Book review, movie criticism

Tuesday, December 4, 2018

Hirokazu Koreeda, Still walking (歩いても 歩いても2008)




  Εν όψει της μεθαυριανής προβολής της ταινίας «Κλέφτες καταστημάτων».
  Τελικά μ’ αυτή την ταινία συνειδητοποιώ πόσο μεγάλος είναι ο Κορέεντα. Και επίσης βλέπω για άλλη μια φορά πόσο σημαντικό είναι το σενάριο, το οποίο, όπως άλλωστε και σ’ όλες του τις ταινίες εκτός από την πρώτη, υπογράφει ο ίδιος. Τελικά τα films dauteur είναι τα καλύτερα.
  Ο Syd Field, του οποίου το έργο «The foundations of screenwriting» έχω αφήσει στη μέση ξαναδιαβάζοντάς το για δεύτερη φορά και πρέπει κάποια στιγμή να το τελειώσω, θα απέρριπτε εντελώς το σενάριο του Κορέεντα. Δεν υπάρχει η τριμερής δομή την οποία θεωρεί εκ των ων ουκ άνευ για ένα καλογραμμένο σενάριο, ούτε τα σασπένς και οι ανατροπές, τα οποία θεωρώ εγώ επίσης σαν τα καλύτερα στοιχεία σε μια αφήγηση. Βέβαια κρατάω πάντα πισινή, λέγοντας ότι υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Και η ταινία αυτή του Κορέεντα είναι μια λαμπρή εξαίρεση.
  Μαζεύονται τα παιδιά στο πατρικό για το ετήσιο μνημόσυνο του μεγάλου αδελφού. Είναι ο μικρός αδελφός με τη γυναίκα του και με τον μικρό γιο της (είναι χήρα από τον πρώτο της άνδρα) και την αδελφή του με τον άνδρα της και τα δυο παιδιά τους. Στο πατρικό είναι ο πατέρας τους, γιατρός και ιδιοκτήτης κλινικής, με τη μητέρα τους.
  Και βλέπω για άλλη μια φορά την ανθρωπιά που χαρακτηρίζει τους ήρωες, αν όχι όλου του γιαπωνέζικου κινηματογράφου τον οποίο δεν έχω δει, οπωσδήποτε των κορυφαίων σκηνοθετών, την τριανδρία «Κουροσάβα-Όζου-Μιτζογκούτσι».
  Ο μεγάλος αδελφός πνίγηκε προσπαθώντας να σώσει ένα παιδί. Αυτό το παιδί, έναν ευτραφή νεαρό τώρα, επιμένει η μητέρα του να τον καλούν κάθε χρόνο στο μνημόσυνο, για να νιώσει τι πόνος ήταν το αντάλλαγμα για τη δική του ζωή. Ο φουκαράς εκφράζει με κάθε τρόπο τη θλίψη του για το γεγονός.
  Και ο πατέρας;
  Όταν πνίγηκε ο γιος δεν έτρεξε αμέσως. Είχε στην κλινική του ασθενείς με τροφική δηλητηρίαση, κινδύνευε η ζωή τους, δεν μπορούσε να τους αφήσει.
  Σε όλη την ταινία αυτό που βλέπουμε είναι σκηνές από την οικογενειακή ζωή, άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο τυπικές. Έξυπνοι διάλογοι διανθισμένοι συχνά με χιούμορ, ωραίο στήσιμο και εξαιρετικές ερμηνείες. Και βέβαια με ενδιαφέρει και το ανθρωπολογικό στοιχείο, τι κάνουν στην επίσκεψη σε ένα νεκροταφείο. Βλέπω να κάνουν κάτι που δεν κάνουμε εμείς, να χύνουν νερό πάνω στην μαρμάρινη στήλη για να δροσίσει, καθώς έχει πυρώσει από τον ήλιο. Ξαναβλέπω επίσης να τρώνε καθισμένοι στο πάτωμα, πάνω σε χαλάκια ενώ ο πατέρας είναι καθισμένος σε μια καρέκλα με σχεδόν ανύπαρκτα πόδια, ενώ μπροστά τους είναι ένα χαμηλό τραπέζι, σαν το σοφρά της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου.
  Ακούσαμε και το εξής ωραίο, παρατήρηση της μαμάς που βέβαια δεν είδε με καλό μάτι το γάμο του γιου της με μια χήρα η οποία μάλιστα έχει ένα παιδί: «Καλύτερα θα ήταν να είχε πάρει μια ζωντοχήρα παρά μια χήρα». Γιατί; Διότι η ζωντοχήρα χώρισε από έναν άντρα που είτε αυτή δεν τον ήθελε είτε αυτός δεν την ήθελε, ενώ η χήρα έχασε έναν άντρα που αγαπούσε, και πιθανόν το πένθος για τον θάνατό του δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ. Αυτά δεν τα εκφράζει τόσο απερίφραστα, αλλά υποδηλώνονται μ’ αυτά που λέει.
  Απλές επιφυλάξεις, γιατί φέρονται με μεγάλη καλοσύνη τόσο σ’ αυτήν όσο και στο γιο της. Και φυσικά ο άντρας της τον αντιμετωπίζει σαν δικό του γιο.
  Χαίρομαι που και οι περισσότεροι που είδαν την ταινία έχουν την ίδια άποψη με μένα όπως δείχνει η υψηλή της βαθμολογία στο IMDb, 8.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Hana».


Grímur Hákonarson, Rams (Hrútar, Δεσμοί αίματος 2015)


Grímur Hákonarson, Rams (Hrútar, Δεσμοί αίματος 2015)


  Όλοι μας ξέρουμε περιπτώσεις που αδέλφια δεν μιλιούνται για διάφορους λόγους, κυρίως όμως για περιουσιακά. Πόσα όμως φιλιώνουν στο τέλος; Δεν ξέρω καμιά περίπτωση αλλά ασφαλώς θα υπάρχουν, σπάνιες μάλλον.
  Το θέμα της συμφιλίωσης δυο αδελφών, με ένα δραματικό τρόπο, μας δίνει ο ισλανδός Γκρίμουρ Χάκοναρσον στην ταινία του «Δεσμοί αίματος», ή «Κριάρια» όπως είναι ο αγγλικός τίτλος, μετάφραση του ισλανδικού.
  Τα δυο αδέλφια, o Gummi και ο Kiddi, είναι κτηνοτρόφοι, όπως και όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της περιοχής. Όμως έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. O Kiddi είναι αλκοολικός και δεν ξέρω τι άλλο, έτσι ο πατέρας τους άφησε την κληρονομιά στον Gummi. Όμως αυτός, μεγαλόψυχα, τον άφησε να ζήσει στο διπλανό σπίτι, έχοντας το δικό του κοπάδι.
  Έχει πλάκα το πώς επικοινωνούν όταν είναι απόλυτα αναγκασμένοι: το σκυλί του Gummi μεταφέρει τα μηνύματα, κρατώντας τα στα δόντια.
  Σε ένα διαγωνισμό για το καλύτερο κριάρι ο Kiddi παίρνει το πρώτο βραβείο ενώ ο Gummi το δεύτερο, πράγμα που προκαλεί τη ζήλεια του. Θα πάει να ψάξει το βραβευμένο κριάρι και θα ανακαλύψει ότι πάσχει από την ασθένεια crampie. Θα το πει στους αρμόδιους και θα έρθουν να το ερευνήσουν, πράγμα που θα εξοργίσει αφάνταστα τον Kiddi, φτάνοντας στο σημείο να του επιτεθεί.
  Όμως η πρόχειρη διάγνωση του Gummi επιβεβαιώνεται, τα ζώα πρέπει να θανατωθούν και ο χώρος να καθαριστεί και να απολυμανθεί, για να μη μεταδοθεί η αρρώστια σε όλη τη χώρα. Το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι υπόλοιποι κτηνοτρόφοι.  
  Κανείς τους δεν συμμορφώνεται. Ο Gummi θα κρύψει κάποια ζώα ενώ ο Kiddi δεν θα απολυμάνει. 
  Είναι τσακωμένοι, όμως όταν ένας περαστικός φέρνει τον Kiddi που είχε πέσει αναίσθητος από το πιοτό πάνω στα χιόνια κοντά στο σπίτι του Gummi, ο Gummi τον περιποιείται. Και όταν οι αρμόδιοι ανακαλύπτουν τα κρυμμένα ζώα, και οι δυο τους θα τα κατευθύνουν, μέσα σε χιονοθύελλα, σε ένα οροπέδιο όπου θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Είναι τα μόνα εναπομείναντα από αυτή τη ράτσα.
  Το όχημά τους με το οποίο πιλαλούν τα πρόβατα θα κολλήσει στο χιόνι. Θα χαθούν. Όταν ξημερώσει ο Kiddi θα δει τον Gummi παγωμένο πάνω στο χιόνι. Θα σκάψει κάτω από το χιόνι ένα καταφύγιο, θα τον σύρει μέσα, θα τον γυμνώσει και θα γυμνωθεί και ο ίδιος και θα τον αγκαλιάσει να τον ζεστάνει. -Θα τα καταφέρεις Gummi, του λέει. Κάτι ανάλογο είχε γίνει και μ’ αυτόν.
  Θα τα καταφέρει;
  Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να υποβαθμίσει το μήνυμά του, το μήνυμα της συμφιλίωσης, κάνοντας την ταινία του ταινία περιπέτειας με αίσιο τέλος. Μπορεί να τους βρήκαν και να τους έσωσαν, μπορεί και όχι, δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό για τον σκηνοθέτη, αλλά το γεγονός της συμφιλίωσης.
  Θυμήθηκα τον συγχωρεμένο τον Μανώλη τον Ατζαράκη, τον μέθυσο του χωριού. Μεθυσμένος γύριζε σπίτι από το καφενείο ένα βράδυ με χιονιά. Στο δρόμο έπεσε και δεν μπόρεσε να σηκωθεί. Δυστυχώς δεν βρέθηκε κανείς να τον δει όπως τον Kiddi. Το επόμενο πρωί τον βρήκαν παγωμένο, νεκρό.
  Εξαιρετική ταινία που βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που το αφηγήθηκε ο πατέρας του σκηνοθέτη. Δυο αδέλφια δεν μιλιόντουσαν για 40 χρόνια, και αιτία ήταν μια γυναίκα.
  Κατανοητό. Η βικιπαίδεια όμως δεν μας ενημερώνει αν τελικά φίλιωσαν.

Monday, December 3, 2018

Hirokazu Koreeda, Hana (花よりもなほ 2006)


Hirokazu Koreeda, Hana (花よりもなほ 2006)


  Εν όψει της προβολής την επόμενη Πέμπτη της ταινίας «Κλέφτες καταστημάτων».
  Να και μια ταινία εποχής του Κορέεντα.
  Η δράση τοποθετείται το 1702. Το γιατί τότε, θα το δούμε παρακάτω.
  Δεν θυμάμαι να το έχω γράψει, οι ταινίες σαμουράι είναι αγαπημένο μου είδος και έχω δει αρκετές. Την αγάπη αυτή μου την ενέπνευσε ο Ακίρα Κουροσάβα, με ταινίες όπως «Οι επτά σαμουράι» και «Γιοζίμπο». Έτσι με ενθουσιασμό διάβασα την επιγραμματική περίληψη στο IMDb: A troubled young samurai seeks revenge for the death of his father. Αυτό όμως το έχω ξαναγράψει, ότι τα έργα εκδίκησης μου αρέσουν.
  Τελικά διαψεύστηκα στις αφηγηματικές μου προσδοκίες. Ούτε εκδίκηση είδα ούτε μονομαχίες σαμουράι. Γιατί το θέμα της ταινίας δεν ήταν η εκδίκηση, ήταν η βεντέτα. Και τη βεντέτα την αντιμετωπίζει στο έργο αυτό ο Κορέεντα όπως και η Ιωάννα Καρυστιάνη στο μυθιστόρημά της «Κουστούμι από χώμα», με απαξίωση.
  Ο Soza υποσχέθηκε στον ετοιμοθάνατο πατέρα του ότι θα εκτελέσει την παράκλησή του, να πάρει εκδίκηση για τον θάνατό του. Όμως δεν είναι κανένας έμπειρος σαμουράι, σε μια μονομαχία είναι αμφίβολο αν γλιτώσει. Βέβαια δεν είναι αυτός ο λόγος, απεχθάνεται τη βία. Ζει φτωχικά παραδίνοντας μαθήματα σε παιδιά. Η υπόσχεση που έδωσε στον πατέρα του κλονίζεται όταν βλέπει ότι αυτός τον οποίο ζητάει να εκδικηθεί είναι επίσης ένας ξεπεσμένος σαμουράι που ζει μέσα στη φτώχεια, έχοντας γυναίκα και παιδιά. Δεν είναι σωστό να αφήνει ένας πατέρας κληρονομιά στο γιο του το μίσος, ακούγεται στην ταινία, νομίζω από την όμορφη χήρα με τον μικρό, που ψιλοφλερτάρονται.
  Υπάρχει ένα δρώμενο που παίζεται επετειακά στο χωριό, ένα έργο εκδίκησης. Βλέπουμε σκηνές από τις πρόβες και από την τελική παράσταση, που λειτουργούν παρωδιακά. Και βέβαια έχουμε τους 47 ronin, που ζουν σ’ αυτό το χωριό ετοιμάζοντας την εκδίκησή τους. Θα δούμε μόνο μια σύντομη σκηνή, όταν κυκλώνουν το σπίτι του Κίρα. Αυτός είναι ο λόγος που η πλοκή τοποθετείται το 1702, τότε που συνέβησαν τα γεγονότα.
  Παλιά είχα δει τους «47 ronin» του Kenji Mizoguchi, και τόσο πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία που είδα σχεδόν όλες τις ταινίες που έχουν γυριστεί με αυτό το θέμα. Έγραψα και γι’ αυτές δυο λόγια στην ίδια ανάρτηση.
  Η τελευταία σκηνή δίνει χαρακτηριστικά την όλη ιδέα του έργου. Ένας πιτσιρικάς φωνάζει στο ζευγάρι (που δεν θα το δούμε ζευγάρι στο πλαίσιο της ιστορίας αλλά το ζευγάρωμά τους προσημαίνεται ποικιλοτρόπως). Αυτοί σταματούν και γυρνάνε (το frame που έβαλα για την ανάρτηση). Αυτός τους ρωτάει: «Υπάρχει κανένα ιδιωτικό σχολείο εδώ κοντά;».
  Καιρός για γράμματα, όχι για άρματα.
  Και δυο λόγια για τον τίτλο.
  Βάζω τα γιαπωνέζικα στο translate.google.com και η μετάφραση που μου βγάζει είναι flower than flower. Βάζοντας χωριστά τις λέξεις διαβάζω λουλούδι /περισσότερο από/ φεγγάρι. Λουλούδι πιο όμορφο από φεγγάρι; Βλέπω ότι οι γιαπωνέζοι χρησιμοποιούν το ίδιο ιδεόγραμμα με τους κινέζους για το λουλούδι, , που εκείνοι το προφέρουν χουά.
  Τη λέξη hana (ο τόνος στη λήγουσα) την ήξερα από τη μελέτη μου για το γιαπωνέζικο θέατρο («Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας, ΑΛΔΕ 2010). Κάνω αντιγραφή και επικόλληση.
  «Το  hanna (λουλούδι), είναι μια άλλη έννοια που χρησιμοποιεί ο  Zeami. Εκδηλώνεται με την επιτυχή αλληλεπίδραση ανάμεσα στον ηθοποιό και τους θεατές, και είναι το αποτέλεσμα της τέλειας τεχνικής συν το προσωπικό ταλέντο και μαγευτικό βάθος του ηθοποιού, συν την έκπληξη του κοινού μπροστά στην  πρωτοτυπία και τη φρεσκάδα του παιξίματος, συν την προσαρμοστικότητα που προσφέρει η διαίσθηση, συν το yûgen.  Η ποικιλία και ο βαθμός της τελειότητας των συστατικών και των πιθανών συνδυασμών ερμηνεύουν την πολλαπλότητα των λουλουδιών. (Ortolani, 1995, σελ. 123)».
  O Zeami είναι ο μεγάλος θεωρητικός του Νο.
  Και δυο λόγια για την ιστορία.
  Οι στρατηγοί Tokugawa Ieyasu και Toyotomi Hideyoshi έβαλα τέρμα σε μια μεγάλη περίοδο εμφύλιου σπαραγμού μεταξύ των daimyo, των γιαπωνέζων φεουδαρχών, ενοποιώντας την Ιαπωνία κάτω από τη στρατιωτική δικτατορία του Σογκούν. Αυτό οδήγησε στην παρακμή των σαμουράι, μια και οι συγκρούσεις των daimyo σταμάτησαν, και την ανάδυση μιας αστικής τάξης που αγαπούσε το θέατρο. Τότε ήταν που άνθισε το Kabuki και το κουκλοθέατρο. Η περίοδος των σογκούν κράτησε από το 1600 έως το 1868, οπότε τα ηνία της χώρας τα ανέλαβε και πάλι ο αυτοκράτορας, που όλη αυτή την περίοδο ήταν διακοσμητικός.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Nobody knows».


Sunday, December 2, 2018

Παναγιώτα Μπλέτα, Βιομηχανία κατασκευής καταναλωτών


Παναγιώτα Μπλέτα, Βιομηχανία κατασκευής καταναλωτών, ΑΛΔΕ 2018, σελ. 98


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα εξαιρετικό δοκίμιο πάνω στο πρόβλημα της υπερκατανάλωσης 

  Πολυγραφότατη η Μπλέτα, είναι το δεύτερο βιβλίο που βγάζει μέσα στη χρονιά. Έχουμε γράψει για αρκετά βιβλία της, με το τελευταίο να είναι «Απορίες της επανάστασης». Πιο πριν ήταν η Δημοκρατία. Τώρα είναι ο καταναλωτισμός.
  Μεγάλο το πρόβλημα, και σήμερα την εποχή της κρίσης γίνεται ακόμη πιο οξυμένο. Γιατί; Διότι ενώ τα εισοδήματα έχουν συρρικνωθεί, μερικοί αργούν να παραιτηθούν από το επίπεδο ζωής που είχαν πιο πριν, εξακολουθούν να καταναλώνουν όχι μόνο πέρα από τις δυνατότητές τους, που αυτό σε κάποιο βαθμό θα ήταν κατανοητό και συγγνωστό, αλλά και πέρα από τις ανάγκες τους· εννοούμε τις πραγματικές ανάγκες τους και όχι αυτές που τους εμφυσά η «Βιομηχανία κατασκευής καταναλωτών».
  Οξυδερκής στις επισημάνσεις της, καταπέλτης στα κατηγορώ της, καίρια στις παραινέσεις της, η Μπλέτα μας δίνει όλες τις πτυχές του προβλήματος του καταναλωτισμού, που βέβαια άπτεται και άλλων παραμέτρων, όπως π.χ. η καταστροφή του περιβάλλοντος, η εξάντληση των πηγών, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα και η εξαθλίωση του Τρίτου Κόσμου, στον οποίο οδηγούμαστε και εμείς ολοταχώς. Παρέχοντας άφθονα στατιστικά στοιχεία δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς αυτά που υποστηρίζει.
  Ας παραθέσουμε ενδεικτικά κάποια κεφάλαια, που τα περισσότερα κυμαίνονται μεταξύ τριών και τεσσάρων σελίδων.
  «Πώς επιδρά στην ψυχική και σωματική υγεία του ανθρώπου;», «Πώς επιδρά στην καταστροφή του περιβάλλοντος και συνολικότερα του πλανήτη;», «Ποιος είναι ο ρόλος των χρηματιστηρίων;», «Ποιος είναι ο ρόλος των τραπεζών;», «Ποιες είναι οι ευθύνες των media;» κ.λπ. Στο προηγούμενο βιβλίο της επισημάναμε το καινούριο υφολογικό της χαρακτηριστικό, τη συχνή χρήση ερωτηματικών. Εδώ τα ερωτηματικά τα περιορίζει στους τίτλους των κεφαλαίων».
  Όμως να ξεφυλλίσουμε το βιβλίο, να δούμε τις υπογραμμίσεις μας, να παραθέσουμε αποσπάσματα και ενδεχόμενα να σχολιάσουμε, όπως κάνουμε σε όλες μας τις βιβλιοκριτικές. Ας ξεκινήσουμε με έναν ορισμό.
  «Ως ελεγχόμενη κατανάλωση ορίζω την κατανάλωση που αντιστοιχεί στις βασικές διατροφικές και άλλες του ανάγκες έτσι ώστε να επαρκούν καταναλωτικοί πόροι για όλους τους ανθρώπους και τα ζώα στον πλανήτη, χωρίς την υπερεκμετάλλευση του πλανήτη» (σελ. 32).
  Συνήθως την σκεφτόμαστε σε συνάρτηση με το πορτοφόλι μας, όμως μια βασική παράμετρος είναι το περιβάλλον. Όσο μεγαλύτερη η κατανάλωση, τόσο μεγαλύτερη η επιβάρυνση του περιβάλλοντος.
  Και μια κριτική στον (νέο)φιλελευθερισμό:
  «Εξάλλου η ιστορία έχει δείξει ότι οι επιδόσεις των αναπτυγμένων χωρών κατά τις περιόδους του κρατικού παρεμβατισμού ήταν πολύ μεγαλύτερες σε επίπεδο ανάπτυξης, πιο ισομερούς κατανομής εισοδημάτων και λιγότερων οικονομικών κρίσεων, από τις περιόδους εκείνες που οι οικονομίες τους αφομοιώθηκαν από την ελεύθερη αγορά» (σελ. 50-51).
  Η παρακάτω ιδέα δεν είναι καθόλου άσχημη:
  «Η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις τοπικές επιχειρήσεις αποτελεί άλλο ένα κίνητρο για να στραφούν οι καταναλωτές στην εθνική αγορά, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να ανταγωνίζονται τις τιμές στα προϊόντα των πολυεθνικών» (σελ. 57).
  Μόνο έτσι θα υλοποιηθεί το slogan «Προτιμάτε ελληνικά προϊόντα».
  Και μια ρήση του Umberto Eco:
  «…η διαφήμιση συνέβαλε στο να κάνει και τον φτωχό να θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να θέλει να αποκτήσει τα αγαθά που έχουν οι πλούσιοι. Έτσι λοιπόν τον έμαθε να τα διεκδικεί και να υπερχρεώνεται γι’ αυτά» (σελ. 79).
  «Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα σου σπάσει ο κλώνος/ και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος» λέει μια κρητική μαντινάδα. Βέβαια μιλάει για τον έρωτα, όμως έχει και μια εφαρμογή εδώ. Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά, σαν μεταφορά του «πάει, τη φούσκωσες την πιστωτική σου κάρτα, άντε τώρα να την ξεχρεώσεις».
    Και φυσικά η διαφήμιση συνέβαλε στο να θέλει η καθεμιά και ο καθένας ένα σύντροφο/συντρόφισσα σαν αυτόν/αυτή που διαφημίζει αυτά τα αγαθά.
  Σήμερα ισχύει το δόγμα «Καταναλώνω άρα υπάρχω» (σελ. 83).
  Υπάρχουν πολλές παραφράσεις του καρτεσιανού cogito, ergo sum. Μια δική μου είναι «πονάω, άρα υπάρχω». Ο Ντεκάρτ θα νοιώθει ιδιαίτερα περήφανος εκεί ψηλά στους ουρανούς που βρίσκεται.
  Συχνά στις κριτικές μου αυτοβιογραφούμαι, καθώς διαβάζοντας θυμάμαι. Θα το κάνω και τώρα. Ξεκινάω από την πρώτη περίοδο του βιβλίου: «Μέχρι το 1970 η αποταμίευση αποτελούσε το βασικό θεμέλιο ενός νοικοκυριού».
  Και θυμήθηκα που στο γυμνάσιο μας έβαζαν έκθεση για την αποταμίευση, και η καλύτερη έπαιρνε βραβείο έναν κουμπαρά, που δεν θυμάμαι αν είχε και λεφτά μέσα. Σαν καθηγητής δίδαξα μόνο σε Λύκειο, δεν ξέρω αν παρέμεινε ο θεσμός στο γυμνάσιο. Πάντως διαβάζοντας το βιβλίο της Μπλέτας αμφιβάλλω. Οι «μεγάλες δυνάμεις» της οικονομίας θα έβαλαν τα μεγάλα μέσα στο υπουργείο παιδείας για να καταργηθεί. Τι διάβολο, εμείς θέλουμε να κάνουμε καταναλωτές, όχι αποταμιευτές.
  Εγώ ήμουν πάντα πνεύμα αντίρρησης και διαφωνίας. Γράφω λοιπόν στην έκθεσή μου ότι όποιος αποταμιεύει είναι βλάκας, γιατί θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο, να επενδύσει τα χρήματά του σε μια επιχείρηση. Ο καθηγητής μου, θεολόγος μια και τότε υπήρχε έλλειψη φιλολόγων, μπήκε οργισμένος στην τάξη και μου είπε αγριεμένος: «Ωρέ Δερμιτζάκη, πληρωμένο ωρέ να σε ’χα δεν ήθελ’ α μου γράψεις τέτοια πράγματα».
  Δεν ήταν ο κύριος λόγος που ανέπτυξα έτσι την έκθεσή μου. Ήξερα ότι όσο καλή και να την έγραφα, όπως και άλλοι συμμαθητές μου, τον κουμπαρά θα τον έπαιρνε ο γιος του δικηγόρου, του γιατρού, του τραπεζικού, και όχι ένα χωριατάκι, γιος ενός φτωχού γεωργού.
  Το ίδιο πνεύμα διαφωνίας εκφράστηκε και στο Λύκειο. Θυμάμαι που έγραψα σε ανάλυση του «Διγενή Ακρίτα» ότι δεν ήταν και τόσο σπουδαίος αφού χρησιμοποιούσε μόνο τη μυϊκή του δύναμη, ενώ ο Τζέημς Μποντ χρησιμοποιούσε και το μυαλό του. Μια άλλη φορά έφερα στην τάξη και διάβασα αποσπάσματα από το «Λυκόφως των ειδώλων» του Νίτσε στα οποία κατακεραύνωνε τον Σωκράτη. Δημοκρατικός ο φιλόλογός μου ο Δημήτρης Παπαδάκης, που με ενθάρρυνε στη συγγραφή και πρέπει να τον ευχαριστήσω κι από αυτές τις γραμμές, όπως και τον Νίκο τον συνονόματο που με ενθάρρυνε στην τρίτη γυμνασίου στα λογοτεχνικά μου πετάγματα, δεχόταν τη διαφορετική αντίληψη στα πλαίσια ενός δημοκρατικού διαλόγου.
  Όμως ο λόγος για τη «Βιομηχανία κατασκευής καταναλωτών» της Παναγιώτας. Εξαιρετικό όπως και όλα της τα βιβλία, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Saturday, December 1, 2018

Mark Herman, The boy in the striped pyjamas (Το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα, 2008)


Mark Herman, The boy in the striped pyjamas (Το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα, 2008)


  Την περίπτωση τη διάβασα στα πεταχτά: ο γιος του διοικητή ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης έπαιζε με τα παιδιά του στρατοπέδου, και όταν τα μάζεψαν για τα κρεματόρια ήταν κι αυτό μέσα.
  Μου φάνηκε υπερβολικό, αλλά δεν το έψαξα. Βλέποντας την ταινία, και μη βλέποντας το γνωστό «βασισμένη σε αληθινή ιστορία», κατάλαβα ότι αυτό που είχα διαβάσει ήταν το στόρι της ταινίας.
  Το οκτάχρονο αγοράκι νοιώθει μοναξιά στην ερημιά που πήγαν. Χωρίς φίλους, θα δει ένα αγοράκι πίσω από τα συρματοπλέγματα. Θα πιάσει φιλίες μαζί του και θα του φέρνει τρόφιμα. Έχουν την ίδια ηλικία. Κάποια στιγμή θα παίξουν και ντάμα. Το εβραιάκι του λέει ποια πούλια να κινήσει κάθε φορά που έρχεται η σειρά του.
  Κάποια στιγμή το εβραιάκι χάνει τον πατέρα του. Κάπου τους πήγαν για δουλειά και δεν ξαναγύρισε. Κανένα τους δεν ξέρει τι είναι στην πραγματικότητα αυτό το στρατόπεδο εργασίας. Το γερμανάκι, που θέλει να γίνει εξερευνητής, θα προθυμοποιηθεί να ψάξει μαζί του να τον βρουν. Πώς όμως θα μπει απαρατήρητο στο στρατόπεδο; Ζητά από το εβραιάκι να του φέρει ρούχα, αυτά που νόμιζε στην αρχή ότι είναι πιζάμες. Με ένα φτυάρι θα σκάψει κάτω από το συρματόπλεγμα και θα περάσει μέσα. Όμως έπεσε στην πιο ακατάλληλη στιγμή, τότε που τους μάζευαν για τα κρεματόρια. Οι γονείς του, τρελαμένοι από την αγωνία που δεν τον βρίσκουν, όταν βλέπουν τα ρούχα του μπροστά στο συρματόπλεγμα καταλαβαίνουν τι έχει συμβεί. Είναι αργά να προλάβει ο πατέρας.
  Η πιο αθώα και πιο υγιής ηθικά ηλικία είναι η πρώτη παιδική. Η δωδεκάχρονη αδελφή, με την επιρροή του παιδαγωγού της, θα κρεμάσει ναζιστικές αφίσες στο δωμάτιό της. Το αγοράκι είναι στενοχωρημένο που ο παιδαγωγός τους του απαγορεύει να διαβάζει μυθιστορήματα, πρέπει να μάθει την πρόσφατη ιστορία της Γερμανίας.  
  Όμως κάποιοι μεγάλοι έχουν αντιρρήσεις για τις χιτλερικές μεθόδους για την δημιουργία του χιλιόχρονου ράιχ. Ο ανθυπολοχαγός, φανατικός ναζιστής, θα σταλεί στο μέτωπο γιατί δεν ενημέρωσε ότι ο πατέρας του, που δεν συμμεριζόταν τα αισθήματά του για τον ναζισμό, έφυγε για την Ελβετία πριν από τέσσερα χρόνια. Η γυναίκα του διοικητή θα φρικιάσει όταν ανακαλύψει ποια είναι η αποστολή του άντρα της και τι είναι στην πραγματικότητα αυτό το στρατόπεδο εργασίας, και θα απαιτήσει να πάρει τα παιδιά της να φύγουν, δεν είναι το καλύτερο μέρος για να μεγαλώσουν, και αυτός θα συγκατατεθεί. Όσο για τη μητέρα του, αντιναζίστρια, θα σκοτωθεί σε ένα βομβαρδισμό. Η γυναίκα του θα σχολιάσει ειρωνικά το γεγονός ότι ο ανθυπολοχαγός έφυγε για το μέτωπο εξαιτίας του αντιναζιστή πατέρα του ενώ ο ίδιος, αν και η μητέρα του ήταν αντιναζίστρια, πήρε μια τόσο σημαντική θέση.
  Η φιλική σχέση που αναπτύσσουν τα δυο μικρά παιδάκια καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας και κυριολεκτικά καθηλώνει τον θεατή. Ένα μήνυμα ανθρωπιάς (να αγαπάς τον άνθρωπο) και ανθρωπισμού (να τοποθετείς τον άνθρωπο πάνω από όλα, των ιδεολογιών μη εξαιρουμένων), αυτό είναι το μήνυμα που μας δίνει η ταινία.

Αρχοντούλα Διαβάτη, Κινητή γιορτή


Αρχοντούλα Διαβάτη, Κινητή γιορτή, Θεσσαλονίκη 2018, Νησίδες, σελ. 83


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μικρά κείμενα με μια πλατιά θεματική

  Υπάρχουν συγγραφείς που αρέσκονται στη μικρή φόρμα, όπως διηγηματογράφοι στη φόρμα bonzai. Ξέρω τρεις, τον Κώστα Μαυρουδή, την Παναγιώτα Μπλέτα και την Αρχοντούλα Διαβάτη. Ο Κώστας φωτογραφίζει σχολιάζοντας, η Παναγιώτα δοκιμιογραφεί, και η Αρχοντούλα θυμάται και σχολιάζει, και οι τρεις τους κείμενα της μιας περίπου σελίδας.
  Έχουμε ξαναγράψει για την Αρχοντούλα, για άλλα πέντε βιβλία της. Σειρά έχει σήμερα η «Κινητή γιορτή».
  Λέω συχνά ότι το παιχνίδι σήμερα παίζεται στο διαδίκτυο, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά που πρωτοδημοσιεύτηκαν στα ηλεκτρονικά περιοδικά Fractal και Φρέαρ τα πρωτοδιαβάζω εδώ. Ίσως γιατί στο διαδίκτυο αναζητώ κυρίως πληροφοριακό υλικό και όχι λογοτεχνία. Κυρίως· γιατί υπάρχει και το Gutenberg project, το Scribd, κ.ά. από όπου βρίσκω λογοτεχνικά έργα που με ενδιαφέρουν. Στο Scribd έχω αναρτήσει και δικά μου.
  Κάποια από τα κείμενα είναι αυτοβιογραφικά, ή έστω οιονεί αυτοβιογραφικά. Η Αρχοντούλα ανακαλεί γεγονότα και επεισόδια από το παρελθόν και τα σχολιάζει. Το «Εσείς καλά;» είναι από τα πιο χαρακτηριστικά. Παλιά, λέει, κοίταζες τις υπογραμμίσεις σου και τα σχόλια στα περιθώρια των βιβλίων και θυμόσουνα… «Τώρα το φέισμπουκ μόνο σου λέει -εν τη μεγαθυμία του- τι έκανες, τι σκεφτόσουν, τι διάβαζες, τι φωτογράφιζες πέρσι και πρόπερσι. Κι είναι ίσως από τις λίγες φωνές που σε ρωτούν τι σκέφτεσαι, σαν να ’σαστε ερωτευμένοι» (σελ. 29).  
  Πολύ ωραίο δεν είναι;
  Κάποια άλλα κείμενα είναι ημερολογιακά. Εδώ καταγράφει εντελώς πρόσφατα γεγονότα όπως γιορτές, συναντήσεις με φίλους, κ.ά.
  Υπάρχουν ακόμη κείμενα ταξιδιωτικά. Εδώ καταγράφονται εντυπώσεις από ταξίδια διακοπών και οδοιπορικά, όπως το «Κalymnos by night» και «Αγάπης αγώνας άγονος».
  Υπάρχουν επίσης και μίνι διηγήματα σε κάποια από τα οποία η Διαβάτη μιλάει τριτοπρόσωπα, και καμιά φορά και με την περσόνα ενός άνδρα.   Σε τριτοπρόσωπη αφήγηση είναι η «Περσόνα», το πρώτο κείμενο της συλλογής, ένα δισέλιδο διήγημα, που έχει σαν θέμα τη μοναξιά και την ανάγκη για επικοινωνία.
  Στο «Η ασπίδα ή Μετά την Ιζαμπέλα Μολνάρ» μιλάει κυρίως για την αγωνία μιας μάνας που η κόρη της αργεί να επιστρέψει και το κινητό της είναι κλειστό. Τουλάχιστον οι σημερινές μανάδες καθησυχάζονται με τα κινητά, ενώ οι δικές μας ήταν όλο αγωνία.
  -Μα τι διάολο ανησυχείς ρε μάνα; -Όταν θα μεγαλώσεις και κάνεις παιδί θα καταλάβεις (ήμουν το μόνο παιδί από τη μάνα μου, από τον πατέρα μου έχω έναν αδελφό).
  Είχε δίκιο. Μεγάλωσα και κατάλαβα.
  Το «Νέα ήθη» αναφέρεται στα κινητά. «Καθισμένος μου αρέσει να παρατηρώ… Τις κοπέλες, για παράδειγμα… παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση, καθιστές ή όρθιες, το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν, όταν δεν δίνουν καλωδιωμένες αναφορά, φωναχτά για το πού πήγαν, πού θα πάνε και τι σκέφτονται, στους φίλους, στην άλλη γραμμή… και μόνο οι μεγαλύτεροι, όχι, αυτοί έχουν έτοιμη βολική την εκλογίκευση, δεν τους ενδιαφέρει η τεχνολογία, δεν αγαπούν τα κοινωνικά δίκτυα, προτιμούν σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι που έχουν χάσει το τρένο της τεχνολογίας, δεν θέλουν να προσπαθήσουν, δεν θέλουν δύσκολες προσαρμογές» (σελ. 48).
  Έχω δυο τέτοιους φίλους. Δυστυχώς στην ηλικία μας είναι πάρα πολλοί.
  Υπάρχουν τέλος κείμενα που αναφέρονται σε βιβλία και συγγραφείς. Τα βιβλία αυτά είναι λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, δοκιμιακά, κ.λπ. Πολλά από αυτά τα βιβλία τα έχω διαβάσει και εγώ, και για αρκετά έχω γράψει. Όμως τα κείμενα της Διαβάτη δεν είναι βιβλιοκριτικές με την αυστηρή έννοια, είναι ιμπρεσιονιστικά και όχι κυβιστικά, γράφει τις  εντυπώσεις της γι’ αυτά, δεν τα ανατέμνει όπως κάνει μια αυστηρή βιβλιοκριτική. Παρεμπιπτόντως οι δικές μου βιβλιοκριτικές βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα. Θα αναφερθώ πιο διεξοδικά σ’ αυτά, εν είδη διαλόγου.
  «Το τέλος της μικρής μας πόλης» είναι η δική της συμμετοχή σε ένα αφιέρωμα για τον Μάρκο Μέσκο (Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 55, Δεκέμβριος 2016). Θυμάται τη γνωριμία της με τον ποιητή, αλλά σχολιάζει και αυτή τα πεζογραφήματά του και όχι τα ποιήματά του, όπως κι εγώ στη δική μου συμμετοχή σε ανάλογο αφιέρωμα (Πάροδος, τεύχος 28, Μάιος 2009), που έχει τίτλο «Μάρκος Μέσκος, τα πεζογραφήματα της νοσταλγίας». 
  Στο «Πότε στο μαύρο, πότε στο λευκό» μιλάει για τη «Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά, για τον οποίο έχω γράψει κι εγώ: «Το πεζογραφικό έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά». Επίσης έχω γράψει κι εγώ για τον «Φύλακα στη σίκαλη». Δεν ήξερα ότι η Τζένη Μαστοράκη το ξαναμετάφρασε.  
  Τη «Σιδερένια φτέρνα» του Τζακ Λόντον δεν την έχω διαβάσει. Όμως θα αναφερθώ στο κείμενο που αναφέρεται σ’ αυτήν γιατί είναι εξαιρετικά πρωτότυπο. Γιατί είναι πρωτότυπο; Το λέει ο τίτλος: «Γράμμα σ’ ένα λογοτεχνικό ήρωα».
  Θα ήθελα να το διαβάσω κι εγώ, όμως τι να πρωτοδιαβάσεις. Του Λόντον έχω διαβάσει μόνο τον «Θαλασσόλυκο».
  Στο «Αγάπη για ποιον» η Αρχοντούλα μιλάει για το βιβλίο του Μπρεχτ «Ιστορίες του κυρίου Κόινερ» που συζήτησε η «μικρή συντροφιά της Κυριακής». Σ’ αυτή τη συντροφιά «Κάποιος μίλησε για το Ρίζωμα, το βιβλίο όπου η φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ… δεν υπερθεματίζει υπέρ της επανάστασης και μάλιστα νοιώθει φρίκη για τις συλλογικότητες, συσχετίζοντάς τις με τον μοντέρνο ολοκληρωτισμό…».
  Δεν την ξέρω, αλλά μου κίνησε το ενδιαφέρον.
  Κάποιοι από τη συντροφιά αναφέρθηκαν και σε ταινίες, όπως «Το τελευταίο σημείωμα» και το «Μυστικό συστατικό», ταινίες που έχω δει, και στο αφιέρωμα στην Ίλντικο Ενιέντι, της οποίας έχω δει τις ταινίες «Η ψυχή και το σώμα» και «Ο εικοστός μου αιώνας». Έχω γράψει γι’ αυτές καθώς τώρα πια πατάω με το ένα πόδι στη λογοτεχνία και με το άλλο στον κινηματογράφο. Μάλιστα έχω δημοσιογραφική ταυτότητα, και τις δυο πρώτες ταινίες τις είδα στη δημοσιογραφική προβολή.
  Στο «Ξαναδιαβάζοντας τον Καμύ» η Αρχοντούλα αναφέρεται στον «Ξένο». Εγώ διάβασα κάποια του Καμύ τώρα τελευταία, και ξαναδιάβασα τον «Ξένο», το μόνο του βιβλίο που είχα διαβάσει μέχρι τότε. Ο «Ξένος» μου άρεσε, τα άλλα όχι. Ο Καμύ είναι, όπως θα έλεγε και ο Κουμανταρέας, ένας συγγραφέας «που δεν μου πάει».     
  Σε αρκετά βέβαια από τα κείμενα αυτά υπάρχει μια σύμφυρση των κατηγοριών στις οποίες επιχειρήσαμε να τα χωρίσουμε. Για παράδειγμα το «Σέλφι» είναι διήγημα και ταξιδιωτικό. Εδώ με ελαφρά ειρωνεία η Διαβάτη σχολιάζει την επιστροφή από τις διακοπές: «…και θα γυρίσουν στριμωγμένοι στην κοινή τους μεγάλη σακαράκα με υπερδιπλάσια τα μπαγκάζια στο γυρισμό, από δώρα και αγορές, θα περάσουν τις φωτογραφίες στο κομπιούτερ, μαυρισμένοι, δυο κιλά βαρύτεροι, έτοιμοι να απαντήσουν χαμογελώντας στην επίμαχη ερώτηση, ναι, ονειρεμένα πέρασαν και φέτος. Και του χρόνου» (σελ. 13).   
  Παρεμπιπτόντως το ταξίδι αναφέρεται στην πατρίδα μου την Κρήτη, αν και την δυτική (εγώ είμαι από την ανατολική). Πάντως κακά κάνανε που ήπιανε ουζάκια και όχι το εθνικό μας ποτό, τη ρακή.
  Στο «Christmas Carol», διήγημα με έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, η Διαβάτη πριν μιλήσει για το βιβλίο που μαζεύτηκε να σχολιάσει η παρέα, μιλάει για τις αναμνήσεις της και τους συνειρμούς που της δημιουργούνται καθώς πηγαίνει στον τόπο συνάντησής τους. Δεν πρόκειται για παρεκβάσεις, γιατί οι «παρεκβάσεις» είναι ισότιμες με το κύριο θέμα. Το σχόλιο για την «Ιστορία ενός απλού ανθρώπου» του Γιόζεφ Ροτ στέκει ισότιμα με το περιεχόμενο της δεύτερης παραγράφου, αναμνήσεις από τα Χριστούγεννα που δίνει και τον τίτλο στο κείμενο.
  Υπάρχουν αρκετές παρεκβάσεις σε πάρα πολλά κείμενα της Διαβάτη, τα οποία γράφει θα έλεγε κανείς συνειρμικά. Γράφοντας για το κυρίως θέμα της δεν διστάζει να καταγράψει κάθε τι που θυμάται, με το οποίο μπορεί και να μην έχει μεγάλη σχέση.
  Εξαιρετικό και αυτό το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Hirokazu Koreeda, Nobody knows (誰も知らない 2004)




  Εν όψει της προβολής την επόμενη Πέμπτη της ταινίας «Κλέφτες καταστημάτων».
  Όσο και να πάει να το καλύψει στα γράμματα της αρχής ο Κορέεντα, πρόκειται για πραγματική ιστορία, με τις απαραίτητες βέβαια προσθαφαιρέσεις.
  Η γυναίκα είναι η αντιστροφή της «Lady bird, lady bird» του Ken Loach, η καλύτερη ίσως ταινία του που αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός. Ενώ στην ταινία του Ken Loach η μητέρα προσπαθεί να κρατήσει τα παιδιά της τα οποία είχε κάνει με διάφορους άνδρες χωρίς να τα καταφέρνει γιατί οι κοινωνικές υπηρεσίες την θεωρούν εντελώς ανεπαρκή, η γυναίκα στην ταινία του Κορεέντα, που και αυτή τα έχει κάνει με διάφορους άνδρες, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, τα έχει παρατήσει στη φροντίδα του μεγαλύτερου, που κι αυτό είναι μόλις δώδεκα χρονών.
  Τα λεφτά που του αφήνει τελειώνουν κάποια στιγμή. Θα ξανάρθει, θα αφήσει λίγα, θα ξαναφύγει. Και η κατάσταση γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ένα παιδί από το σουπερμάρκετ τον τροφοδοτεί κρυφά, πιθανώς με τρόφιμα που έχουν μόλις λήξει. Κάποιοι φίλοι θα τους εγκαταλείψουν, το σπίτι τους λέει βρωμάει. Θα τους κόψουν το φως. Κάποια στιγμή θα τους κόψουν και το νερό και θα παίρνουν νερό με κουβάδες από μια δημόσια βρύση. Ένα μοναξιασμένο κορίτσι, ίσως λίγο πιο μεγάλο από το αγόρι, θα τους κάνει παρέα.
  Και το ατύχημα θα συμβεί: το μικρό κοριτσάκι, εξαντλημένο από την πείνα, θα πέσει από μια καρέκλα καθώς προσπαθούσε να πιάσει κάτι από το ντουλάπι. Θα σκοτωθεί. Το αγόρι θα το βάλει σε μια βαλίτσα και με τη βοήθεια του ξένου κοριτσιού θα το θάψει κάπου κοντά στο αεροδρόμιο. Το κοριτσάκι ήθελε λέει να βλέπει τα αεροπλάνα. Και η ταινία τελειώνει χωρίς τέλος, με τα παιδιά να συνεχίζουν την ίδια ζωή.
  Η πραγματική ιστορία είναι πιο συγκλονιστική, έδωσα τον σύνδεσμο παραπάνω, αξίζει να τη διαβάσετε.    
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Distance».