Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Wednesday, August 5, 2026

Joel and Ethan Koen, Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (No country for old men, 2007)

 Joel and Ethan Koen, Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (No country for old men, 2007)

 


  Και αυτή την ταινία μου την υπέδειξε το chatgpt στην ίδια συζήτηση που είχαμε για το «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου», ταινία της οποίας θυμόμουνα μόνο το ανοιχτό τέλος, ανοιχτό χωρίς αποχρώντα λόγο κατά τη γνώμη μου, σε αντίθεση με άλλες ταινίες, όπως π.χ. το «Ένας χωρισμός» του Ασγάρ Φαρχάντι. Ήθελα να την ξαναδώ αλλά δεν θυμόμουνα τον τίτλο. Τελικά μου τη βρήκε ο γιος μου. Ταινία επιβίωσης όπως και το «the Grey», όμως μόνο κατά το δεύτερο μισό. Όχι επτά άντρες αλλά μόνο ένας άντρας, μια γυναίκα και η κόρη της. Επίσης στην Αλάσκα αλλά όχι σε παγωμένα βουνά αλλά σε ένα ερημικό δάσος. Ένα υδροπλάνο που καταφτάνει, άραγε φέρνει τους σωτήρες ή τους διώκτες τους;

  Δεν θα μάθουμε, εκεί τελειώνει η ταινία.

  Τρία είναι τα κεντρικά πρόσωπα, εκ των οποίων δύο βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Ο ένας είναι βετεράνος του Βιετνάμ, που τυχαία πέφτει πάνω σε μια τσάντα με δολάρια. Στην ανταλλαγή με τα ναρκωτικά κάποιοι πήγαν να ξεγελάσουν κάποιους. Το έδαφος είναι σπαρμένο με νεκρούς.  

  Ο άλλος, ο Χαβιέ Μπαρδέμ, είναι ο ψυχοπαθής δολοφόνος, κατ’ επάγγελμα εκτελεστής.

  Δεν θα μπορούσε να είναι απλά επαγγελματίας εκτελεστής;

  Και βέβαια, και θα ήταν πιο ρεαλιστικό, όμως με το να είναι παρανοϊκός η πλοκή γίνεται πιο συναρπαστική. «Πες, κορώνα ή γράμματα;». Ευτυχώς το πέτυχε, γιατί αλλιώς είχε σκοπό να τον σκοτώσει.

  Έτσι, για πλάκα.

  Δεν ήξερα ότι αυτό το επεισόδιο αποτελεί και προσήμανση. Λέει και στην γυναίκα του βετεράνου να μαντέψει: Κορώνα ή γράμματα;

  Αυτή αρνείται.

  Στο επόμενο πλάνο τον βλέπουμε να βγαίνει από το σπίτι.

  Εδώ δεν έχουμε ανοικτό τέλος αλλά ανοικτό επεισόδιο: τη σκότωσε ή δεν τη σκότωσε; Οι Κοέν δεν μας λένε, παραβιάζοντας αφηγηματικές προσδοκίες, πάλι χωρίς αποχρώντα λόγο κατά τη γνώμη μου.

  Ο βετεράνος σκοτώνεται από μεξικάνους, που του παίρνουν τα λεφτά.

  Δεν μου αρέσει σε μια ταινία ο καλός να σκοτώνεται.

  Και ο Χαβιέρ Μπαρδέμ;

  Με σπασμένο χέρι, με το κόκαλο να προεξέχει, κατευθύνεται σε νοσοκομείο. Δεν μας λέγεται, αλλά η αφηγηματική αναμονή είναι δεδομένη, θα εντοπισθεί και θα συλληφθεί, εκτός πλαισίου της ιστορίας.

  Είναι και ο σερίφης, σε ένα κατά τη γνώμη μου άχρωμο ρόλο στην πλοκή. Μόνο οι θυμοσοφίες του κάτι αξίζουν.

  Συναρπαστική ταινία, εξαιρετικοί οι αδελφοί Κοέν, 8,2 η βαθμολογία της, θα παραφράσω πάλι: τέλος κακό όλα κακά.

  Φυσικά δεν έβαλα βαθμολογία, όπως και στο «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου».

Joe Carnahan, The grey (2011)

 Joe Carnahan, The grey (2011)

 


  Σε συζήτηση με το chatgpt υποστήριζα ότι οι περιπέτειες έχουν πάντα happy end, εκτός από εκείνες που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Δεν ξέχασα ποτέ τρεις, δεν θυμάμαι τους τίτλους τους. Η μια αναφερόταν στο θάνατο πυροσβεστών και την είδα στο ideal σε δημοσιογραφική προβολή, η άλλη σε ένα ναυάγιο, κάποιος ριψοκίνδυνος καπετάνιος αποφάσισε να ταξιδέψει ενώ προβλεπόταν καταιγίδα, την είδα πολύ παλιά στην τηλεόραση, και η τρίτη είχε σαν θέμα ένα ζευγάρι που έκανε υποβρύχια εξερεύνηση καθώς εγκαταλείφθηκε από το σκάφος που τους μετέφερε μαζί με άλλους επιβάτες που έκαναν το ίδιο σπορ. Ο υπεύθυνος μέτρησε λάθος ότι ήταν όλοι παρόντες κατά την επιβίβαση. Την είδα με τον ανιψιό μου σε ένα θερινό σινεμά στην Καλλιθέα και ψυχοπλακωθήκαμε και οι δυο.

  Καλά να πάθει, δική του επιλογή. Εγώ τι έφταιγα;

  Λάθος, υπάρχει το «The grey», μου λέει το chatgpt, που δεν αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός.

  Αποφάσισα να το δω για να το επιβεβαιώσω. Πράγματι, το θέμα της ταινίας είναι η επιβίωση των επτά διασωθέντων από την πτώση ενός αεροπλάνου πάνω στα παγωμένα βουνά της Αλάσκας. Είχαν όμως να αντιμετωπίσουν τους λύκους.

  No one lives θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ταινίας, όπως είναι ο τίτλος μιας ταινίας horror με τη Laura Ramsey. Σε πολλά horror το τέλος είναι unhappy, και γι’ αυτό δεν τα βλέπω. Σ’ αυτό έκανα εξαίρεση γιατί έβλεπα πακέτο τη Ramsey.

  Ο τελευταίος που πεθαίνει είναι ο Liam Neeson, ο κεντρικός ήρωας.

  Να επικαλεστώ ότι σε κάθε κανόνα υπάρχουν οι εξαιρέσεις;

  Και ένα «ελαφρυντικό», ότι είναι μεταφορά διηγήματος; Και το «Κάλεσμα της άγριας φύσης» του Τζακ Λόντον έχει unhappy end, που όμως ο Chris Sanders δεν το ακολούθησε στην ομώνυμη ταινία του, έδωσε happy end. Άλλες όμως κινηματογραφικές μεταφορές διατήρησαν το ίδιο unhappy end.  

  Είδα την ταινία από καθαρή περιέργεια, διαφορετικά δεν θα την έβλεπα.

  6,7 η βαθμολογία της. Εγώ δεν βαθμολόγησα, όπως κάνω για κάθε καλή ταινία που κάτι με ξενερώνει σ’ αυτή.

Monday, August 3, 2026

John Sayles, Στην άκρη του κόσμου (Limbo, 1999)

 John Sayles, Στην άκρη του κόσμου (Limbo, 1999)

 


  Έχω αναφερθεί πολλές φορές σ’ αυτή την ταινία για το ανοικτό της τέλος, έχοντας ξεχάσει τον τίτλο. Τελικά μου την βρήκε ο γιος μου και την ξαναείδα.

  Είναι περιπέτεια.

  Κεντρικά πρόσωπα είναι αυτός, αυτή και η κόρη της. Αυτός, θέλοντας να εξυπηρετήσει τον ανεπρόκοπο ετεροθαλή αδελφό του, θα τον συνοδεύσει στο σκάφος του μαζί με την φίλη του και την κόρη της.

  Στο σκάφος του αποκαλύπτει περί τίνος πρόκειται. Θα συναντήσουν τους κακούς (νομίζουν ότι πούλησε το χασίσι και κράτησε τα λεφτά ενώ αυτός το πέταξε στη θάλασσα για να μην το βρει η ακτοφυλακή, λάθος του, γιατί άλλον έψαχναν). Έχοντας μια «οικογένεια» μαζί του πιστεύει ότι θα μπορέσει να διαπραγματευτεί την εξόφλησή τους με υποθήκη. Το ραντεβού είναι σε κάποιο σημείο, στην άγρια Αλάσκα.

  Όμως αυτοί εμφανίζονται πιο πρώτα, όχι στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού, και τον σκοτώνουν. Αυτός, αυτή και η κόρη της πέφτουν στη θάλασσα και κολυμπούν στην ακτή. Τους πυροβολούν αλλά δεν τους πετυχαίνουν.

  Κρύβονται.

  Τελικά οι κακοί αποχωρούν.

  Και αρχίζει η μάχη για την επιβίωση.

  Προτεραιότητα το νερό.

  Βρίσκουν και κάποια φαγώσιμα είδη.

  Τύχη βουνό, βρίσκουν μια καλύβα.

  Ψαρεύουν κιόλας.

  Η μικρή βρίσκει το ημερολόγιο ενός κοριτσιού. Έξυπνο ιντερμέτζο, αφήγηση μιας ιστορίας επιβίωσης μιας οικογένειας που είχε εγκατασταθεί εκεί για να εκθρέψει αλεπούδες για τη γούνα τους. Όμως τα πράγματα τους ήλθαν στραβά.

  Ένα υδροπλάνο προσγειώνεται. Είναι ο Κρις Κριστόφερσον. Του λένε τα καθέκαστα. Αυτός τους λέει τα δυο ονόματα των κακών, τον μίσθωσαν για να ψάξει μήπως υπάρχουν άτομα σ’ αυτή την περιοχή. Εκείνος με τη σειρά του είπε ότι σκότωσε τον αδελφό του ενώ αυτοί κατάφεραν να ξεφύγουν.

  Τι θα κάνει άραγε, θα τους «καρφώσει» στους κακούς ώστε να έλθουν να τους σκοτώσουν; (Αυτός υπήρξε άθελά του αίτιος του θανάτου του αδελφού του. Φαινομενικά δεν του κρατάει κακία, αλλά ποιος ξέρει). Ή θα φωνάξει βοήθεια; Έχει φήμη καλού ανθρώπου.

  Βλέπουν ένα υδροπλάνο και πλησιάζει. Είναι μεγάλο. Γιατί άραγε; Για να χωρέσουν; Ή μήπως για να χωρέσουν οι κακοί που τους κυνηγάνε;

  Θα ξαναγράψω την παράφραση που έκανα μόλις στην προηγούμενη ανάρτησή μου για την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν «Η παρακολούθηση» που παίζεται αυτή τη βδομάδα στους κινηματογράφους: τέλος κακό όλα κακά.

  Ο σκηνοθέτης παραβιάζει κατάφορα μια αφηγηματική σύμβαση χωρίς αποχρόντα λόγο κατά τη γνώμη μου. Δεν θα μάθουμε αν στο υδροπλάνο που καταφτάνει είναι οι σωτήρες τους ή οι εκτελεστές τους.

  Στις περιπέτειες, εκτός και πρόκειται για πραγματικές ιστορίες, το τέλος είναι πάντα happy, οι ήρωες καταφέρνουν να γλιτώσουν. Εδώ γιατί;

  Έχω δει και άλλες ταινίες με ανοικτό τέλος, που όμως εξυπηρετούν ένα σκοπό. Πρόχειρο  έχω πάντα τον «Ένα χωρισμό» του Ασγάρ Φαρχάντι. Η ταινία τελειώνει χωρίς να μας λέγεται με ποιον γονέα αποφάσισε να μείνει τελικά το κοριτσάκι. Αυτό όμως είχε το λόγο του. Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να μας ξεστρατίσει από το στόχο του, που είναι να καταδείξει ότι δεν έχει σημασία ποιο γονέα διάλεξε τελικά το κοριτσάκι, σημασία έχει ότι το κοριτσάκι υποφέρει από το χωρισμό των γονιών του.

  «Δεν με νοιάζει να έχω δυο μπαμπάδες και δυο μαμάδες», δικιά μου ιστορία αυτή.

  Όμως δεν ήμουν καθόλου σίγουρος.

  Να το ξαναπώ: παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες, παρά τη συναρπαστική πλοκή, παρά το 6,9 της βαθμολογίας της, η ταινία, λόγω του τέλους, ή μάλλον του μη-τέλους, με ξενέρωσε.  

Christopher Nolan, Η παρακολούθηση (Following, 1998)

 Christopher Nolan, Η παρακολούθηση (Following, 1998)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους.

  Ένας συγγραφέας που ψάχνει υλικό για το βιβλίο του, μου θύμισε τους «Επτά ψυχοπαθείς» που εξακολουθεί να προβάλλεται. Και όπως και στους «Επτά ψυχοπαθείς», εμπλέκεται με τους κακοποιούς.

  Μετά το νταβαντούρι με την «Οδύσσεια» του Νόλαν, με την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του κοινού για τον σκηνοθέτη, ήταν σχεδόν φυσιολογικό να «ξεθαφτεί» το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, η «Παρακολούθηση». written, produced, directed, photographed από τον εικοσιοκτάχρονο Νόλαν, δεν είναι κάτι που θα μας εκπλήξει, όπως και το ασπρόμαυρο, που δεν νομίζω να το επέλεξε με αισθητικά κριτήρια παρά μόνο με το κριτήριο του προϋπολογισμού. Το ίδιο και το μικρό της μήκος, μόλις μια ώρα και δέκα λεπτά. Λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Ο επίδοξος συγγραφέας παρακολουθεί τους ανθρώπους, αναζητώντας έμπνευση. Κάποιος θα τον αντιληφθεί ότι τον παρακολουθεί. Είναι μικροκακοποιός, που διαφέρει από τους άλλους κακοποιούς. Έχει τα δικά του σκεπτικά, να σχηματίσει μια εικόνα για τους ιδιοκτήτες, να τους «ταράξει» με τις επιλογές των αντικειμένων που θα κλέψει…

  Ο συγγραφέας θα τον ακολουθήσει, μπαίνοντας και ο ίδιος στο κόλπο.

  Όμως είχε παρακολουθήσει και μια γυναίκα.

  Η οποία θα εμπλακεί στην υπόθεση.

  Ευφάνταστο το σενάριο, συνεχείς ανατροπές και απροσδόκητα, δεν είναι έκπληξη η βαθμολογία της ταινίας, 7,4.

  Τέλος κακό όλα κακά, μου αρέσει να παραφράζω.

  Η αφηγηματική αναμονή σε τέτοιου είδους ταινίες, crime, είναι ο κακός να τιμωρείται, όχι να την πληρώνει ο αθώος.

  Αναγκαστικά έκανα το σπόιλερ για να δικαιολογήσω γιατί δεν μου άρεσε.

  7,4 η βαθμολογία της, εσάς μπορεί να σας αρέσει.

Sunday, August 2, 2026

Martin Scorsese, Ο ταξιτζής (Taxi driver, 1976)

 Martin Scorsese, Ο ταξιτζής (Taxi driver, 1976)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους

  Με ενδιαφέρον ξαναείδα την ταινία, που θυμάμαι πόσο μου άρεσε όταν την είχα πρωτοδεί.

  Βετεράνος του Βιετνάμ ο Ρόμπερτ ντε Νίρο (εξαιρετική ερμηνεία), υποφέρει από κατάθλιψη. Ζει μόνος, υποφέρει από αϋπνίες.

  Πώς να τις αντιμετωπίσει;

  Δουλεύοντας ταξιτζής, νυχτερινή βάρδια.

  Θα έχει διάφορες εμπειρίες με πελάτες. Ένας πελάτης είναι ο Σκορσέζε. Του λέει να σταματήσει σε μια πολυκατοικία. Να κοιτάξει ένα παράθυρο. Είναι μια γυναίκα. Είναι η γυναίκα του. Με έναν μαύρο. Του λέει ότι θα πάει να τους σκοτώσει.

  Του αρέσει μια γυναίκα, η οποία είναι στην ομάδα υποστήριξης ενός υποψηφίου για την προεδρία.

  Έξυπνο το φλερτ, τα καταφέρνει.

  Στην αρχή καφετέρια.

  Μετά σινεμά.

  Τώρα τι του ήλθε του ευλογημένου να την πάει σε ένα σινεμά που προβάλει πορνοταινίες;

  Θα το βάλει στα πόδια, και δεν θέλει να τον ξαναδεί.

  Κάθε προσπάθεια επαναπροσέγγισης καταλήγει σε αποτυχία. Θα διωχθεί κακήν κακώς από το εκλογικό κέντρο.

  Στον πρώτο σημαντικό ρόλο της η δεκατετράχρονη τότε Jodie Foster, που τη θαυμάσαμε όλοι στη «Σιωπή των αμνών»:  στο ρόλο μιας δωδεκάχρονης πόρνης.

  Ο Ντε Νίρο κουρεύει το κεφάλι του σαν ινδιάνος, γουλί αφήνοντας όμως με μια γραμμή στη μέση. Μου θύμισε το σκίτσο του Ίντσου Να Τιάρα Λαμάτα, του Γενναίου Αετού με την Τρυφερή Καρδιά, κορυφαίου ποδοσφαιριστή στο παιδικό μου ανάγνωσμα «Γκρέκο, ο ήρως των γηπέδων», κάποιοι της γενιάς μου μπορεί να το διάβαζαν.

  Διάβασα, αν θυμάμαι καλά, ότι το κούρεμα αυτό συμβολίζει την αγνότητα της προαποικιακής, προ-κολομβιανής εποχής. Αλλά το chatgpt μου λέει ότι αυτός ο συμβολισμός δεν είναι ευρέως αποδεκτός. «Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία είναι ότι θυμίζει πολεμιστή/μονομάχο και δηλώνει ότι ο Τράβις έχει περάσει σε μια κατάσταση «πολέμου» και αυτοκαταστροφής». Πράγματι, γεμίζει ένα φάκελο με λεφτά για την Τζόντι λέγοντάς της ότι σε λίγο θα είναι νεκρός. Σίγουρα βρίσκεται σε κατάσταση αυτοκαταστροφής.

  Θα αποτύχει να δολοφονήσει τον υποψήφιο πρόεδρο, θα τον εντοπίσουν έγκαιρα όμως θα προλάβει να το σκάσει.

  Θα πάει εκεί που δουλεύει η Φόστερ, σαν πελάτης. Θέλει να τη βοηθήσει να δραπετεύσει από τον νταβατζή της και το αφεντικό του ξενοδοχείου-μπουρδέλου.

  Θα σκορπίσει το θάνατο, αλλά θα τραυματιστεί και ο ίδιος σοβαρά. Η Τζόντι θα σωθεί και θα γίνει ήρωας. Οι γονείς της θα τον κατευχαριστήσουν.

  Trivia: Κάποιος επώνυμος έσωσε μια ρουμάνα escort φυγαδεύοντάς τη στην πατρίδα της, βγάζοντάς της μάλλον καινούριο διαβατήριο, οι τράφικερ έχουν τις κοπέλες ομήρους κρατώντας τους τα διαβατήρια. Του έστειλε πολλά ευχαριστήρια γράμματα από την πατρίδα της. Παντρεύτηκε, και σε ένα από τα τέσσερα παιδιά της έδωσε το όνομά του.

  Θα κάνω ένα μικρό σπόιλερ, δεν μπορώ.

  Εκτός από το ότι ηρωοποιήθηκε που εξόντωσε τους κακοποιούς υπάρχει και μια μικρή νύξη για ένα ενδεχόμενο happy end με την κοπέλα που την πήγε στο πορνοσινεμά.

  8,2 η βαθμολογία της αξίζει να την (ξανα)δε

Friday, July 31, 2026

Kei Ishikawa, Αχνή θέα των λόφων (A pale view of hills, 2025)

 Kei Ishikawa, Αχνή θέα των λόφων (A pale view of hills, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως με χαρακτήρισε ο καθηγητής Steven Tötösy de Zepetnek, θα συγκρίνω την ταινία με τα «Απομεινάρια μιας μέρας».

  Να πω καταρχάς ότι διάβασα και το μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro του οποίου αποτελεί μεταφορά, και από το οποίο ελάχιστα ξεφεύγει.

  Βλέπω δυο μεγάλες ομοιότητες:

  Η πρώτη: κινείται και αυτό σε δυο επίπεδα, με παρόμοια σχεδόν χρονική διαφορά. Εδώ είκοσι χρόνων, 1952 και 1982.

  Ο Ισιγκούρο, με το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα, μεταβαίνει στη γενέθλια πόλη του, το μαρτυρικό Ναγκασάκι, από το οποίο μετακόμισαν οι γονείς του για την Αγγλία όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, το 1958, αποτίοντάς του κατά κάποιο τρόπο ένα φόρο τιμής. 1952 το πρώτο επίπεδο, με τις αναμνήσεις της Etsuko. 1982 το δεύτερο, χρονιά κατά την οποία αφηγείται τις αναμνήσεις της στην κόρη της τη Niki.

  Η δεύτερη: γίνεται επίσης σύγκριση του παλιού με το καινούριο.

  Ο μαθητής κατηγορεί τον δάσκαλό του, πατέρα του Jiro, άντρα της Etsuko, ότι με τη διδασκαλία τους (υποταγή στους ανωτέρους, πίστη στη θεϊκή καταγωγή του αυτοκράτορα…) εξέθρεψαν τον μιλιταρισμό τον οποίο πλήρωσε πανάκριβα η Ιαπωνία. Οι αντιφρονούντες, πέντε φοιτητές, φυλακίσθηκαν το 1938, και ένας από τους υπεύθυνους ήταν αυτός. Αυτοί οι πέντε φοιτητές ανήκουν στους πρωτεργάτες των αλλαγών που συντελούνται σήμερα στην Ιαπωνία, αλλαγές που προωθήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά την αμερικανική κατοχή, όπως ο εκδημοκρατισμός του πολιτεύματος.  Ακούς εκεί, η γυναίκα να ψηφίζει διαφορετικό κόμμα από ό,τι ο άντρας της; Και πού είναι η υποταγή;

  Trivia: Θυμάμαι που διάβασα πριν χρόνια, ότι όταν ο αυτοκράτορας δήλωσε ότι δεν έχει θεϊκή καταγωγή, κάποιοι γιαπωνέζοι αυτοκτόνησαν.

  Την αυτοκτονία οι γιαπωνέζοι την έχουν στο τσεπάκι τους. Η μεγάλη κόρη της Etsuko αυτοκτόνησε. Σε ένα μυθιστόρημα του Haruki Murakami, το «Νορβηγικό δάσος», υπάρχουν τουλάχιστον πέντε αυτοκτονίες.

  Υπάρχει και μια παράλληλη-παρόμοια ιστορία με αυτή της Etsuko, της Sachiko.

  Είναι από αυτούς που γλίτωσαν από την έκρηξη της μπόμπας. Αν θυμάμαι καλά (από το μυθιστόρημα), ο άντρας της και τα τέσσερα αδέλφια της σκοτώθηκαν.

  Ζει σε μια παράγκα με την κόρη της τη Mariko. Ατίθασο κοριτσάκι, της δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Η Etsuko τη βοηθάει βρίσκοντάς της δουλειά σε ένα μαγέρικο.

  Υπάρχουν μικροσασπένς, με την Mariko που εξαφανίζεται.

  Η Mariko νομίζει πως βλέπει μια γυναίκα.

  Η γυναίκα αυτή έπνιξε το μωρό της (υποθέτουμε, για να μη μεγαλώσει προβληματικό, έχοντας δεχθεί ραδιενέργεια) μέσα στο νερό του ποταμού, σαν γατί. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε.

  Η Etsuko ετοιμάζεται να αναχωρήσει για την Αμερική με τον Frank, που δεν τον χωνεύει καθόλου η Mariko.

  Στην ταινία δεν αναφέρεται ότι μια προηγούμενη φορά την έστησε, ότι είχε βρει μια γκόμενα. Είπαμε, σε μια ταινία δεν μπορούν να χωρέσουν όλα όσα υπάρχουν σε ένα μυθιστόρημα.

  Ας το πω από τώρα: ο Ishikawa «δεν μου πάει», όπως έλεγε ο Κουμανταρέας για τον Φώκνερ. Πολλά επεισόδια είναι άχρωμα, όπως μια εκδρομή, στην οποία η αφήγηση εστιάζει στην Mariko, επεισόδιο που δεν είναι καταλύτης, που να προωθεί δηλαδή τη δράση, αλλά και ελάχιστα δείκτης, που να φωτίζει μια κατάσταση ή ένα πρόσωπο, με εξαίρεση εκείνο της Mariko, για την οποία έχουμε ήδη σχηματίσει μια εικόνα. Κάνει ένα παιδί να πέσει από το δέντρο όπου είχε επιχειρήσει να σκαρφαλώσει και αυτό ακολουθώντας τη (στην ταινία δεν φαίνεται η ενοχή της), και μιλάει άσχημα στους πελάτες στο φαγάδικο όπου εργάζεται η μητέρα της.

  Η Etsuko δεν έχει γεννήσει ακόμη, είναι έγκυος.

  Αφηγηματικό κενό:

  Ούτε η κόρη της η Keiko, την οποία γέννησε εν τω μεταξύ, ήθελε να πάει στην Αγγλία με τον καινούριο άντρα της μητέρας της. Ο Jiro τι απέγινε; Πέθανε; Χώρισαν;   

  Δεν μας λέει τίποτα ο Ισιγκούρο.

  Δεν χώνεψε ποτέ τον πατριό της.

  Τι άλλα προβλήματα να κουβαλούσε άραγε, που την ώθησαν να κρεμαστεί;

  6,5 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο.

Thursday, July 30, 2026

Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 


Από σήμερα στους κινηματογράφους

 

  Πρώτη φορά βρέθηκα αμήχανος, πώς να προσλάβω την ταινία∙ δηλαδή ένα μέρος της.

  Η μεγαλοαστή επιμένει με το ζόρι να νοικιάσει τον πάνω όροφο του σπιτιού του ομότιμου καθηγητή Μπαρτ Λάνγκαστερ στο όνομα του νεαρού, κατά δεκατρία χρόνια μικρότερού της, εραστή της. Θα σκαρφιστεί χίλια όσα για να τον πείσει.

  Είναι παντρεμένη, ο άντρας της το ξέρει.

  Στο σπίτι του θα του κουβαλιούνται, εκτός από τον εραστή (για την ακρίβεια, επάγγελμα ζιγκολό), η κόρη της με το φίλο της. Είναι σεξουαλικά απελευθερωμένοι οι νέοι, θα τους δούμε σε τρίο.

  Είναι μήπως μια κριτική για την ασύδοτη σεξουαλικά μεγαλοαστική τάξη (μητέρα) αλλά και μια συμπαθητική εικόνα της σεξουαλικά απελευθερωμένης νεολαίας (κόρη);

  Ο Βισκόντι πιστεύω τους νέους τους βλέπει με συμπάθεια. Η κόρη έχει «ερωτευθεί» τον Μπαρτ Λάγκαστερ, κάποια στιγμή θα τον φιλήσει.

  Με μεγαλύτερη συμπάθεια όμως βλέπει τον εραστή, που είναι ένα διπλότυπο των φιλόδοξων νεαρών του Σταντάλ αλλά και κάποιων του Μπαλζάκ, που ονειρεύονται να ανέβουν κοινωνικά. Αυτό που καταφέρνει είναι να κερδίσει χρήματα, μη έχοντας καμιά αμφιβολία ότι κατά βάθος τον περιφρονούν.

  Κυρίως όμως η ταινία είναι, νομίζω, ένα σχόλιο πάνω στη μοναξιά της γεροντικής ηλικίας, που βέβαια με άγγιξε ιδιαίτερα. Καλύτερο το ταρακούνημα, όσο οδυνηρό αν είναι κάποιες φορές, παρά η μονοτονία της μοναξιάς.

  Βρε μα ποιον μου θυμίζει ο καθηγητής με το μουστάκι, ποιον μου θυμίζει…

  Στο τέλος θυμήθηκα: έναν άλλο καθηγητή.

  Και ένα τελευταίο σχόλιο.

  Γράφω συχνά ότι για μένα μετράει περισσότερο το σενάριο. Και το επεισόδιο που με καθήλωσε ιδιαίτερα ήταν η συζήτηση που είχαν τα μέλη αυτής της κομπανίας στο τέλος της ταινίας, συζήτηση και θέσεις πάνω σε θέματα πολύ ενδιαφέροντα.

  7,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.