Γιώργος Ιωάννου, Εύφλεκτη χώρα
Και φτάσαμε επί τέλους στο τέλος. Εννοώ την τελευταία βιβλιοπαρουσίασή μας για τον Γιώργο Ιωάννου, για το βιβλίο του «Εύφλεκτη χώρα».
Και αυτό το βιβλίο περιέχει κείμενα που είχαν ήδη δημοσιευτεί, με την εξής διαφορά: όλα τα κείμενα δημοσιεύτηκαν μόνο σε ένα έντυπο, στην εφημερίδα Καθημερινή. Και αυτά τα κείμενα επίσης έχουν δοκιμιακό και βιωματικό χαρακτήρα. Όμως εδώ το χιούμορ λιγοστεύει, δεν ξέρω γιατί.
Μια πλατιά γκάμα θεμάτων απασχολούν κι εδώ τον Ιωάννου: Οι πυρκαγιές (από εκεί και τίτλος. Πού να ζούσε να δει τι έγινε πέρυσι), οι εκλογές, οι αρχαιότητες, η ρύπανση, οι διαδηλώσεις, το βιβλίο κλπ.
Θα ξεκινήσουμε με το απόσπασμα για τις συμπτώσεις, στις οποίες αναφερθήκαμε και στην προηγούμενη βιβλιοπαρουσίαση.
«...Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι απελευθερώσεις της πόλεως σημειώθηκαν πολύ κοντά στην επέτειο του μαρτυρίου του [αγίου Δημητρίου], γύρω στις 26 του μηνός και οι δύο.
Με αυτές τις παρατηρήσεις δεν θέλω τίποτε άλλο να ισχυρισθώ παρά να επισημάνω απλώς τη σύμπτωση, που δεν είναι νομίζω αμελητέα. Οι αδίστακτες απορρίψεις ή οι ανεπιφύλακτες παραδοχές ανήκουν σε κείνους που βρίσκουν τα πάντα – και μάλιστα αμέσως – είτε με το μυαλό είτε με την πίστη. Εμείς δείχνουμε τη χρονική σύνδεση και εκφράζουμε την απορία μας» (σελ. 110)
Το ίδιο κι εμείς.
Ο Ιωάννου διαφωνεί με την επιβολή του μονοτονικού, και πιστεύει ότι οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται και το πολυτονικό, και να γράφουν πότε στο μονοτονικό και πότε στο πολυτονικό. Στις εισαγωγικές μάλιστα να μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα σε πιο σύστημα να γράφουν. Και συνεχίζει «Και πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι σε μονοτονικό οι περισσότεροι θα γράφουν. Αλλά θα το διαλέγουν. Όποιος δεν βλέπει τη διαφορά δεν του φταίω εγώ…».
Θα διαφωνήσω με τον Ιωάννου. Η δημοκρατία έχει και κάποια όρια. Αυτό το «διαλέγουμε και παίρνουμε» δεν είναι πάντα ό, τι καλύτερο. Η ταυτόχρονη χρήση και μονοτονικού και πολυτονικού μόνο σύγχυση θα δημιουργούσε. Οι κινέζοι έκαναν πιο αποφασιστικό βήμα, απλοποίησαν τη γραφή. Οι Ταϊβανέζοι βέβαια διατήρησαν την παραδοσιακή γραφή. Όμως πιστεύω ότι είναι καιρός να κάνουν το επαναστατικό βήμα, να υιοθετήσουν τη γραφή της κομμουνιστικής Κίνας. Δεν θα κινδυνέψει απ’ αυτό το καθεστώς τους. Αν κάποτε ενοποιηθούν οι δυο Κίνες, όπως οι Γερμανίες, κάποιοι θα τα βρουν σκούρα με τις δυο γραφές.
Το μονοτονικό εξασφαλίζει χρόνο στο γράψιμο. Το τελευταίο βιβλίο που μετάφρασα, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του James Hadfield, το πληκτρολόγησα σε ατονικό, για να κερδίσω χρόνο. (Μιλάμε το 1980, σε γραφομηχανή, όταν συγγραφείς και μεταφραστές δεν ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν τα κείμενα σε δισκέτα). Ο Θάνος ο Γραμμένος μου έβαλε τις φωνές, αλλά εγώ του αντέτεινα ότι αυτός που θα το πληκτρολογούσε στη φωτοσύνθεση ήξερε πού να κτυπήσει τους τόνους. Οι ρώσοι έχουν ατονικό. Μόνο στα βιβλία για μικρά παιδιά υπάρχουν τόνοι, για λόγους εκπαιδευτικούς.
Πάντως σε μένα, όσοι επιμένουν πολυτονικά, μου φαντάζουν γραφικοί. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει από το μονοτονικό, και δεν το έχει αντιληφθεί κανείς. Κινδυνεύει από τα greeklish. Στο facebook η νεολαία γράφει στα greeklish. Πάλι καλά που στα blogs γράφουν ελληνικά.
Κι εγώ γράφω greeklish, αλλά μόνο στα μηνύματα στο κινητό. Κι αυτό γιατί δεν γίνεται με εύκολο τρόπο η αλλαγή γλώσσας, όπως στον υπολογιστή.
Προβλέπω μελλοντικά να έχουμε δύο γραφές, την ελληνική και τα greeklish. Εγώ σ’ αυτή την περίπτωση θα είμαι με τους παραδοσιακούς. Πάντως δεν είναι και τόσο φοβερό, οι Γιαπωνέζοι έχουν τρεις γραφές, τα Κάντζι (ιδεογράμματα), τα χιραγκάνα και τα καταγκάνα, συλλαβικές γραφές.
Τώρα το θυμήθηκα, κάποιο έργο της Κρητικής Αναγέννησης, έχω ξεχάσει ποιο, τυπώθηκε με λατινικούς χαρακτήρες. Αλλά τότε η Κρήτη ήταν κατακτημένη στους Ενετούς.
Περάσαμε τη σελίδα, και θα ήθελα να τελειώσω με μια παιδική μου ανάμνηση, που μου ήλθε στο μυαλό διαβάζοντας το «Εκθέσεις ιδεών». Κάθε χρόνο έμπαινε έκθεση με θέμα την αποταμίευση, και η καλύτερη έπαιρνε βραβείο. Ο Ιωάννου παραθέτει τρία αποσπάσματα από εκθέσεις με αυτό το θέμα. Το πρώτο έχει την πιο μεγάλη πλάκα.
«Είμαι κατά της αποταμίευσης. Θα μου πεις, η παροιμία λέει φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι. Ε, για μένα δεν ισχύει αυτό, γιατί δεν μου αρέσουν τα φασόλια» (σελ. 123).
Και θυμήθηκα μια δική μου έκθεση με το ίδιο θέμα, όταν ήμουν μαθητής πρώτης Γυμνασίου.
Έγραψα περίπου ότι όποιος κάνει αποταμίευση είναι βλάκας, γιατί τα χρήματα του τα τρώει ο πληθωρισμός, ενώ αν τα επενδύει θα έχει μεγαλύτερα κέρδη.
Έρχεται ο καθηγητής μας στην ώρα της διόρθωσης, αγριεμένος, και απευθύνεται κατευθείαν σε μένα.
«Ωρέ Δερμιτζάκη, ωρέ πληρωμένο μωρέ να σε είχανε δεν θα μου ’γραφες τέτοια πράγματα». Ήταν ακριβώς τα λόγια του, τα θυμάμαι.
Και διαβάζω στην επόμενη σελίδα:
«Αλλά δεν έγινε γι αυτό το λόγο θέμα των εφημερίδων η ιστορία αυτή. Έγινε γιατί οι μαθητές τιμωρήθηκαν από το σχολείο τους επειδή δεν ανέπτυξαν θετικά και καταπώς αναμενόταν το θέμα «αποταμίευση». Επειδή αντιστάθηκαν στον πνευματικό καταναγκασμό. Και όποιος αντιστέκεται στους πνευματικούς καταναγκασμούς, λέγει λίγο πολύ πάντοτε κάτι το ενδιαφέρον – κάτι το πιο ενδιαφέρον – και πάντοτε, μαθηματικώς βέβαιο αυτό – βρίσκει τον μπελά του. Αλλά ακριβώς οι μπελάδες αυτοί είναι και τα μεγάλα καυχήματα της ζωής μας».
Τελικά ήμουν τυχερός. Δεν τιμωρήθηκα. Αλλά ποιο ήταν το νόημα της δικής μου αντίστασης;
Το ξέραμε όλοι, τα βραβεία τα έπαιρναν παιδιά των αξιωματούχων της πόλης, παιδιά δικηγόρων και γιατρών, όπως άλλωστε και τους μεγαλύτερους βαθμούς. Εμείς τα χωριατάκια, παιδιά γεωργών, ήμασταν καταδικασμένοι. Μας έβλεπαν πάντα με δυσπιστία. Ο μαθηματικός μου, πάλι στην πρώτη γυμνασίου, δεν πίστευε ότι είχα γράψει τόσο καλό βαθμό στο διαγώνισμα, νόμιζε ότι είχα αντιγράψει.
Αλλά ήδη γράψαμε πάρα πολλά. Κλείνουμε έτσι με τον Ιωάννου, και ραντεβού με άλλο συγγραφέα.
Ε, λοιπόν είναι για να τρελαίνεσαι.
Ετοιμάζομαι να κάνω την ανάρτηση, αλλά πιο πριν κοιτάζω τα email μου. Έχω δυο. Το ένα είναι από την Πηνελόπη Μωραΐτη, και είναι προώθησε ενός email που αναφέρεται ακριβώς στις συμπτώσεις. Το είχα ξαναπάρει παλιά, αλλά δεν θυμάμαι πού το είχα κρατήσει. Παραθέτω ένα τμήμα του.
Abraham Lincoln was elected to Congress in 1846.
John F. Kennedy was elected to Congress in 1946.
Abraham Lincoln was elected President in 1860.
John F. Kennedy was elected President in 1960.
Both were particularly concerned with civil rights.
Both wives lost their children while living in the White House.
Both Presidents were shot on a Friday.
Both Presidents were shot in the head
Now it gets really weird.
Lincoln 's secretary was named Kennedy.
Kennedy's Secretary was named Lincoln .
Both were assassinated by Southerners.
Both were succeeded by Southerners named Johnson.
Andrew Johnson, who succeeded Lincoln, was born in 1808.
Lyndon Johnson, who succeeded Kennedy, was born in 1908.
John Wilkes Booth, who assassinated Lincoln, was born in 1839.
Lee Harvey Oswald, who assassinated Kennedy, was born
in 1939.
Both assassins were known by their three names.
Both names are composed of fifteen letters.
Now hang on to your seat.
Lincoln was shot at the theatre named 'Ford'.
Kennedy was shot in a car called ' Lincoln ' made by 'Ford'.
Lincoln was shot in a theatre and his assassin ran and hid in a warehouse.
Kennedy was shot from a warehouse and his assassin ran and hid in a theatre.
Booth and Oswald were assassinated before their trials.
And here's the kicker...
A week before Lincoln was shot, he was in Monroe , Maryland
A week before Kennedy was shot, he was with Marilyn Monroe.
Το υπόλοιπο email ήταν εξίσου εντυπωσιακό, αλλά καθώς περιέχει εικόνες δεν μπορώ να το αναρτήσω. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι αυτό που αναφέρεται στο αμερικάνικο χαρτονόμισμα και στους δίδυμους πύργους.
Τώρα δεν είναι φοβερή σύμπτωση αυτές οι δυο αλλεπάλληλες συμπτώσεις που συμβαίνουν σε δυο συνεχόμενες αναρτήσεις μου, σ’ αυτή και την προηγούμενη, να κλείνω τις αναρτήσεις και να τις ξανανοίγω με θέμα μια σύμπτωση που έχει σχέση με την ανάρτηση;
Book review, movie criticism
Thursday, January 8, 2009
Wednesday, January 7, 2009
Γιώργος Ιωάννου, Εφήβων και μη
Γιώργος Ιωάννου, Εφήβων και μη
Και περνάμε στο προτελευταίο βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου που έχουμε να παρουσιάσουμε, το «Εφήβων και μη».
Ο τόμος αυτός αποτελείται από κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Τα περισσότερα είναι γραμμένα για έφηβους, ενώ και αυτά που είναι γραμμένα για μας τους μη έφηβους, που τους βλέπουμε με ζήλεια αναπολώντας τα χρόνια της εφηβείας μας με νοσταλγία, τους είναι κατανοητά.
Έχοντας διαβάσει και την «Εύφλεκτη χώρα» για την οποία θα γράψουμε μετά, μπορούμε να έχουμε πια μια αποκρυσταλλωμένη άποψη για τη γραφή του Ιωάννου.
Ο Ιωάννου δεν είναι παραμυθάς. Δεν κινείται άνετα στην επινόηση ιστοριών. Έχει περισσότερο τη στόφα του δοκιμιογράφου. Τα κείμενά του, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι ολιγοσέλιδα κείμενα που εστιάζονται σε συγκεκριμένα θέματα, συχνά βιωματικά. Σ’ αυτό εδώ το βιβλίο για παράδειγμα ο Ιωάννου μιλάει για «Τη νύχτα του σεισμού», για «Τον ένδοξο Μακεδονικό αγώνα», «Την Ακρόπολη», «Το λαϊκό πολιτισμό», «Το θέατρο σκιών», τα «Νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας», το δημοτικό τραγούδι κ.ά. Το λιτό και απέριττο ύφος του διανθίζεται συχνά με το χιούμορ μιας λεπτής ειρωνείας που κάποιες φορές όμως φτάνει μέχρι τον πιο σκληρό σαρκασμό.
Θα κουβεντιάσουμε, όπως μας έχει γίνει πια συνήθεια, ορισμένα σημεία από αυτά τα κείμενα.
Διαβάζουμε:
«Αργότερα, ένας φίλος γιατρός μου εξήγησε πως οι δραμαμίνες περιέχουν ατροπίνη, μια ουσία που συνήθιζαν να στάζουν τότε οι γυναίκες στα μάτια τους, γιατί βοηθά στο να διαστέλλονται οι κόρες των οφθαλμών, πράγμα που απαιτούσε τότε η μόδα: ονειροπόλα ή, έστω, γουρλωμένα μάτια, με υπερβολικά διεσταλμένες, σαν γατίσιες, τις κόρες» (σελ. 149).
Η ηθολογία, ο κλάδος αυτός της βιολογίας, με είχε παλιά κατενθουσιάζει. Μεταφράζοντας το «Πίσω από τον καθρέπτη» του νομπελίστα Κόνραντ Λόρεντς (μιλάμε πριν από τριάντα χρόνια) έγινα κυριολεκτικά φαν της επιστήμης αυτής. Διάβασα τότε ένα σωρό βιβλία ηθολογίας. Σε ένα βιβλίο του Desmond Morris του οποίου έχω ξεχάσει τον τίτλο διάβασα ότι στη γυναίκα, όταν ερεθισθεί σεξουαλικά, μεγαλώνουν οι κόρες των ματιών της, πράγμα που την κάνει πιο επιθυμητή στους άνδρες, όπως η σκύλα που όταν βρίσκεται σε οίστρο τραβάει όλα τα αρσενικά πίσω της. Μάλιστα έγινε ένα πείραμα. Έδειξαν στα πειραματικά υποκείμενα δυο φωτογραφίες με το πρόσωπο της ίδιας γυναίκας (υπήρχαν στο βιβλίο) και τους ζήτησαν να πουν σε ποια από τις δυο φαίνεται πιο όμορφη. Στη μία τα μάτια της γυναίκας ήταν διεσταλμένα (δεν θυμάμαι να έγραφε αν τους είχαν βάλει ατροπίνη ή την είχαν διεγείρει σεξουαλικά). Οι περισσότεροι επέλεξαν ως πιο όμορφη τη φωτογραφία στην οποία τα μάτια της γυναίκας ήταν διεσταλμένα. Άρα λοιπόν δεν ήταν κυρίως ζήτημα μόδας αλλά κάτι βαθύτερο, βιολογικό. (Τελικά βρήκα τον τίτλο στο google, Manwatching, το είχα διαβάσει στα αγγλικά).
«Σε μια χώρα και σε μια εποχή όπου στην πνευματική ηγεσία ανεβάζονται με τα λόγια – και πόσο παχιά! - διάφορες συνομοταξίες ανωτάτων υπαλλήλων, πτυχιούχων και δοκτόρων απαραιτήτως, με μόνο σκοπό, θαρρείς, να παραμεριστούν και να ξεχαστούν οι γνήσιοι, πλην σκληροτράχηλοι, δημιουργοί και ερευνητές, δημιουργοί και ερευνητές, οι φύσει ταλαντούχοι…» (σελ. 208).
Σας έρχεται στο μυαλό ο Γιάννης Ρίτσος;
Ασφαλώς. Δεν ήταν δόκτορας (έγινε αργότερα επίτιμος), ούτε καν πτυχιούχος, ούτε ανώτατος υπάλληλος. Ήταν όμως ταλαντούχος. Προτάθηκε για Νόμπελ από 75 γάλλους ακαδημαϊκούς αλλά δεν το πήρε. Πώς να το πάρει άλλωστε, ένας μακρονησιώτης;
Και όμως, μετά τις τελίτσες δεν ακολουθεί το όνομα Γιάννης Ρίτσος αλλά Γιώργος Σεφέρης. Και για όσους δεν το ξέρουν, ο Σεφέρης δεν ήταν βέβαια δόκτορας, αλλά ήταν πτυχιούχος και ανώτατος υπάλληλος, διπλωμάτης που έφτασε το βαθμό του πρέσβη. Και τα κουτσομπολιά λένε – τι κουτσομπολιά, ο βιογράφος του – ότι πλήρωσε τον Ανδρέα Καραντώνη για να γράψει το βιβλίο με το οποίο του σχολίασε την πρώτη του ποιητική συλλογή. Κάτι ήξερε ο Ιούλιος που είπε «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει να είναι μόνο τίμια, αλλά και να φαίνεται». Καλό να είσαι ταλαντούχος ποιητής, αλλά δεν είναι άσχημο να κάνεις ό, τι μπορείς για να φανείς περισσότερο (ή ίσως να είναι, γιατί ακούω να κουτσομπολεύουν άγρια συγγραφείς που εκλιπαρούν για μια συνέντευξη).
Τον Ιωάννου τον πιάσαμε και άλλη μια φορά απρόσεκτο, μιλώντας για κάποια ταινία του Πολάνσκι, και το επισημάναμε στην προηγούμενη βιβλιοπαρουσίασή μας για τα «Πολλαπλά κατάγματα». Κάνουμε αντιγραφή και επικόλληση. «Το ρόλο της Αντιπαναγίας στο «Μωρό της Ρόζμαρι» του Πολάνσκι δεν τον έχει η Σάρον Τέητ που βρέθηκε σε λίγο σφαγμένη από τον σατανά τον Μάνσον, αλλά η Μία Φάροου».
Να μην παρεξηγούμαι: τα παραπάνω δεν τα γράφω για να μειώσω τον Ιωάννου, που τον θεωρώ κορυφαίο μας λογοτέχνη. Αλλά να μην κάνουμε κι εμείς λίγο φιγούρα για την παρατηρητικότητά μας; Μια παρατηρητικότητα που μας επέτρεψε να επισημάνουμε πάνω από δυο σελίδες λάθη στα βιβλία τα οποία πραγματευθήκαμε στο διδακτορικό μας. Το πιο χαρακτηριστικό που θυμάμαι, σε ένα best seller: «Πέθαναν από διοξείδιο του άνθρακα». Ο συγγραφέας ήθελε να γράψει μονοξείδιο του άνθρακα. Από διοξείδιο έχουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ το μονοξείδιο προέρχεται από ατελείς καύσεις, από αναμμένα κάρβουνα.
Θα μπορούσαμε να γράψουμε λίγα ακόμη, αλλά περάσαμε τη σελίδα. Ας σταματήσουμε εδώ.
Δεν ήταν γραφτό να σταματήσουμε εδώ.
Σκόπευα να γράψω, ή μάλλον να υπενθυμίσω, στην επόμενη – και τελευταία – βιβλιοπαρουσίαση, για την εμμονή του Ιωάννου – που έχει γίνει και δική μου εμμονή – για τις συμπτώσεις. Το κάνω τώρα, γιατί πέσαμε πάλι πάνω σε μια σύμπτωση.
Στην παρούσα βιβλιοπαρουσίαση γράφω για τα λάθη του Ιωάννου. Πηγαίνω να κάνω την ανάρτηση, και συμπτωματικά το μάτι μου πέφτει πάνω στη δεύτερη σειρά της προηγούμενης ανάρτησης, για το βιβλίο της φίλης μου της Μαρίας Κέκκου με τίτλο «Ο θάνατος του φιλοσόφου». Αντί να γράψω «Ο θάνατος του φιλοσόφου» γράφω «Ο θάνατος του συγγραφέα». Πώς μου ήλθε; Θα το ψάξω αμέσως τώρα στο google.
Να το λοιπόν, κρυπτομνησία, δοκίμιο του Ρόλαντ Μπαρτ με αυτόν τον τίτλο. Το google μου βγάζει 460 λήμματα, ανάμεσα στα οποία είναι και η βιβλιοπαρουσίαση στο Λέξημα. Το λάθος μου το διορθώνω στο blog μου, αλλά στο Λέξημα είναι μεγάλη μανούβρα. Ευτυχώς υπάρχει ο σωστός τίτλος στο label.
Έτσι, για να μη λέτε ότι γράφω μόνο για τα λάθη των άλλων.
Και περνάμε στο προτελευταίο βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου που έχουμε να παρουσιάσουμε, το «Εφήβων και μη».
Ο τόμος αυτός αποτελείται από κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Τα περισσότερα είναι γραμμένα για έφηβους, ενώ και αυτά που είναι γραμμένα για μας τους μη έφηβους, που τους βλέπουμε με ζήλεια αναπολώντας τα χρόνια της εφηβείας μας με νοσταλγία, τους είναι κατανοητά.
Έχοντας διαβάσει και την «Εύφλεκτη χώρα» για την οποία θα γράψουμε μετά, μπορούμε να έχουμε πια μια αποκρυσταλλωμένη άποψη για τη γραφή του Ιωάννου.
Ο Ιωάννου δεν είναι παραμυθάς. Δεν κινείται άνετα στην επινόηση ιστοριών. Έχει περισσότερο τη στόφα του δοκιμιογράφου. Τα κείμενά του, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι ολιγοσέλιδα κείμενα που εστιάζονται σε συγκεκριμένα θέματα, συχνά βιωματικά. Σ’ αυτό εδώ το βιβλίο για παράδειγμα ο Ιωάννου μιλάει για «Τη νύχτα του σεισμού», για «Τον ένδοξο Μακεδονικό αγώνα», «Την Ακρόπολη», «Το λαϊκό πολιτισμό», «Το θέατρο σκιών», τα «Νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας», το δημοτικό τραγούδι κ.ά. Το λιτό και απέριττο ύφος του διανθίζεται συχνά με το χιούμορ μιας λεπτής ειρωνείας που κάποιες φορές όμως φτάνει μέχρι τον πιο σκληρό σαρκασμό.
Θα κουβεντιάσουμε, όπως μας έχει γίνει πια συνήθεια, ορισμένα σημεία από αυτά τα κείμενα.
Διαβάζουμε:
«Αργότερα, ένας φίλος γιατρός μου εξήγησε πως οι δραμαμίνες περιέχουν ατροπίνη, μια ουσία που συνήθιζαν να στάζουν τότε οι γυναίκες στα μάτια τους, γιατί βοηθά στο να διαστέλλονται οι κόρες των οφθαλμών, πράγμα που απαιτούσε τότε η μόδα: ονειροπόλα ή, έστω, γουρλωμένα μάτια, με υπερβολικά διεσταλμένες, σαν γατίσιες, τις κόρες» (σελ. 149).
Η ηθολογία, ο κλάδος αυτός της βιολογίας, με είχε παλιά κατενθουσιάζει. Μεταφράζοντας το «Πίσω από τον καθρέπτη» του νομπελίστα Κόνραντ Λόρεντς (μιλάμε πριν από τριάντα χρόνια) έγινα κυριολεκτικά φαν της επιστήμης αυτής. Διάβασα τότε ένα σωρό βιβλία ηθολογίας. Σε ένα βιβλίο του Desmond Morris του οποίου έχω ξεχάσει τον τίτλο διάβασα ότι στη γυναίκα, όταν ερεθισθεί σεξουαλικά, μεγαλώνουν οι κόρες των ματιών της, πράγμα που την κάνει πιο επιθυμητή στους άνδρες, όπως η σκύλα που όταν βρίσκεται σε οίστρο τραβάει όλα τα αρσενικά πίσω της. Μάλιστα έγινε ένα πείραμα. Έδειξαν στα πειραματικά υποκείμενα δυο φωτογραφίες με το πρόσωπο της ίδιας γυναίκας (υπήρχαν στο βιβλίο) και τους ζήτησαν να πουν σε ποια από τις δυο φαίνεται πιο όμορφη. Στη μία τα μάτια της γυναίκας ήταν διεσταλμένα (δεν θυμάμαι να έγραφε αν τους είχαν βάλει ατροπίνη ή την είχαν διεγείρει σεξουαλικά). Οι περισσότεροι επέλεξαν ως πιο όμορφη τη φωτογραφία στην οποία τα μάτια της γυναίκας ήταν διεσταλμένα. Άρα λοιπόν δεν ήταν κυρίως ζήτημα μόδας αλλά κάτι βαθύτερο, βιολογικό. (Τελικά βρήκα τον τίτλο στο google, Manwatching, το είχα διαβάσει στα αγγλικά).
«Σε μια χώρα και σε μια εποχή όπου στην πνευματική ηγεσία ανεβάζονται με τα λόγια – και πόσο παχιά! - διάφορες συνομοταξίες ανωτάτων υπαλλήλων, πτυχιούχων και δοκτόρων απαραιτήτως, με μόνο σκοπό, θαρρείς, να παραμεριστούν και να ξεχαστούν οι γνήσιοι, πλην σκληροτράχηλοι, δημιουργοί και ερευνητές, δημιουργοί και ερευνητές, οι φύσει ταλαντούχοι…» (σελ. 208).
Σας έρχεται στο μυαλό ο Γιάννης Ρίτσος;
Ασφαλώς. Δεν ήταν δόκτορας (έγινε αργότερα επίτιμος), ούτε καν πτυχιούχος, ούτε ανώτατος υπάλληλος. Ήταν όμως ταλαντούχος. Προτάθηκε για Νόμπελ από 75 γάλλους ακαδημαϊκούς αλλά δεν το πήρε. Πώς να το πάρει άλλωστε, ένας μακρονησιώτης;
Και όμως, μετά τις τελίτσες δεν ακολουθεί το όνομα Γιάννης Ρίτσος αλλά Γιώργος Σεφέρης. Και για όσους δεν το ξέρουν, ο Σεφέρης δεν ήταν βέβαια δόκτορας, αλλά ήταν πτυχιούχος και ανώτατος υπάλληλος, διπλωμάτης που έφτασε το βαθμό του πρέσβη. Και τα κουτσομπολιά λένε – τι κουτσομπολιά, ο βιογράφος του – ότι πλήρωσε τον Ανδρέα Καραντώνη για να γράψει το βιβλίο με το οποίο του σχολίασε την πρώτη του ποιητική συλλογή. Κάτι ήξερε ο Ιούλιος που είπε «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει να είναι μόνο τίμια, αλλά και να φαίνεται». Καλό να είσαι ταλαντούχος ποιητής, αλλά δεν είναι άσχημο να κάνεις ό, τι μπορείς για να φανείς περισσότερο (ή ίσως να είναι, γιατί ακούω να κουτσομπολεύουν άγρια συγγραφείς που εκλιπαρούν για μια συνέντευξη).
Τον Ιωάννου τον πιάσαμε και άλλη μια φορά απρόσεκτο, μιλώντας για κάποια ταινία του Πολάνσκι, και το επισημάναμε στην προηγούμενη βιβλιοπαρουσίασή μας για τα «Πολλαπλά κατάγματα». Κάνουμε αντιγραφή και επικόλληση. «Το ρόλο της Αντιπαναγίας στο «Μωρό της Ρόζμαρι» του Πολάνσκι δεν τον έχει η Σάρον Τέητ που βρέθηκε σε λίγο σφαγμένη από τον σατανά τον Μάνσον, αλλά η Μία Φάροου».
Να μην παρεξηγούμαι: τα παραπάνω δεν τα γράφω για να μειώσω τον Ιωάννου, που τον θεωρώ κορυφαίο μας λογοτέχνη. Αλλά να μην κάνουμε κι εμείς λίγο φιγούρα για την παρατηρητικότητά μας; Μια παρατηρητικότητα που μας επέτρεψε να επισημάνουμε πάνω από δυο σελίδες λάθη στα βιβλία τα οποία πραγματευθήκαμε στο διδακτορικό μας. Το πιο χαρακτηριστικό που θυμάμαι, σε ένα best seller: «Πέθαναν από διοξείδιο του άνθρακα». Ο συγγραφέας ήθελε να γράψει μονοξείδιο του άνθρακα. Από διοξείδιο έχουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ το μονοξείδιο προέρχεται από ατελείς καύσεις, από αναμμένα κάρβουνα.
Θα μπορούσαμε να γράψουμε λίγα ακόμη, αλλά περάσαμε τη σελίδα. Ας σταματήσουμε εδώ.
Δεν ήταν γραφτό να σταματήσουμε εδώ.
Σκόπευα να γράψω, ή μάλλον να υπενθυμίσω, στην επόμενη – και τελευταία – βιβλιοπαρουσίαση, για την εμμονή του Ιωάννου – που έχει γίνει και δική μου εμμονή – για τις συμπτώσεις. Το κάνω τώρα, γιατί πέσαμε πάλι πάνω σε μια σύμπτωση.
Στην παρούσα βιβλιοπαρουσίαση γράφω για τα λάθη του Ιωάννου. Πηγαίνω να κάνω την ανάρτηση, και συμπτωματικά το μάτι μου πέφτει πάνω στη δεύτερη σειρά της προηγούμενης ανάρτησης, για το βιβλίο της φίλης μου της Μαρίας Κέκκου με τίτλο «Ο θάνατος του φιλοσόφου». Αντί να γράψω «Ο θάνατος του φιλοσόφου» γράφω «Ο θάνατος του συγγραφέα». Πώς μου ήλθε; Θα το ψάξω αμέσως τώρα στο google.
Να το λοιπόν, κρυπτομνησία, δοκίμιο του Ρόλαντ Μπαρτ με αυτόν τον τίτλο. Το google μου βγάζει 460 λήμματα, ανάμεσα στα οποία είναι και η βιβλιοπαρουσίαση στο Λέξημα. Το λάθος μου το διορθώνω στο blog μου, αλλά στο Λέξημα είναι μεγάλη μανούβρα. Ευτυχώς υπάρχει ο σωστός τίτλος στο label.
Έτσι, για να μη λέτε ότι γράφω μόνο για τα λάθη των άλλων.
Tuesday, January 6, 2009
Woody Allen, Match point
Το έχω γράψει κι άλλες φορές, ας το γράψουμε για μια ακόμη φορά: Αντιπαθώ τον αγγλόφωνο κινηματογράφο ενώ είμαι λάτρης του τριτοκοσμικού. Αλλά, συμπληρώνω πάντα, με μια εξαίρεση: τον Woody Allen.
Δεν τον παρακολουθώ στο σινεμά. Οι μόνοι σκηνοθέτες για τους οποίους πήγαινα στις αίθουσες, πριν χρόνια, ήταν ο Κουροσάβα και ο Αγγελόπουλος. Τώρα ούτε τον Αγγελόπουλο παρακολουθώ. Προτιμώ την άνεση του dvd player, όπου μπορείς να διακόπτεις την ταινία οπότε θέλεις, είτε για να κάνεις ένα τηλεφώνημα, είτε για να δεχτείς ένα τηλεφώνημα, είτε για να πας τουαλέτα, είτε απλά γιατί νύσταξες και θέλεις να πας να κοιμηθείς, αφήνοντας το υπόλοιπο της ταινίας για αύριο.
Πήρα από το φίλο μου το Γιώργη τον Παπαδάκη καμιά δεκαριά ταινίες, απ’ αυτές που μοιράζουν οι εφημερίδες, για να τις αντιγράψω. Μια απ’ αυτές ήταν και το πολυσυζητημένο Match point (2005). Την είδα απόψε.
Δεν μου άρεσε. Το μόνο που μου άρεσε στο έργο ήταν η Scarlett Johansson, πραγματικά πολύ ωραία κοπέλα. Μου αρέσει ο Woody Allen σαν κωμικός, ή μάλλον σαν σαρκαστής. Εδώ βρέθηκα μπροστά σε ένα έργο θρίλερ, απ’ αυτά που μπορώ να δω μόνο σε στιγμές αφόρητης ανίας για να περάσει η ώρα, δηλαδή πάρα πολύ σπάνια. Γιατί και σ’ αυτές τις στιγμές την πρώτη προτίμηση την έχουν οι κωμωδίες.
Τότε γιατί γράφω γι αυτή την ταινία;
Γιατί ένας μεγάλος σκηνοθέτης θα επινοήσει πάντα κάτι για να εντυπωσιάσει.
Στην ταινία αυτή εντυπωσιάζει διαψεύδοντας τις αφηγηματικές αναμονές. Το έργο ξεκινάει σαν κοινωνικό: Ένας φτωχός Ιρλανδός παντρεύεται την κόρη ενός πλούσιου άγγλου επιχειρηματία. Η καημένη η Johansson δεν έχει την ίδια τύχη. Ελαφρώς αλκοολική, με μάνα αλκοολική και ένα πατέρα που τους εγκατέλειψε, με ανύπαρκτο ταλέντο στην υποκριτική για να στεριώσει ως ηθοποιός, θα εγκαταλειφθεί από το γιο, που θα τα φτιάξει με μια άλλη κοπέλα και την οποία θα παντρευτεί. Το ταξικό μίσος του μέσου θεατή διεγείρεται υπερβολικά στο πρώτο μισό του έργου.
Στη συνέχεια το έργο εξελίσσεται σε θρίλερ. Ο ιρλανδός που φλέρταρε την Johansson όταν τα είχε με τον κουνιάδο του, μάλιστα κάποια στιγμή έκαναν και έρωτα, θα τα φτιάξει μαζί της όταν την ξανασυναντήσει τυχαία.
Και διαπράττει το μοιραίο λάθος. Απρόσεκτος στο σεξ θα αφήσει την Johansson έγκυο. Αυτή, μετά από δυο προηγούμενες εκτρώσεις, είναι αποφασισμένη να κρατήσει το παιδί. Ο Ιρλανδός της υπόσχεται ότι θα χωρίσει και θα την παντρευτεί. Όμως δεν είναι εύκολο να εγκαταλείψει τις μεγαλοαστικές του ανέσεις, και έτσι αποφασίσει να την σκοτώσει.
Και βρισκόμαστε εδώ στην πιο μεγάλη διάψευση αφηγηματικής αναμονής: Δεν συλλαμβάνεται για το έγκλημά του. Το έργο τελειώνει με την πρόποση: -Στον Τέρενς. Να του πάνε όλα δεξιά. Η ειρωνεία βρίσκεται στο ότι δεν μπορούσαν να φανταστούν πόσο δεξιά του είχαν πάει. Η ποιητική δικαιοσύνη πάει περίπατο.
Τι κάνει εδώ ο Woody Allen; Χλευάζει τις αφηγηματικές συμβάσεις; Ή μήπως στη δύση της ζωής του (έχει κλείσει τα εβδομήντα όταν γυρίζεται το έργο) κάνει ένα σαρδόνιο σχόλιο για τη ζωή; Ίσως και τα δυο. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αφηγηματικά πρωτότυπος, μας υπενθυμίζει ότι οι εγκληματίες (πάρα πολλοί τουλάχιστον από αυτούς, για να μην πούμε οι περισσότεροι) δεν συλλαμβάνονται ποτέ στην πραγματική ζωή.
Και παλιά ο Woody Allen διάψευσε μια αφηγηματική αναμονή μου, νομίζω στο έργο Shadows and fog. Νόμιζα ότι κι αυτό ήταν κοινωνικό έργο, για να διαπιστώσω στο τέλος ότι επρόκειτο για θρίλερ, με ένα στραγγαλιστή serial killer να σκορπάει τον τρόμο. Μου φαίνεται το ίδιο συμβαίνει και με το Manhattan murder mystery.
Βάζω καπάκι τη μια δημοσίευση μετά την άλλη. Έτσι κι αλλιώς, πόσοι μπορεί να τις διαβάσουν; Τη στιγμή της ανάρτησης ίσως κανείς. Με το search, κάποιος, κάποτε, πιθανόν να διαβάσει κάποια. Θα μπορούσα να πω ότι και μόνο για αυτό τον κάποιο αξίζει να γράφει κανείς. Αλλά δεν το λέω. Αξίζει να γράφει κανείς όταν νιώθει όμορφα γράφοντας, όπως εγώ τώρα. Έστω και μόνο γι αυτό.
Δεν τον παρακολουθώ στο σινεμά. Οι μόνοι σκηνοθέτες για τους οποίους πήγαινα στις αίθουσες, πριν χρόνια, ήταν ο Κουροσάβα και ο Αγγελόπουλος. Τώρα ούτε τον Αγγελόπουλο παρακολουθώ. Προτιμώ την άνεση του dvd player, όπου μπορείς να διακόπτεις την ταινία οπότε θέλεις, είτε για να κάνεις ένα τηλεφώνημα, είτε για να δεχτείς ένα τηλεφώνημα, είτε για να πας τουαλέτα, είτε απλά γιατί νύσταξες και θέλεις να πας να κοιμηθείς, αφήνοντας το υπόλοιπο της ταινίας για αύριο.
Πήρα από το φίλο μου το Γιώργη τον Παπαδάκη καμιά δεκαριά ταινίες, απ’ αυτές που μοιράζουν οι εφημερίδες, για να τις αντιγράψω. Μια απ’ αυτές ήταν και το πολυσυζητημένο Match point (2005). Την είδα απόψε.
Δεν μου άρεσε. Το μόνο που μου άρεσε στο έργο ήταν η Scarlett Johansson, πραγματικά πολύ ωραία κοπέλα. Μου αρέσει ο Woody Allen σαν κωμικός, ή μάλλον σαν σαρκαστής. Εδώ βρέθηκα μπροστά σε ένα έργο θρίλερ, απ’ αυτά που μπορώ να δω μόνο σε στιγμές αφόρητης ανίας για να περάσει η ώρα, δηλαδή πάρα πολύ σπάνια. Γιατί και σ’ αυτές τις στιγμές την πρώτη προτίμηση την έχουν οι κωμωδίες.
Τότε γιατί γράφω γι αυτή την ταινία;
Γιατί ένας μεγάλος σκηνοθέτης θα επινοήσει πάντα κάτι για να εντυπωσιάσει.
Στην ταινία αυτή εντυπωσιάζει διαψεύδοντας τις αφηγηματικές αναμονές. Το έργο ξεκινάει σαν κοινωνικό: Ένας φτωχός Ιρλανδός παντρεύεται την κόρη ενός πλούσιου άγγλου επιχειρηματία. Η καημένη η Johansson δεν έχει την ίδια τύχη. Ελαφρώς αλκοολική, με μάνα αλκοολική και ένα πατέρα που τους εγκατέλειψε, με ανύπαρκτο ταλέντο στην υποκριτική για να στεριώσει ως ηθοποιός, θα εγκαταλειφθεί από το γιο, που θα τα φτιάξει με μια άλλη κοπέλα και την οποία θα παντρευτεί. Το ταξικό μίσος του μέσου θεατή διεγείρεται υπερβολικά στο πρώτο μισό του έργου.
Στη συνέχεια το έργο εξελίσσεται σε θρίλερ. Ο ιρλανδός που φλέρταρε την Johansson όταν τα είχε με τον κουνιάδο του, μάλιστα κάποια στιγμή έκαναν και έρωτα, θα τα φτιάξει μαζί της όταν την ξανασυναντήσει τυχαία.
Και διαπράττει το μοιραίο λάθος. Απρόσεκτος στο σεξ θα αφήσει την Johansson έγκυο. Αυτή, μετά από δυο προηγούμενες εκτρώσεις, είναι αποφασισμένη να κρατήσει το παιδί. Ο Ιρλανδός της υπόσχεται ότι θα χωρίσει και θα την παντρευτεί. Όμως δεν είναι εύκολο να εγκαταλείψει τις μεγαλοαστικές του ανέσεις, και έτσι αποφασίσει να την σκοτώσει.
Και βρισκόμαστε εδώ στην πιο μεγάλη διάψευση αφηγηματικής αναμονής: Δεν συλλαμβάνεται για το έγκλημά του. Το έργο τελειώνει με την πρόποση: -Στον Τέρενς. Να του πάνε όλα δεξιά. Η ειρωνεία βρίσκεται στο ότι δεν μπορούσαν να φανταστούν πόσο δεξιά του είχαν πάει. Η ποιητική δικαιοσύνη πάει περίπατο.
Τι κάνει εδώ ο Woody Allen; Χλευάζει τις αφηγηματικές συμβάσεις; Ή μήπως στη δύση της ζωής του (έχει κλείσει τα εβδομήντα όταν γυρίζεται το έργο) κάνει ένα σαρδόνιο σχόλιο για τη ζωή; Ίσως και τα δυο. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αφηγηματικά πρωτότυπος, μας υπενθυμίζει ότι οι εγκληματίες (πάρα πολλοί τουλάχιστον από αυτούς, για να μην πούμε οι περισσότεροι) δεν συλλαμβάνονται ποτέ στην πραγματική ζωή.
Και παλιά ο Woody Allen διάψευσε μια αφηγηματική αναμονή μου, νομίζω στο έργο Shadows and fog. Νόμιζα ότι κι αυτό ήταν κοινωνικό έργο, για να διαπιστώσω στο τέλος ότι επρόκειτο για θρίλερ, με ένα στραγγαλιστή serial killer να σκορπάει τον τρόμο. Μου φαίνεται το ίδιο συμβαίνει και με το Manhattan murder mystery.
Βάζω καπάκι τη μια δημοσίευση μετά την άλλη. Έτσι κι αλλιώς, πόσοι μπορεί να τις διαβάσουν; Τη στιγμή της ανάρτησης ίσως κανείς. Με το search, κάποιος, κάποτε, πιθανόν να διαβάσει κάποια. Θα μπορούσα να πω ότι και μόνο για αυτό τον κάποιο αξίζει να γράφει κανείς. Αλλά δεν το λέω. Αξίζει να γράφει κανείς όταν νιώθει όμορφα γράφοντας, όπως εγώ τώρα. Έστω και μόνο γι αυτό.
Sunday, January 4, 2009
Μαρία Κέκκου, Ο θάνατος του φιλοσόφου
Μαρία Κέκκου, Ο θάνατος του φιλοσόφου, Ενάλιος 2008
Μια συναρπαστική μυθιστορηματική βιογραφία ενός ελάσσονος φιλοσόφου, την εποχή που ο Χριστιανισμός πάλευε να επικρατήσει.
Η βιβλιοπαρουσίαση που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Η Μαρία Κέκκου είναι φιλόλογος, διδάκτωρ θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχολική σύμβουλος, με έντονο ενδιαφέρον για θρησκειολογικά ζητήματα. Ο θάνατος του φιλοσόφου είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, ενώ έχουν προηγηθεί δυο θεατρικά, η «Μήδεια» και η «Αντιγόνη».
Τελευταία το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού φαίνεται να μονοπωλεί η τραγική φιγούρα της Υπατίας, γυναίκας φιλοσόφου και μαθηματικού που κατακρεουργήθηκε από τους χριστιανούς το 415, με δυο βιβλία να έχουν εκδοθεί πρόσφατα στην Ελλάδα, το πρώτο του Δημήτρη Βαρβαρήγου και το δεύτερο του Πέδρο Γκάλβεθ.
Και ενώ η ιστορία της Υπατίας είναι λίγο πολύ γνωστή στο ευρύ κοινό, ο κυνικός φιλόσοφος Περεγρίνος ή Πρωτέας, «που αυτοπυρπολήθηκε στην Ολυμπία κατά τη διάρκεια της 236ης Ολυμπιάδας, στα 166 μ.Χ.» όπως μας πληροφορεί μετά τον τίτλο στην πρώτη σελίδα του βιβλίου η συγγραφέας, είναι άγνωστος, ακόμη και σ’ εκείνους που ασχολούνται με τη φιλοσοφία. Ελάχιστα σχόλια υπάρχουν για τη ζωή του, και με αυτά τα ελάχιστα η Κέκκου προσπαθεί να ανασυστήσει τη ζωή του.
Πράγματι η ζωή της Υπατίας έχει ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του τραγικού της θανάτου, και υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό πρόθυμο να αγοράσει μια μυθιστορηματική βιογραφία της. Όμως ποιον ενδιαφέρει η ζωή ενός άγνωστου κυνικού φιλόσοφου όπως είναι ο Περεγρίνος;
Υπάρχει βέβαια ένα ενδιαφέρον σημείο στη βιογραφία του, και αυτό είναι η αυτοκτονία του με αυτοπυρπόληση. Η Κέκκου, γνωρίζοντας τις εμπορικές δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει μια τέτοια βιογραφία φροντίζει να μας ενημερώσει έγκαιρα για αυτό, δημιουργώντας με το παρακείμενο του υπότιτλου ένα «σασπένς του πώς» έφτασε αυτός ο άνθρωπος να βάλει τέλος στη ζωή του με τέτοιο δραματικό τρόπο.
Ενώ όμως ο βιογραφούμενος έχει μικρό ενδιαφέρον, η βιογραφία του από τη Μαρία Κέκκου έχει μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον.
Η αφηγηματική άνεση είναι μια αρετή που την έχουν πολλά βιβλία, όμως η τεκμηρίωση με αποσπάσματα από τις πηγές δεν είναι κάτι που συνηθίζεται στις μυθιστορηματικές βιογραφίες. Και η Μαρία Κέκκου θέλει να μας τονίζει διαρκώς το πραγματικό που υπάρχει στη βιογραφία της, καθώς σε μια μυθιστορηματική βιογραφία συνήθως το ιστορικά βεβαιωμένο από την συγγραφική επινόηση δεν διακρίνεται και τόσο εύκολα.
Μια άλλη αρετή αυτής της μυθιστορηματικής βιογραφίας είναι η αφηγηματική της τεχνική. Μια επινοημένη φιλενάδα του Περεγρίνου διηγείται τα αρχικά στάδια της ζωής του. Όμως δεν είναι η αφήγησή της ετεροδιηγητική μόνο, αλλά και αυτοδιηγητική. Δεν είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής, αλλά μια γυναίκα που προσωπογραφείται έντονα μέσω της εκρηκτικής σχέσης που αναπτύσσει αναπόφευκτα με έναν τέτοιον άνδρα. Λέει κάπου χαρακτηριστικά:
«Άρχισα να πλέκω με τη φαντασία μου στιγμές και εικόνες ή εξιδανίκευα αυτές που ήδη είχα ζήσει, κάτι που επιδείνωσε τον πόνο και τη θλίψη μου. Σιγά σιγά ωρίμαζαν στο μυαλό μου επιλογές σαν αυτές της Σαπφούς που αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον βράχο στην άκρη της θάλασσας στο ακρωτήριο Λευκάτα, όταν έχασε τον αγαπημένο της Φάωνα, ή της Διδούς που όταν έβλεπε τον Αινεία να φεύγει, άναψε φωτιά με την αγαπημένη τους σκευή και πήδηξε μέσα».
Στη συνέχεια έχουμε την παλιά τεχνική των χειρογράφων. Η φίλη του παραλαμβάνει το ημερολόγιο Περεγρίνου, και μας το παραθέτει.
Και εδώ υπάρχει πάλι μια έξυπνη επινόηση. Κάθε ημερολογιακή καταχώρηση ξεκινάει με τον τόπο της καταγραφής, την ημερομηνία και μια πρώτη φράση σε αρχαίο λόγο, όπως για παράδειγμα:
«Πάριον, εν δωδεκάτω μηνί του τετάρτου έτους της δευτέρας και τριακοστής και διακοσιοστής Ολυμπιάδος, μετά από σκέψεων πολλών προειλόμην ελθείν οίκαδε…» Η Κέκκου συνεχίζει κατόπιν με τη μετάφραση της πρώτης φράσης που εισάγει στο νεοελληνικό κείμενο: Ύστερα από σκέψεις και άλλες σκέψεις προτίμησα την επιστροφή στην πατρίδα. Μετά από απίθανες παλινδρομήσεις και περιπέτειες έφτασα στο Πάριο, κ.λπ.» (σελ. 258). Ο χρόνος στο Γρηγοριανό ημερολόγιο τίθεται σε υποσημείωση: Ιούλιος 154.
Τέλος έχουμε τη διαφορετική εστίαση στο γεγονός της αυτοπυρπόλησης του Περεγρίνου. Δίνεται από τρεις διαφορετικούς αφηγητές, οι οποίοι το αξιολογούν ο καθένας με το δικό του τρόπο. Κατ’ αρχήν είναι η ίδια η αφήγηση του Περεγρίνου, καθώς κάνει τις προετοιμασίες για αυτή την πρωτότυπη αυτοκτονία. Στη συνέχεια έχουμε δυο άλλους αφηγητές, που αξιολογούν με διαφορετικό τρόπο το γεγονός, ο ένας, ο Θεαγένης, θετικά, ο άλλος, ο Λουκιανός, αρνητικά. Με αυτή την αποστασιοποιητική τεχνική η Κέκκου αναδεικνύει το γεγονός της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του φιλοσόφου, για τον οποίο υπάρχουν κείμενα που τον στηλιτεύουν αλλά και κείμενα που αξιολογούν θετικά την προσωπικότητά του.
Και να κάνουμε μια ακόμη παρατήρηση.
Ενώ ο τίτλος του μυθιστορήματος υπονοεί μια μυθιστορηματική βιογραφία, το ίδιο το έργο στο εξώφυλλο χαρακτηρίζεται ως ιστορικό μυθιστόρημα. Ποιο από τα δυο ισχύει τελικά;
Ισχύουν και τα δυο. Μέσα από την μυθιστορηματική βιογραφία του Περεγρίνου η Κέκκου δίνει τόσο γλαφυρά το ιστορικό συγκείμενο που το έργο θα μπορούσε πράγματι να χαρακτηριστεί και ως ιστορικό μυθιστόρημα. Και η περίοδος αυτή είναι άκρως ενδιαφέρουσα από θρησκειολογική άποψη, καθώς ο χριστιανισμός δεν έχει επικρατήσει ακόμη και έχει να αντιμετωπίσει άλλες θρησκείες οι οποίες είναι αρκετά διαδεδομένες στον κόσμο, άλλοτε με την κατά μέτωπο πολεμική και άλλοτε αφομοιώνοντας δικά τους στοιχεία. Μαθαίνουμε για παράδειγμα ότι ο μυστικός δείπνος με τους δώδεκα μαθητές είναι μηθραϊκής προέλευσης. Οι πληροφορίες που δίνονται, ιδιαίτερα για τον Μιθραϊσμό αλλά και για τη λατρεία της Κυβέλης, τον Σέραπη, για τελετουργίες όπως τα Ιλάρια κ.λπ. είναι σημαντικότατες. Ταυτόχρονα η Κέκκου κάνει ένα οδοιπορικό στα διάφορα κέντρα της ρωμαιοκρατίας εκείνης της εποχής, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν περισσότερο ή λιγότερο έντονο, δίνοντας αριστουργηματικές περιγραφές τόπων και έργων τέχνης, κυρίως αγαλμάτων και ναών.
Θα κλείσουμε τη βιβλιοπαρουσίαση αυτή επαναλαμβάνοντας ότι μπορεί ο Περεγρίνος να μην είναι τόσο ενδιαφέρων ως ιστορική φυσιογνωμία, η μυθιστορηματική βιογραφία του όμως από τη Μαρία Κέκκου είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Οι λογοτεχνικές αρετές του έργου αποζημιώνουν πλήρως τον αναγνώστη.
Μια συναρπαστική μυθιστορηματική βιογραφία ενός ελάσσονος φιλοσόφου, την εποχή που ο Χριστιανισμός πάλευε να επικρατήσει.
Η βιβλιοπαρουσίαση που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Η Μαρία Κέκκου είναι φιλόλογος, διδάκτωρ θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχολική σύμβουλος, με έντονο ενδιαφέρον για θρησκειολογικά ζητήματα. Ο θάνατος του φιλοσόφου είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, ενώ έχουν προηγηθεί δυο θεατρικά, η «Μήδεια» και η «Αντιγόνη».
Τελευταία το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού φαίνεται να μονοπωλεί η τραγική φιγούρα της Υπατίας, γυναίκας φιλοσόφου και μαθηματικού που κατακρεουργήθηκε από τους χριστιανούς το 415, με δυο βιβλία να έχουν εκδοθεί πρόσφατα στην Ελλάδα, το πρώτο του Δημήτρη Βαρβαρήγου και το δεύτερο του Πέδρο Γκάλβεθ.
Και ενώ η ιστορία της Υπατίας είναι λίγο πολύ γνωστή στο ευρύ κοινό, ο κυνικός φιλόσοφος Περεγρίνος ή Πρωτέας, «που αυτοπυρπολήθηκε στην Ολυμπία κατά τη διάρκεια της 236ης Ολυμπιάδας, στα 166 μ.Χ.» όπως μας πληροφορεί μετά τον τίτλο στην πρώτη σελίδα του βιβλίου η συγγραφέας, είναι άγνωστος, ακόμη και σ’ εκείνους που ασχολούνται με τη φιλοσοφία. Ελάχιστα σχόλια υπάρχουν για τη ζωή του, και με αυτά τα ελάχιστα η Κέκκου προσπαθεί να ανασυστήσει τη ζωή του.
Πράγματι η ζωή της Υπατίας έχει ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του τραγικού της θανάτου, και υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό πρόθυμο να αγοράσει μια μυθιστορηματική βιογραφία της. Όμως ποιον ενδιαφέρει η ζωή ενός άγνωστου κυνικού φιλόσοφου όπως είναι ο Περεγρίνος;
Υπάρχει βέβαια ένα ενδιαφέρον σημείο στη βιογραφία του, και αυτό είναι η αυτοκτονία του με αυτοπυρπόληση. Η Κέκκου, γνωρίζοντας τις εμπορικές δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει μια τέτοια βιογραφία φροντίζει να μας ενημερώσει έγκαιρα για αυτό, δημιουργώντας με το παρακείμενο του υπότιτλου ένα «σασπένς του πώς» έφτασε αυτός ο άνθρωπος να βάλει τέλος στη ζωή του με τέτοιο δραματικό τρόπο.
Ενώ όμως ο βιογραφούμενος έχει μικρό ενδιαφέρον, η βιογραφία του από τη Μαρία Κέκκου έχει μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον.
Η αφηγηματική άνεση είναι μια αρετή που την έχουν πολλά βιβλία, όμως η τεκμηρίωση με αποσπάσματα από τις πηγές δεν είναι κάτι που συνηθίζεται στις μυθιστορηματικές βιογραφίες. Και η Μαρία Κέκκου θέλει να μας τονίζει διαρκώς το πραγματικό που υπάρχει στη βιογραφία της, καθώς σε μια μυθιστορηματική βιογραφία συνήθως το ιστορικά βεβαιωμένο από την συγγραφική επινόηση δεν διακρίνεται και τόσο εύκολα.
Μια άλλη αρετή αυτής της μυθιστορηματικής βιογραφίας είναι η αφηγηματική της τεχνική. Μια επινοημένη φιλενάδα του Περεγρίνου διηγείται τα αρχικά στάδια της ζωής του. Όμως δεν είναι η αφήγησή της ετεροδιηγητική μόνο, αλλά και αυτοδιηγητική. Δεν είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής, αλλά μια γυναίκα που προσωπογραφείται έντονα μέσω της εκρηκτικής σχέσης που αναπτύσσει αναπόφευκτα με έναν τέτοιον άνδρα. Λέει κάπου χαρακτηριστικά:
«Άρχισα να πλέκω με τη φαντασία μου στιγμές και εικόνες ή εξιδανίκευα αυτές που ήδη είχα ζήσει, κάτι που επιδείνωσε τον πόνο και τη θλίψη μου. Σιγά σιγά ωρίμαζαν στο μυαλό μου επιλογές σαν αυτές της Σαπφούς που αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον βράχο στην άκρη της θάλασσας στο ακρωτήριο Λευκάτα, όταν έχασε τον αγαπημένο της Φάωνα, ή της Διδούς που όταν έβλεπε τον Αινεία να φεύγει, άναψε φωτιά με την αγαπημένη τους σκευή και πήδηξε μέσα».
Στη συνέχεια έχουμε την παλιά τεχνική των χειρογράφων. Η φίλη του παραλαμβάνει το ημερολόγιο Περεγρίνου, και μας το παραθέτει.
Και εδώ υπάρχει πάλι μια έξυπνη επινόηση. Κάθε ημερολογιακή καταχώρηση ξεκινάει με τον τόπο της καταγραφής, την ημερομηνία και μια πρώτη φράση σε αρχαίο λόγο, όπως για παράδειγμα:
«Πάριον, εν δωδεκάτω μηνί του τετάρτου έτους της δευτέρας και τριακοστής και διακοσιοστής Ολυμπιάδος, μετά από σκέψεων πολλών προειλόμην ελθείν οίκαδε…» Η Κέκκου συνεχίζει κατόπιν με τη μετάφραση της πρώτης φράσης που εισάγει στο νεοελληνικό κείμενο: Ύστερα από σκέψεις και άλλες σκέψεις προτίμησα την επιστροφή στην πατρίδα. Μετά από απίθανες παλινδρομήσεις και περιπέτειες έφτασα στο Πάριο, κ.λπ.» (σελ. 258). Ο χρόνος στο Γρηγοριανό ημερολόγιο τίθεται σε υποσημείωση: Ιούλιος 154.
Τέλος έχουμε τη διαφορετική εστίαση στο γεγονός της αυτοπυρπόλησης του Περεγρίνου. Δίνεται από τρεις διαφορετικούς αφηγητές, οι οποίοι το αξιολογούν ο καθένας με το δικό του τρόπο. Κατ’ αρχήν είναι η ίδια η αφήγηση του Περεγρίνου, καθώς κάνει τις προετοιμασίες για αυτή την πρωτότυπη αυτοκτονία. Στη συνέχεια έχουμε δυο άλλους αφηγητές, που αξιολογούν με διαφορετικό τρόπο το γεγονός, ο ένας, ο Θεαγένης, θετικά, ο άλλος, ο Λουκιανός, αρνητικά. Με αυτή την αποστασιοποιητική τεχνική η Κέκκου αναδεικνύει το γεγονός της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του φιλοσόφου, για τον οποίο υπάρχουν κείμενα που τον στηλιτεύουν αλλά και κείμενα που αξιολογούν θετικά την προσωπικότητά του.
Και να κάνουμε μια ακόμη παρατήρηση.
Ενώ ο τίτλος του μυθιστορήματος υπονοεί μια μυθιστορηματική βιογραφία, το ίδιο το έργο στο εξώφυλλο χαρακτηρίζεται ως ιστορικό μυθιστόρημα. Ποιο από τα δυο ισχύει τελικά;
Ισχύουν και τα δυο. Μέσα από την μυθιστορηματική βιογραφία του Περεγρίνου η Κέκκου δίνει τόσο γλαφυρά το ιστορικό συγκείμενο που το έργο θα μπορούσε πράγματι να χαρακτηριστεί και ως ιστορικό μυθιστόρημα. Και η περίοδος αυτή είναι άκρως ενδιαφέρουσα από θρησκειολογική άποψη, καθώς ο χριστιανισμός δεν έχει επικρατήσει ακόμη και έχει να αντιμετωπίσει άλλες θρησκείες οι οποίες είναι αρκετά διαδεδομένες στον κόσμο, άλλοτε με την κατά μέτωπο πολεμική και άλλοτε αφομοιώνοντας δικά τους στοιχεία. Μαθαίνουμε για παράδειγμα ότι ο μυστικός δείπνος με τους δώδεκα μαθητές είναι μηθραϊκής προέλευσης. Οι πληροφορίες που δίνονται, ιδιαίτερα για τον Μιθραϊσμό αλλά και για τη λατρεία της Κυβέλης, τον Σέραπη, για τελετουργίες όπως τα Ιλάρια κ.λπ. είναι σημαντικότατες. Ταυτόχρονα η Κέκκου κάνει ένα οδοιπορικό στα διάφορα κέντρα της ρωμαιοκρατίας εκείνης της εποχής, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν περισσότερο ή λιγότερο έντονο, δίνοντας αριστουργηματικές περιγραφές τόπων και έργων τέχνης, κυρίως αγαλμάτων και ναών.
Θα κλείσουμε τη βιβλιοπαρουσίαση αυτή επαναλαμβάνοντας ότι μπορεί ο Περεγρίνος να μην είναι τόσο ενδιαφέρων ως ιστορική φυσιογνωμία, η μυθιστορηματική βιογραφία του όμως από τη Μαρία Κέκκου είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Οι λογοτεχνικές αρετές του έργου αποζημιώνουν πλήρως τον αναγνώστη.
Saturday, January 3, 2009
Γεράσιμου Δενδρινού, Χαιρετίσματα από το Νότο
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό critique.gr
ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ, ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΤΟ,Οδυσσέας 1995, σελ.285
Στο ίδιο στίγμα με τη συλλογή διηγημάτων "Ένα πακέτο άρωμα" κινείται και το δεύτερο έργο του Γεράσιμου Δενδρινού, το μυθιστόρημα "Χαιρετίσματα από το νότο". Απεικονίζεται και εδώ η μίζερη ζωή στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας (χώρος δράσης η Μάντρα Αττικής), ιδωμένη με το ψυχρό "μάτι της κάμερας" του ίδιου αφηγητή, του εννιάχρονου Μάκη, που καταγράφει χωρίς να χρωματίζει ή να αξιολογεί.
Στη μυθοπλασία του έργου πρωταγωνιστεί μια γιαγιά. Αντίθετα όμως από τη γιαγιά του αφηγητή στο "Ροζ που δεν ξέχασα" του Ξανθούλη* (τη θυμηθήκαμε γιατί δεν είναι πολλές οι γιαγιάδες που φιγουράρουν πρωταγωνιστικά στην πεζογραφία) η οποία φροντίζει με στοργή τον ορφανό εγγονό της, η γιαγιά του Μάκη δεν θα διστάσει να τον πετάξει στο δρόμο, μαζί με τον πατέρα του, πουλώντας το σπίτι που είχε δώσει ως προίκα στην νεκρή κόρη της, πριν φύγει για την Αμερική, εγκαταλείποντας και τον φίλο της, μη θέλοντας να τον παντρευτεί για να μη χάσει τη σύνταξή της.
Οι ιδιοτέλειες και οι υστεροβουλίες δεν χαρακτηρίζουν μόνο την ίδια. Χαρακτηρίζουν και τον πατέρα του Μάκη, που με τις γυναίκες φροντίζει να το έχει πάντα δίπορτο, καθώς και τη φιλενάδα του τη Ρόζα, που δεν διστάζει να ξεφορτωθεί τη μάνα της κα το γιο της στέλνοντάς τους σε ιδρύματα.
Όχι μόνο θεματικά, αλλά και υφολογικά νατουραλιστικός ο λόγος του Δενδρινού, χαρακτηρίζεται από τη λεπτομέρεια της περιγραφής και από τους εκτενείς διαλόγους, με αποτέλεσμα ο χρόνος της ιστορίας και ο αφηγηματικός χρόνος να τείνουν προς την ισοχρονία.
Η ψυχρότητα της περιγραφής συστοιχεί με την αποφυγή εντάσεων και δραματικών κορυφώσεων, τις οποίες, όπου υπάρχουν, ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του , τις υποδηλώνει (γι αυτό άλλωστε και επιλέγει τέτοιου είδους αφηγητή, ώστε η υποδήλωση αυτή (understatement) να φανεί στον αναγνώστη φυσιολογική). Χαρακτηριστικό απ' αυτή την άποψη είναι το τέλος του έργου: Όταν η Πάτρα πετάει τη βέρα της και φεύγει χωρίς ο πατέρας να μπορέσει να την ακολουθήσει, σκηνή που περιγράφεται μόλις σε τεσσερισήμισι σειρές, το δραματικό αποτέλεσμα μένει ασχολίαστο (πατέρας και γιος βρίσκονται στο δρόμο, χωρίς σπίτι). Στις επόμενες (και τελευταίες) εννιά γραμμές του έργου ο αφηγητής μας περιγράφει πως προσπάθησε να βγάλει τα καρφωμένα γυαλιά από το πόδι του. "Σκέφτηκα πως, αν ήταν μπροστά η γιαγιά, και είχε παρακολουθήσει τη σκηνή, σίγουρα θα μ' ανάγκαζε να ψάξω αμέσως για τη βέρα, που στοίχισε τόσα λεφτά και όχι να βγάζω κομματιασμένα γυαλιά που δεν άξιζαν δεκάρα. Και αυτή τη φορά, θα είχε πάλι απόλυτο δίκιο, χωρίς καμιά μα καμιά αμφιβολία". Το εντυπωσιακό αυτό εφέ του τέλους μέσω του εφέ "εδώ ο κόσμος χάνεται..." αποτελεί πολύ χαρακτηριστική περίπτωση υποδήλωσης, η οποία αποτελεί και το κύριο υφολογικό χαρακτηριστικό του ψυχρού ύφους του Δενδρινού.
Πρόκειται για ένα βιβλίο ενδιαφέρον, και όντως πολύ διαβαστερό, όπως δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει η Βουγιουκλάκη στην εκπομπή του Βασιλικού.
* Παρεμπιπτόντως, όπως και ο Ξανθούλης, ο Δενδρινός εικονογραφεί το χρόνο της ιστορίας του παραθέτοντας πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής, όπως εικόνες από τη δικτατορία (στα πρώτα χρόνια της οποίας διαδραματίζεται η ιστορία), κινηματογραφικά έργα, την πρωτοεμφανιζόμενη τηλεόραση κ.α., δίνοντάς τους όμως μια έκταση σχεδόν ηθογραφική
ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ, ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΤΟ,Οδυσσέας 1995, σελ.285
Στο ίδιο στίγμα με τη συλλογή διηγημάτων "Ένα πακέτο άρωμα" κινείται και το δεύτερο έργο του Γεράσιμου Δενδρινού, το μυθιστόρημα "Χαιρετίσματα από το νότο". Απεικονίζεται και εδώ η μίζερη ζωή στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας (χώρος δράσης η Μάντρα Αττικής), ιδωμένη με το ψυχρό "μάτι της κάμερας" του ίδιου αφηγητή, του εννιάχρονου Μάκη, που καταγράφει χωρίς να χρωματίζει ή να αξιολογεί.
Στη μυθοπλασία του έργου πρωταγωνιστεί μια γιαγιά. Αντίθετα όμως από τη γιαγιά του αφηγητή στο "Ροζ που δεν ξέχασα" του Ξανθούλη* (τη θυμηθήκαμε γιατί δεν είναι πολλές οι γιαγιάδες που φιγουράρουν πρωταγωνιστικά στην πεζογραφία) η οποία φροντίζει με στοργή τον ορφανό εγγονό της, η γιαγιά του Μάκη δεν θα διστάσει να τον πετάξει στο δρόμο, μαζί με τον πατέρα του, πουλώντας το σπίτι που είχε δώσει ως προίκα στην νεκρή κόρη της, πριν φύγει για την Αμερική, εγκαταλείποντας και τον φίλο της, μη θέλοντας να τον παντρευτεί για να μη χάσει τη σύνταξή της.
Οι ιδιοτέλειες και οι υστεροβουλίες δεν χαρακτηρίζουν μόνο την ίδια. Χαρακτηρίζουν και τον πατέρα του Μάκη, που με τις γυναίκες φροντίζει να το έχει πάντα δίπορτο, καθώς και τη φιλενάδα του τη Ρόζα, που δεν διστάζει να ξεφορτωθεί τη μάνα της κα το γιο της στέλνοντάς τους σε ιδρύματα.
Όχι μόνο θεματικά, αλλά και υφολογικά νατουραλιστικός ο λόγος του Δενδρινού, χαρακτηρίζεται από τη λεπτομέρεια της περιγραφής και από τους εκτενείς διαλόγους, με αποτέλεσμα ο χρόνος της ιστορίας και ο αφηγηματικός χρόνος να τείνουν προς την ισοχρονία.
Η ψυχρότητα της περιγραφής συστοιχεί με την αποφυγή εντάσεων και δραματικών κορυφώσεων, τις οποίες, όπου υπάρχουν, ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του , τις υποδηλώνει (γι αυτό άλλωστε και επιλέγει τέτοιου είδους αφηγητή, ώστε η υποδήλωση αυτή (understatement) να φανεί στον αναγνώστη φυσιολογική). Χαρακτηριστικό απ' αυτή την άποψη είναι το τέλος του έργου: Όταν η Πάτρα πετάει τη βέρα της και φεύγει χωρίς ο πατέρας να μπορέσει να την ακολουθήσει, σκηνή που περιγράφεται μόλις σε τεσσερισήμισι σειρές, το δραματικό αποτέλεσμα μένει ασχολίαστο (πατέρας και γιος βρίσκονται στο δρόμο, χωρίς σπίτι). Στις επόμενες (και τελευταίες) εννιά γραμμές του έργου ο αφηγητής μας περιγράφει πως προσπάθησε να βγάλει τα καρφωμένα γυαλιά από το πόδι του. "Σκέφτηκα πως, αν ήταν μπροστά η γιαγιά, και είχε παρακολουθήσει τη σκηνή, σίγουρα θα μ' ανάγκαζε να ψάξω αμέσως για τη βέρα, που στοίχισε τόσα λεφτά και όχι να βγάζω κομματιασμένα γυαλιά που δεν άξιζαν δεκάρα. Και αυτή τη φορά, θα είχε πάλι απόλυτο δίκιο, χωρίς καμιά μα καμιά αμφιβολία". Το εντυπωσιακό αυτό εφέ του τέλους μέσω του εφέ "εδώ ο κόσμος χάνεται..." αποτελεί πολύ χαρακτηριστική περίπτωση υποδήλωσης, η οποία αποτελεί και το κύριο υφολογικό χαρακτηριστικό του ψυχρού ύφους του Δενδρινού.
Πρόκειται για ένα βιβλίο ενδιαφέρον, και όντως πολύ διαβαστερό, όπως δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει η Βουγιουκλάκη στην εκπομπή του Βασιλικού.
* Παρεμπιπτόντως, όπως και ο Ξανθούλης, ο Δενδρινός εικονογραφεί το χρόνο της ιστορίας του παραθέτοντας πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής, όπως εικόνες από τη δικτατορία (στα πρώτα χρόνια της οποίας διαδραματίζεται η ιστορία), κινηματογραφικά έργα, την πρωτοεμφανιζόμενη τηλεόραση κ.α., δίνοντάς τους όμως μια έκταση σχεδόν ηθογραφική
Friday, January 2, 2009
Sanjay Leela Bhansali-Devdas και Mira Nair, «Ο γάμος των μουσώνων»
Δεν είχα σκοπό να γράψω πάλι για ταινίες, αλλά μου πέσανε δυο μαζεμένες, ινδικές, Devdas και «Ο γάμος των μουσώνων».
Ας ξεκινήσουμε με τη δεύτερη.
Και πρώτα από το ανθρωπολογικό στοιχείο. Ο πατέρας της νύφης παραπονιέται στον διακοσμητή ότι βάζει άσπρο χρώμα στην τέντα. «-Δεν έχουμε κηδεία», του λέει.
Τελικά ο συμβολισμός των χρωμάτων σε μεγάλο βαθμό είναι ζήτημα σύμβασης. Το άσπρο είναι το χρώμα του πένθους στην Ανατολή. Το είδαμε και στα «Όνειρα» του Κουροσάβα. Και κάπου διάβασα ότι το λευκό ήταν επίσης το χρώμα του πένθους σε κάποιες ελληνικές πόλεις στην αρχαιότητα.
Με φόντο το γάμο βλέπουμε διάφορα πρόσωπα, τις προσωπικές τους ιστορίες, τις τραυματικές τους εμπειρίες, τα ειδύλλιά τους. Υπάρχει χορός, πολύς χορός, παραδοσιακός ινδικός χορός. Όλη η ταινία έχει μια πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα, γεμάτη κέφι.
Το Devdas (η ταινία έχει τον τίτλο από το όνομα του ήρωα) είναι ένα μελόδραμα, που όμως μας άρεσε. Αφενός γιατί είναι μια πολύ καλογυρισμένη ταινία, και αφετέρου εξαιτίας του ανοικειωτικού εφέ που δημιουργεί ο ινδικός εξωτισμός. Θυμίζει πολύ τον Ερωτόκριτο, παρά το unhappy end. Και πρώτα πρώτα από τον τίτλο: το έργο ονοματίζεται από τον ήρωα και όχι από την ηρωίδα. Οι γονείς είναι πάλι το εμπόδιο, εδώ του Devdas, που κοινωνικά είναι πιο πάνω από την Παρό. Ο έρωτάς τους δεν ολοκληρώνεται σεξουαλικά, αφού ο Devdas πεθαίνει, ενώ της Αρετούσας θα ολοκληρωθεί μόνο με το γάμο.
Ο Devdas είχε την ευκαιρία να πάρει την Παρό και να φύγουν. Δεν το κάνει. Αυτή ενδίδει στις πιέσεις τις οικογένειάς της και παντρεύεται, όμως με ένα λευκό γάμο, μια και ο άντρας της δεν θέλει να απιστήσει στην πεθαμένη γυναίκα του. Την παντρεύτηκε γιατί απλώς ήθελε μια μητέρα για τα παιδιά του. Ο Devdas, μετανιωμένος και απελπισμένος, το ρίχνει στο ποτό. Θα ξεψυχήσει στο κατώφλι του σπιτιού της Παρό. Ήταν εξάλλου ο αίτιος του χωρισμού τους.
Και, για να κάνουμε πάλι τη σύγκριση: Η Μαργαρίτα Γκωτιέ και η Μανόν Λεσκώ ήταν υπαίτιες που η σχέση με τον αγαπημένο είχε άδοξο τέλος. Θα πεθάνουν όμως στην αγκαλιά του. Ο Devdas αντίθετα θα πεθάνει μόνος, πριν προλάβει να περάσει την εξώπορτα η Παρό, που ο άντρας της είχε δώσει εντολή να την κλείσουν. Πριν ξεψυχήσει όμως θα ακούσει τη φωνή της που τον καλεί.
Ταινία τρυφερή, συγκινητική, με την κάμερα να παρακολουθεί τους ήρωες στη φρενιτιώδη κίνησή τους, έκφραση ενός ευτυχισμένου ενθουσιασμού και ενός παράφορου πάθους. Μας άρεσε πολύ αυτή η ταινία, δεν θα ντραπούμε να το πούμε.
Το τέλος το είδα μόλις τώρα. Η διάρκεια της ταινίας ήταν τρεις ώρες, εγώ προγραμμάτισα για τέσσερις, όμως για το κανάλι που την πρόβαλε μια ώρα διαφημίσεις δεν ήταν αρκετές και έτσι έχασα το τέλος, 15 λεπτά. Έκανα τέσσερις μέρες να την κατεβάσω από το ίντερνετ για να το δω. Περίμενα ένα happy end, αλλά δεν το βρήκα. Πάντως δεν είχε τον φαλλοκρατισμό των έργων με τις παραπάνω ηρωίδες, που ο συγγραφέας τις βάζει να πληρώνουν την επιπολαιότητά τους με τη ζωή τους. Ας πληρώσει μια φορά και ο επιπόλαιος ήρωας.
Ας ξεκινήσουμε με τη δεύτερη.
Και πρώτα από το ανθρωπολογικό στοιχείο. Ο πατέρας της νύφης παραπονιέται στον διακοσμητή ότι βάζει άσπρο χρώμα στην τέντα. «-Δεν έχουμε κηδεία», του λέει.
Τελικά ο συμβολισμός των χρωμάτων σε μεγάλο βαθμό είναι ζήτημα σύμβασης. Το άσπρο είναι το χρώμα του πένθους στην Ανατολή. Το είδαμε και στα «Όνειρα» του Κουροσάβα. Και κάπου διάβασα ότι το λευκό ήταν επίσης το χρώμα του πένθους σε κάποιες ελληνικές πόλεις στην αρχαιότητα.
Με φόντο το γάμο βλέπουμε διάφορα πρόσωπα, τις προσωπικές τους ιστορίες, τις τραυματικές τους εμπειρίες, τα ειδύλλιά τους. Υπάρχει χορός, πολύς χορός, παραδοσιακός ινδικός χορός. Όλη η ταινία έχει μια πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα, γεμάτη κέφι.
Το Devdas (η ταινία έχει τον τίτλο από το όνομα του ήρωα) είναι ένα μελόδραμα, που όμως μας άρεσε. Αφενός γιατί είναι μια πολύ καλογυρισμένη ταινία, και αφετέρου εξαιτίας του ανοικειωτικού εφέ που δημιουργεί ο ινδικός εξωτισμός. Θυμίζει πολύ τον Ερωτόκριτο, παρά το unhappy end. Και πρώτα πρώτα από τον τίτλο: το έργο ονοματίζεται από τον ήρωα και όχι από την ηρωίδα. Οι γονείς είναι πάλι το εμπόδιο, εδώ του Devdas, που κοινωνικά είναι πιο πάνω από την Παρό. Ο έρωτάς τους δεν ολοκληρώνεται σεξουαλικά, αφού ο Devdas πεθαίνει, ενώ της Αρετούσας θα ολοκληρωθεί μόνο με το γάμο.
Ο Devdas είχε την ευκαιρία να πάρει την Παρό και να φύγουν. Δεν το κάνει. Αυτή ενδίδει στις πιέσεις τις οικογένειάς της και παντρεύεται, όμως με ένα λευκό γάμο, μια και ο άντρας της δεν θέλει να απιστήσει στην πεθαμένη γυναίκα του. Την παντρεύτηκε γιατί απλώς ήθελε μια μητέρα για τα παιδιά του. Ο Devdas, μετανιωμένος και απελπισμένος, το ρίχνει στο ποτό. Θα ξεψυχήσει στο κατώφλι του σπιτιού της Παρό. Ήταν εξάλλου ο αίτιος του χωρισμού τους.
Και, για να κάνουμε πάλι τη σύγκριση: Η Μαργαρίτα Γκωτιέ και η Μανόν Λεσκώ ήταν υπαίτιες που η σχέση με τον αγαπημένο είχε άδοξο τέλος. Θα πεθάνουν όμως στην αγκαλιά του. Ο Devdas αντίθετα θα πεθάνει μόνος, πριν προλάβει να περάσει την εξώπορτα η Παρό, που ο άντρας της είχε δώσει εντολή να την κλείσουν. Πριν ξεψυχήσει όμως θα ακούσει τη φωνή της που τον καλεί.
Ταινία τρυφερή, συγκινητική, με την κάμερα να παρακολουθεί τους ήρωες στη φρενιτιώδη κίνησή τους, έκφραση ενός ευτυχισμένου ενθουσιασμού και ενός παράφορου πάθους. Μας άρεσε πολύ αυτή η ταινία, δεν θα ντραπούμε να το πούμε.
Το τέλος το είδα μόλις τώρα. Η διάρκεια της ταινίας ήταν τρεις ώρες, εγώ προγραμμάτισα για τέσσερις, όμως για το κανάλι που την πρόβαλε μια ώρα διαφημίσεις δεν ήταν αρκετές και έτσι έχασα το τέλος, 15 λεπτά. Έκανα τέσσερις μέρες να την κατεβάσω από το ίντερνετ για να το δω. Περίμενα ένα happy end, αλλά δεν το βρήκα. Πάντως δεν είχε τον φαλλοκρατισμό των έργων με τις παραπάνω ηρωίδες, που ο συγγραφέας τις βάζει να πληρώνουν την επιπολαιότητά τους με τη ζωή τους. Ας πληρώσει μια φορά και ο επιπόλαιος ήρωας.
Subscribe to:
Posts (Atom)
