώ τον πρωτότυπο τον παίρνει ένας αξιωματικός, που έχει σαν στόχο να εισχωρήσει στις δυνάμεις τους σαν αυτόμολος. Ο χάρτης, που τον θέλουν και οι ληστές, θα είναι η εγγύηση ότι πραγματικά είναι αυτόμολος.

  Το κόλπο είναι να φτάσουν στο βουνό από το ένα πέρασμα που έχει ο χάρτης, να εμποδίσουν την έξοδο από το άλλο πέρασμα ώστε να παγιδευτούν οι ληστές, την ημέρα που γιορτάζει ο αρχηγός τους και θα έχουν ξεφαντώσει στο γλέντι και θα είναι μεθυσμένοι.

  Παρά λίγο να αποτύχει το σχέδιο όταν ένας ληστής κατάφερε να δραπετεύσει. Λέει ότι ο αξιωματικός αυτός ήλθε να τους κατασκοπεύσει. Ευτυχώς αυτός το χειρίστηκε με επιδεξιότητα, δεν πίστεψαν τον ληστή, και ο ίδιος τον εκτέλεσε.

  Φυσικά το σχέδιο πέτυχε, οι ληστές εξοντώθηκαν.

  Σε ένα τέτοιο έργο είναι φυσικό να κυριαρχούν τα ακροβατικά, εντελώς εντυπωσιακά, κυρίως στο τέλος που συγκρούονται οι κομμουνιστικές δυνάμεις με τους ληστές.

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους