Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Wednesday, April 1, 2026

Lu Chuan, Born in China (我们诞生在中国)2016)

 Lu Chuan, Born in China (们诞生在中国)2016)

 


Θα προβληθεί μεταξύ 12 και 19 Μάη στο το Στούντιο, παρουσία του σκηνοθέτη, μαζί με τρεις άλλες ταινίες.  

 

  Δεν θυμάμαι να έχω δει πιο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για ζώα. Παρακολουθώντας κυρίως τις ζωές τριών οικογενειών, πάντα, πιθήκων και μιας λεοπάρδαλης με τα μικρά της, καθώς και μιας αγέλης από αντιλόπες, ο αφηγητής μας αφηγείται με γλαφυρότητα τη ζωή τους, αυτά που τους συμβαίνουν.

  Σε μας οι πελαργοί φέρνουν ζωές, τα μωρά. Στους κινέζους οι γερανοί παίρνουν μια ζωή όταν γεννιέται μια άλλη ζωή.

  Βλέποντας τα θηράματα να προσπαθούν να ξεφύγουν από τους θηρευτές μου ήλθε στο μυαλό το «Ο θάνατός σου η ζωή μου».

  Και καπάκι μετά: «Πάντα εν σοφία εποίησας».

  7,2 η βαθμολογία του, εγώ έβαλα 8.

Lu Chuan (陆川), City of life and death (南京!南京, 2009)

 Lu Chuan (陆川), City of life and death (南京!南京, 2009)

 


Θα προβληθεί μεταξύ 12 και 19 Μάη στο το Στούντιο, παρουσία του σκηνοθέτη, μαζί με τρεις άλλες ταινίες.  

 

  O Lu Chuan τυπικά ανήκει στην 6η γενιά των κινέζων σκηνοθετών, αφού δεν συμμερίζεται αρκετά από τα ενδιαφέροντά τους, όπως η κοινωνική κριτική. Θα έλεγε κανείς ότι ανήκει στην 5η γενιά, αν και ηλικιακά ανήκει στην 6η γενιά. Δεν έχει μια σταθερή θεματική. Από το αστυνομικό πηγαίνει στο φανταστικό, ανατρέχει στην πρόσφατη και την παλιά ιστορία, και δεν περιφρονεί και το ντοκιμαντέρ.

  Λίγοι ξέρουν για το Ναντζίνγκ, την πρωτεύουσα του Νότου, και ακόμη πιο λίγοι ξέρουν για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι γιαπωνέζοι εισβολείς καταλαμβάνοντας την πόλη. Οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις μιλάνε για 50.000 νεκρούς, στρατιώτες και πολίτες, ενώ άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό στις 500.000.

  Ξέραμε για τις φρικαλεότητες, τώρα τις είδαμε και στην κινηματογραφική αναπαράσταση. Φόνοι πολιτών χωρίς κανένα λόγο, εκτελέσεις αιχμαλώτων στρατιωτών, βιασμοί γυναικών…

  Πραγματικά ανατριχιαστικά αυτά που βλέπουμε.

  Ο ναζί επιχειρηματίας John Rabe έσωσε χιλιάδες πολίτες σχηματίζοντας μια ουδέτερη ζώνη, πράγμα που του το αναγνώρισαν οι κινέζοι μεταπολεμικά. Όμως πλήρωσε πολύ ακριβά τη συμμετοχή του στο ναζιστικό κόμμα. Ένας ναζί Schindler.

  Αντιστικτικά στους πολεμοχαρείς γιαπωνέζους στέκεται ο Kadogawa. Θα αναπτύξει αισθήματα για μια γιαπωνέζα πόρνη (για τις γιαπωνέζες οι στρατιώτες πληρώνουν 5 γιεν ενώ για τις κινέζες 2 γιεν). Όταν μαθαίνει το θάνατό της (ακολούθησε τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή) είναι απαρηγόρητος.

  Είναι αποτροπιασμένος από τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι συμπολεμιστές του.

  Στο τελευταίο επεισόδιο συνοδεύει έναν άντρα με το παιδί του, δεμένους πισθάγκωνα, με έναν άλλο στρατιώτη. Τους λύνει και τους λέει να προχωρήσουν.

  -Θα τους σκοτώσουν, μου λέει ο φίλος μου ο Γιάννης.

  Αυτή είναι η αφηγηματική αναμονή.

  Διώχνει τον άλλο στρατιώτη.

  Μένει μόνος. Πηγαίνει σε μια άκρη, βάζει το πιστόλι στον κρόταφό του και πυροβολεί.

  Εξαιρετική σκηνοθεσία, ο Λου δένει υπέροχα, και στις σωστές αναλογίες, τις προσωπικές ιστορίες με τον γενικό χαλασμό.

  Το 7,8 της βαθμολογίας της δεν με εξέπληξε. Εγώ έβαλα 8.  

Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης

 Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Πόλις 1998

 


  Της Σώτης Τριανταφύλλου έχουμε διαβάσει το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της, «Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι» και «Το εναέριο τραίνο στο Στίλγουελ» (το «Σάββατο στην άκρη της πόλης» είναι το τέταρτο) τότε που εκδόθηκαν, καθώς και τα «Κινέζικα κουτιά» πέρυσι. 

  Το βιβλίο το διάβασα επειδή θα συζητιόταν σε μια Λέσχη Ανάγνωσης στην Αμπάριζα (Γαλάτσι) χθες.

  Και σ’ αυτό βλέπω την αυτοβιογραφική αφήγηση που είδα και στα δυο πρώτα της βιβλία. Βέβαια πόσα από αυτά που παραθέτει είναι (αυτο)βιογραφικά και πόσα πραγματική επινόηση, δεν μπορούμε να ξέρουμε.

  Δηλαδή μπορούμε να υποθέσουμε για κάποια.

  Η αφηγήτρια έχει την ηλικία της ίδιας της Τριανταφύλλου. Επίσης διδάσκει ιστορία σε ένα λύκειο, και στην ιστορία έκανε το διδακτορικό της η Τριανταφύλλου. Και βέβαια όπως και η ηρωίδα της έζησε αρκετά χρόνια στην Αμερική.

  Η Τριανταφύλλου μας δίνει την εικόνα της νεολαίας εκείνης της εποχής, σίγουρα ενός μεγάλου τμήματός της, μέσα από την αφήγησή της. Πάθος με τη μουσική (τρία μόνο μουσικά συγκροτήματα αναγνώρισα καθώς εγώ είμαι των sixties ενώ η Τριανταφύλλου είναι των seventies. Αυτά είναι οι Σάιμον και Γκαρφάνκελ, Πήτερ Πωλ και Μαίρη, και οι Πινκ Φλόυντ), αλλά και με τα ναρκωτικά. Κυκλοφορούν ένα σωρό πολύχρωμα χάπια, αυτά έχουν τη μεγαλύτερη πέραση. Αλλά και το ποτό δεν πάει πίσω. Αυτό θα οδηγήσει στο θάνατο τον κολλητό της.

  Τελικά όλοι στη Λέσχη Ανάγνωσης είχαμε την ίδια γνώμη. Μέχρι τη μέση δεν τραβούσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, μετά όμως άρχισε να γίνεται συναρπαστικό, ενώ διανθιζόταν κατά διαστήματα και με χιούμορ. Κορυφαίο το επεισόδιο της καταδίωξής τους από την αστυνομία, και πώς τη γλίτωσαν! Το τίμημα βέβαια ήταν ακριβό, το πανάκριβο αμάξι έπρεπε να το ξεφορτωθούν.

  Αφηγηματική άνεση, χιούμορ, συναρπαστικά επεισόδια στο τέλος, είναι τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του βιβλίου.

  Όμως καλύτερα να δώσουμε το λόγο στη συγγραφέα, παραθέτοντας αποσπάσματα.

  «Στο Μανχάταν… οι άστεγοι είχαν στρατοπεδεύσει μέσα σε τεράστια χαρτόκουτα».

  Θα αναφερθεί και άλλες φορές στους άστεγους η Τριανταφύλλου. Πρέπει να ήσαν πάρα πολλοί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι η κατάσταση σήμερα. Οι άστεγοι είναι οι πιο ταλαιπωρημένοι της γης.

  «Αγαπούσε όλο τον κόσμο μ’ έναν αδικαιολόγητο και διαχυτικό τρόπο…».

  Σαν την «Τζαναμπέτισα» του Ξυλούρη: Κι όποιο κι αν δει τον αγαπά κι ας μην τονε γνωρίζει.  

  «Αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που νοσταλγούν το σχολείο».

  Κι εγώ το ίδιο.

  Το θυμάμαι σαν τώρα.

  Πιάνω μια πέτρα από χάμω και στέκομαι στην είσοδο του (μοναδικού τότε) εξατάξιου γυμνασίου. Μπροστά μου η εκκλησία, πίσω το σχολείο.

  Και τη ρίχνω πίσω μου.

  Η κυριολεξία, για να τονίσω τη μεταφορά.

  «Οι πετσέτες περιλαμβάνονται στην τιμή του δωματίου γιατί όλοι τις κλέβουν».

  Εμείς πάντως τις παντόφλες δεν τις κλέψαμε. Χρησιμοποιήσαμε τις δικές μας και αυτές τις πήραμε μαζί μας.

  Εγώ και ο…

  Όχι δεν θα τον μαρτυρήσω. Είναι αυτός που είχε την ιδέα.

  «Έτσι έχασα την κηδεία της γιαγιάς… επειδή η μαμά μου πίστευε πως τα παιδιά δεν πρέπει να πηγαίνουν σε κηδείες».

  Και η μαμά μου το ίδιο πίστευε.

  Ήμουν δώδεκα χρονών όταν πέθανε η γιαγιά μου, η μητέρα της, και δεν με πήρανε στην κηδεία. Έφαγα μεσημεριανό με τα ξαδέλφια μου, στο απέναντι σπίτι.

  «Μάλιστα όταν πήγαινα στο γυμνάσιο κι είχα πει ότι θέλω να μάθω γερμανικά, ο μπαμπάς μου με κοιτούσε σαν να τον είχα βρίσει: κι είχε προτείνει να με στείλει στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο να μάθω ρωσικά».

  Στο σχολείο μια χρονιά μόνο κάναμε αγγλικά, δεν υπήρχαν καθηγητές, στην τρίτη γυμνασίου. Εγώ όμως ήθελα να μάθω αγγλικά. Από το φροντιστήριο ο κος Σταυρακάκης με είχε αποβάλει λόγω αταξιών, έτσι διάβαζα μόνος μου, τις αγγλικές μεταφράσεις των έργων του Καζαντζάκη. Και ο πατέρας μου: Τι τα διαβάζεις τα αγγλικά, να διαβάζεις τα μαθήματά σου. Οι ρώσοι θα έλθουν και θα σφάξουν (ακριβώς έτσι, θα σφάξουν) τους αμερικάνους.

  Φοιτητής, στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, έχασα την υποτροφία που κέρδισα στις εισαγωγικές. Δικαίως, δεν διάβαζα, πώς να πάρω το 6,5. Σαν υπεραναπλήρωση άρχισα να μαθαίνω ρώσικα. Και ο πατέρας μου: Είντα τα διαβάζεις τα ρώσικα, να διαβάζεις τα μαθήματά σου (τα μαθήματά μου ήταν τώρα τα αγγλικά). Και εγώ: Εσύ δεν ήσουνα που μου ’λεγες ότι θα ’ρθουν οι ρώσοι να σφάξουνε τους αμερικάνους; Πρέπει να είμαι έτοιμος όταν έλθει εκείνη η ώρα.

  «…κι όταν βγήκαμε απ’ το αεροδρόμιο ψάχναμε επί μια ώρα το Όλντσμομπιλ που το είχαμε παρκάρει εκεί κοντά αλλά ούτ’ η Μπίμπι ούτ’ εγώ θυμόμασταν πού ακριβώς».

  Η φίλη μου με περίμενε να πάω να πάρω το αμάξι. Τρεις μέρες μόνο στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη θυμηθώ πού το είχα παρκάρει.

  Αμ δε…

  Έπειτα από αρκετή ώρα αγωνιώδους αναζήτησης, με την αβεβαιότητα αν θα το εύρισκα τελικά, το εντόπισα. Ευτυχώς, Suzuki Jimney, είναι ψηλό και προεξείχε. Έτσι μπόρεσα τελικά να το βρω.

  «Οι Πήτερ Πωλ και Μαίρη τραγουδούσαν το ‘αν είχα ένα σφυρί’…».

  If I had a hammer, εγώ το θυμάμαι με τον Τρίνι Λοπέζ.

  «…Θα ξαναγίνει υποχρεωτική η προσευχή στα σχολεία…».

  Αντιγράφω και επικολλώ από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».

    «Την προσευχή που έλεγε ο μαθητής δεν τη θυμάμαι. Ίσως να ήταν το «πάτερ ημών». Την λέγαμε δε με τη σειρά. Κάθε ένας που ερχόταν η σειρά του, ανέβαινε τις σκάλες και στεκόταν στο υπερυψωμένο υπόστεγο δίπλα στους δασκάλους. Αφού στοιχιζόμασταν κανονικά κατά τριάδες, όχι μπουλούκι όπως στέκονται σήμερα οι μαθητές, του έκανε νόημα ο διευθυντής και άρχιζε.

  Το άγχος του τερματοφύλακα μπροστά στην μπάλα δεν είναι τίποτα μπροστά στο άγχος απέναντι στους συμμαθητές σου, προ παντός τους μεγαλύτερους, που περιμένουν με λαχτάρα ένα κόμπιασμά σου, ένα λάθος σου, για να ξεσπάσουν στα χάχανα. Κι εσύ τότε είσαι για να ανοίξει η γη να σε καταπιεί.

  Στο δημοτικό τα κατάφερα όσες φορές είπα προσευχή και δεν γέλασε κανείς. Στο γυμνάσιο όμως, και συγκεκριμένα στη δευτέρα γυμνασίου, κυριολεκτικά θριάμβευσα.

  Λέγαμε τότε μια προσευχή που κατέληγε: «...κραταίωσον τον βασιλέα και το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία και ανάδειξον ημάς άξια τέκνα της Ελλάδος».

  Πλησίαζαν οι μέρες να έρθει η σειρά μου, κι εμένα το μυαλό μου συνέχεια γύριζε στην προσευχή. «Ακούς εκεί, πρώτα το βασιλιά και μετά το έθνος. Απαράδεκτο». Στο τέλος είχα κάνει περισσότερες προόδους. «Και γιατί το βασιλιά; Χαραμοφάηδες δεν είναι όλοι τους; Εις βάρος των λαών..., κ.λπ. κ.λπ.».  Έτσι όταν ήρθε η μέρα μου, ανεβαίνω πάνω και λέω «κραταίωσον το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία...». Το βασιλιά τον είχα παραλείψει.

Οι καθηγητές, ακόμη κι αν άκουσαν, έκαναν πως δεν κατά­λαβαν. Στο διάλειμμα ήρθαν και με συνεχάρηκαν μεγαλύτεροι μαθητές για το θάρρος μου. Εγώ καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι».

  «…έκανε σαν να είχα πανικοβληθεί ξαφνικά για το μέλλον της Αμερικής και είπε… πως ο Ρήγκαν είναι επικίνδυνος…».

  Πού να έβλεπε τον Τραμπ.

  «Και το πλυντήριο έχει ένα σωρό κουμπιά… ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα. Ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα;».

  Εγώ την πάτησα. Στο καινούριο μου πλυντήριο candy βλέπω ένα eco. Αυτό είναι, σκέφτομαι.

  Μα για ποιο διάβολο κρατάει το πλύσιμο πάνω από δυο ώρες;

  Μετά από δυο τρία τέτοια πλυσίματα είπα να διαβάζω το εγχειρίδιο (τα εγχειρίδια γενικώς τα βαριούμαι, ο γιος μου με ειρωνεύεται γι’ αυτό). Και τότε ανακάλυψα: το eco δεν είναι economy αλλά ecology.

  «…ο Νίκυ τη ρώτησε αν στην ταινία παίζει την πουτάνα ή την υπηρέτρια κι η Χόλλυ του είπε πως παίζει μια υπηρέτρια που είναι και πουτάνα».

  Το αντίστροφο μάλλον αποκλείεται.

  Να το πω για αυτούς που με διαβάζουν για πρώτη φορά: δεν χάνω ευκαιρία να  αυτοβιογραφηθώ στις κριτικές μου. 

  Νομίζω το δεύτερο μισό του βιβλίου αποζημιώνει, αξίζει να το διαβάσετε.

Thursday, March 26, 2026

László Nemes, Χωρίς πατέρα (Orphan, 2025)

 László Nemes, Χωρίς πατέρα (Orphan, 2025)



   Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Και εδώ βλέπουμε την κάμερα να παρακολουθεί ακούραστα τον μικρό Andor, όπως παρακολουθούσε και τους προηγούμενους ήρωες του Nemes, τον Σαούλ και την Ίριδα, αν και σε λιγότερο σκοτεινούς χώρους και νυχτερινούς φωτισμούς.

  Εβραίος ο πατέρας του, εβραία η μητέρα του, τη γλύτωσε ο χασάπης τότε που οι ναζί δίωκαν απηνώς τους εβραίους. Παρεμπιπτόντως πιο εύστοχος ο ελληνικός τίτλος, διευκρινίζει με σαφήνεια ότι είναι ορφανός από πατέρα.

  Και εδώ έχω ένα πρόβλημα.

  Καλά, ξέρουμε, τα παιδιά συνήθως δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι μια καινούρια σχέση της μητέρας του όταν ο πατέρας είναι απών. Όμως και αυτή δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερη αγάπη στον χασάπη, μάλιστα κάποια στιγμή μας λέει ότι κατάφερε να ξεφύγει και να χάσει τα ίχνη της.

  Όμως αυτός την ξαναβρήκε.

  Μα είναι τόσο καλός, τους φέρεται τόσο καλά, γιατί;

  Από τη μια ο Nemes με κάνει να τον συμπαθώ, από την άλλη να τον αντιπαθώ. Η αντιπάθεια αυτή βέβαια είναι ανακλαστική, της αντιπάθειας του γιου και εν μέρει της μητέρας.

  6,4 η βαθμολογία της, δεν θα της έβαζα περισσότερο, σε αντίθεση με το 6,2 της «Δύσης», που εγώ έβαλα 7. Όμως θα βλέπω κάθε ταινία του Nemes, για το ύφος του.

Kirk Jones, Δυστυχώς βρίζω (I swear, 2025)

 Kirk Jones, Δυστυχώς βρίζω (I swear, 2025)

 


Από σήμερα στους κινηματογράφους

 

  Βιογραφικό δράμα πάνω στη ζωή του John Davidson, ενός σκωτσέζου που πάσχει από το σύνδρομο τουρέτ.

  Δεν το έχετε σίγουρα ξανακούσει, όπως εγώ. Τα άτομα που πάσχουν από αυτό κάνουν καταναγκαστικές κινήσεις από τις οποίες τα τικ και οι μορφασμοί είναι το λιγότερο, και εκστομίζουν χυδαιότητες. Αυτά τα έμαθα βλέποντας την ταινία.

  Υπέφερε σαν νέος ο Davidson, γιατί τη συμπεριφορά του την εκλάμβαναν απλά ως αγένεια. Ευτυχώς βρέθηκε μια καλή γυναίκα που του συμπαραστάθηκε, μητέρα ενός φίλου του.

  Που θα πέθαινε σε έξι μήνες, καρκίνος στο συκώτι, έτσι είχαν αποφανθεί οι γιατροί.

  Τελικά αυτό που φαινόταν σαν καρκίνος ήταν αιμαγγείωμα.

  Πέρασα μια ανάλογη εμπειρία, πριν κάπου 25 χρόνια. Αυτός που μου έκανε τον υπέρηχο άνω και κάτω κοιλίας βρήκε μια ύποπτη υποηχώδη περιοχή στο συκώτι, μου είπε να το ψάξω.

  Εγώ πριν το ψάξω ήμουν ήδη πεπεισμένος: είχα καρκίνο στο συκώτι.

  Και με είχε πιάσει μαύρη απελπισία.

  Ευτυχώς η μαγνητική τομογραφία, την οποία έπρεπε να επαναλάβω με σκιαγραφικό για να έχω σίγουρα αποτελέσματα, έδειξε, έτσι μου είπε ο γιατρός, ότι η υποηχώδης περιοχή ήταν το πιο υγιές σημείο στο συκώτι μου, το μόνο που δεν ήταν καλυμμένο με λίπος (terminus ante quem το 2002, γιατί μετά αδυνάτισα).

  Θυμάμαι, ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι για τη σιέστα μου, και ένιωσα μια απέραντη ευφορία: Θα ζήσω, δεν πρόκειται να στενοχωρηθώ ποτέ πια στη ζωή μου.

  Αμ δε…

  Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, ή μάλλον άλλες ιστορίες.

  Κάθε χρόνο που έκανα υπέρηχο άνω και κάτω κοιλίας ο γιατρός που τον έκανε μου έλεγε για την υποηχώδη περιοχή και να την ψάξω. Εγώ γέλαγα: -Αν ήταν κάτι ύποπτο θα είχα πεθάνει.

  Χρόνια αργότερα, σε ένα άλλο εξεταστικό κέντρο, ο γιατρός έκανε τη διάγνωση: αιμαγγείωμα.

  Κλείνει η αυτοβιογραφική παρένθεση.

  Ο Davidson αφιερώνει τη ζωή του στο να ενημερώνει για το σύνδρομο τουρέτ.

  Να ενημερώνει.

  Η ζωή των ατόμων που πάσχουν γίνεται καλύτερη αν οι γύρω τους ξέρουν για το σύνδρομο, καθώς και οι ίδιοι περισσότερα για αυτό.

  Το ίδιο δεν ήταν και με τη δυσλεξία;

  Πόσα παιδιά δεν θεωρήθηκαν από τους δασκάλους τους καθυστερημένα, ανεπίδεκτα μαθήσεως, ενώ απλά ήταν δυσλεκτικά;

  Πρώτη φορά διάβασα για τη δυσλεξία στο ομώνυμο βιβλίο του καθηγητή Κώστα Πόρποδα το οποίο μου το δώρισε. Χάρη στην επιμονή του, βλέποντας το βιογραφικό μου, προσλήφθηκα στη Μορφωτική, νομίζω έτσι λεγόταν το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο στο Χαλάνδρι, σαν καθηγητής αγγλικών, το 1980. 

  Στο Βαρβάκειο τους δυσλεκτικούς μαθητές τους εξετάζαμε προφορικά.

  Εγώ ήμουν τυχερός, η δυσλεξία μου ήταν μικρού βαθμού. Τη διάγνωση την έκανα μόνος μου. Φοβερή κακογραφία και αντιστροφές. Επί χρόνια διάβαζα Νέχρι, ενώ ήταν Χένρι. Και, βλέποντας για δεύτερη φορά, σε ένα θερινό σινεμά στην Καλλιθέα, το «Όσα παίρνει ο άνεμος» διαπίστωσα ότι λεγόταν όχι Olivia de Halivand αλλά Olivia de Haviland. Και τώρα που πληκτρολογώ κάνω συχνά αντιστροφές στις λέξεις, βάζοντας ανάποδα γράμματα, ή και συλλαβές. Πληκτρολογώ με τυφλό σύστημα, και βλέπω το λάθος αφού το έχω πληκτρολογήσει. 

  Εξαιρετική ταινία, το 8,2 της βαθμολογίας της τα λέει όλα.

 

Βασίλης Μαζωμένος, Άπειρη γη (2025)

 Βασίλης Μαζωμένος, Άπειρη γη (2025)



 Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Από τους κορυφαίους νεοέλληνες σκηνοθέτες ο Βασίλης Μαζωμένος, έχω δει τις ταινίες του «Εξορία», «Γραμμές», «Guilt» και «Seventh day».

  Η άπειρη γη είναι μια ποιητική ελεγεία για την φθίνουσα ορεινή Ελλάδα. Όλα τα επεισόδια έχουν ένα ποιητικό στυλιζάρισμα. Η κάμερα δεν χάνει ευκαιρία να περιπλανηθεί, παράλληλα με τα πρόσωπα πάνω στα οποία κάνει κάποιες φορές τράβελινγκ, και στο ορεινό τοπίο.

  Επίσης όλα τα επεισόδια είναι πολυμοναδικά, δηλαδή έχουν επαναληφθεί άπειρες φορές. Το κυνήγι, το φλερτ, ο γάμος, το μοιρολόγι του νεκρού, το πλύσιμο των ρούχων στο ποτάμι, ο χορός και το τραγούδι, ο ξενιτεμός, η επιστροφή, η γέννα, η γέννα της κατσίκας…

  Θυμάμαι την αγωνία που είχα, μικρός, όταν πλησίαζε η ώρα να γεννήσει η κατσίκα μας, μήπως κακογεννήσει. Οι γονείς μου μου μετέδιδαν το άγχος τους. Ευτυχώς στο διπλανό χωριό υπήρχε ο Ιπποκράτης, όνομα και πράμα, για να τρέξει να την ξεγεννήσει.

  Μόνο ένα επεισόδιο είναι μοναδικό, μοναδικό στην ταινία και όχι στη ζωή: ένας κυνηγός πυροβόλησε έναν άλλο κατά λάθος, περνώντας τον για θήραμα. Η λειτουργία του μέσα στην ταινία είναι για να δούμε το μοιρολόι.

  Εξαιρετικό το πλάνο με το καιόμενο δενδράκι, εντελώς ποιητικό, ολότελα αντιρεαλιστικό, παραπέμπει διακειμενικά στην «καιόμενη βάτο».

  Αντιρεαλιστική επίσης, ολότελα ποιητική, η βάπτιση στο ποτάμι, που συνειρμικά παραπέμπει στη βάπτιση του Χριστού από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό.

  Endless land; Μήπως waste land, αλλά με την κυριολεκτική, όχι με τη μεταφορική σημασία που έχει στον Eliot, έρημη χώρα, χώρα που ερημώνει σιγά σιγά;

  Πολύ καλή ταινία, αξίζει να τη δείτε. Οι νέοι να μάθουν, οι παλιοί να θυμηθούν, όπως θυμήθηκα εγώ καληώρα. 

Tuesday, March 24, 2026

John Patton Ford, How to make a killing (2026)

 John Patton Ford, How to make a killing (2026)

 


  Όσοι με διαβάζετε θα με έχετε βαρεθεί να το λέω: είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος, έτσι με χαρακτήρισε ένας καναδός καθηγητής. Όπως ο σαβουρο… (μην σκανδαλίζεστε, να το δηλώσω ακόμη μια φορά, είμαι ραμπελαιικός) έτσι κι εγώ συγκρίνω ότι μπορεί να συγκριθεί. Μπορεί να είναι ο τίτλος: «Η πρώτη αγάπη στον Κονδυλάκη και στον Τουργκιένιεφ». Μπορεί να είναι το περιεχόμενο: «Ο Επικήδειος του Ιωάννη Κονδυλάκη και οι Δυο θάνατοι του Ιωακείμ-κραυγή-νερό του Ζόρζε Αμάντο». Στα άμεσα σχέδιά μου είναι να γράψω, μετά από χρόνια, μικρή μελέτη πάνω στα ομότιτλα διηγήματα «Το ημερολόγιο ενός τρελού» του Lu Xun, του Γκόγκολ και του Γκυ ντε Μωπασάν. Στην ηλικία που είμαι (έκλεισα τα 76) λέω πια Άγιου Χαράλαμπου θέλοντος και Θεού επιτρέποντος (ναι, πρέπει να επιτρέψει ο Θεός, ως ανώτερος ιεραρχικά).

  Ήθελα να συγκρίνω την αμερικανιά με την ομότιτλη γαλλική (ομότιτλη γιατί αυτό τον τίτλο έδωσαν οι αγγλόφωνοι διανεμητές στη γαλλική ταινία «Un ours dan la Jura» που γυρίστηκε δυο χρόνια πριν, η οποία έχει βαθμολογία 0,1 πιο κάτω (6,5, ενώ η ταινία του Ford 6,6).

  Έχω ξανακάνει το σχόλιο. Άλλο Κάννες, άλλο Όσκαρ. Άλλο αμερικανιές, άλλο ευρωπαϊκός κινηματογράφος.

  Υποτίθεται ότι είναι κωμωδία, έστω και μαύρη, όμως δεν θυμάμαι να γέλασα ούτε μια φορά. Θα την έλεγα καλύτερα θρίλερ.

  Πέρα από τον τίτλο έχουν και κάτι άλλο κοινό οι δυο ταινίες: 7 νεκρούς.

  Τόσους έπρεπε να βγάλει από τη μέση για να πάρει την κληρονομιά.

  Γκαντεμιά.

  Ενώ είχε ξεφύγει από τους 7 φόνους, κατηγορείται για κάποιον άλλο που δεν τον διέπραξε.

  Την ιστορία του την εξομολογείται σε έναν παπά που ήλθε να τον επισκεφθεί στο κελί του την παραμονή της εκτέλεσής του.

  Οι πιθανότητες που έδινα ήταν 50 – 50. Κωμωδία, δεν μπορεί να έχει unhappy end.

  Μαύρη όμως, άρα το unhappy end είναι πολύ πιθανό.

  Τελικά το τέλος είναι σαρδόνιο.

  Η παιδική του αγάπη, που όμως παντρεύτηκε κάποιον ο οποίος αργότερα βρέθηκε βουτηγμένος στα χρέη, και που του ζήτησε να τον ξελασπώσει και αυτός αρνήθηκε, του προτείνει τη σωτηρία του με αντάλλαγμα να της μεταβιβάσει την κληρονομιά.

  Τι να κάνει, δέχτηκε.

  Αυτό που έκρυψε στο δικαστήριο ήταν το σημείωμα αυτοκτονίας που άφησε ο άντρας της.

  Η παρ’ ολίγο γυναίκα του (τον συνέλαβαν στην εκκλησία πριν την τελετή) τον περιμένει στην έξοδο της φυλακής. Του δίνει κάτι που δεν κατάλαβα, μάλλον κλειδιά μου φάνηκαν.

  Και σηκώνεται και φεύγει.

  Όμως βλέπει στο βάθος ένα αμάξι να τον περιμένει, με την παιδική του αγάπη δίπλα. Μάλλον χρύσωσε την άλλη για να παραιτηθεί.

  Εν τάξει, την είδα ευχάριστα, όμως για τέτοιες ταινίες ποτέ δεν χάνω το χρόνο μου εκτός και αν υπάρχει λόγος.

  Εδώ ήταν η σύγκριση.