Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, July 30, 2026

Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 


Από σήμερα στους κινηματογράφους

 

  Πρώτη φορά βρέθηκα αμήχανος, πώς να προσλάβω την ταινία∙ δηλαδή ένα μέρος της.

  Η μεγαλοαστή επιμένει με το ζόρι να νοικιάσει τον πάνω όροφο του σπιτιού του ομότιμου καθηγητή Μπαρτ Λάνγκαστερ στο όνομα του νεαρού, κατά δεκατρία χρόνια μικρότερού της, εραστή της. Θα σκαρφιστεί χίλια όσα για να τον πείσει.

  Είναι παντρεμένη, ο άντρας της το ξέρει.

  Στο σπίτι του θα του κουβαλιούνται, εκτός από τον εραστή (για την ακρίβεια, επάγγελμα ζιγκολό), η κόρη της με το φίλο της. Είναι σεξουαλικά απελευθερωμένοι οι νέοι, θα τους δούμε σε τρίο.

  Είναι μήπως μια κριτική για την ασύδοτη σεξουαλικά μεγαλοαστική τάξη (μητέρα) αλλά και μια συμπαθητική εικόνα της σεξουαλικά απελευθερωμένης νεολαίας (κόρη);

  Ο Βισκόντι πιστεύω τους νέους τους βλέπει με συμπάθεια. Η κόρη έχει «ερωτευθεί» τον Μπαρτ Λάγκαστερ, κάποια στιγμή θα τον φιλήσει.

  Με μεγαλύτερη συμπάθεια όμως βλέπει τον εραστή, που είναι ένα διπλότυπο των φιλόδοξων νεαρών του Σταντάλ αλλά και κάποιων του Μπαλζάκ, που ονειρεύονται να ανέβουν κοινωνικά. Αυτό που καταφέρνει είναι να κερδίσει χρήματα, μη έχοντας καμιά αμφιβολία ότι κατά βάθος τον περιφρονούν.

  Κυρίως όμως η ταινία είναι, νομίζω, ένα σχόλιο πάνω στη μοναξιά της γεροντικής ηλικίας, που βέβαια με άγγιξε ιδιαίτερα. Καλύτερο το ταρακούνημα, όσο οδυνηρό αν είναι κάποιες φορές, παρά η μονοτονία της μοναξιάς.

  Βρε μα ποιον μου θυμίζει ο καθηγητής με το μουστάκι, ποιον μου θυμίζει…

  Στο τέλος θυμήθηκα: έναν άλλο καθηγητή.

  Και ένα τελευταίο σχόλιο.

  Γράφω συχνά ότι για μένα μετράει περισσότερο το σενάριο. Και το επεισόδιο που με καθήλωσε ιδιαίτερα ήταν η συζήτηση που είχαν τα μέλη αυτής της κομπανίας στο τέλος της ταινίας, συζήτηση και θέσεις πάνω σε θέματα πολύ ενδιαφέροντα.

  7,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Pedro Almodovar, Ψηλά τακούνια (Tacones lejanos, 1991)

 Pedro Almodovar, Ψηλά τακούνια (Tacones lejanos, 1991)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μεγάλος ο Αλμοδόβαρ, κρίμα που δεν έχω πια την πολυτέλεια (ουκέτι καιρός) να βλέπω πακέτο τέτοιους μεγάλους σκηνοθέτες, παρά μόνο ιρανούς και κινέζους. Βλέπω όμως κάθε ταινία τους που είναι σε επανέκδοση. Ελπίζω να ζήσω αρκετά ώστε να δω όσες ταινίες του δεν έχω δει, για την ακρίβεια δεν έχω ξαναδεί για να γράψω, όπως και του Μπέργκμαν. 

  Η ταινία ξεκινάει σαν δράμα, εξελίσσεται σαν δράμα, και τελειώνει σαν θρίλερ, με φοβερές ανατροπές. Πολύ ευφάνταστος ο Αλμοδόβαρ στη σύνθεση του σεναρίου του.

  Το δράμα:

  Η μητέρα ήταν χρόνια αποξενωμένη από την κόρη της, αφοσιωμένη στην καριέρα της. Το εφέ έκπληξης, που δεν θα το μαρτυρήσω: χάρη στην κόρη της μπόρεσε να κάνει αυτή την καριέρα. Τώρα που ξανασυναντιούνται, αρχίζουν να προσεγγίζουν η μια την άλλη.

  Υπάρχει μια ένταση στη σχέση τους: ο πρώην γκόμενος της μητέρας της είναι ο άντρας της.

  Που κάποια στιγμή θα δολοφονηθεί.

  Ποιος ή ποια τον σκότωσε;

  Οι υποψίες πέφτουν στην κόρη (Εξαιρετική η ερμηνεία της Victoria Abril, που χαρακτηρίζεται από πάθος και ένταση) Ο αστυνομικός επιθεωρητής δεν είναι πεπεισμένος, και θα την αποφυλακίσει.

  Έχει και άλλους λόγους (η φοβερή ανατροπή).

  Η κόρη έμεινε έγκυος από μια τραβεστί.

  Τι θα κάνει, θα το κρατήσει το παιδί; 

  Μόνο αυτό το σπόιλερ μπορώ να κάνω: η ταινία έχει happy end. Και το λέω γιατί στα κοινωνικά έργα (drama), σε αντίθεση με τα αστυνομικά, τις περιπέτειες, τις κωμωδίες, το happy end δεν είναι καθόλου δεδομένο, συχνά παίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή.

  Μου άρεσε φοβερά. Η βαθμολογία της είναι 7, αλλά εγώ έβαλα, σπάνιο για μένα, 9.

 

Wednesday, July 29, 2026

Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας

 Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας (μετ. Αργυρώ Μαντόγλου), Ψυχογιός 2017, σελ. 319

 


  Είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro, και το δεύτερό του που διαβάζω, μετά τα «Νυχτερινά».

  Χωρίς μείζονα σασπένς, με μια θεματική που εμένα σαν έλληνα δεν με ενδιέφερε (ο Butler αφήνεται αμετάφραστος, έχει πολλά καθήκοντα μου λέει το chatgpt, αλλά εδώ το κύριό του είναι υπεύθυνος προσωπικού), βρήκα εντούτοις ενδιαφέρουσες τις αφηγηματικές του τεχνικές.

  Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη, κινείται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το τώρα, με τον χρόνο της αφήγησης (ΧΑ) συχνά να υπολείπεται μόνο λίγα λεπτά από το χρόνο της ιστορίας (ΧΙ).

  «Πριν από λίγα λεπτά, εντελώς τυχαία, λίγο μετά το άναμμα των φώτων, εκεί που ήμουν καθισμένος στο παγκάκι…» (σελ. 315).

  Το τώρα αναφέρεται κυρίως σε μια πενθήμερη (όχι πενταήμερη που λένε οι μαθητές μας) εκδρομή. Το δεύτερο επίπεδο είναι αναμνήσεις από την εποχή του μεσοπολέμου που δούλευε σαν μπάτλερ στο Ντάρλινγκτον Χολ του Λόρδου Ντάρλινγκτον.   Μετά τον θάνατό του αγοράστηκε από τον κύριο Φάραντεϊ, έναν αμερικάνο λεφτά.

  Ακόμη:

  Δίνει ένα μεγάλο ρεαλισμό στη γραφή με το να «προφασίζεται» συχνά ότι δεν είναι σίγουρος για την ακρίβεια της ανάμνησης: «Αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω πως μπορεί να έχω μπερδευτεί λιγάκι∙ πως, στην πραγματικότητα, αυτό το θραύσμα της ανάμνησης να προέρχεται από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ένα άλλο βράδυ…» (σελ. 275).

  Οι διαφορές ανάμεσα στους δυο ιδιοκτήτες:

  Ο λόρδος ήταν όντως ευγενής. Το χρηματικό δεν τον απασχολούσε, είχε πολυάριθμο προσωπικό, και ήταν ένας έντιμος, ευσυνείδητος άνθρωπος, με καλές προθέσεις. Ο άλλος, ο λεφτάς, μείωσε το προσωπικό στα τέσσερα άτομα, και ο μπάτλερ έπρεπε να το διαχειριστεί αυτό όσο πιο καλά μπορούσε, δηλαδή να βγάζουν τη δουλειά που έβγαζε το παλιό προσωπικό. Κοντολογίς, τους έβγαζε το λάδι.

  Πολλές σελίδες αναλώνονται στην περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχει ένας μπάτλερ. Οι άγγλοι ίσως τις βρίσκουν ενδιαφέρουσες. Γίνεται αρκετή συζήτηση για την αξιοπρέπεια, σαν το κατεξοχήν χαρακτηριστικό που πρέπει να διαθέτει.

  Μετά τον μπάτλερ κεντρικό πρόσωπο είναι η οικονόμος, η δεσποινίς Κέντον. Έχει αγαπησιάρικες σχέσεις μαζί του, αν και ορισμένες φορές υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους. Κάποια στιγμή ερωτεύεται και φεύγει. Μετά από τριάντα χρόνια (ο πρόλογος χρονολογεί την αφήγηση το 1956) στέλνει ένα γράμμα στον μπάτλερ. Δεν είναι σαφές από το γράμμα, αλλά μήπως ενδιαφέρεται να ξαναγυρίσει στο αρχοντικό; Η πενθήμερη εκδρομή θα έχει σαν κατάληξη την συνάντηση μαζί της.

  Τα πραγματολογικά στοιχεία έχουν για μένα μεγάλο ενδιαφέρον.

  Ο λόρδος θεωρεί άδικο το να στύψουν σαν λεμονόκουπα τους γερμανούς μετά την ήττα τους. Ένας φίλος του γερμανός χρεωκόπησε με τον πληθωρισμό και αυτοκτόνησε. Κάνει μια μάζωξη, οιονεί μίνι συνέδριο, με προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι και ένας γάλλος (οι γάλλοι τηρούν αδιάλλακτη στάση σε σχέση με τους όρους της ειρήνης) ώστε να επηρεάσουν για να αμβλυνθούν οι επαχθείς όροι.

  Δεν είναι υπερβολικός. Θυμάμαι που διάβασα ότι είχε πέσει τέτοια πείνα στη γερμανία μετά τον πόλεμο, που υπήρχαν αστυνομικοί στις γέφυρες για να εμποδίσουν απελπισμένες μητέρες να πέσουν στο ποτάμι μαζί με τα μωρά τους.

  Επισκέπτης του ήταν ο Ρίμπεντροπ, αυτός που μαζί με τον Μόλοτοφ υπέγραψαν το περιβόητο σύμφωνο. Μετέφερε τη ναζιστική προπαγάνδα για διαρκή ειρήνη, η οποία έβρισκε ευήκοον ους στον λόρδο, καθώς ένιωθε ενοχές για την κατάσταση της γερμανίας. Πείστηκε ότι οι εβραίοι είναι μεγάλος κίνδυνος, με αποτέλεσμα να διώξει δυο υπηρέτριες, προς απελπισία της δεσποινίδας. Αργότερα, όταν είδε τι ήταν ο Χίτλερ, ζήτησε να ψάξουν να τις βρουν και να τις βοηθήσουν, εν είδει αποζημίωσης.

  Όχι, τώρα τα πάει μια χαρά με τον άντρα της, παρόλο που τον εγκατέλειψε τρεις φορές.

  Όμως καιρός να περάσουμε σε αποσπάσματα.

    «Ήταν ένας πραγματικά καλός άνθρωπος, ένας γνήσιος τζέντλεμαν, και σήμερα νιώθω υπερήφανος που αφιέρωσα τα καλύτερά μου χρόνια στην υπηρεσία του» (σελ. 87).

  Ο μπάτλερ τα λέει αυτά.

  «Θυμάμαι, επίσης, να παρακολουθώ τον κύριο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα…» (σελ. 180).

  Παρελαύνουν αρκετές προσωπικότητες στο Ντάρλινγκτον Χολ. Ένας άλλος είναι ο Λόρδος Χάλιφαξ, άτομο με επιρροή. Τον Τσώρτσιλ δεν τον είδε.

  «Βρετανική Ένωση Φασιστών», με αρχηγό τον «Σερ Όσγουαλντ Μόσλι», έναν από τους επισκέπτες.

  Δεν την έχω ξανακούσει, αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι φασίστες επιβιώνουν, αλλά δεν τολμούν να βάλουν στο όνομα των οργανώσεών τους τη λέξη φασίστας ή φασισμός.

  «Το Ford δεν είχε κάποια βλάβη, απλώς είχε μείνει από βενζίνη. Το να κατηφόριζα μέχρι το χωριό θα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα και εκεί ήταν βέβαιο πως θα έβρισκα κατάλυμα και ένα δοχείο με βενζίνη» (σελ. 212).

  Η ανάγνωση του αποσπάσματος αυτού πυροδότησε μια δική μου ανάμνηση. Είχα μείνει από βενζίνη 30 μέτρα από το βενζινάδικο το Γιώργη του Χατζημαρκάκη, με το autobianchi μου, πριν χρόνια εννοείται. Φοβερή κωλοφαρδία.

  «Η δεσποινίς Κέντον με βρήκε να διαβάζω εκείνο το βράδυ, απλώς και μόνο επειδή τα έργα αυτά ήταν γραμμένα σε καλά αγγλικά… Σπανίως είχα τον χρόνο ή την επιθυμία να διαβάσω κάποιο από αυτά τα ρομάντζα από την αρχή έως το τέλος…» (σελ. 220).

  Ανάμνηση πρώτη: ο φίλος μου ο Μιχάλης διάβαζε από τα βίπερ Νόρα της μητέρας του μόνο την αρχή, τη μέση και το τέλος.

  Ανάμνηση δεύτερη: τη δεκαετία του ’80 διάβαζα ανάλογα αισθηματικά ρομάντζα, γερμανικά, για εξάσκηση της γλώσσας: Marie Luis Fischer και Gonsalick. Τα γερμανικά τα ξεκίνησα στο Λύκειο με μέθοδο άνευ διδασκάλου, μετά για ένα μήνα με μαθήματα δι’ αλληλογραφίας, και τρία ή τέσσερα χρόνια στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Αργότερα, σαν «διάλειμμα» της συγγραφής του διδακτορικού μου κατά την τριετή εκπαιδευτική μου άδεια 1993-1996 (καλές εποχές τότε, έπαιρνες την άδεια αρκεί να είχες τις τυπικές προϋποθέσεις) τρία χρόνια στο Ινστιτούτο Γκαίτε στα πλαίσια του Ινστιτούτου Διαρκούς Επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων (καλές εποχές τότε, πέρασα το superieur trois στο γαλλικό Ινστιτούτο με το οποίο πήρα επάρκεια στα γαλλικά, τώρα μπορείς να παρακολουθήσεις μαθήματα ξένων γλωσσών μόνο στο κτίριο του ινστιτούτου αυτού, νομίζω βρίσκεται κάπου στην Πειραιώς), με κατατακτήριες στο Mittelstufe, πήρα το πτυχίο, αλλά δεν τα κατάφερα στο Kleines Sprach Diplom, τον δεύτερο χρόνο πήγαινα σε κάθε δεύτερο μάθημα, είχε τελειώσει η άδεια μου και ήμουν αποσπασμένος στο γραφείου του κ. Γραμματά, του εποπτεύοντος του διδακτορικού μου. Να περιαυτολογήσω, το διδακτορικό το τέλειωσα στα δυο χρόνια αλλά έπρεπε να περιμένω τρία για την υποστήριξη, γιατί δεν είχα κάνει μεταπτυχιακό (καλές εποχές τότε), δεν είχε θεσμοθετηθεί ακόμη στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, αυτό έγινε την επόμενη χρονιά. Στο τσακ το γλίτωσα. Παρεμπιπτόντως εκδόθηκε από τον Gutenberg, Αφηγηματικές Τεχνικές, το 2000. Για τις γλώσσες μου γράφω σχετικά σε ένα από τα αυτοβιογραφικά μου αποσπάσματα.

  «Ο σύγχρονος κόσμος είναι υπερβολικά βρώμικος τόπος για ωραία και ευγενικά αισθήματα» (σελ. 289).

  Για την πατρίδα μου, και πατριωτικά. Οι «εθνικοί ευεργέτες» ανήκουν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, σε μια σύρραξη με τους Τούρκους, πόσοι θα πήγαιναν εθελοντές, όπως τότε στους βαλκανικούς πολέμους, ανάμεσα στους οποίους και ο Στρατής Μυριβήλης.

  «Δεν είναι μυστικό πως ο καινούριος μας βασιλιάς υπήρξε πάντα φίλος των ναζί».

  Εγώ όμως, ο έλληνας, μετά από τόσα χρόνια, πού να το ξέρω; Ούτε το όνομά του δεν ξέρω, και δεν με ενδιαφέρει εδώ που τα λέμε για να το ψάξω.

  Είδαμε και την ομώνυμη ταινία του James Ivory, με τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson, γυρισμένη το 1993.

  Εξαιρετική ταινία, ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα, εκτός βέβαια από κάποιες μικροαλλαγές. Η μεγάλη αρετή της ταινίας είναι το casting: δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερους ερμηνευτές των δύο κύριων ρόλων από τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson. Εξαιρετική στις ερμηνείες τους, ιδιαίτερα η Emma.

  Μια αλλαγή που θυμάμαι: ο καινούριος αγοραστής του Ντάρλινγκτον Χολ δεν είναι ο κύριος Φάραντεϊ αλλά ο κύριος Λιούις, αμερικάνος που παραβρέθηκε σ’ αυτό το μίνι άτυπο συνέδριο.

  Το μυθιστόρημα το διάβασα γιατί αύριο θα προβληθεί η κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου μυθιστορήματος του Ishiguro, «A pale view of hills». Αν δεν προλάβω να αναρτήσω για αυτήν αύριο (διαβάζω τώρα το μυθιστόρημα) θα αναρτήσω μεθαύριο.

Ξέχασα να το γράψω, και όμως: η ταινία μου άρεσε περισσότερο από το μυθιστόρημα.


Sunday, July 26, 2026

Καζούο Ισιγκούρο, Νυχτερινά

 Καζούο Ισιγκούρο, Νυχτερινά, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, Καστανιώτης 2009, σελ. 200



 Πέντε ιστορίες αποτυχίας και συμβιβασμού περιέχονται στο τελευταίο αυτό βιβλίο του πολυβραβευμένου άγγλου, αλλά ιαπωνικής καταγωγής, συγγραφέα.

  Για να είμαι ειλικρινής το βιβλίο το πήρα από παρεξήγηση. Όπως δεν μου αρέσει ο κινηματογράφος στον οποίο μιλάνε αγγλικά, έτσι δεν μου αρέσει και η λογοτεχνία που είναι γραμμένη στα αγγλικά. Νόμιζα ότι είχα να κάνω με γιαπωνέζικη λογοτεχνία, και τελικά διαπιστώνω ότι ο συγγραφέας, γεννημένος στο Ναγκασάκι το 1954, όταν ήταν πέντε χρονών ήλθε με την οικογένειά του στην Αγγλία.

  Μετά από μια τέτοια εισαγωγή πρέπει να γράψω κάτι που συνήθως γράφεται στο τέλος: το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό και δεν μετάνιωσα που το πήρα. Απλώς, ως μέλος μιας  ομάδας μελέτης της κοινωνικής ανθρωπολογίας στην οποία έχουμε υπεύθυνο τον εξαιρετικό κοινωνικό ανθρωπολόγο και υπέροχο άνθρωπο Σωτήρη Δημητρίου, ενδιαφέρομαι περισσότερο για τις εξωτικές κοινωνίες, δηλαδή για τις κοινωνίες που δεν ανήκουν στον Δυτικό κόσμο, τον οποίο έτσι κι αλλιώς τον ξέρουμε αρκετά καλά, και ας βρισκόμαστε, ως έλληνες, απλά στις παρυφές του.

   Μετά τον τίτλο «Νυχτερινά» ακολουθεί ο υπότιτλος «πέντε ιστορίες της μουσικής και της νύχτας».  Αναγκαίος ένας τέτοιος υπότιτλος, όχι μόνο για να προσδιορίσει ότι το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα αλλά αποτελείται από πέντε μικρές νουβέλες ή πέντε εκτενή διηγήματα αλλά και για να άρει τον συνειρμό με τα ρομαντικά μουσικά νυχτερινά – ποιος δεν έχει ακούσει τη «Μικρή νυχτερινή μουσική» του Μότσαρτ – παραπέμποντας σε έναν άλλο συνειρμό, τη μελαγχολία της νύχτας, και σε έναν άλλο ακόμη, τη μελαγχολία της Δύσης, της γηραιάς ηπείρου που οδεύει προς τη δύση της και οι κάτοικοί της έχουν καταληφθεί από τη μελαγχολία των γηρατειών.

  Μελαγχολικές και οι πέντε ιστορίες. Οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν σ’ αυτές έχουν να αντιμετωπίσουν την αποτυχία στον επαγγελματικό τομέα – είναι όλοι τους μουσικοί που δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τη μετριότητα, με εξαίρεση έναν που το αστέρι του έχει πια δύσει - και επίσης την αποτυχία τους στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, κυρίως με τον/την σύντροφό τους.

  Μελαγχολικές; Θεματικά ναι. Τις διακρίνει όμως ένα λεπτό, διακριτικό χιούμορ, σχεδόν αδιόρατο πολλές φορές που τις κάνει πιο ανάλαφρες, και που αποτελεί πιστεύω τη μεγαλύτερη αρετή τους. Η εκτενέστερη και καλύτερη κατά τη γνώμη μου ιστορία, από την οποία χαρακτηρίζει και τις υπόλοιπες ο Ισιγκούρο, είναι το «Νυχτερινό». Υπάρχει εκεί  σε μεγαλύτερο βαθμό αυτό το χιούμορ καθώς και ένα σπαρταριστό σασπένς που διατηρεί αδιάπτωτο το αφηγηματικό ενδιαφέρον, και εικονογραφείται τέλος πιο χαρακτηριστικά η επαγγελματική αποτυχία και η αποτυχημένη σχέση με τη σύντροφο. Διαθέτει επί πλέον κάτι που δεν υπάρχει στα υπόλοιπα διηγήματα: μια κάποια αισιοδοξία. Ο ήρωας, ενώ υποβάλλεται σε μια αισθητική χειρουργική για να γίνει ωραίος, πράγμα που όχι μόνο θα τον βοηθήσει στην καριέρα του ως μουσικού αλλά και, όπως πιστεύει, θα του ξαναφέρει πίσω τη γυναίκα του που τον έχει εγκαταλείψει για κάποιον πλούσιο, όταν φαίνεται περισσότερο από πιθανή αυτή η προοπτική –μάλλον έχει χωρίσει με τον πλούσιό της-δεν ενδιαφέρεται να την αξιοποιήσει. Η ιστορία τελειώνει με τις παρακάτω σκέψεις του ήρωα:

«…Ίσως να έχει δίκιο η Λίντι (η γυναίκα που είχε υποβληθεί και αυτή σε αισθητική ανάπλαση και με την οποία έκανε παρέα). Ίσως, όπως είπε, να πρέπει να κοιτάξω μακριά, ίσως η ζωή είναι, πράγματι, πολλά άλλα πράγματα εκτός από το να αγαπάς κάποιον. Ίσως αυτή να είναι μια στιγμή-σταθμός για μένα και να με περιμένει στη γωνία η διασημότητα. Ίσως η Λίντι να έχει δίκιο» (σελ. 169).

  Ίσως. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Πάντως ο ήρωας γυρνάει την πλάτη του στην πιθανότητα την οποία ονειρευόταν, την επανασύνδεση με τη γυναίκα του. Κάποιοι άλλοι ήρωες του Ισιγκούρο προτιμούνε την ασφάλεια του συμβιβασμού με μια προβληματική σχέση με τον/την σύντροφό τους.

  Αφηγηματική διαύγεια και λεπτό χιούμορ χαρακτηρίζουν τα διηγήματα αυτά του Καζούο Ισιγκούρο, καθώς και αρκετή επινοητικότητα στη σύνθεση των ιστοριών του. Θα κλείσω με αυτό που έγραψα στην αρχή: το βιβλίο είναι πολύ καλό και δεν μετάνιωσα που το πήρα, συμπληρώνοντας: σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης, 2009 Από τις κριτικές που χάθηκαν μαζί με το Λέξημα, και δεν είχα την προνοητικότητα να τις αναρτήσω ταυτόχρονα και στο blog

 

Friday, July 24, 2026

Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό, τι αγαπάς (In memoriam)

 

Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό, τι αγαπάς, Καστανιώτης 2009.



Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με εντυπωσιακές ανατροπές

(Δημοσιεύτηκε στο Λέξημα το 2009, και δεν είχα την πρόβλεψη να το δημοσιεύσω και στο blog μου. Άρχισα να δημοσιεύω σιγά σιγά τις αναρτήσεις που χάθηκαν καθώς το Λέξημα, πρωτοπόρο για την εποχή του, έκλεισε, όμως μια χάθηκε οριστικά, η κριτική για τη βιογραφία του Καμύ που έγραψε ο Ολιβιέ Τοντ, δεν την βρίσκω στο directory με τις αναρτήσεις μου. Το θλιβερό γεγονός του πρόωρου θανάτου του, στα 67 του μόλις χρόνια, με έκανε να την ψάξω, και βλέποντας ότι δεν είναι αναρτημένη στο blog μου την αναρτώ τώρα).

  Ο Αλέξης Σταμάτης, παρά το ότι εμφανίστηκε καθυστερημένα στα ελληνικά γράμματα,  έχει διανύσει μέχρι τώρα μια εντυπωσιακή πορεία. Στα τριανταοκτώ του εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια, σε απόσταση μόλις ενός ή δυο χρόνων το ένα από το άλλο άλλα έξι, τα περισσότερα από τα οποία μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Για να ακριβολογούμε, στα γράμματα είχε εμφανισθεί πέντε χρόνια πιο πριν με μια ποιητική συλλογή για να ακολουθήσουν στη συνέχεια άλλες δύο, όμως φαίνεται ότι ο πεζογράφος νίκησε τον ποιητή.

  Ο Σταμάτης σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακά στην αρχιτεκτονική και στον κινηματογράφο στο Λονδίνο. Στην εργογραφία του συγκαταλέγεται και το σενάριο για την ταινία «Καταιγίδα» του Χάρη Πατραμάνη, το οποίο εγκρίθηκε από το πρόγραμμα «Ορίζοντες» του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, όπως διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου όπου αναγράφεται το βιογραφικό του.

  Κεντρικός ήρωας σε αυτό το μυθιστόρημα είναι ο Άρης Μανιάτης (καμιά σχέση με τον Γιάννη Μανιάτη του Λέξημα). Ο Μανιάτης έχει γράψει ένα σενάριο, και ένας τυφλός γιατρός τού κάνει υποδείξεις για να το βελτιώσει. Μαθαίνουμε αρκετά για την τεχνική συγγραφής ενός σεναρίου, και στο τέλος του βιβλίου έχουμε και ένα μικρό δείγμα.

  Το σενάριο είναι αυτοβιογραφικό, όχι τόσο με την έννοια της πιστότητας στα γεγονότα όσο με την έννοια της πιστότητας σε μια αλήθεια ζωής και σε μια ουσίας ύπαρξης (τελικά η ύπαρξη προηγείται της ουσίας ή η ουσία της ύπαρξης; Κουίζ: ποια απάντηση έδωσε ο Σαρτρ;) Αυτή την αλήθεια προσπαθεί να εκμαιεύσει ο γιατρός από τον Μανιάτη, σε μια ενδοοικιακή αλληλογραφία (φιλοξενείται από μια κοπέλα μετά από ένα τροχαίο που του συνέβη, και στο σπίτι της μένει ο ηλικιωμένος τυφλός γιατρός, που κριτικάρει και καθοδηγεί τον Μανιάτη στη επεξεργασία του σεναρίου του). Επικοινωνούν με γράμματα, κι ας βρίσκονται στο ίδιο σπίτι. Μετά από ένα γράμμα στον γιατρό διαβάζουμε:

  «Το ’χα γράψει στο χέρι. Είχα σβήσει και πάλι τα σημεία που δεν ήθελα να δει (να σημειώσουμε εδώ μια πρωτότυπη επινόηση: Οι διαγραμμένες προτάσεις και λέξεις υπάρχουν στο κείμενο, σε έναν ακραίο νατουραλισμό). Το ξαναδιάβασα. Μια, δυο, τρεις φορές. Με καθαρό μυαλό. Όσο καθαρό δηλαδή επέτρεπε η ζάλη από το χτεσινό ποτό. Ήταν ένα ποιητικό παραλήρημα. Το είδος του κειμένου που κάποτε λάτρευα και από το οποίο είχα από καιρό αποφασίσει να ξεφύγω. Από εκείνα που, εάν ήμουν συγγραφέας, θα εκτελούσα πρώτα, ακολουθώντας την προτροπή ‘σκότωσε ό, τι αγαπάς’» (σελ. 150).

  Παραθέσαμε αυτό το απόσπασμα αφενός γιατί εμπεριέχει τον τίτλο του μυθιστορήματος και αφετέρου γιατί από αυτό αντλούμε την κριτική μας. Γιατί όντως δεν σκότωσε αυτό που αγαπούσε ο Σταμάτης. Η γραφή του στη μεγαλύτερη έκταση είναι ελλειπτικά πυκνή και αφαιρετική, και, κρίνοντας εξ ιδίων, αναρωτιόμαστε κατά πόσο ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει αυτόν τον διάλογο ανάμεσα στον Μανιάτη και στο γιατρό πάνω σε ένα θέμα στο οποίο σίγουρα είναι αδαής όπως η συγγραφή ενός σεναρίου. Υπάρχουν βέβαια αφηγηματικές νησίδες ιδιαίτερα συναρπαστικές, για τις οποίες αναρωτιέται κανείς σε πιο βαθμό είναι αυτοβιογραφικές όταν βλέπει να παρελαύνουν σ’ αυτές ονόματα όπως ο Φίνος, ο Διονύσης, η Νόρα. Και μια και ο Φίνος είναι ο γνωστός Φίνος της Φίνος φιλμ, δεν είναι δύσκολο να μαντεύσουμε τα επίθετα στα παραπάνω ονόματα.

  Το τέλος όμως του μυθιστορήματος δεν είναι απλώς καλό, για να θυμηθούμε την παροιμία «Τέλος καλό όλα καλά», αλλά κυριολεκτικά συναρπαστικό. Λύνεται και το ενδιάμεσο σπασπένς: τελικά έκανε έρωτα με την κοπέλα εκείνο το βράδυ; Ήταν τόσο μεθυσμένος που δεν θυμόταν.

  Δεν έκανε. Και δεν έκανε γιατί όλη η προηγούμενη αφήγηση δεν ήταν παρά η αφήγηση ενός παραληρήματος, όχι ποιητικού αυτή τη φορά. Ο αφηγητής νοσηλεύεται στην εντατική μετά από ένα τροχαίο που είχε με τη μηχανή του, και σε ημικωματώδη κατάσταση, ή σε κατάσταση καταστολής, έχει παραισθήσεις. Ο γιατρός δεν είναι τελικά παρά ο γιατρός που τον κουράρει, και δεν είναι τυφλός, και η Δάφνη δεν είναι παρά μια νοσοκόμα.

  Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι η (αφηγηματική) τεχνική για την τεχνική δεν έχει (και τόσο) νόημα, αν δεν υπηρετεί κάτι πιο ουσιαστικό. Η αφήγηση ενός επεισοδίου την οποία ο Μανιάτης κάνει στο γιατρό ως δήθεν το πραγματικό γεγονός το οποίο παραλλάσσεται στο σενάριο, είναι στην πραγματικότητα κι αυτή πλασματική. Η αλήθεια είναι, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, ότι παράτησε τον φίλο του στο έλεος των ΜΑΤ, από μια υποσυνείδητη παρόρμηση να τον ξεφορτωθεί και να του πάρει το κορίτσι. Έτσι ο τίτλος φαίνεται δισημικός: Να μη διστάσεις να αφαιρέσεις πράγματα που σ’ αρέσουν σε ένα κείμενό σου, και…, εδώ δεν κολλάει η προστακτική. Σκότωσε, ναι,  σκότωσε, αλλά το σκότωσε είναι σε χρόνο αόριστο. Σκότωσε ό, τι αγαπούσε. Σκότωσε τον καλύτερό του φίλο.

  Με θεματοποιημένο τον κινηματογράφο, το μυθιστόρημα είναι τελικά μια ιστορία απώθησης και ενοχής. Το τέλος είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

  «Ξαφνικά χάνομαι σε μια παιδική ανάμνηση, σαράντα τόσα χρόνια πριν, να κοιτάζω πρώτη φορά μέσα από μια κάμερα.

  Και αμέσως σε μια μεταγενέστερη. Πίσω από ένα αυτοκίνητο, ανάμεσα στους καπνούς.

  Η κάμερα αυτονομείται, ανυψώνεται. Το πλάνο ανοίγει. Πλέον κοιτάζει κάθετα, από ψηλά, από τον ουρανό. Από το θόλο.

  Το βλέμμα περνάει τα σύννεφα, τους καπνούς, τους ανθρώπους. Ένα πεσμένο σώμα. Καταματωμένο. Αγαπημένο. Νεκρό. Κι εσύ ο δολοφόνος.

  Και ξέρεις πως μόνο αν το ξυπνήσεις, εσύ που το σκότωσες, μπορείς ν’ αγαπηθείς ξανά.

                                                                                                                                                  FADE OUT

                                                                                                                     19 Ιανουαρίου-6Μαρτίου 2009

  Οι σύγχρονοι αφηγηματικοί κώδικες στηρίζονται στο «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, σε αντίθεση με τους κώδικες της τραγωδίας, όπου η υπόθεση είναι γνωστή, και αυτό που μετράει είναι η λογοτεχνικότητα της «αφήγησης» του «πώς» φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος. Ζητώ συγνώμη ως βιβλιοκριτικός που μαρτύρησα το τέλος. Η λογοτεχνικότητα της αφήγησης όμως σ’ αυτό το βιβλίο αφθονεί, ώστε να αξίζει να το διαβάσετε παρά το ότι σας αποκάλυψα το τέλος.   

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης

  

 

Thursday, July 23, 2026

Martin McDonagh, Επτά ψυχοπαθείς (Seven psychopaths, 2012)

 Martin McDonagh, Επτά ψυχοπαθείς (Seven psychopaths, 2012)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μου αρέσουν οι κωμωδίες, αλλά όχι οι μαύρες, αν και έχω δει μια τέτοια πολύ καλή. Ξεκίνησα να τη βλέπω με επιφύλαξη αλλά τελικά μου άρεσε πολύ.

  Βέβαια είναι λίγο παλαβή.

  Ένας αλκοολικός συγγραφέας ψάχνει για έμπνευση για να τελειώσει το σενάριό του που έχει τίτλο «Επτά ψυχοπαθείς». Ένας φίλος του του προσφέρει ιστορίες που άκουσε ή διάβασε στον τύπο, αν και εμπλέκεται και ο ίδιος σε μια. Με ένα φίλο του κλέβουν σκυλιά και τα δίνουν πίσω στους ιδιοκτήτες του (τάχα τα βρήκαν) εισπράττοντας χοντρά φιλοδωρήματα. Μέχρι που κλέβουν το σκυλί ενός γκάγκστερ.

  Αλήθεια, είναι παρανοϊκός αυτός που ζητάει εκδίκηση;

  Ο βιετναμέζος που του καθάρισαν την οικογένεια στο Μι Λάι και ψάχνει για εκδίκηση, είναι ψυχοπαθής; Ή ο Άμις, που του βίασαν και του σκότωσαν την κόρη;

  Μου αρέσουν οι ταινίες εκδίκησης, λέτε να είμαι και εγώ ψυχοπαθής;

  Θα το μάθω όταν περάσω τα 80, αν τα περάσω, που για να ανανεώσω το δίπλωμα θα πρέπει να περάσω και από ψυχίατρο.

  Ενδιαφέρουσα αφηγηματικά είναι η δραματοποίηση μικρών αποσπασμάτων από το σενάριο, εναλλάξ με την αφήγησή τους.

  Και δυο ατάκες: -Είναι συγγραφέας. -Το κατάλαβα από τη μυρουδιά.

  Ο αλκοολισμός είναι διαδεδομένος στους συγγραφείς, κάποιοι έχασαν τη ζωή τους από το ποτό. [Τραγικό!!! Την επομένη της ανάρτησης μάθαμε για το θάνατο του Αλέξη Σταμάτη]

  7,1 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο.

Carlos Saura, Θρέψε κοράκια (Cria cuervos, 1976)

 Carlos Saura, Θρέψε κοράκια (Cria cuervos, 1976)

 

Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Συμφωνώ με τη βικιπαίδεια, ψυχολογικό δράμα, όμως πού το βρήκε το αλληγορικό δράμα; Και ποια είναι η αλληγορία;

  Είναι ένα σκληρό έργο, με το θάνατο και την απειλή του θανάτου παρόντα.

  Τρεις αδελφές, η Άννα είναι η μεσαία.

  Να υποθέσουμε ότι το ψυχολογικό της τραύμα που την έκανε τόσο σκληρή ώστε να προσπαθήσει να δολοφονήσει την αδελφή της μητέρας της που έχει την επιμέλειά της μετά το θάνατό της από καρκίνο, και επίσης να διατεθεί να «βοηθήσει» τη γιαγιά της (μουγκή, σε αναπηρική πολυθρόνα) να πεθάνει, οφείλεται στην αποκάλυψη της μοιχείας του πατέρα της, τον οποίο αρνήθηκε να νεκροφιλήσει, και στον θάνατο της μητέρας της μέσα σε πόνους, καθώς υπέφερε από καρκίνο, και για τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο τον πατέρα της;

  Ναι, θρίλερ, χωρίς «θέση». Να συγχωρήσουμε το κοριτσάκι για τη σκληρότητά του; Μόνο για το ινδικό χοιρίδιο που έχει σε κλουβί νιώθει αγάπη, και είναι απαρηγόρητη όταν πεθαίνει.

  Δεν μου άρεσε το σενάριο, αλλά η ταινία έχει αφηγηματικό ενδιαφέρον. Η ώριμη Άννα (στο ρόλο της, όπως και στο ρόλο της μητέρας, η Τζεραλντίν Τσάπλιν (ολόφτυστη ο μπαμπάς της) αφηγείται για τη ζωή της την οποία βλέπουμε εκδραματισμένη, καθώς και τις φαντασιώσεις της ότι βλέπει τη μητέρα της.

  Η ταινία θεωρώ ότι είναι υπερτιμημένη με το Μεγάλο Βραβείο που πήρε στις Κάννες. Για τα όσκαρ δεν προκρίθηκε καν.

  8,1 η βαθμολογία της, αυτή τη φορά δεν είμαι ούτε με το κοινό ούτε με τους κριτικούς.