Book review, movie criticism

Tuesday, March 26, 2013

E. L. James, Πενήντα αποχρώσεις του γκρι



E. L. James, Πενήντα αποχρώσεις του γκρι (μετ. Τιτίνα Σπερελάκη), Πατάκης 2012

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα μυθιστόρημα γεμάτο σεξ και έρωτα

  Το βιβλίο το αγνοούσα. Το έμαθα όταν κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό του εκδότη μου να εκδώσει μια παρωδία του. Του πέρασε απλώς από το μυαλό, όμως εμένα με έπιασε η περιέργεια: τι έχει βρει ο κόσμος σ’ αυτό το βιβλίο και έκανε τέτοια επιτυχία;
  Έτσι το αγόρασα.
  Και κατάλαβα. Έχει τη μαγική συνταγή: Έρωτας και σεξ. Επί πλέον αυτά τα δυο υφαίνονται πάνω στο μοτίβο της Σταχτοπούτας. Το μοτίβο αυτό το συναντώ αρκετά συχνά. Η τελευταία φορά που το είδα ήταν σε ένα κινέζικο σήριαλ, «Η άνοιξη της μικρής Τζου». (小菊的春天 )
  Ο Κρίστιαν είναι μια μυθιστορηματική διπλοτυπία του μακαρίτη του Steve Jobs: υιοθετημένος, θα εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικά ικανό και πλούσιο επιχειρηματία. Η Άνι (Αναστάσια), φτωχή φοιτήτρια, θα ενθουσιαστεί που θα τη μεταφέρει με το ιδιωτικό του ελικόπτερο, και προπαντός που θα κάνει μαζί του αεροπλοῒα. Μάλιστα κάποια στιγμή θα την αφήσει να πιλοτάρει η ίδια. Ουάου!!!! θα αναφωνούν οι αναγνώστριες, που όπως πληροφορούμαι είναι και η πλειοψηφία των αναγνωστών αυτού του βιβλίου.
  Το σασπένς για το πώς θα τελειώσει η σχέση είναι πολύ αδύναμο. Περιμένουμε το χάπι εντ, όπως σε όλα τα ρομάντζα. Έτσι η Τζέημς υφαίνει την πλοκή της σε ένα ακόμη σασπένς: ποια ήταν η δυστυχισμένη παιδική ηλικία του Κρίστιαν που του δημιούργησε τέτοια τραύματα, ώστε να γίνει σαδιστής στον έρωτα και να μη θέλει να τον εγγίζουν;
  Αν σας ενδιαφέρει η απάντηση πρέπει να αγοράσετε και τους άλλους δυο τόμους της τριλογίας. Εκεί θα λυθεί το αίνιγμα.
  Για το σεξ, θα έλεγα, τύφλα να ’χει ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι». Και μόνο το ξεπαρθένεμα της ηρωίδας κρατάει κάπου 12 σελίδες. Στη συνέχεια το σεξ παρεμβαίνει σαν ρεφρέν μέσα στην κυρίως αφήγηση σε μεγάλη συχνότητα, και με κάμποσες σελίδες κάθε φορά. Αυτός είναι ο λόγος, πιστεύω, που το βιβλίο έχει τόσο μεγάλη επιτυχία ανάμεσα στις γυναίκες. Εγώ τις τελευταίες σκηνές σεξ τις πήδηξα. Ένας άντρας αναγνώστης, αντί να διαβάσει σελίδες με σεξ είμαι σίγουρος ότι θα προτιμούσε μια πορνοταινία. Μια γυναίκα όμως είναι δύσκολο να ζητήσει από τον περιπτερά ένα περιοδικό με πορνοταινίες, και σε ένα βιντεοκλάμπ θα ένοιωθε άβολα να νοικιάσει μια τέτοια ταινία. Εξάλλου οι ταινίες αυτές περιέχουν μόνο σεξ, όχι έρωτα, και η γυναίκα θέλει και έρωτα. Η Άνι ομολογεί με απελπισία:
  «Το σεξ είναι καταπληκτικό, είναι πλούσιος και όμορφος (αυτό ξεχάσαμε να το πούμε, ως ευκόλως εννοούμενο, όπως βέβαια και το ότι η Άνι είναι πολύ όμορφη). Όλα αυτά όμως δεν έχουν νόημα χωρίς την αγάπη του, κι αυτό που στ’ αλήθεια με πονάει είναι που δεν ξέρω αν είναι ικανός να αγαπήσει» (σελ. 644).
  Μπορεί να είναι σεξιστικό, αλλά φαίνεται ότι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, οι άνδρες ενδιαφέρονται για το σεξ και οι γυναίκες για τον έρωτα. Αυτό εκφράζει και μια κρητική μαντινιάδα που ανάρτησα πρόσφατα στο blog μου στην κατηγορία «Κι άλλες μαντινιάδες», την οποία προφανώς συνέθεσε γυναίκα.
  «Δεν είμαι εγώ άλλο ένα μ…ί, που θέλεις να γ…ς
είμαι μια ευαίσθητη ψυχή που θέλω ν’ αγαπήσεις»
  Μια συναρπαστική πλοκή δεν κάνει από μόνη της ενδιαφέρον ένα βιβλίο. Σημασία έχει και το ύφος. Η Τζέημς, παρά τις 700 σελίδες του στην ελληνική έκδοση, ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στον πλατειασμό και τη λιτότητα. Αυτό κάνει την ανάγνωση, καθώς κυλάει άνετα, ιδιαίτερα απολαυστική, και αν δεν ζητούσα στη λογοτεχνία κάτι παραπάνω από την αβασάνιστη απόλαυση του κειμένου (lisible κατά Ρολάν Μπαρτ), θα το είχα απολαύσει πραγματικά. Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να τιμηθεί με Όσκαρ, σε καμιά περίπτωση όμως με Χρυσό Φοίνικα.

  Μπάμπης Δερμιτζάκης

Monday, March 25, 2013

Κι άλλες μαντινιάδες-Επίκαιρη (σελ. 47)



Επίκαιρη

Την είδα πριν λίγο στον τοίχο της Anjeza Dielli, μιας συγγραφέως της οποίας το βιβλίο «Το δέντρο στο κρεβάτι μου» παρουσίασα πέρυσι από το Λέξημα.

Αν αγαπάς τη λευτεριά σε ξένους μην ελπίζεις
Πάρτην ο ίδιος αν μπορείς αλλιώς δεν την αξίζεις

Υπογραφή;
Νίκος Καζαντζάκης

Sunday, March 24, 2013

Ελευθερία



Αποφάσισα να ξαναδώ τον Κουροσάβα, τον οποίο θεωρώ κορυφαίο. Από την ταινία «Δεν λυπόμαστε τη νεολαία μας» (1946) πήραμε την ατάκα: 

Η ελευθερία δεν χαρίζεται, είναι κάτι που πρέπει να το κατακτήσεις. 

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BA%CE%AF%CF%81%CE%B1_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%AC%CE%B2%CE%B1

Saturday, March 23, 2013

Αντώνης Δεσύλλας, Κερκυραϊκή πασχαλιά



Αντώνης Δεσύλλας, Κερκυραϊκή πασχαλιά, ΑΛΔΕ 2007, σελ. 84

  Σε πάρα πολλά έργα του ο Αντώνης Δεσύλλας μιλάει για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κέρκυρα. Στην «Κερκυραϊκή πασχαλιά» όμως μιλάει με τρόπο ιδιαίτερα λαογραφικό.
  Αλλά γιατί «Πασχαλιά»;
  Όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου, «Μα πιο πολύ οι κερκυραίοι καμαρώνουμε για το Πάσχα μας. Λέμε ότι έχουμε το καλύτερο Πάσχα στον κόσμο. Κι αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς, που από τοπική διάθεση κινούμενοι δεν θα μπορούσαμε να πούμε τίποτε άλλο, το λένε με την παρουσία τους χιλιάδες επισκέπτες, που κάθε χρόνο έρχονται να απολαύσουν τις μαγικές εικόνες, που η Κέρκυρα χαρίζει εκείνες τις μέρες».
  Για τη δομή του έργου θα αφήσουμε τον Δρ. Γιώργο Ζούμπο να μας μιλήσει στο προλογικό σημείωμα που προηγείται από τον πρόλογο του συγγραφέα.
  «Ο συγγραφέας διαρθρώνει το αφήγημά του σε τέσσερα μέρη, και επιχειρεί στο πρώτο μια διαδρομή στο περιβάλλον όπου θα πραγματοποιηθούν οι εκδηλώσεις, δίνοντας παράλληλα, σε απλή μορφή, μια σειρά ιστορικών στοιχείων.
  Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε τα δρώμενα του τόπου κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι την ημέρα του Πάσχα, ενώ γίνεται αναφορά στους ναούς του ιστορικού κέντρου  και σε όσους στην ευρύτερη περιοχή παρουσιάζουν ιστορικό ενδιαφέρον.
  Το τρίτο μέρος περιλαμβάνει ένα εκτενές και ενδιαφέρον απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα «Βόλτα στη Σπιανάδα». Τα κεφάλαια που έχουν επιλεγεί είναι αυτά τα οποία αναφέρονται στα ήθη και έθιμα των ημερών του Πάσχα, όπως τηρούνταν κατά τα έτη 1955-1956, δίνοντάς μας τη δυνατότητα σύγκρισης εκείνης της όχι μακρινής εποχής με το σήμερα.
  Τέλος, στο τέταρτο μέρος ο συγγραφέας μας παρουσιάζει σύντομα ιστορικά στοιχεία των φιλαρμονικών της Κέρκυρας οι οποίες δραστηριοποιούνται στο νησί από το 1840 και η λειτουργία τους είναι άμεσα συνυφασμένη με την πολιτιστική εξέλιξη του τόπου».
  Αλλά να δώσουμε το λόγο στον Δεσύλλα. Διαβάζουμε:
  «Μπροστά απ’ αυτό το εξαίσια δομημένο σύστημα, απλώνεται η μεγάλη πλατεία της πόλης, η περίφημη Σπιανάδα που αποτελεί χαρά για τον κάθε περιπατητή, δίνοντάς του τη δυνατότητα να απολαμβάνει τον υπερήφανο όγκο του Παλαιού Φρουρίου από τη μια πλευρά και την κοντράδα (σειρά από σπίτια) των κεραμόσκεπων παλαιών κτιρίων από την άλλη, συντροφιά στον περίπατό του. Λένε ότι η Σπιανάδα είναι η μεγαλύτερη πλατεία στα Βαλκάνια. Σίγουρα είναι η ομορφότερη» (σελ. 17).
  Αυτό θα πρέπει να το επιβεβαιώσω. Γιατί εγώ πιστεύω ότι η πιο όμορφη πλατεία της Ελλάδας είναι η πλατεία του χωριού μου, του Κάτω Χωριού Ιεράπετρας, κι ας μην είναι τόσο μεγάλη.
  Διαβάζουμε:
  «Έκτοτε η Κέρκυρα απέκτησε 19 φιλαρμονικές που σήμερα λειτουργούν σε όλους τους Δήμους και μαθητεύουν σ’ αυτές χιλιάδες νέοι. Μ’ αυτό της το πλεονέκτημα σε σχέση, όχι απλά με τις υπόλοιπες πόλεις της χώρας αλλά, αναλογικά με τον πληθυσμό και του κόσμου όλου, η Κέρκυρα δίκαια παίρνει το χαρακτηρισμό του Μουσικού Νησιού. Στη λιτανεία των Βαων όλες οι φιλαρμονικές συνοδεύουν, κατά χρονολογική τάξη» (σελ. 38).
  Πάλι θα κάνω σύγκριση με την Κρήτη. Όταν ήμασταν υπόδουλοι των Ενετών, είχαμε την Κρητική Αναγέννηση. Μετά ήλθαν οι τούρκοι. Τα Ιόνια νησιά, επί αιώνες κτήση των Βενετών, παρά τη οικονομική εκμετάλλευση που υπέστησαν όπως κάθε κατακτημένος λαός, επηρεάστηκαν από την κουλτούρα τους. Και στην κουλτούρα αυτή η μουσική κατείχε μια εξέχουσα θέση.
  Ενδιαφέρον έχουν τα πασχαλινά έθιμα τα οποία παραθέτει ο Δεσύλλας. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε το έθιμο της μαστέλας,
  «Λαϊκό έθιμο, που δημιούργησαν εδώ και δυο γενιές οι άνθρωποι της πιάτσας, οι πινιαδόροι, τοποθετώντας κάτω από την κουκουνάρα μέρες πριν ένα μισοβάρελο (μαστέλα) στολισμένη με κλάδους φοινικιάς και μυρτιές, γεμάτο με νερό, στο οποίο οι διερχόμενοι έριχναν τον οβολό τους. Μόλις από τα γύρω καμπαναριά ακουγόταν το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης, οι πιο χειροδύναμοι απ’ αυτούς τους φακίνους (αχθοφόρους της πιάτσας), άρπαζαν ένα διερχόμενο και τον βούταγαν στη μαστέλα. Μετά αλληλοβρέχονταν, έβρεχαν και τους διερχομένους με το νερό της μαστέλας και όλα κύλαγαν χαρούμενα, όπως γίνεται και στις μέρες μας, έστω και σαν αναπαράσταση του εθίμου» (σελ. 62).
  Ζόρικο έθιμο, ειδικά αν το Πάσχα πέφτει νωρίς και ο καιρός είναι ακόμη κρύος.
  Το βιβλίο συνοδεύεται και από άφθονες φωτογραφίες. Αυτές που είναι ένθετες μέσα στο κείμενο είναι ασπρόμαυρες, ενώ σε ειδικό ένθετο υπάρχουν έγχρωμες φωτογραφίες.
  Θαυμάζουμε την αγάπη του Δεσύλλα για την πατρίδα του, την Κέρκυρα, στην οποία έχει αφιερώσει τόσα βιβλία του. Σίγουρα είναι ένα από τα πιο άξια τέκνα της. Και το παρόν βιβλίο, που γίνεται επίκαιρο καθώς πλησιάζουν οι άγιες μέρες, διαβάζεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον, τόσο από τους κερκυραίους όσο και από τους υπόλοιπους έλληνες, τόσο για το πληροφοριακό του υλικό όσο για το γλαφυρό ύφος του συγγραφέα που κάνει συναρπαστική την αφήγησή του.    

 

 

 

 

Friday, March 22, 2013

Αντώνης Δεσύλλας, Ρίξε κάτι πάνω σου



Αντώνης Δεσύλλας, Ρίξε κάτι πάνω σου, ΑΛΔΕ 2003, σελ. 238

  Το «Ρίξε κάτι πάνω σου» είναι το δεύτερο βιβλίο του Αντώνη Δεσύλλα. Προηγήθηκε το «Μια βόλτα στη Σπιανάδα».  Όπως σ’ εκείνο, έτσι και σ’ αυτό, έχει σαν θέμα την πατρίδα του των παιδικών του χρόνων, σε μια πιο διευρυμένη περιφέρεια. Δεν είναι πια η πλατεία της Σπιανάδας αλλά όλη η Κέρκυρα. Η ιδιαίτερη πατρίδα θεματοποιείται και σε επόμενα βιβλία του, όπως η «Μελωδία κρυστάλλων» και «Σαν παλιό σινεμά».
  Είναι ένα βιβλίο αναμνήσεων, αλλά που δίνεται με μυθιστορηματική μορφή. Ο συγγραφέας ντύνεται την περσόνα του Βασίλη, και σε τριτοπρόσωπη αφήγηση αφηγείται τις εμπειρίες του καθώς και επεισόδια από τη ζωή του, αποκλείοντας έτσι την απόλυτη αυτοβιογραφική ταύτιση.
  Ο Δεσύλλας, μέσα από τις εμπειρίες του Βασίλη, δίνει και την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, έτσι όπως φιλτράρεται μέσα από τη ματιά του μικρού παιδιού. Ο θάνατος του Παπάγου, ο Καραμανλής και η ΕΡΕ, η ΕΔΑ και αργότερα το ΠΑΜΕ, η βία και η νοθεία στις εκλογές του 1961, ο ανένδοτος αγώνα του γέρου της δημοκρατίας, το παλατιανό πραξικόπημα με τους αποστάτες αλλά και τα παντρολογήματα των ανακτόρων, όλα αυτά περνάνε μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ο μικρός Βασίλης βλέπει συχνά με τα ίδια του τα μάτια κάποιους από τους πρωταγωνιστές της νεότερης ιστορίας μας, καθώς η Κέρκυρα αποτελεί θέρετρο και τουριστικό μαγνήτη για πολλές προσωπικότητες.
  «Ο Βασίλης έμπαινε αργά αλλά σταθερά στο νόημα της εποχής της βίας και της νοθείας. Όλες οι καταγγελίες αφορούσαν παρατυπίες σε εκλογικούς καταλόγους με μετεγγραφές ανδρών των σωμάτων ασφαλείας και κινητοποιήσεις στρατιωτικών. Ανάμεσα στ’ άλλα βρέθηκε ότι 218 χωροφύλακες δήλωναν ως μόνιμη κατοικία τους ένα διώροφο σπίτι» (σελ. 144).
  Έχουμε προοδεύσει από τότε. Μετά τη μεταπολίτευση δεν ξανάκουσα για νοθεία στις εκλογές. Έμειναν μόνο το ρουσφέτι και οι πελατειακές σχέσεις.
  Δίπλα στο Βασίλη παρουσιάζονται και γραφικές προσωπικότητες της Κέρκυρας εκείνης της εποχής. Η κυρά Λούλα είναι η κουτσομπόλα της γειτονιάς, και όλοι πρέπει να προσέχουν τα λόγια τους μπροστά της, γιατί κάποιες απρόσεχτες κουβέντες, από αφέλεια δικιά της, μπορούν να φτάσουν στα αυτιά της ασφάλειας. Όσο για το Νίκο τον Βαρότση, αυτός «είναι η ζωντανή ιστορία του κόμματος» (σελ. 181). Από τους πρώτους σοσιαλιστές της χώρας, θα βάλει υποψηφιότητα με την ΕΔΑ. 
  Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση που το ατομικό φιλτράρεται μέσα από το συλλογικό είναι η ιστορία του πρώτου έρωτα.
  Ο πρώτος έρωτας έχει πάντα ένα τέλος, αλλιώς δεν θα ήταν ο πρώτος αλλά ο μόνος. Έτσι και ο έρωτας του Βασίλη είχε ένα τέλος. Αλλά γιατί;
  «Η Σοφία ήταν από αριστερή οικογένεια και δεχόταν σε απόλυτο βαθμό την αριστερή ιδεολογία. Ήταν μια μικρή επαναστάτρια. Έτσι όσο μεγάλωνε έβλεπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να κάνει παρέα με κάποιον οπαδό του αστικού κατεστημένου. Με κάποιον που έτρεχε ξωπίσω από τα αστικά κόμματα και νόμιζε ότι κάτι άλλαξε με την άνοδο του Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου στο τιμόνι της χώρας… Ξέκοψε κάπως απότομα από την παρέα της με τον Βασίλη. Τα αισθήματά της γι’ αυτόν υποχώρησαν πίσω από το ιδεολογικό της φρόνημα. Αυτός είναι αλήθεια ότι στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά κατάλαβε ότι αυτά συμβαίνουν» (σελ. 191-192) για να καταλήξει ο αφηγητής με τους στίχους από το γνωστό τραγούδι της εποχής: «Ότι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο, οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο» (σελ. 192).   
  Διαβάζουμε:
  «Ακόμη κι όταν βιαστικός έτρεχε να παρακολουθήσει την κινηματογραφική παράσταση στα θερινά σινεμά της γειτονιάς του μια φωνή πάντα του υπενθύμιζε με τον πιο προστατευτικό τρόπο: -Ρίξε κάτι πάνω σου, θα κρυώσεις» (σελ. 70). Συνηθισμένη ατάκα των μανάδων, και γι’ αυτό ο Δεσύλλας τη χρησιμοποιεί σαν τίτλο του βιβλίου. Κάτι ανάλογο βρήκα σε κάποιο από τα χιουμοριστικά που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.
  Η μάνα στον Batman. –Πού πας γιέ μου;
–Έξω
–Χωρίς την μπέρτα; Θα κρυώσεις.
–Άσε μας ρε μάνα.
  Διαβάζουμε:
  «Το έθνος δεν ήθελε την μαλλιαρή στα σχολικά βιβλία. Ωστόσο ο λαός έλεγε το ψωμί ψωμάκι ενώ οι καθαρευουσιάνοι  έλεγαν τους άρτους, αρτίδια» (σελ. 40).
  Και θυμήθηκα ένα ανέκδοτο από τα «Διάφορα» του Μιχάλη Χουρδάκη-Νίσπιτα.
  Συμβουλεύει κάποιος καθαρευουσιάνος έναν κουλουρά καθώς τον άκουγε να διαφημίζει την πραμάτεια του φωνάζοντας δυνατά: Ψωμάκιααα, εδώ τα καλά ψωμάκιαααα!!!!
  -Να μη λες «ψωμάκια» γιατί μπορεί να μπερδέψει κάποια στιγμή η γλώσσα σου και να πεις κάτι άλλο. Να λες «αρτίδια».
  -Αυτό έλεγα παλιά, και κάποια φορά μπέρδεψε η γλώσσα μου.   
  Διαβάζουμε:
  «Σ’ αυτές τις εκλογές της 3ης Νοέμβρη του εξηντατρία ο Βασίλης είχε την ευκαιρία να κερδίσει τα πρώτα χρήματα της ζωής του» (σελ. 170).
  Θυμούμαι κι εγώ, σ’ αυτές τις εκλογές της 3ης Νοέμβρη του εξηντατρία, που πρωτόβαλα μακρά παντελόνια.
  Διαβάζουμε: «…νέες περιπέτειες και αγώνες περίμεναν το Βασίλη κι όλους όσους είχαν πιστέψει ότι…». Κι όλους όσους είχαν πιστέψει. Μπορεί ο αγώνας ανάμεσα στην καθαρεύουσα και στη δημοτική να έληξε με νίκη της δημοτικής, όμως μπήκε από την πίσω πόρτα μια άλλη γλώσσα που δεν μιλιέται. Είναι η επιτηδευμένη γλώσσα κάποιων που όχι μόνο λεξιλαγνικά χρησιμοποιούν λέξεις της παλιάς καθαρεύουσας, αλλά και τύπους που αποφεύγει η καθομιλουμένη. Στον προφορικό λόγο χρησιμοποιούμε την έλξη του αναφορικού, που την χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι, ενώ τώρα είναι διαδεδομένη η πρακτική να την αποφεύγουν. Έτσι κάποιοι θα έγραφαν «όλους όσοι είχαν πιστέψει» και όχι «όλους όσους είχαν πιστέψει», όπως γράφει ο Αντώνης. Κι εγώ χρησιμοποιώ την έλξη του αναφορικού στο γραπτό μου λόγο, καθώς προσπαθώ να γράφω όπως μιλάω.
  Η επιτυχία του βιβλίου ήταν αναμενόμενη, μετά το εξαίσιο δείγμα γραφής που έδειξε ο Αντώνης Δεσύλλας με το «Μια βόλτα στη Σπιανάδα». Αυτό βέβαια αποδείχτηκε και με τα επόμενα βιβλία του, για τα οποία θα μιλήσουμε στην εκδήλωση που οργανώνει η Κερκυραϊκή Ένωση Αθηνών «Ο άγιος Σπυρίδων» σε συνεργασία με τις εκδόσεις ΑΛΔΕ την τρίτη, 26 Μαρτίου, στις 18.15 στο εντευκτήριο του συλλόγου, Δερβενίων 16 Εξάρχεια. Είσθε όλοι ευπρόσδεκτοι.