Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Saturday, November 7, 2026

Περί ΑΙ

 Περί ΑΙ

 

  Ρωτώ το deepseek, κινέζικη ΑΙ: «Τι είναι το κίνημα με τις ομπρέλες; Μάλλον στο Χονγκ Κονγκ». Και η απάντηση: «Συγνώμη, αυτό είναι πέραν από το τρέχον πεδίο μου. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο».

  Ρωτάω σχετικά το chatgpt το οποίο, ανάμεσα σε άλλα, μου γράφει (αντιγράφω από μια παράγραφο): Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πολιτικά ουδέτερη απλώς και μόνο επειδή είναι μηχανή (τα bold δικά του). Οι επιλογές των δημιουργών της επηρεάζουν και όσα απαντά και όσα αποφεύγει.

Ying Liang, Family tree (2018)

 Ying Liang, Family tree (2018)

 


  Όταν η ταινία «When Night Falls» έκανε πρεμιέρα στη Νότια Κορέα το 2012, η κινεζική κυβέρνηση εξοργίστηκε. Μάλιστα, προσέφερε (κατά το google) 55 εκατομμύρια γιουάν (περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια) στο φεστιβάλ για να αγοράσει τα πνευματικά δικαιώματα της ταινίας, με μοναδικό σκοπό να την εξαφανίσει (κάτι που το φεστιβάλ αρνήθηκε).

  Η αστυνομία στη Σαγκάη άρχισε να παρενοχλεί την οικογένεια του σκηνοθέτη και του ξεκαθάρισαν ότι αν πατούσε το πόδι του στην Κίνα, θα συλλαμβανόταν αμέσως.

  Το Πεκίνο δεν μπορούσε να ζητήσει επίσημα τη σύλληψη ή την έκδοσή του από τις αρχές του Χονγκ Κονγκ, καθώς δεν υπήρχε τέτοιο νομικό πλαίσιο. Οι αρχές του Χονγκ Κονγκ, ακολουθώντας τους τότε νόμους τους, αγνόησαν τις πιέσεις της Κίνας: Δεν προχώρησαν σε καμία ενέργεια εναντίον του, και του ανανέωσαν τη βίζα: Ο Ying Liang εργαζόταν ήδη ως καθηγητής στην Ακαδημία Παραστατικών Τεχνών του Χονγκ Κονγκ (HKAPA). Το κράτος του Χονγκ Κονγκ του επέτρεψε να συνεχίσει να διδάσκει και να ζει εκεί κανονικά, προστατεύοντάς τον ουσιαστικά μέσα από την αυτονομία του συστήματός του.

  Η ταινία αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό η πραγματική του ζωή. Καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε να πάει στην Κίνα και η ηλικιωμένη μητέρα της γυναίκας του δεν μπορούσε να ταξιδέψει στο Χονγκ Κονγκ λόγω της πίεσης των αρχών, το 2014 διοργάνωσαν ένα μυστικό «οικογενειακό ταξίδι» στην Ταϊβάν.

  Τα πεθερικά του γράφτηκαν σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο, οργανωμένο τουριστικό γκρουπ από την Κίνα που επισκεπτόταν την Ταϊβάν. Ο Ying Liang, η γυναίκα του και το μωρό τους ταξίδεψαν από το Χονγκ Κονγκ στην Ταϊβάν. Για μία εβδομάδα, ακολουθούσαν κρυφά το τουριστικό λεωφορείο των πεθερικών του από πόλη σε πόλη, κλείνοντας δωμάτια στα ίδια ξενοδοχεία, απλώς για να κλέψουν λίγες ώρες μαζί στα κρυφά.

  Αυτή είναι η πραγματική του ιστορία, που όμως στην ταινία τη μετασχηματίζει ελαφρά. Η persona του στο έργο είναι γυναίκα. Και από τα πεθερικά του είναι μόνο η μητέρα της. Κατά τα άλλα η ταινία αναπαράγει την πραγματική του ζωή. Τις παραπάνω πληροφορίες, για το φεστιβάλ κ.λπ. τις ακούμε και στην ταινία.

  Ακούμε και για το «κίνημα της ομπρέλας». Η σκηνοθέτιδα λέει ότι σκοπεύει να γυρίσει μια ταινία πάνω σ’ αυτό.

  Μάλλον το ξανασκέφτηκε. Αν την γύριζε, θα έπρεπε μετά να μεταναστεύσει στην Ταϊβάν.  

  Τελικά, με πληροφορεί το chatgpt, γύρισε μια ταινία μικρού μήκους, το «A Sunny Day» 2017, με φόντο το κίνημα. Μικρό το κακό, οι μικρού μήκους ταινίες προβάλλονται κυρίως στα φεστιβάλ, σπάνια σε αίθουσες, και στο διαδίκτυο δεν τις βρίσκεις.

  Ακούμε και το χιουμοριστικό: στον ταξιτζή δεν του αρέσουν οι ταινίες «της», με τα μακρινά πλάνα. Και την τελευταία «της» ταινία δεν αποκλείεται να τη δει, από απλή περιέργεια.

  Κατά τα άλλα ο Ying Liang είναι λίγο πιο «συντηρητικός» υφολογικά. Δεν θα ήθελε το ύφος να «πνίξει» το στόρι.

  6,5 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.

Friday, November 6, 2026

Ying Liang, When night falls (我还有话要说,2012)

 Ying Liang, When night falls (我还有话要说,2012)

 


  Έχω κάτι να πω ακόμη, ο κινέζικος τίτλος.

  Η ταινία είναι ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ (docudrama) που αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός.

  Ενώ ο Ying Liang στην προηγούμενη ταινία του μιλάει για τη διαπλοκή ανάμεσα σε τοπικούς άρχοντες και νεόπλουτους επιχειρηματίες, εδώ μιλάει για την αστυνομική βία.

  Η αστυνομία κακοποίησε τον νεαρό που συνέλαβε να οδηγεί χωρίς άδεια. Αυτός διαμαρτυρήθηκε, έκανε καταγγελίες, τίποτα.

  Αποφάσισε να εκδικηθεί.

  Πηγαίνει σε ένα αστυνομικό τμήμα και μαχαιρώνει πέντε αστυνομικούς και ένα φύλακα, ενώ τραυμάτισε άλλους πέντε.

  Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο.

  Καταδίκη σε θάνατο.

  Στη μόλις εβδομηντάλεπτη ταινία ακούμε τη μάνα να αφηγείται την ιστορία της, ενώ βλέπουμε και δραματοποιημένα γεγονότα, όπως η ετυμηγορία.

  Μάνα κουράγιο.

  Την έκλεισαν αυθαίρετα σε ψυχιατρείο που συνεργαζόταν με την αστυνομία, για να μην μπορέσει να προσφέρει βοήθεια, νομική κυρίως, στο γιο της.

  Βλέπουμε συχνά δυτικές ταινίες που αναφέρονται στην αστυνομική βία, αλλά αυτή μάλλον είναι η πρώτη που μας έρχεται από την Κίνα.

  Περιττό να πω ότι δεν πιστεύω στη συλλογική ευθύνη, τι έφταιγαν οι καημένοι έξι αστυνομικοί.

  H κινεζική κυβέρνηση ανακήρυξε τον Ying Liang ως persona non grata. Καθώς βρισκόταν ήδη στο Χονγκ Κονγκ ως καθηγητής πανεπιστημίου, επέλεξε την αυτοεξορία εκεί για να αποφύγει τη σύλληψη.

  H ταινία κέρδισε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο το βραβείο σκηνοθεσίας για τον Ying Liang και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για την An Nai, που υποδύεται τη μητέρα.

  Το 6 της βαθμολογίας της δεν με εξέπληξε. Θα έβαζα 7 για το θέμα, αλλά προτίμησα να μη βαθμολογήσω.

Ying Liang, Good cats (好猫, 2008)

Ying Liang, Good cats (好猫, 2008)

 


  Η δράση εκτυλίσσεται στη Zigong, μια πόλη της επαρχίας Sichuan, στη νοτιοδυτική Κίνα. Η πόλη βρίσκεται σε περίοδο ριζικών αλλαγών εξαιτίας της οικοδομικής και κτηματομεσιτικής έκρηξης. Παλιά καταστήματα και επιχειρήσεις καταρρέουν, ολόκληρες περιοχές κατεδαφίζονται για να δώσουν τη θέση τους σε νέα οικοδομικά συγκροτήματα και οι κάτοικοι έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια των σπιτιών και των περιουσιών τους. Η παραδοσιακή κοινωνική ζωή διαλύεται, ενώ η επιδίωξη του πλουτισμού γίνεται κυρίαρχη αξία.

  Κεντρικός ήρωας είναι ο Luo Liang, ένας άνδρας κοντά στα τριάντα, που εργάζεται ως οδηγός και άνθρωπος για όλες τις δουλειές του αφεντικού Peng, ενός επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στην αγορά ακινήτων. Ο Luo Liang κυκλοφορεί με μια παλιά μοτοσικλέτα, κατοικεί σε ένα φθαρμένο σπίτι και δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Είναι ικανοποιημένος με τη θέση του ως υφισταμένου, παρόλο που η δουλειά του τον εμπλέκει σε αμφιλεγόμενες και συχνά παράνομες δραστηριότητες του εργοδότη του.

  Η γυναίκα του, αντίθετα, προέρχεται από οικογένεια διανοουμένων και αντιμετωπίζει με περιφρόνηση την έλλειψη φιλοδοξίας του. Τόσο εκείνη όσο και οι γονείς της θεωρούν ότι θα έπρεπε να αποκτήσει επαγγελματικά προσόντα, να σπουδάσει περισσότερο και να αναζητήσει μια καλύτερη, κοινωνικά αναγνωρισμένη εργασία. Η συζυγική τους σχέση βρίσκεται σε κρίση. Ο ίδιος δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει τρόπο ζωής, ενώ η γυναίκα του αισθάνεται ότι έχει εγκλωβιστεί σε έναν γάμο που δεν της προσφέρει τις προοπτικές που περίμενε.

  Παράλληλα, ο Luo Liang διατηρεί μια κρυφή ερωτική σχέση με μια πόρνη, στην οποία βρίσκει μια μορφή συντροφικότητας και συναισθηματικής ανακούφισης που δεν βρίσκει στον γάμο του.

  Ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο είναι ο Liu Xiaopei, ένας παλιότερος φίλος και μέντοράς του, που έχει περιέλθει σε πολύ δύσκολη οικονομική και ψυχολογική κατάσταση. Ο Luo Liang εξακολουθεί να τον βοηθά, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση. Η σχέση τους δείχνει μια πλευρά αλληλεγγύης σε έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες σχέσεις υποχωρούν μπροστά στο χρήμα. Η κατάσταση του Liu Xiaopei επιδεινώνεται, τα χρέη του δημιουργούν αφάνταστη ψυχολογική πίεση με αποτέλεσμα να αυτοκτονήσει.

  Στο μεταξύ, ο εργοδότης του, ο Peng, εμπλέκεται σε ολοένα πιο σκοτεινές επιχειρηματικές υποθέσεις. Έχει βάλει στο μάτι μια έκταση γης που ανήκει σε χωρικούς και επιδιώκει να την αξιοποιήσει οικοδομικά. Με τη συνδρομή ενός διεφθαρμένου τοπικού αξιωματούχου, του Zong, προσπαθεί να απομακρύνει τους κατοίκους, οι οποίοι αντιδρούν και διαμαρτύρονται για την έξωσή τους.

  Να δωροδοκήσουν τον εκπρόσωπό τους.

  Αρνείται να δωροδοκηθεί.

  Καταφεύγουν στο άλλο σχέδιο, που απέρριψαν αρχικά: να βάλουν φωτιά.

  Τρία άτομα έχασαν τη ζωή τους.

  Το αφεντικό τρελάθηκε, την διεύθυνση της εταιρείας αναλαμβάνει ο νεαρός βοηθός του.

  Ο Luo χρωστάει.

  Η πόρνη φίλη του, που γελάει ευχαριστημένη όταν της προτείνει γάμο (το ότι είναι παντρεμένος το ξεχνάει) οδηγεί δυο φίλους της στο σπίτι του. Πρέπει να εισπράξουν κάποια χρέη.

  Έλα όμως που δεν έχει.

  Να πάρει τηλέφωνο τη γυναίκα του, αυτή θα του δώσει.

  Και ποιο είναι το τηλέφωνό της;

  Θα τον μαχαιρώσουν.

  Το τέλος είναι εντυπωσιακό.

  Τραυματισμένος οδηγεί τη μηχανή, για να πέσει τελικά.

  Προσπαθεί να ανεβεί την πλαγιά.

  Δεν τα καταφέρνει, σωριάζεται κάτω.

  Πεθαίνει μήπως;

  Όχι, τον βλέπουμε να γυρνάει ανάσκελα, ανασαίνοντας βαθιά.

  Το ότι πεθαίνει μας υποδηλώνεται από τους στίχους ενός τραγουδιού που ακούμε: «…Ένας του οποίου η ζωή είναι διαρκής αγώνας, αμυδρά προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή σας. Το τελευταίο ίχνος του είναι το πνιγμένο πτώμα του».

  Αν και τελικά δεν έχει και τόση σημασία αν πέθανε ή όχι.

  Ακούμε πολλά τέτοια τραγούδια, που στην ταινία λειτουργούν σαν χορός αρχαίας τραγωδίας.

  Από τη μοίρα των φτωχών χωρικών που πάνε στην πόλη για μια καλύτερη ζωή που όμως η ζωή δεν τους χαμογελάει πάντα (η πρώτη του ταινία, «Taking father home», 2005) συνεχίζοντας με τη μοίρα κάποιων γυναικών στη σημερινή Κίνα (η δεύτερη ταινία του, «The other half» 2006), ο Ying Liang «χοντραίνει το παιχνίδι» (με την επόμενη ταινία του θα το χοντρύνει περισσότερο) μιλώντας για τη διαφθορά («Είναι η διαφθορά ενδημική;», στίχος ενός από τα τραγούδια που ακούμε), τη διαπλοκή ανάμεσα σε νεόπλουτους επιχειρηματίες, (το αφεντικό του, από πωλητής λαμπτήρων έγινε μεγάλος και τρανός για να καταλήξει…) που «αναδείχθηκαν» με την πολιτική του Deng Xiaoping: «Σημασία δεν έχει αν η γάτα είναι μαύρη ή άσπρη, σημασία έχει να πιάνει ποντίκια», με αξιωματούχους. Δεν ήταν λάθος, και σίγουρα δεν είναι μόνο δική μου γνώμη, αλλά είχε αυτό που λέμε «παρενέργειες» ή «παράπλευρες απώλειες».

  Για το ύφος του Ying Liang κάνω αντιγραφή και επικόλληση από την προηγούμενη ανάρτησή μου.

  Δεν σπάζει το επεισόδιο σε μικρά πλάνα.

  Προτιμά τις μακρινές λήψεις.

  Ακούγεται συχνά off-screen αφήγηση, κυρίως ειδήσεις και ανακοινώσεις.

  Και, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, η ταινία ξεκινάει με τον ήρωα να κοιτάζει τους θεατές. Εδώ συνομιλεί με τον μέντορά του.

  Μούγκα η βικιπαίδεια για την ταινία, δεν υπάρχει σύνδεσμος, ενώ στο IMDb δεν υπάρχει περίληψη της πλοκής, ούτε καν να βαθμολογήσω με το 7 που θα ήθελα.

Liu Jianyin (1981 - )

 Liu Jianyin (1981 - )

 


  Η Liu ονειρευόταν να γίνει σκηνοθέτις ήδη από τα μαθητικά της χρόνια. Το 1999 εισήχθη στην Κινηματογραφική Ακαδημία του Πεκίνου, όπου σπούδασε σεναριογραφία.  Είναι από τους σκηνοθέτες εξαιτίας των οποίων η μετα-έκτη (έβδομη) γενιά ονομάστηκε και d.generation, digital generation, γιατί κάποιοι γύρισαν ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού με ψηφιακές κάμερες.

  Η ταινία που υπέβαλε ως πτυχιακή εργασία, το «Oxhide» (2005), βραβεύτηκε σε διεθνή φεστιβάλ.  

  Η κάμερα είναι καθηλωμένη, και παίρνει λήψεις από την οικογενειακή τους ζωή, σε μεγάλης διάρκειας πλάνα. Η εργασία του πατέρα της, επεξεργασία δερμάτων βοδιού και η κατασκευή αντικειμένων από αυτά, αποτελεί κεντρικό θέμα.

  Το «Oxhide II» (2009) που ακολούθησε έχει επίσης ως πρόσωπα την οικογένειά της, όμως η κάμερα εστιάζει μόνο στο τραπέζι, σε 9 πλάνα με διάφορες γωνίες λήψης, που έχει σαν θέμα την παρασκευή φαγητού με το γεύμα που ακολούθησε. Στη διάρκειά του βέβαια συζητούνται και οικογενειακά θέματα, όπως η δουλειά του πατέρα της, οι δυσκολίες να κρατήσει το κατάστημά του.  

  Το ότι υπάρχει μια «κοιλιά» 14 χρόνων μέχρι την επόμενη ταινία της, την «All ears» (2023) πιθανώς έχει να κάνει με τις δυσκολίες χρηματοδότησης που έχει να αντιμετωπίσει ένας ανεξάρτητος σκηνοθέτης. Πρωτότυπο το θέμα, η διάδραση ενός σεναριογράφου σήριαλ που το βρήκε πιο προσοδοφόρο να γράφει επικήδειους με τους πελάτες του. Η διάδραση αυτή είχε ένα θεραπευτικό αποτέλεσμα και για τις δυο πλευρές.

Ying Liang, The other half (另一半, 2006)

 Ying Liang, The other half (另一半, 2006)

 


  Η ταινία είναι φεμινιστική (λίγο περίεργο για έναν άντρα σκηνοθέτη) που διεκτραγωδεί τη μοίρα των γυναικών στη σημερινή Κίνα.

  Ακούμε πολλές ιστορίες που υφαίνονται πάνω στην κεντρική πλοκή.

  Η Xiaofen εργάζεται σε ένα νομικό γραφείο και ακούει αυτές τις ιστορίες. Θα ξεχωρίσουμε τέσσερις.

  Η πρώτη είναι απολαυστική.

  Η γυναίκα θέλει να μηνύσει το νοσοκομείο, γιατί εξαιτίας κακών χειρισμών των γιατρών ο άντρας της έμεινε ανίκανος εδώ και χρόνια, και δεν μπορεί να κάνει σεξ. Ναι, όμως αυτός που μπορεί να κάνει την αγωγή είναι ο άντρας της. Ναι αλλά…

  Στη δική μας κοινωνία το πρόβλημα θα είχε λυθεί άμεσα. Θα τον είχε χωρίσει.

  Η δεύτερη:

  Θα καταφέρει να πάρει διαζύγιο που ο άντρας της είναι στρατιωτικός, και στο στρατό τα διαζύγια τα δίνουν με το σταγονόμετρο;

  Η τρίτη:

  Θέλει να μηνύσει το σχολείο της, να ζητήσει αποζημίωση.

  Γιατί;

  Γιατί την αποβάλανε.

  Και γιατί την αποβάλανε;

  Γιατί έμεινε έγκυος.

  Τη θλιβερή της ιστορία δεν χρειάζεται να την πούμε.

  Η τέταρτη:

  Την πούλησαν ως μικρή-νύφη, ήταν μόλις έξι χρονών. Ο άντρας της μικρότερος. Όταν μεγάλωσαν τους πάντρεψαν.

  Αλήθεια, γίνονται τέτοια στην κομμουνιστική Κίνα; Δεν θυμάμαι σε ποια ταινία, όμως ήταν στην αυτοκρατορική, που την πούλησαν για να παντρευτεί έναν καθυστερημένο νεαρό.

  Θέλει διαζύγιο.

  Σε έβρισε; Σε κτύπησε; Μείνατε χωρισμένοι για αρκετό χρόνο;

  Όχι.

  Τότε δεν έχει καμιά ελπίδα.

  Και η δική της ιστορία:

  Ο φίλος της έκανε φυλακή.

  Βγήκε.

  Ανεπρόκοπος, τζογαδόρος, της ζητάει συνέχεια λεφτά.

  Η θλιβερή ιστορία μιας φίλης μου, μάλιστα ακόμη πιο θλιβερής, γιατί αυτός ήταν άντρας της.

  Εξαφανίζεται.

  Μήπως είναι αυτός που διέπραξε το έγκλημα;

  Όχι, βρέθηκε ο ένοχος, σίγουρα την εγκατέλειψε.

  Της στέλνει γράμμα, είναι στην Ταϊβάν. Θα πιάσει την καλή. Μόλις μαζέψει αρκετά χρήματα θα γυρίσει να την παντρευτεί.

  Τον πιστεύετε;

  Αυτή, δεν μας λέγεται.

  Και η παράπλευρη ιστορία μιας φίλης της.

  Ένας φίλος της θα την έπαιρνε να πάνε στην Ταϊβάν.

  Ένας άλλος στην Αμερική.

  Βρέθηκε νεκρή σε ένα container, μαζί με τους μισούς επιβαίνοντες.

  Λαθρομετανάστες, έχουμε ακούσει τέτοιες ιστορίες στα καθ’ ημάς.

  Υφολογικά ξεφεύγει από την «διεκπεραιωτική» αφήγηση που συναντάμε στις περισσότερες ταινίες.

  Δεν σπάζει το επεισόδιο σε μικρά πλάνα.

  Προτιμά τις μακρινές λήψεις.

  Ακούγεται συχνά off-screen αφήγηση, συχνά ειδήσεις και ανακοινώσεις.

  Και, όπως και στην «Taking father home», η ταινία ξεκινά με την ηρωίδα να κοιτάζει κατάματα το κοινό, δηλαδή το άτομο στο οποίο δίνει συνέντευξη για να πάρει τη δουλειά.

  Ακόμη:

  Και εδώ η πλοκή διαδραματίζεται στην πόλη Zigong.

  Και εδώ επικρέμεται μια περιβαλλοντική απειλή, η πόλη πρέπει να εκκενωθεί. Το βενζόλιο διαρρέει τελικά από το χημικό εργοστάσιο.

  6,9 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Thursday, November 5, 2026

Mark Vanselow, Γκάζια στο κόκκινο (The mongoose, 2026)

 

Mark Vanselow, Γκάζια στο κόκκινο (The mongoose, 2026)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Έχουμε δει σε αρκετές ταινίες το μοτίβο της καταδίωξης, κυρίως με αυτοκίνητα. Εδώ το βλέπουμε κυρίαρχο.

  Ο Liam Neeson, βετεράνος στο Αφγανιστάν, είναι χωρισμένος με τη γυναίκα του, τη Marisa Tomei. Τον χώρισε γιατί έπαιρνε Zanax και βάλιουμ λόγω μετατραυματικού στρες, μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί, αν και τον αγαπούσε.

  Στην ταινία βλέπουμε ιντερμέδια από σκηνές ενός επεισοδίου κατά το οποίο αιχμαλωτίστηκαν από τους Ταλιμπάν, και κατάφεραν μόλις και μετά βίας να δραπετεύσουν, παίρνοντας μαζί τους και τον τραυματισμένο σύντροφό τους (ήσαν τέσσερις) ο οποίος τελικά υπέκυψε όταν έφτασε το ελικόπτερο.

  Ο φίλος της γυναίκας του αποδείχτηκε τομάρι, θα ακούσουμε και άλλα για αυτόν αργότερα. Τη χτύπησε άγρια στο πρόσωπο. Αποφάσισε να τον χωρίσει. Και φώναξε τον Neeson να πάρει τα πράγματά της από το σπίτι του.

  Ο φίλος της εμφανίστηκε ξαφνικά, τον πήρε χαμπάρι καθώς προσπαθούσε να βγάλει τη γάτα που είχε κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι, και έβγαλε πιστόλι. Τον πυροβόλησε στο πόδι. Στη συμπλοκή που επακολούθησε ο φίλος της σκοτώθηκε.

  Αυτοάμυνα, όμως ο Neeson δεν είχε διάθεση να συλληφθεί για δεύτερη φορά. Και ξεκίνησε το κυνηγητό. Οι τρεις βετεράνοι σύντροφοί του θα του προσφέρουν σημαντική βοήθεια.

  Συναρπαστική ταινία.

  Δεν μου αρέσουν τέτοιου είδους ταινίες που απλά σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη, όμως τις βλέπω πάντοτε ευχάριστα, και πάντα όταν υπάρχει κάποιος λόγος. Ο λόγος που την είδα είναι ότι προβάλλεται σήμερα.

  Το 4,9 της βαθμολογίας της την αδικεί κατάφωρα. Εγώ θα βάλω 7, και όχι μόνο γιατί ο Neeson και η Tomei μου αρέσουν πολύ.