Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Wednesday, February 11, 2026

Nicolas Benamou and Philippe Lacheau, Babysitting (2014)

 Nicolas Benamou and Philippe Lacheau, Babysitting (2014)

 


  Άρχισα να τη βλέπω με επιφύλαξη. Επιλογή του γιου μου, μαζί την είδαμε, δεν είδα να γελάω στην αρχή, και εμένα, το κύριο κριτήριο για το αν μια κωμωδία είναι καλή είναι το πόσο γελάω, με εξαίρεση βέβαια σοφιστικέ κωμωδίες όπως αυτές του Woody Allen. Όμως μετά πήρε ένα ξέφρενο ρυθμό, ξεκαρδιστικά επεισόδια, με δυο λόγια μου άρεσε πάρα πολύ. 6,8 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8. Έτσι εξηγείται και το remake της που θα το δούμε κάποια στιγμή.

  Το αφεντικό τον βάζει να κάνει babysitting, κάπου έχει να πάει με τη γυναίκα του. Δεν είναι η καλύτερη βραδιά, έχει τα γενέθλιά του.

  Τώρα τι του ήλθε να πει σε φίλο του που τον πήρε για να του ευχηθεί πού βρισκόταν;

  Μαζεύτηκε η σάρα και η μάρα.

  Δεν έχει νόημα να αφηγηθώ τα επεισόδια, έστω κάποια, ολότελα ξεκαρδιστικά.

  Υπάρχει βέβαια και το ηθικό δίδαγμα: Γονείς, να περνάτε περισσότερο χρόνο με τα παιδιά σας. Ο πατέρας του μικρού πήρε το μάθημά του.

  Αυτό πρέπει να το πούμε, στο σπίτι γίνανε όλα γης Μαδιάμ, όμως ο μικρός πέρασε αξέχαστα.

  Και βέβαια δεν διαδραματίστηκαν όλα τα επεισόδια στο σπίτι. Έπρεπε να ψάξουν τον μικρό, που το έσκασε με το ποδήλατό του, ήθελε να πάει στο λούνα παρκ.

  Κάποια από τα κωμικά επεισόδια έχουν να κάνουν με το βίντεο με τα διαδραματιζόμενα, το οποίο βλέπουν οι γονείς με τους αστυνομικούς. Βρέθηκε σε μια βιντεοκάμερα κάτω από ένα κάθισμα, υποτίθεται ότι κάποιος είχε τραβήξει όλη αυτή την ιστορία σε βίντεο.

  Σας συνιστώ να τη δείτε.

  Ένα sequel και ένα remake (Ι babysitter, ιταλικό) είναι πάντα μια εγγύηση. 6,8 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Monday, February 9, 2026

Cen Fan, The true story of Ah Q (1982)

 Cen Fan, The true story of Ah Q (1982)

 


  Και με το «The real story of Ah Q» τελειώνω την μικρή ομάδα των δύο ταινιών, μεταφορών διηγημάτων του Lu Xun (Λου Χιουν, με κρητική προφορά). Η άλλη ήταν η ταινία του Sang Hu, «New year’s sacrifice».

  Αν ανοίξετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας, θα δείτε το όνομα του σκηνοθέτη ως Fan Cen. Αν σας πω ότι το όνομά μου είναι Μπάμπης Δερμιτζάκης, ξέρετε ποιο είναι το όνομα και ποιο το επώνυμο, ακόμη και αν σας το πω ανάποδα. Όμως με τα κινέζικα υπάρχει πρόβλημα. Ο στάνταρ τρόπος είναι πρώτα το επώνυμο και μετά το όνομα, όπως π.χ. Zhang Yimou. Τι γίνεται όμως αν το όνομα είναι μονοσύλλαβο; Για κάποια ξέρω, το Zhang π.χ. είναι πάντα επώνυμο, όμως πολλές φορές δεν ξέρω. Τι κάνω τότε;

  Ακόμα δεν το μαντέψατε; 😉. Ρωτάω την ΑΙ.

  Πριν προχωρήσω θα ήθελα να παραθέσω τρεις παραγράφους από την αρχή του διηγήματος του Lu Xun, που θα επικολλήσω, για την ακρίβεια θα προκολλήσω (νεολογισμός δικός μου, μου υπογραμμίζει τη λέξη σαν λάθος το word) στην αγγλική μετάφραση μιας ανάλογης βιογραφίας που μου μετέφρασε στα αγγλικά το Deep L. και που, με κάποιες ελάχιστες προσθήκες, ταιριάζει γάντι.

  A biographer hungry for glory must find his own genius mirrored by the genius of his subject, both clinging to each other in the quest for immortality, until no one is sure whether the brilliance of the man is celebrated because of the brilliance of the biography, or vice versa. Contrast my own humble fixation – like that of a man possessed – on recording the life of Ah-Q [Α-D]….

  What place could the life of the miserable Ah-Q have next to the glorious, official biographies of the rich and famous installed in our hallowed court histories? Autobiography? I am, incontrovertibly, not Ah-Q. If I were to call my account the stuff of legend, it could legitimately be objected that Ah-Q is no god [though she could have been the model of a Godess]. To ‘[un]authorized biography’, I gave some thought: but where is the authorized version? No president has ever ordered his National Institute of Historical Research to

create such a memorial to Ah-Q. [But I was ordered to].

  But I have no idea what Ah-Q’s [Α-D] surname was.

  Και πάλι θα μιλήσω για εξωκειμενικές αφηγηματικές αναμονές, που, όπως ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτησή μου για τους «Lovers» του Tsui Hark, δεν είναι εντελώς απόλυτες αλλά πιθανοκρατικές. Μια και το άλλο διήγημα του Lu Xun είχε unhappy end, υποθέτοντας πάντα ότι δεν θα αλλάξει το τέλος του ο σκηνοθέτης που το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, ήμουνα σίγουρος ότι και αυτό θα έχει unhappy end.

  Και, συγκριτολόγος καθώς είμαι, θα πω ότι και τα δυο διηγήματα  έχουν σαν κεντρικό χαρακτήρα μια δυστυχισμένη ύπαρξη. Στο άλλο, μια γυναίκα. Σ’ αυτό εδώ, έναν άντρα. Ελαφρώς καθυστερημένος, αντιμετωπίζει το συνεχές bullying των χωριανών του. Τη γυναίκα τη γνώρισε ο αφηγητής, και μάλιστα το διήγημα ξεκινάει με μια συνάντηση μαζί της, όταν η ζωή της έχει πλησιάσει το τέλος της. Σ’ αυτό, ο «συγγραφέας» δεν τον έχει συναντήσει ποτέ.

  Και η κοινωνική σάτιρα: Ο πλούσιος χωριανός, που έχει σκοτώσει επαναστάτες, πηγαίνει με τους επαναστάτες όταν βλέπει ότι επικρατούν.

  Και για τη δικαιοσύνη των επαναστατών: Δεν βρίσκουν τον πραγματικό κλέφτη, και τον εκτελούν ως δήθεν συνεργάτη, απλά για να δείξουν στον κόσμο ότι ενδιαφέρονται για την τάξη και τη δικαιοσύνη.  

  Το διήγημα είναι πιο σκληρό από την ταινία, με εξαίρεση το τέλος.

  Εξαιρετικός ο Shunkai Yan στο ρόλο του. 7,4 η βαθμολογία της.

  Και ένα πραγματολογικό στοιχείο: την κοτσίδα που είχαν οι κινέζοι τούς την επέβαλαν οι κατακτητές Μαντσού (η τελευταία δυναστεία, που διαδέχτηκε τους ανατραπέντες Ming το 1644). Και από σημάδι υποδούλωσης κατέληξε σε σημάδι εθνικής ταυτότητας. Κάτι ανάλογο έγινε και με εμάς τους κρητικούς.

  Διάβασα κάπου ότι οι μόνοι «επαρχιώτες» που υπερηφανεύονται για την καταγωγή τους είναι οι κρητικοί. Και το -άκης, που τους το επέβαλαν οι τούρκοι ως μειωτικό, έγινε σήμα κρητικής καταγωγής.

 

Tsui Hark, the lovers (梁祝,1994)

 Tsui Hark, the lovers (梁祝,1994)

 


  Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Αυτός που έδωσε τον αγγλικό τίτλο έβγαλε το butterfly, πολύ κινέζικο, δεν θα ήταν ελκυστικό για έναν δυτικό θεατή, σε αντίθεση με το σκέτο lovers. Όσο για τον κινέζικο τίτλο, είναι τα επώνυμα των δυο ερωτευμένων, Liang (Shanbo) και Zhu (Yintai).

  O Tsui Hark ήταν υποψήφιος για βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Χονγκ Κονγκ. Είναι εντυπωσιακό το πώς πραγματεύθηκε το κορυφαίο τελευταίο επεισόδιο, που τα στοιχεία της φύσης άνοιξαν τον τάφο του Shanbo και έπεσε μέσα η Yingtai.

  Μεταμφιέστηκε σε αγόρι, μόνο έτσι θα την άφηνε ο πατέρας της να πάει σχολείο, και ερωτεύτηκε τον συμμαθητή της. Κάποια στιγμή βέβαια αποκαλύφθηκε η ταυτότητά της. Και, στην ταινία του 1994, το «έκαναν», μέσα σε μια σπηλιά, σε αντίθεση με τις άλλες τρεις. Δεν ήταν βέβαια μόνο η χρονική απόσταση, οι δυο προηγούμενες ήταν όπερες.

  Δεν θα πω περισσότερα για την πλοκή, γράφω αρκετά στην ανάρτησή μου για την ταινία «Liang Shanbo and Zhu Yingtai (1954) του Sang Hu.

  Θα ήθελα όμως να κάνω κάποια σχόλια.

  Το σπόιλερ δεν έχει νόημα σε τέτοιες ταινίες που στηρίζονται σε έναν γνωστό μύθο, όπως βέβαια και οι ταινίες remake, το τέλος είναι γνωστό.

  Είναι;

  Οι αφηγηματικές αναμονές είναι πάντα πιθανοκρατικές.

  Στο μεγαλύτερο μέρος της η ταινία είναι μια χαριτωμένη κομεντί.

  Έναν αιώνα μετά την πρεμιέρα του «Ρωμαίους και Ιουλιέτα», το 1595, κάποιοι σκηνοθέτες άλλαζαν το τέλος και το έκαναν happy, κάτι που δυο αιώνες μετά θα ήταν αδιανόητο.

  Μήπως και εδώ ο σκηνοθέτης θα έκανε το τέλος happy;

  Ήδη έκανα το σπόιλερ, δεν ξέφυγε από το μύθο ο Tsui Hark, το τέλος είναι unhappy.

  Μια φίλη μου την κοροϊδεύουν δυο φίλοι της που της αρέσουν οι ερωτικές ιστορίες.

  Και εμένα μου αρέσουν τα romance, το γράφω συχνά πυκνά στις κριτικές μου.

  Και, βλέποντας την ταινία, συνειδητοποίησα πόσο ο έρωτας κυριαρχεί στη λογοτεχνία.

  Αν και στην αρχαία Ελλάδα σχεδόν απουσιάζει (ευτυχώς έμεινε το Έρως ανίκατε μάχαν), όμως λίγους αιώνες αργότερα, το κορυφαίο μυθιστόρημα είναι το «Δάφνις και Χλόη».  

  Κάποια έργα μπορεί να έχουν happy end όπως ο «Ερωτόκριτος», ενώ κάποια άλλα unhappy, όπως η «Ερωφίλη» και ο «Βασιλιάς ο Ροδολίνος». Και βέβαια στις κωμωδίες, και όχι μόνο της Κρητικής Αναγέννησης, ο έρωτας κυριαρχεί. Ακόμη και σε έργα όπως το γοτθικό μυθιστόρημα «Το κάστρο του Οτράντο» παρεισφρέει, ενώ δεν απουσιάζει ούτε από τον «Δον Κιχώτη». 

  Άλλο σχόλιο.

  Γιατί γράφω happy end και όχι ευτυχισμένο τέλος;

  Για τον ίδιο λόγο που σχεδόν έχουμε πάψει να λέμε κορονοϊός και λέμε covid. Που το ίντερνετ συναγωνίζεται επάξια το διαδίκτυο, ενώ το κομπιούτερ εξακολουθεί να αντιστέκεται στον υπολογιστή.

  Το μικρό είναι όμορφο, οικολογικό σλόγκαν. Τα bonzai μικροδιηγήματα καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο στην αφηγηματική λογοτεχνία, ενώ το tiktok μόλις τελευταία άρχισε να επιτρέπει λίγο μεγαλύτερα reels.

 Γιατί το κινητό δεν έχει νικηθεί από το μομπάιλ;

 Πιστεύω γιατί και τα δυο είναι τρισύλλαβα.

 Χρόνου φείδου. Προτιμώ να γράφω ΑΙ αντί τεχνητή νοημοσύνη.

 Μη σχολιάσετε όσοι καραφλιάσετε με τα παραπάνω.

  Άλλο σχόλιο.

 Το σκέφτηκα πολλές φορές: Ο Φλωμπέρ εστιάζει στη Μαντάμ Μποβαρύ, όχι στο σπαραγμό του κυρίου Μποβαρύ για την άπιστη σύζυγό του. Το ίδιο και ο Τολστόι, στην Άννα και όχι στον Καρένιν. Την αφορμή μου την έδωσε η αυτοβιογραφία της Μαρίνας Νεμάτ, «Η φυλακισμένη της Τεχεράνης». Την είχαν για εκτέλεση, ο ανακριτής της την ερωτεύθηκε. Την παντρεύτηκε. Την απολάμβανε σεξουαλικά, γυναίκα του ήταν. Όταν όμως είδε να έρχεται κατά πάνω του μια μηχανή και ήξερε ότι ήταν για να τον δολοφονήσουν (πιθανόν οι κυβερνητικοί δεν του συγχώρησαν που άφησε τη δουλειά του για να δουλέψει στο εργοστάσιο του πατέρα της, κατά παράκλησή της), έπεσε πάνω της για να την προστατέψει με το σώμα του.

  Τα κατάφερε, αυτόν τον σκότωσαν, αυτή επέζησε. Ετοιμοθάνατος, ζήτησε από τους γονείς του να την πάνε πίσω στους γονείς της. Με μια διαθήκη που είχε συντάξει λίγες μέρες πιο πριν, μάλλον ήξερε τι τον περίμενε, της άφηνε όλη του την περιουσία.

  Σκεφτόμουν ότι αυτός ο άνθρωπος, που την είχε ερωτευθεί, που απολάμβανε το κορμί της, θα ένιωθε βαθύτατη θλίψη ξέροντας ότι αυτή δεν επρόκειτο ποτέ να τον ερωτευθεί.

  Ο Tsoui Hark, στην τελευταία, 7η ταινία που είδα με θέμα το μύθο του «Άσπρου φιδιού», τον πραγματεύεται από την πλευρά του πράσινου φιδιού, και για αυτό έχει και τίτλο «Το πράσινο φίδι», που γυρίστηκε την προηγούμενη χρονιά. Κανείς από τους προηγούμενους σκηνοθέτες στην πραγμάτευσή του δεν σκέφτηκε το πόσο θα ζήλευε το πράσινο φίδι το άσπρο, το πόσο θα ήθελε και αυτό έναν έρωτα σαν αυτό του άσπρου φιδιού (φίδια που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή, μορφή γυναίκας). Στην έβδομη αυτή ταινία που είδα, σε σκηνοθεσία του, έχει τίτλο «Το πράσινο φίδι».  

  Κορυφαίος σκηνοθέτης ο Tsui Hark, θα δω οπωσδήποτε και άλλες ταινίες του.

  7,3 η βαθμολογία των «Lovers», εγώ έβαλα 9.

Friday, February 6, 2026

Mei Hu, The dream of the red chamber (2024)

 Mei Hu, The dream of the red chamber (2024)

 


  Και τελειώσαμε με το «Όνειρο της κόκκινης κάμαρας», η τέταρτη ταινία που βλέπω. Όλες επικεντρώνονται στο επεισόδιο του έρωτα του Bao Yu και της Dai Yu, το ξεγέλασμα που του έκαναν και παντρεύτηκε άλλη αντί για την Dai Yu. Οι δυο μεσαίες ήταν όπερες. Η δεύτερη όπερα μου άρεσε πάρα πολύ. Θα σας παραπέμπω στην ανάρτησή μου γι’ αυτήν για λεπτομέρειες για την πλοκή. Εδώ μόνο να πω ότι – αυτό το θυμάμαι και από το μυθιστόρημα του Cao Xueqin - οι κοπέλες οργάνωναν λέσχες ποίησης, κάτι ανάλογο με τις σημερινές λέσχες ανάγνωσης. Έγραφαν ποιήματα και μαζεύονταν και τα διάβαζαν.

  Δεν μου άρεσε, σε αντίθεση με τις άλλες τρεις. Φαίνεται δεν άρεσε σε πολλούς, όπως δείχνει η χαμηλή βαθμολογία της, 6,1.

  Και τώρα θα κλείσω και με την άλλη «Ομάδα», τους Butterfly lovers, αν θυμάμαι καλά, μια ταινία έμεινε.

  Τελικά ήταν δύο.

  Και πριν εγκαταλείψω τα μονοπάτια για τον κεντρικό δρόμο, την Εισαγωγή στον κινέζικο κινηματογράφο, θα δω μια ακόμη ταινία πάνω σε διήγημα του Luxun, μικρό μονοπάτι αυτό, και άλλο ένα μικρό μονοπάτι, δυο ταινίες, η μια μεταφορά του Water margin και η άλλη toy The romance of the three kingdoms, για να κλείσουμε με τα τέσσερα κορυφαία κινέζικα κλασικά μυθιστορήματα. Τα άλλα δυο είναι το The journey to the west, είδα κάποιες κινηματογραφικές μεταφορές με τον βασιλιά των πιθήκων, και η άλλη είναι αυτή εδώ, 红楼梦,  The dream of the red chamber.

 

Thursday, February 5, 2026

Han Hsiang Li, The dream of the red chamber (1977)

 Han Hsiang Li, The dream of the red chamber (1977)

 


  «Το όνειρο της κόκκινης κάμαρας» είναι ένα από τα τέσσερα κλασικά αριστουργήματα της κινέζικης λογοτεχνίας, γραμμένο τον 18ο αιώνα από τον Cao (Τσάο) Xueqin (Χιουετσίν, με κρητική προφορά). To ξεκίνησε το 1740 και το δούλευε μέχρι το θάνατό του, το 1763 ή 1764.  Γράφω γι’ αυτό στο βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» (ΑΛΔΕ, 2010). Διάβασα το μυθιστόρημα και στην ανάρτησή μου παραθέτω τρία αποσπάσματα απ’ αυτό. Είδα την ομώνυμη ταινία (1945) το Bu Wancang. Επίσης είδα και την ομώνυμη ταινία (1962) του Yuan Qiu-Feng, μεταφορά της Yue Ju, αλλιώς Shaoxing όπερα. Η ταινία του Han Hsiang Li είναι σε Huangmei όπερα. Να το ξαναγράψω, οι διαφορές ανάμεσα στις διάφορες κινέζικες όπερες είναι για έναν δυτικό ψιλά γράμματα.

  Δυο λόγια για την πλοκή, για την οποία μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στους συνδέσμους που παραθέτω.

  Η Lin Daiyu, μετά το θάνατο και του πατέρα της φιλοξενείται στο αρχοντικό της γιαγιάς της. Την ερωτεύεται ο εγγονός της, ο Baoyu. Όμως είναι φιλάσθενη, δεν την θέλουν καθόλου για νύφη.

  Και ο Baoyu που είναι ερωτευμένος μαζί της;

  Τον ξεγελούν. Του πλασάρουν μια άλλη νύφη λέγοντάς του ότι είναι η Lin Dayu. Το πρόσωπό της είναι σκεπασμένο με πέπλο, δεν πρέπει να τη δει πριν τελειώσει η τελετή. Η Lin Dayu, βλέποντας το γάμο του Baoyu, την πιάνει κρίση και πέφτει νεκρή. Ο Baoyu ωρύεται βλέποντας ότι ξεγελάστηκε. Σε άλλη εκδοχή πηγαίνει σε βουδιστικό μοναστήρι. Σε αυτή την εκδοχή, όλη η περιουσία της οικογένειάς του κατάσχεται από τον αυτοκράτορα, κάτι σαν θεία δίκη για το ξεγέλασμα που του έκαναν.   

  Εξαιρετική ταινία, πολύ μου άρεσε.

  6,7 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Mascha Schilinski, Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen, 2025)

 Mascha Schilinski, Ο ήχος της πτώσης (In die Sonne schauen, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Αντιγράφω από τη βικιπαίδεια:

  «Η ταινία δεν έχει ευθύγραμμη πορεία, εναλλάσσεται σε τέσσερις εποχές, τα επεισόδια της οποίας διαδραματίζονται στο ίδιο αγρόκτημα στην περιοχή του Altmark [πρώην Ανατολική Γερμανία]. Ίδιες χειρονομίες, συζητήσεις και καταστάσεις επαναλαμβάνονται κάθε φορά».

  Σημειώνω: δεν είδα κάτι τέτοιο.

  Και από το IMDb:

  Μια απομακρυσμένη γερμανική φάρμα κρύβει γενιές μυστικών. Τέσσερις γυναίκες, χωρισμένες από δεκαετίες αλλά ενωμένες από το τραύμα, αποκαλύπτουν την αλήθεια πίσω από τους φθαρμένους τοίχους της.

  Το έχω ξαναγράψει: είμαι «από τη μεριά του κοινού», παραφράζοντας τον Προυστ. Εδώ όμως βλέπω ότι είμαι «πέραν των κριτικών και του κοινού», παραφράζοντας τον Νίτσε.

  Γιατί το λέω αυτό.

  Η ταινία πήρε το βραβείο κριτικών στις Κάννες.

  Έχει βαθμολογία 7.

  Εμένα όμως δεν μου άρεσε καθόλου.

  Δεν είναι μόνο η μη γραμμική αφήγηση, που δημιουργεί μια ασάφεια στην πλοκή. Την ασάφεια τη δημιουργεί και το ίδιο το μοντάζ, δείχνοντας άσχετα αφηγηματικά πλάνα.

  Και τώρα ένα σχόλιο σε σχέση με το σασπένς.

  Για πρώτη φορά βλέπω να δημιουργείται εξωκειμενικό σασπένς.

  Πριν δω την ταινία διάβασα το IMDb.

  «Αποκαλύπτουν την αλήθεια».

  Ποια αλήθεια;

  Δεν είδα να αποκαλύπτεται καμιά αλήθεια.

  Νομίζω την ασάφεια την έχει εισπράξει και η βικιπαίδεια.

  Αντιγράφω το τέλος από την πλοκή που δίνει: During a game of hide-and-seek, Nelly climbs to the barn's threshing floor, spreads her arms, jumps, and is seen lying motionless in the hay.

  Την είδα να πηδάει, αλλά δεν την είδα να κείτεται ακίνητη πάνω στο σανό. Πριν μεταβούμε στο επόμενο πλάνο βλέπουμε ένα cut to black μεγάλης διάρκειας, το μοναδικό εξάλλου στην ταινία.

  Θα μπορούσες να πεις ότι απολαμβάνεις τα πλάνα για την ποιητικότητά τους, όμως δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο, όπως π.χ. στον Παρατζάνοφ. Τα μόνα ποιητικά πλάνα που βλέπω είναι στο τέλος.

  Ένας δυνατός άνεμος φυσάει από δεξιά. Βλέπουμε θημωνιές και γυναίκες να κάθονται δίπλα τους, σκυμμένες, για να προφυλαχτούν από τον αέρα. Μόνο ένα κοριτσάκι πηγαίνει κόντρα στον άνεμο και το βλέπουμε ξαφνικά να μεταιωρίζεται. Τη μεταιώρηση βλέπω να την αναφέρω δυο φορές στο πρώτο μου βιβλίο, «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα».

  Υπήρχε και ένα επεισόδιο που μου φάνηκε εντελώς κουφό. Alma’s older brother Fritz loses a leg from an alleged work accident, but Alma recalls her parents deliberately caused the injury in the barn, pushing Fritz from the threshing floor so he would be deemed unfit for military service.

  Μπορώ να φανταστώ κάποιον να αυτοτραυματίζεται για να μην πάει στον πόλεμο, αλλά όχι να τον τραυματίζουν οι γονείς του με τέτοιο βίαιο τρόπο, που έχει σαν αποτέλεσμα να του κόψουν το πόδι.

  Ίσως είναι πράγματι ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται. Απλά όταν έρχονται οι στρατολόγοι βλέπουν ότι είναι με ένα πόδι, δεν μπορεί να στρατολογηθεί. Το να θεωρήσεις το αποτέλεσμα σαν αιτία μου φαίνεται παράδοξο.

  Θυμήθηκα τώρα μια ιστορία που διάβασα στο κινέζικο αναγνωστικό.

  Ο γιος κερδίζει ένα άλογο. Όλοι είναι χαρούμενοι στην οικογένεια. Ο παππούς σχολιάζει, περίπου: -καλά, δεν έγινε και τίποτα.

  Ο γιος πέφτει από το άλογο και σπάζει το πόδι του. Κλαυθμός και οδυρμός στην οικογένεια. Και ο παππούς: -Καλά, δεν έγινε και τίποτα.

  Γίνεται πόλεμος, έρχονται οι στρατολόγοι του αυτοκράτορα. Φυσικά βλέποντας ότι είναι με σπασμένο πόδι δεν τον παίρνουν.

  Υπερβολή;

  Η γνωριμία μου με… τα δυο συνέδρια στα οποία συμμετείχα στο Κάιρο, είναι η κατάληξη συμπτώσεων που είχαν σαν αρχή τη διάρρηξη που έκαναν στο διαμέρισμά μας την ημέρα που επιστρέφαμε από την Κρήτη.

  Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης είναι σίγουρος για τον εαυτό τους, δεν παραφράζω τώρα τον Όσκαρ Ουάιλντ, παρόλο που αυτό το ευφυολόγημά του το έχω παραφράσει. Σε μένα και σε ένα κριτικό τον οποίο παραθέτει η βικιπαίδεια δεν άρεσε η ταινία. Σε εσάς όμως, όπως και στους περισσότερους κριτικούς, μπορεί να αρέσει, δεν θέλω να σας πάρω στο λαιμό μου.

  Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές αναρωτιέμαι πόσα αστεράκια της βάζουν οι έλληνες κριτικοί. Αλλά τι λέω, πριν κάνω την ανάρτηση την Πέμπτη θα κοιτάξω το Αθηνόραμα να δω.

  Μόνο ο Δημητρόπουλος τόλμησε να βάλει 2. Όλοι οι άλλοι πάνω από 3, μάλιστα ο Δανίκας και ο Ζουμπουλάκης έβαλαν 5.

 

 

Sergei Loznitsa, Two prosecutors (2025)

 Sergei Loznitsa, Two prosecutors (2025)



 Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Τον Σεργκέι Λοζντίτσα τον είδα πακέτο. Αντιγράφω από την ανάρτηση για την ταινία του «Donbass» (2018).

   «Έχοντας δει όλες τις ταινίες μυθοπλασίας του Λοζνίτσα ξέρω τώρα τη θεματική εμμονή του. Οι άνθρωποι είναι γενικώς κακοί και τυραννούν τους κεντρικούς χαρακτήρες. Αλλά ακόμη και αν δεν είναι κακοί, είναι αποκρουστικοί, όπως εκείνοι που διασκεδάζουν με χυδαίο τρόπο στο «Μια γλυκιά γυναίκα» και η νύφη στο «Donbass». Ελάχιστοι μη κεντρικοί χαρακτήρες είναι συμπαθητικοί». 

  Ντοκιμαντερίστας ο Λιζνίτσα, δεν είδα τα ντοκιμαντέρ του μια και, ως αφηγηματολόγος, με ενδιαφέρουν οι ταινίες μυθοπλασίας. Δεν μπορούσα όμως να μη δω το «Babi Yar. Context» (2021).

  «Οι δυο εισαγγελείς» αναφέρονται στις περίφημες Δίκες της Μόσχας.

  Αποτελεί μεταφορά νουβέλας που, όπως διάβασα στα γράμματα της αρχής, στηρίζεται σε πραγματική ιστορία.

  Ποια να είναι άραγε αυτή η πραγματική ιστορία;

  Ρώτησα την τεχνητή νοημοσύνη, και μου απάντησε τα εξής:

  Sergei Loznitsa's Two Prosecutors (2025) adapts Georgy Demidov's novella, which draws from real events in the author's life. Demidov, a Soviet writer and lawyer, based the story on his own experiences during Stalin's Great Purge in 1937, when he was imprisoned in the Gulag system (specifically Kolyma camps) after uncovering NKVD corruption.

  Προφανώς δεν έγιναν όλες οι δίκες στη Μόσχα (στα αγγλικά βλέπω λέγεται Great Purge, η μεγάλη εκκαθάριση), αλλά έτσι ονομάστηκε στα ελληνικά η εκκαθαριστική επιχείρηση του Στάλιν εναντίον αντιφρονούντων, ή απλά ύποπτων, αναγκάζοντάς τους να ομολογήσουν φανταστικά εγκλήματα.

  Πριν δέκα χρόνια διάβασα το βιβλίο του Άρθουρ Κέσλερ που αναφέρεται στις δίκες της Μόσχας και έχει τίτλο «Το μηδέν και το άπειρο». Και βέβαια ήξερα για αυτές από πολύ πριν, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε.

  Ποιοι είναι οι δυο εισαγγελείς;

  Ο ένας είναι στη φυλακή, γιατί τόλμησε να καταγγείλει τις αποσπάσεις ομολογιών κατόπιν βασανιστηρίων. Με αυτόν ξεκινάει η ταινία, που προσημαίνει (aka κάνει σπόιλερ) το τέλος της. Ο άλλος έχει πάρει κρυφά σημείωμά του, γραμμένο με το αίμα του, με την καταγγελία του. Καθώς δεν έχει εμπιστοσύνη στην τοπική δικαιοσύνη θα πάει στη Μόσχα για να συναντήσει τον γενικό εισαγγελέα.

  Η πλοκή διαδραματίζεται σε ελάχιστους χώρους. Οι κύριοι είναι ένα κελί της φυλακής, το γραφείο του γενικού εισαγγελέα και το κουπέ ενός τρένου.

  Και βέβαια η ανατροπή στο τέλος είναι αναμενόμενη για τους υποψιασμένους θεατές, που στην περίπτωση αυτή είναι οι περισσότεροι.

  Νέος ο ανακριτής, μόλις είχε αποφοιτήσει στη σχολή και δεν είχε κλείσει τρίμηνο σαν εισαγγελέας, έμοιαζε πολύ με τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν.

  Όμως εδώ θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο.

  Στο τρένο ο εισαγγελέας ταξιδεύει με κάποιον που δεν έχει πόδι και χέρι, τα έχασε στον πόλεμο. Αφηγείται την ιστορία του. Είχε πάει να δει τον Λένιν προσωπικά, τα κατάφερε, του ζήτησε μια σύνταξη, όμως την σύνταξη αυτή δεν την είδε. Αντίθετα τον έστειλαν σε ένα φτωχοκομείο. Αυτό προφανώς έγινε πριν το 1924 που πέθανε ο Λένιν. Τώρα, μετά από 13 από το θάνατό του, πηγαίνει (για πολλοστή φορά άραγε;) να ζητήσει αυτή τη σύνταξη αναπηρίας πολέμου από τον Στάλιν.

  Επειδή ένα από τα «είδωλα της φυλής» κατά τον Μπέηκον είναι η τάση γενίκευσης. Αλήθεια, δεν έδιναν τότε αναπηρικές συντάξεις; Ρώτησα το perplexity.

  1918: Πρώτος νόμος (Δεκέμβριος) για πρόνεια τραυματιών/ανημποριών Κόκκινου Στρατού – εγγύηση ιατρικής φροντίδας, μισθούς και συντάξεις σε ανάπηρους, ανάλογα με βαθμό αναπηρίας (π.χ. 50-100% του μισθού) [post-1917 decrees].

1920-1921: Επέκταση σε όλους τους «εργαζόμενους» (μη-εχθρούς), με νόμο του 1921 για «Κρατική Ασφάλιση» που εισάγει υποχρεωτικές συντάξεις αναπηρίας για βιομηχανικούς εργάτες και αγρότες, χρηματοδοτούμενες από κρατικό ταμείο.

1923-1924: Οργανωμένη νομοθεσία στο ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), με σταθερές παροχές – π.χ. αναπηρικό επίδομα 30-100 ρουβλίων/μήνα, ανάλογα την ομάδα (1η: πλήρης, 3η: μερική).

Σημειώσεις

Αυτές οι παροχές ήταν επιλεκτικές αρχικά (προτεραιότητα σε μπολσεβίκους/εργάτες), περιορισμένες από φτώχεια/υπερπληθωρισμό, αλλά έθεσαν βάση για το σοβιετικό σύστημα πρόνοιας (πλήρως εδραιωμένο στη δεκαετία 1930). Πολλοί ανάπηροι «Πρώτου Κόσμου» [προφανώς θέλει να πει του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου] έμειναν ανασφάλιστοι μέχρι τα μέσα 1920s.

  Το επεισόδιο αυτό το θεωρώ σαν «επίθεση» στο Λένιν. Όσο αντιπαθώ τον Στάλιν, τόσο συμπαθώ τον Λένιν, που αγωνίστηκε για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Πάντως, καθώς διαβάζω ότι το σύστημα ήταν πλήρως εδραιωμένο στη δεκαετία του 1930, μου φαίνεται απίθανο κάποιος ανάπηρος πολέμου να μην είχε πάρει σύνταξη μέχρι το 1937 που διαδραματίζεται το επεισόδιο.

  Πολύ καλή ταινία, καλός σκηνοθέτης ο Λοζνίτσα, για αυτό άλλωστε την βλέπω πακέτο, πολύ μου άρεσε. Η ανατροπή στο τέλος, αν και αναμενόμενη, είναι εντυπωσιακή.  

  7,1 η βαθμολογία της.