Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, August 13, 2026

Satyajit Ray, O Θεός ελέφαντας (The elephant god, 1979)

Satyajit Ray, O Θεός ελέφαντας (The elephant god, 1979)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Κορυφαίος σκηνοθέτης το Satyajit Ray, έχω δει αρκετές ταινίες του, οι περισσότερες στις επανεκδόσεις.

  Πρόκειται για αστυνομική ταινία.

  Πρωταγωνιστικό τρίο: ο ντετέκτιβ, ο νεαρός βοηθός του και ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.

  Αντικείμενο αναζήτησης: ένα μικρό χρυσό αγαλματίδιο του θεού-ελέφαντα, που κάποιος το έκλεψε. Μήπως αυτός που ζήτησε να το αγοράσει;

  Γιατί το λέω αυτό:

  Η ταινία έχει ένα σωρό ανατροπές, κυριολεκτικά ένα σωρό.

  Συναρπαστική η πλοκή, με δυο επιπλέον συν: τα γελαστά πρόσωπα των πρωταγωνιστών και το διάσπαρτο χιούμορ.

  Για μένα προσωπικά: μου άρεσε ο αργός ρυθμός της, κάτι που δεν συναντάς στις αντίστοιχες «δυτικές», και η διαύγεια στην πλοκή.

  7,9 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

César Diaz, Mexico 86 (2024)

 César Diaz, Mexico 86 (2024)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Ενδιαφέρον το θέμα της ταινίας, αν και ρετρό, μιας και οι λατινοαμερικάνικες δικτατορίες του περασμένου αιώνα ανήκουν πια στο παρελθόν.

  Η Μαρία, ακτιβίστρια, αναγκάζεται να το σκάσει για το Μεξικό, όπου κατέφευγαν πολλοί επαναστάτες που αγωνίζονταν ενάντια σε αυταρχικά καθεστώτα και δικτατορίες όταν αποκαλυπτόταν η ταυτότητά τους. Τον άντρα της τον σκότωσε μπροστά στα μάτια της ο μετέπειτα αρχηγός της αστυνομίας. Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα: τι θα γίνει ο γιος της, που είναι πολύ μικρός;

  Δυο επιλογές υπάρχουν, ή μάλλον τρεις, αλλά η τρίτη αποκλείεται: να τον πάρει μαζί της στο Μεξικό. Η άλλη, η πιο συνηθισμένη την οποία προωθούν οι επαναστάτες, τα παιδιά αυτών που έχουν ήδη εντοπισθεί να σταλούν στην Κούβα. Η άλλη, η οποία επιλέγεται τελικά, είναι να μείνει με τη γιαγιά του.

  Η Μαρία συνεχίζει τη δράση της, παράνομη φυσικά, ενώ δουλεύει ως δημοσιογράφος. Μαζί της είναι και ο σύντροφός της. Προσέχουν πολύ να μην αποκαλυφθούν, γιατί κυβερνητικοί πράκτορες της Γουατεμάλας που δρουν στο Μεξικό, όταν τους εντοπίζουν τους εκτελούν.

  Η πλοκή με τα δραματικά επεισόδια ξεκινάει όταν την επισκέπτεται η μητέρα της με τον γιο της. Έχει καρκίνο, έχει αρχίσει χημειοθεραπείες, δεν έχει μεγάλο προσδόκιμο ζωής. Έχουν περάσει δέκα χρόνια, ο νεαρός είναι πια παλικαράκι. Η οργάνωση πιέζει, να πάει στο Μεξικό. Η μητέρα αρνείται.

  Ο μικρός εξεγείρεται με τις απαγορεύσεις που του επιβάλλουν για προστασία.

  Τελικά τους εντοπίζουν.

  Τι θα γίνει τότε;

  Θα εξακολουθεί να επιμένει η μητέρα; Και ο νεαρός, μετά τα δραματικά επεισόδια, τι θα κάνει;

  Παρά τη χαμηλή βαθμολογία της, 6,2, η ταινία μου άρεσε. Και ένα συν στην ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία της Bérénice Béjo, την οποία έχω δει και σε άλλες ταινίες και μου άρεσε πολύ.

Gabriele Muccino, Όσα δεν λέγονται (Le cose non dette, 2026)

 Gabriele Muccino, Όσα δεν λέγονται (Le cose non dette, 2026)

 


  Προβλήθηκε, θα προβληθεί, δεν ξέρω, πάντως δεν βρίσκεται στις ταινίες που προβάλλονται αυτή τη βδομάδα.

 

  Όσα δεν λέγονται, όμως γιατί;

  Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

  Έγραψε ένα πολύ καλό βιβλίο ο καθηγητής φιλοσοφίας, δεν έχει έμπνευση για δεύτερο. Να κάνουν ένα ταξίδι (το προτείνει και ο προϊστάμενός της στη γυναίκα του, η οποία είναι δημοσιογράφος). 20 χρόνια παντρεμένοι, όμως αυτή δεν μπορεί να κάνει παιδί.

  Πού;

  Στο Μαρόκο.

  Αγαπημένη χώρα.

  Στην Ταγγέρη.

  Αγαπημένη πόλη η Ραμπάτ.

  Αγαπημένο όνομα το όνομα της ξεναγού τους σε ένα μουσείο.

  Μαζί τους και οι κολλητοί τους, το ζευγάρι με την προέφηβη κόρη τους.

  Η γυναίκα του στρίγγλα, ταλαιπωρεί την κόρη τους που βρίσκει παρηγοριά στις συζητήσεις της με τον καθηγητή.

  Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η φοιτήτρια έρχεται κι αυτή στην Ταγγέρη. Τον πιέζει, είπε ότι θα το έλεγε στη γυναίκα του, τι περιμένει;

  Και δεν έφτανε αυτό, τον βλέπει, τυχαία, ο φίλος του να φιλιέται μαζί της.

  Θα του τα ψάλλει φυσικά.

  Η γυναίκα του καθηγητή θα δει την κόρη του φίλου της μαζί με τη φοιτήτρια, πάνω σε ένα βράχο στην ακροθαλασσιά.

  Αργότερα θα ανασυρθεί το πτώμα της φοιτήτριας από τη θάλασσα.

 Τι δεν λέγεται, και γιατί άραγε;

  Παραπάτησε, αυτοκτόνησε, ή την έσπρωξε η μικρή;

  Να κάνουμε εικασίες, ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει απάντηση.

  Την έσπρωξε μήπως, για να γλιτώσει απ’ αυτήν ο αγαπημένος της καθηγητής;

  Η ίδια λέει ότι της είπε να φύγει, αυτή θα έμενε λίγο ακόμα.

  Και πώς γύρισε στο σπίτι η μικρή, βαμμένη και ντυμένη σαν κοκέτα;

  Δεν μας λέγεται.

  -Σ’ αγαπώ, θα πει η γυναίκα του καθηγητή, μετά τα αποκαλυπτήρια, στον φίλο της με τη στρίγγλα γυναίκα. -Κι εγώ σ’ αγαπώ.

  Ένα ειδύλλιο που θα περιμέναμε δεν το βλέπουμε να εξελίσσεται.

  Αφηγηματικά έχει ενδιαφέρον η ταινία.

  Υπάρχει ο αφηγηματικός χρόνος του παρόντος, με πολλά flash back. Το πρωτότυπο είναι ότι υπάρχουν και πολλά flash forward. Οι ήρωες μιλάνε, μετά την επιστροφή τους, για τα επεισόδια. Τους βλέπουμε να μιλάνε και σε ένα αστυνομικό τμήμα της Ιταλίας. Από την Ταγγέρη την κοπάνησαν την ίδια μέρα, δεν θα ήθελαν να μπλέξουν με την μαροκινή αστυνομία.

  Θα ήθελα να σχολιάσω και αυτό.

  Έχουν ορμήσει στην αυλή ενός σπιτιού. Αγκαλιάζονται, προφανώς θα κάνουν έρωτα.

  Μήπως θέλει να την σπρώξει μέσα στο πηγάδι δίπλα, να την ξεφορτωθεί;

  Το επεισόδιο δεν ολοκληρώνεται, η ταινία περνάει σε άλλο.

  Αργότερα θα δούμε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο.

  Ένα γενικότερο σχόλιο: Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να κάνουμε εικασίες σε ανάλογα επεισόδια, για να δούμε τελικά αν επιβεβαιωθήκαμε ή αν διαψευστήκαμε.

  Σίγουρα βλέπεται με ενδιαφέρον η ταινία. Κλασικό το θέμα της, η γκόμενα που τον πιέζει να παρατήσει τη γυναίκα του και να παντρευτούν. Όμως τα επεισόδια που ακολουθούν είναι αρκετά ασυνήθιστα.

  6,7 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.

Michelangelo Antonioni, Zabriskie point (1970)

 Michelangelo Antonioni, Zabriskie point (1970)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μια ακόμη ταινία του Αντονιόνι, ενός σκηνοθέτη «που δεν μου πάει», αλλά βλέπω κάθε επανέκδοσή του. Σίγουρα έχω δει τουλάχιστον έξι ταινίες του.

  Το περίεργο: ενώ αυτή η ταινία δεν άρεσε (μπορείτε να διαβάσετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας), εμένα μου άρεσε. Όχι όμως τόσο ώστε να βάλω παραπάνω από 7 (με τα χρόνια έγινε cult, η βαθμολογία της είναι 6,9).

  Η ταινία ξεκινάει με μια σύναξη φοιτητών, που μιλάνε για την κατάληψη του πανεπιστημίου. Μεγάλη η διάρκειά της, δίνει το κλίμα της εποχής.

  Οι αστυνομικοί είναι αδίστακτοι. Ένας πυροβολεί εν ψυχρώ έναν μαύρο φοιτητή. Ο Μαρκ, που είναι οπλισμένος, εκδικείται για πάρτη του, πυροβολεί τον αστυνομικό.

  Και κλέβει ένα αεροπλάνο.

  Τώρα πότε έμαθε να πιλοτάρει, δεν μας λέγεται, γιατί δεν έχει και τόση σημασία.

  Η Ντάρια (αγαπημένο όνομα, έγραψα και τη βιογραφία της) το σκάει και αυτή από την εταιρία που δουλεύει, διασχίζει την έρημο (όχι την κόκκινη) μάλλον για να συναντήσει τον φίλο της.

  Η Μαρκ τη βλέπει και την «φλερτάρει» περνώντας με το αεροπλάνο του σύριζα πάνω από το αυτοκίνητό της, και μετά πάνω από την ίδια.

  Του τελειώνει η βενζίνη, αναγκάζεται να προσγειωθεί, κοντά της φυσικά.

  Η συνέχεια είναι αναμενόμενη.

  Κάποια στιγμή θα κάνουν σεξ.

  Και μας εμφανίζεται ένας ποιητικός Αντονιόνι.

  Δίπλα τους κάνει σεξ ένα άλλο ζευγάρι.

  Στο τέλος θα δούμε ένα σωρό ζευγάρια να κάνουν σεξ στους αμμόλοφους, δίπλα τους.

  Το επεισόδιο με το σεξ κρατάει κάμποσα λεπτά.

  Αυτό το σεξ θα το λέγαμε και σαν soft καλλιτεχνικό πορνό, είχα δει μια ταινία τέτοιου είδους. Όμως, παρόλο που έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι είμαι εστέτ, το καλλιτεχνικό πορνό δεν μου αρέσει, προτιμώ το καθαρό πορνό.

  Αντιστικτικά, βλέπουμε τους επιχειρηματίες να σχεδιάζουν μια επιχείρηση.

  Τώρα τι τον έπιασε τον Μαρκ να γυρίσει πίσω το αεροπλάνο; Εδώ οι κλέφτες αυτοκινήτων δεν τα επιστρέφουν όταν δεν τα χρειάζονται πια αλλά τα παρατάνε όπου βρούνε, αυτός γιατί;

  Αλλά ας μη κάνω σπόιλερ.

  Και ένα ακόμη σπόιλερ, με τη Ντάρια.

  Εδώ πια και αν είναι ποιητικός ο Αντονιόνι!!!

  Φαντασιώνεται τα γραφεία της εταιρείας, πάνω στο λόφο, να ανατινάζονται. Πολλές κάμερες τραβάνε την ανατίναξη την οποία βλέπουμε συνεχώς από διαφορετικές γωνίες. Τελικά πολλοί σκηνοθέτες έχουν το φετίχ της φωτιάς, αλλά στο μυαλό μου έρχεται μόνο η «Θυσία» του Ταρκόφσκι.

  Και μετά την έκρηξη;

  Βλέπουμε τα συντρίμμια σε slow motion στον αέρα. Μου θύμισαν πίνακες του Μιρό, αλλά και τα σκουπίδια στην παραλία του Παχύ Άμμου.

  Εικαστικό αριστούργημα το τέλος.

  Trivia.

  O Mark (Frenchette), που επιλέχτηκε για την ταινία παρόλο που δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, γύρισε μόλις τρεις ταινίες. Με δυο φίλους του από το κοινόβιο όπου ζούσε αποπειράθηκαν να ληστέψουν μια τράπεζα. Ο ένας σκοτώθηκε, οι άλλοι δυο συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, και ο Mark πέθανε μετά από δυο χρόνια. Ατύχημα, από άρση βαρών.

  Και η Daria (Halprin) -και οι δυο πρωταγωνιστές είναι με το πραγματικό μικρό τους όνομα στην ταινία- γύρισε επίσης μόλις τρεις ταινίες, και μετά έγινε therapist.

Thursday, August 6, 2026

Thomas Mann, Σοπενχάουερ

 Thomas Mann, Σοπενχάουερ (μετ. Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου), Έρασμος 2006, σελ. 72

 


  Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, και δεν έχω όρεξη να ξαναγυρίζω στις παλιές αγάπες. Παλιά αγάπη μου η φιλοσοφία – το δεύτερο πτυχίο μου, με το οποίο διορίστηκα ως φιλόλογος, είναι φιλοσοφίας, στο αμιγώς τότε φιλοσοφικό τμήμα του ΕΚΠΑ. Τώρα τη φιλοσοφία τη θεωρώ ως ένα διανοητικό παιχνίδι, παραπλήσιο με την τέχνη, που όμως δεν μου προσφέρει γνώσεις. Τώρα, πώς έτσι και αποφάσισα να διαβάσω ένα δοκίμιο για τον Σοπενχάουερ;

  Καταρχάς να πω ότι ήθελα, παρόλα αυτά, να διαβάσω το κορυφαίο έργο του, «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση», όμως ήταν εξαντλημένο.  Σε συζήτηση σε παρέα, ένας το είχε, ο φίλος μου ο Πρατικάκης προθυμοποιήθηκε να το δανειστεί και να το βγάλει σε φωτοτυπίες σε δυο αντίτυπα, ένα για αυτόν και το άλλο, δώρο, για μένα. Εκδόσεις Αναγνωστίδη, όπου εκδόθηκαν οι πρώτες μου μεταφράσεις. Το διάβασα πριν επτά χρόνια, όπως βλέπω τώρα στην ανάρτηση που έκανα.

  Πριν λίγες μέρες ο φίλος μου ο Πάτροκλος έκανε ένα αφιέρωμα σ’ αυτόν στο ιστολόγιό του «Peri-Grafis». Το διάβασα, και διάβασα και την ανάρτηση που έκανα. Έπεσα και πάνω στο βιβλίο του Τόμας Μαν, μικρό είναι είπα, ας το διαβάσω.

  Όσο και να μην σου αρέσει ένα βιβλίο πάντα θα βρεις σ’ αυτό κάτι χρήσιμο, είπε κάποιος, έχω ξεχάσει ποιος. Βρήκα αρκετά χρήσιμα, βιογραφικά στοιχεία κυρίως, αλλά και το βιβλίο μου άρεσε με το γλαφυρό του ύφος καθώς το έγραψε λογοτέχνης, όχι με τη στρυφνή γλώσσα των ανθρώπων του επαγγέλματος.

  Η βασική ιδέα του Σοπενχάουερ είναι εντελώς διάφανη. Το βασικό στοιχείο του κόσμου, φανταστείτε το σαν μετωνυμία του big bang, είναι η βούληση, η οποία ενσαρκώνεται σε παραστάσεις, άλλες ανώτερες, όπως οι πλατωνικές ιδέες, άλλες κατώτερες. Η βούληση είναι πηγή δυστυχίας, ακολουθεί εδώ ο Σοπενχάουερ την ανατολική φιλοσοφία, καθώς συνοδεύεται από ματαιώσεις. Ήταν απαισιόδοξος ο Σοπενχάουερ. Ίσως κουβαλούσε την κατάθλιψη του πατέρα του που αυτοκτόνησε, και την καταπολέμησε «εξυψώνοντάς τη», κατά τη φροϋδική έννοια (Sublimierung) σε μια πεσιμιστική φιλοσοφική θεωρία.

  Το σημαντικό για μένα το είπα, το ύφος του δεν με κούρασε, οπότε καλύτερα να περάσω στην παράθεση αποσπασμάτων.

  «Η απόλαυση που παίρνουμε από ένα μεταφυσικό σύστημα, η ευχαρίστηση που μας δίνει η νοητική οργάνωση του κόσμου σε ένα σύστημα αυστηρά θεμελιωμένο, εντελές και ισόρροπο οικοδόμημα σκέψης, είναι πάντοτε και πάνω απ’ όλα αισθητικής φύσης».

  Τα μεγάλα πνεύματα. Αλλά, να κάνω πιο σαφές αυτό που είπα παραπάνω, είναι «μόνο» αισθητικής φύσης για μένα.

  «Η βούληση ήταν η υπέρτατη, η απαραμείωτη, πανάρχαιη αρχή της ύπαρξης, η πηγή κάθε φαινομένου, ο παρών και ενεργός γεννήτορας του καθενός ξεχωριστά, η κινητήρια δύναμη που δημιουργεί ολόκληρο τον ορατό κόσμο και ολόκληρη τη ζωή».

  Εξαιρετική σύνοψη της θεωρίας του.

  «…η διάνοια είναι απλώς και μόνο το όργανο της βούλησης…».

  Θα επανέλθουμε σ’ αυτό με άλλο απόσπασμα.

  «Ο κόσμος τούτος είναι ο χείριστος εξ όλων των δυνατών κόσμων».

  Να και άλλος που αρέσκεται σε παραφράσεις (εμείς chatgpt τα έχουμε πει), αν όντως είναι η αυθεντική διατύπωση του Σοπενχάουερ. (Τελικά είναι αυθεντική, μου το επιβεβαίωσε ο παντογνώστης chatgpt). Α, ξέχασα, παραφράζει τον Λάιμπνιτς για όσους δεν το ξέρετε, που στη θέση «χείριστος» έχει «καλύτερος».

  «Υψώνει την ηθική και την ενθρονίζει υπεράνω της αισθητικής».

  Ας το θυμάμαι αυτό.

  «…ο Σοπενχάουερ, όταν κάνει την τραχειά και αγέρωχη δήλωση ότι καθένας μας, καλότυχος ή κακότυχος, έχει ακριβώς τη μοίρα που του αξίζει».

  Παραθέτω το απόσπασμα γιατί διαφωνώ κάθετα.

  «Ο Σπινόζα είπε: [να μη γράψω το λατινικό] Η καλοσύνη δεν είναι παρά αγάπη που γεννιέται από την συμπόνια».

  Η συμπόνια μπορεί να αυξήσει την αγάπη, η δική μου εμπειρία. Και θα ήθελα να μειωθεί η αγάπη και να αυξηθεί η συμπόνια.

  «Εάν η ασκητική αγνότητα εφαρμοζόταν σαν μια γενική πρακτική, θα ερχόταν το τέλος του ανθρώπινου είδους».

  Ο Καζαντζάκης είπε «Αλίμονο στο χωριό που δεν έχει κανένα άγιο. Αλίμονο στο χωριό που όλοι είναι άγιοι».

  Μου θυμίζει τον γενετικό πολυμορφισμό στη βιολογία. Ένας φαινότυπος που κυριαρχεί μπορεί να οδηγηθεί στην εξαφάνιση όταν αλλάξουν οι περιβαλλοντικές συνθήκες, και να επικρατήσει ένας άλλος φαινότυπος προσαρμοσμένος σ’ αυτές, που αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την εγγύηση του είδους.

  Να σημειώσω ότι ο Μαν παραθέτει κάποια αποσπάσματα από το πρώτο του μυθιστόρημα, τους «Μπούντεμπροκ», το μυθιστόρημά του που μου άρεσε περισσότερο.

  «Η αυτοκτονία επιβεβαιώνει τη βούληση για ζωή, αντί να την αρνείται».

  Δεν με ενδιαφέρουν οι διανοητικές αλχημείες στις οποίες επιδίδεται για να υποστηρίξει αυτή την άποψη. Εγώ δηλώνω τις τελευταίες δεκαετίες οπαδός του «Απλοϊκού ρεαλισμού», και διαφωνώ κάθετα με αυτή την άποψη.

  «Η συμπεριφορά του κατά τα γεγονότα του 1848….αποκαλούσε το λαό κυρίαρχο όχλο και είχε δανείσει επιδεικτικά τα κιάλια του στον αξιωματικό που έκανε από το παράθυρο του Σοπενχάουερ αναγνώριση των εξεγερμένων στα οδοφράγματα, για να μπορεί να κατευθύνει καλύτερα τα πυρά του…».

  Ο Ουγκώ ήταν περίπου μια από τα ίδια. Αντιγράφω από την ανάρτησή μου για τους «Άθλιους»:

  «Στην επανάσταση του 1848, ο Ουγκώ σαν εθνοφρουρός επιτέθηκε στα οδοφράγματα, πίσω από τα οποία ήταν ο φίλος του ο Μπωντλέρ. Με το παραπάνω απόσπασμα ίσως εκφράζει τη θλίψη του, αν όχι τη μεταμέλειά του, σίγουρα τη δικαιολογία του, για τη στάση που κράτησε τότε. Στην εξέγερση του 1832 την οποία αφηγείται στο μυθιστόρημά του, βρίσκεται πίσω από τα οδοφράγματα, μαζί με τους ήρωές του».

  «…ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, ένας πολίτης της μεσαίας τάξης με τα στίγματα της ιδιοφυΐας, που καθιστούν τη μορφή του εκκεντρική αλλά αναμφισβήτητα αστική….η ακρίβειά του ως καπιταλιστή (κατέγραφε κάθε δεκάρα και στη διάρκεια της ζωής του διπλασίασε την πατρική περιουσία του με έξυπνη διαχείριση)…».

  Δεν νομίζω να εύρισκα στη βικιπαίδεια αυτές τις λεπτομέρειες.

  «Ο έρωτας αποτελεί για τον Σοπενχάουερ το κέντρο της βούλησης και, στη σωματική του εκδοχή [το κάτω κεφάλι] τον αντίθετο πόλο του εγκεφάλου [το πάνω κεφάλι] ο οποίος αντιπροσωπεύει τη γνώση».

  Τα μέσα στις αγκύλες τα έβαλα χιουμοριστικά.

  «Κατά τον Γκαίτε ο έρωτας και το πνεύμα (η σκέψη) ήταν τα πιο υψηλά, τα πιο ισχυρά θέλγητρα στη ζωή».

   Για το πρώτο, σίγουρα. Όμως…

  Κατ’ αυτόν [τον Σοπενχάουερ] ο σαρκικός έρωτας προέρχεται από τον Διάβολο, αποτελεί έναν διαβολικό περισπασμό από τον καθαρό στοχασμό».

  Δεν πα να προέρχεται…

  «[Ο Γκαίτε… γνωρίζουμε πράγματι πως ξεκίνησε να το διαβάζει με μια ευμενή περιέργεια αλλά δεν το τελείωσε ποτέ».

  Τον έφαγα τον Γκαίτε, εγώ το τέλειωσα.

  Είπα θα επανέλθουμε:

  «Σε μια ομιλία που έκανα κάποτε στη Βιέννη υποστήριξα ότι η δυσοίωνη σοπενχαουερική επικράτεια της βούλησης είναι απολύτως ταυτόσημη με την περιοχή εκείνη που ο Φρόιντ αποκαλεί ασυνείδητο, το id (εκείνο) – όπως από την άλλη μεριά, η κατά Σοπενχάουερ διάνοια, ο νους, αντιστοιχεί στο φροϋδικό Εγώ, στο τμήμα εκείνο της ψυχής που στρέφεται προς τα έξω, προς τον κόσμο».

  Συμφωνώ απόλυτα με το πρώτο, ενώ με το δεύτερο με την έννοια ότι στρέφεται προς τον κόσμο σαν «διαιτητής» ανάμεσα στο id (εκείνο, προεγώ) και το υπερεγώ, τις ενδοβαλμένες κοινωνικές επιταγές του πολιτισμού (που είναι πηγή δυστυχίας).

  Να σημειώσουμε ότι γράφηκε το 1938, όταν ο Τόμας Μαν (γεννημένος το 1875) ήταν 63 χρόνων.

Wednesday, August 5, 2026

Joel and Ethan Koen, Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (No country for old men, 2007)

 Joel and Ethan Koen, Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (No country for old men, 2007)

 


  Και αυτή την ταινία μου την υπέδειξε το chatgpt στην ίδια συζήτηση που είχαμε για το «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου», ταινία της οποίας θυμόμουνα μόνο το ανοιχτό τέλος, ανοιχτό χωρίς αποχρώντα λόγο κατά τη γνώμη μου, σε αντίθεση με άλλες ταινίες, όπως π.χ. το «Ένας χωρισμός» του Ασγάρ Φαρχάντι. Ήθελα να την ξαναδώ αλλά δεν θυμόμουνα τον τίτλο. Τελικά μου τη βρήκε ο γιος μου. Ταινία επιβίωσης όπως και το «the Grey», όμως μόνο κατά το δεύτερο μισό. Όχι επτά άντρες αλλά μόνο ένας άντρας, μια γυναίκα και η κόρη της. Επίσης στην Αλάσκα αλλά όχι σε παγωμένα βουνά αλλά σε ένα ερημικό δάσος. Ένα υδροπλάνο που καταφτάνει, άραγε φέρνει τους σωτήρες ή τους διώκτες τους;

  Δεν θα μάθουμε, εκεί τελειώνει η ταινία.

  Τρία είναι τα κεντρικά πρόσωπα, εκ των οποίων δύο βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Ο ένας είναι βετεράνος του Βιετνάμ, που τυχαία πέφτει πάνω σε μια τσάντα με δολάρια. Στην ανταλλαγή με τα ναρκωτικά κάποιοι πήγαν να ξεγελάσουν κάποιους. Το έδαφος είναι σπαρμένο με νεκρούς.  

  Ο άλλος, ο Χαβιέ Μπαρδέμ, είναι ο ψυχοπαθής δολοφόνος, κατ’ επάγγελμα εκτελεστής.

  Δεν θα μπορούσε να είναι απλά επαγγελματίας εκτελεστής;

  Και βέβαια, και θα ήταν πιο ρεαλιστικό, όμως με το να είναι παρανοϊκός η πλοκή γίνεται πιο συναρπαστική. «Πες, κορώνα ή γράμματα;». Ευτυχώς το πέτυχε, γιατί αλλιώς είχε σκοπό να τον σκοτώσει.

  Έτσι, για πλάκα.

  Δεν ήξερα ότι αυτό το επεισόδιο αποτελεί και προσήμανση. Λέει και στην γυναίκα του βετεράνου να μαντέψει: Κορώνα ή γράμματα;

  Αυτή αρνείται.

  Στο επόμενο πλάνο τον βλέπουμε να βγαίνει από το σπίτι.

  Εδώ δεν έχουμε ανοικτό τέλος αλλά ανοικτό επεισόδιο: τη σκότωσε ή δεν τη σκότωσε; Οι Κοέν δεν μας λένε, παραβιάζοντας αφηγηματικές προσδοκίες, πάλι χωρίς αποχρώντα λόγο κατά τη γνώμη μου.

  Ο βετεράνος σκοτώνεται από μεξικάνους, που του παίρνουν τα λεφτά.

  Δεν μου αρέσει σε μια ταινία ο καλός να σκοτώνεται.

  Και ο Χαβιέρ Μπαρδέμ;

  Με σπασμένο χέρι, με το κόκαλο να προεξέχει, κατευθύνεται σε νοσοκομείο. Δεν μας λέγεται, αλλά η αφηγηματική αναμονή είναι δεδομένη, θα εντοπισθεί και θα συλληφθεί, εκτός πλαισίου της ιστορίας.

  Είναι και ο σερίφης, σε ένα κατά τη γνώμη μου άχρωμο ρόλο στην πλοκή. Μόνο οι θυμοσοφίες του κάτι αξίζουν.

  Συναρπαστική ταινία, εξαιρετικοί οι αδελφοί Κοέν, 8,2 η βαθμολογία της, θα παραφράσω πάλι: τέλος κακό όλα κακά.

  Φυσικά δεν έβαλα βαθμολογία, όπως και στο «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου».

Joe Carnahan, The grey (2011)

 Joe Carnahan, The grey (2011)

 


  Σε συζήτηση με το chatgpt υποστήριζα ότι οι περιπέτειες έχουν πάντα happy end, εκτός από εκείνες που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Δεν ξέχασα ποτέ τρεις, δεν θυμάμαι τους τίτλους τους. Η μια αναφερόταν στο θάνατο πυροσβεστών και την είδα στο ideal σε δημοσιογραφική προβολή, η άλλη σε ένα ναυάγιο, κάποιος ριψοκίνδυνος καπετάνιος αποφάσισε να ταξιδέψει ενώ προβλεπόταν καταιγίδα, την είδα πολύ παλιά στην τηλεόραση, και η τρίτη είχε σαν θέμα ένα ζευγάρι που έκανε υποβρύχια εξερεύνηση καθώς εγκαταλείφθηκε από το σκάφος που τους μετέφερε μαζί με άλλους επιβάτες που έκαναν το ίδιο σπορ. Ο υπεύθυνος μέτρησε λάθος ότι ήταν όλοι παρόντες κατά την επιβίβαση. Την είδα με τον ανιψιό μου σε ένα θερινό σινεμά στην Καλλιθέα και ψυχοπλακωθήκαμε και οι δυο.

  Καλά να πάθει, δική του επιλογή. Εγώ τι έφταιγα;

  Λάθος, υπάρχει το «The grey», μου λέει το chatgpt, που δεν αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός.

  Αποφάσισα να το δω για να το επιβεβαιώσω. Πράγματι, το θέμα της ταινίας είναι η επιβίωση των επτά διασωθέντων από την πτώση ενός αεροπλάνου πάνω στα παγωμένα βουνά της Αλάσκας. Είχαν όμως να αντιμετωπίσουν τους λύκους.

  No one lives θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ταινίας, όπως είναι ο τίτλος μιας ταινίας horror με τη Laura Ramsey. Σε πολλά horror το τέλος είναι unhappy, και γι’ αυτό δεν τα βλέπω. Σ’ αυτό έκανα εξαίρεση γιατί έβλεπα πακέτο τη Ramsey.

  Ο τελευταίος που πεθαίνει είναι ο Liam Neeson, ο κεντρικός ήρωας.

  Να επικαλεστώ ότι σε κάθε κανόνα υπάρχουν οι εξαιρέσεις;

  Και ένα «ελαφρυντικό», ότι είναι μεταφορά διηγήματος; Και το «Κάλεσμα της άγριας φύσης» του Τζακ Λόντον έχει unhappy end, που όμως ο Chris Sanders δεν το ακολούθησε στην ομώνυμη ταινία του, έδωσε happy end. Άλλες όμως κινηματογραφικές μεταφορές διατήρησαν το ίδιο unhappy end.  

  Είδα την ταινία από καθαρή περιέργεια, διαφορετικά δεν θα την έβλεπα.

  6,7 η βαθμολογία της. Εγώ δεν βαθμολόγησα, όπως κάνω για κάθε καλή ταινία που κάτι με ξενερώνει σ’ αυτή.