Book review, movie criticism

Wednesday, September 23, 2015

Friedrich Nietzsche, Ευρωπαϊκός μηδενισμός



Friedrich Nietzsche, Ευρωπαϊκός μηδενισμός (μετ. Ι. Ζερβού), Εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις 1962, σελ. 108.

  Διαβάζω στην εισαγωγή του μεταφραστή:
  «Το έργο αυτό («Η θέληση της δύναμης-δοκίμιο μεταμόρφωσης όλων των αξιών») που το άφησε ανεπεξέργαστο, αλλά συνολικά σχεδόν σχεδιασμένο, το είχε διαιρέσει σε τέσσερα ξέχωρα βιβλία, ως εξής:
  Βιβλίο πρώτο: «Ο Ευρωπαϊκός μηδενισμός».
  Βιβλίο δεύτερο: «Κριτική των ανώτερων αξιών».
  Βιβλίο τρίτο: «Αρχή (κανόνας) νέας εκτίμησης».
  Βιβλίο τέταρτο: «Πειθαρχία και επιλογή» (σελ. 10).
  Διαβάσαμε το βιβλίο, δεν βρήκαμε αυτή την κατάταξη. Η αδελφή του που επιμελήθηκε την μεταθανάτια έκδοση του έργου του έκανε φαίνεται διαφορετική κατάταξη. Υπάρχουν αποσπάσματα στον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» που δεν τα συνάντησα στη «Θέληση της δυνάμεως». Είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό γιατί θα το θυμόμουν, όπως το παρακάτω:
  «Ο ρούσικος πεσιμισμός (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι)· ο αισθητικός πεσιμισμός, η τέχνη για την τέχνη… ο πεσιμισμός στη θεωρία της γνώσης (Σοπενάουερ, η φαινομενοκρατία)…» (σελ. 74). Όλο το 54 είναι σημειώσεις για περαιτέρω επεξεργασία.
  Εν πάση περιπτώσει, έχοντας γράψει ήδη για τις γενικές απόψεις του Νίτσε δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι, προχωρώ κατευθείαν στο σχολιασμό των αποσπασμάτων. Να πούμε μόνο πως η μετάφραση του Γιάννη Ζερβού έγινε το 1931, με τις γλωσσικές ιδιομορφίες της εποχής τις οποίες προσπάθησα να εξομαλύνω.
  Παρόλο που πρόκειται για έργο που δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί ο Νίτσε, και κάποια αποσπάσματα δεν είναι παρά σκέψεις που τις κατέγραψε βιαστικά, αρκετά όμως έχουν μια διαύγεια και μια λαμπρότητα που στέκουν και χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Τέτοια είναι αρκετά συγκριτολογικά αποσπάσματα όπου ο Νίτσε αναφέρεται στα κύρια χαρακτηριστικά του αιώνα του και των περασμένων αιώνων, όπως και τα αποσπάσματα στα οποία αναφέρεται σε μουσικούς και συγγραφείς. Συχνά τα δυο συμπλέκονται, όπως: «Ο Καντ με τη θεωρία του «πρακτικού λόγου», με τον ηθικό φανατισμό του ανήκει εξ ολοκλήρου στον δέκατο όγδοο αιώνα» (σελ. 54).
  Ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος κι εγώ μου άρεσαν τα σχετικά αποσπάσματα, και έτσι θα παραθέσω ένα πολύ χαρακτηριστικό.
  «Ρουσσώ: Ο κανόνας βασισμένος πάνω στο αίσθημα, η φύση σαν πηγή της δικαιοσύνης, η βεβαίωση ότι ο άνθρωπος τελειοποιείται αναλόγως με το πόσο πλησιάζει στη φύση (κατά τον Βολταίρο, αναλόγως με το πόσο απομακρύνεται από τη φύση). Οι αυτές εποχές για τον ένα είναι εποχές προόδου της ανθρωπότητας και για τον άλλο εποχές αύξησης της αδικίας και της ανισότητας» (σελ. 57).
  Και:
  «Ο Ρουσσώ, μ’ όλη την [ταπεινή] καταγωγή του είναι περήφανος για ό,τι είναι αλλά γίνεται έξω φρενών όταν του το θυμίζουν… Ο Ρουσσώ βέβαια είχε διαταράξεις φρενικές, ο Βολταίρος είχε υγεία κι αλαφροσύνη σπάνιες. Ο Ρουσσώ είχε τη μνησικακία του αρρώστου· οι περιοδικές εποχές της τρέλας του είναι οι εποχές της μισανθρωπίας του και της δυσπιστίας του» (σελ. 58).
  Διαβάζουμε για το μηδενισμό:
  «Φτάνει στο ανώτατο της σχετικής δύναμής του όταν εκδηλώνεται σαν βίαιη δύναμη καταστροφής, σαν ενεργητικός μηδενισμός. Το αντίθετό του θα μπορούσε να ’ναι ο κουρασμένος μηδενισμός, που δεν επιτίθεται πια: η περιφημότερη μορφή τούτου είναι ο βουδισμός, που είναι μηδενισμός παθητικός με συμπτώματα αδυναμίας» (σελ. 19).
  Διαβάζουμε: «πέραν του καλού και του κακού» (σελ. 32). Η φράση αυτή επανέρχεται σαν λάιτ μοτίφ στα κείμενά του, και όχι μόνο σ’ αυτό το βιβλίο, όπως στα δικά μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» και «Οι ρίζες της σύμπτωσης».
  «…εφόσον η μάζα κυβερνά, τυραννεί αυτή τους εξαιρετικούς ανθρώπους και συνεπώς τους κάνει να χάσουν την πίστη στον εαυτό τους και τους σπρώχνει στον μηδενισμό» (σελ. 38).
  Είναι κι αυτό μια άποψη, που δεν νοιώθω υποχρεωμένος να τη συμμεριστώ.  
  Θα τελειώσουμε με μια αποφθεγματική παρατήρηση για τον μηδενισμό: «Ο μηδενισμός δεν είναι αιτία, αλλά μόνο η λογική της παρακμής» (σελ. 93).
  Αλλά με τον Νίτσε θα συνεχίσουμε.

Tuesday, September 22, 2015

Friedriech Nietzsche, Η θέληση της δυνάμεως



Friedriech Nietzsche, Η θέληση της δυνάμεως (μετ. Ιωάννα Μπαζίλη), Ενωμένοι εκδότες 1961

Η «Θέληση της δυνάμεως» είναι το τελευταίο έργο του Νίτσε. Το είχε προαναγγείλει, όμως φαίνεται ότι εγκατέλειψε το σχέδιο πριν το ολοκληρώσει, και κάποια αποσπάσματα τα χρησιμοποίησε για τα έργα του «Το Λυκόφως των ειδώλων» και τον «Αντίχριστο». Μετά το θάνατό του η αδελφή του Ελίζαμπεθ εξέδωσε αδημοσίευτα αποσπάσματα με αυτό τον τίτλο, λέγεται όμως ότι παραποίησε κάποια ώστε να είναι σύμφωνα με τις αντισημιτικές της αντιλήψεις. Οι ναζί επωφελήθηκαν αρκετά απ’ αυτό το έργο.
Δεν ξέρω την έκταση της επέμβασης της αδελφής, όμως στο έργο εγώ αναγνωρίζω τον γνωστό μου Νίτσε, τον πολέμιο του χριστιανισμού, της ηθικής του που την χαρακτηρίζει ως ηθική δούλων («Αυτό το βιβλίο κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της ηθικής» (σελ. 48), με τα βέλη του να στρέφονται κυρίως κατά του οίκτου και της αγάπης προς τον πλησίον.
Έχω γράψει γενικά για τον Νίτσε στην προηγούμενη ανάρτησή μου για το «Πέραν του καλού και του κακού» (σε κάθε καινούρια ανάρτησή μου για τον Νίτσε δίνω τον σύνδεσμο της προηγούμενης) και έτσι θα περάσω κατευθείαν στην παράθεση αποσπασμάτων.
«Έχουμε ανάγκη από την πλάνη για να θριαμβεύσουμε πάνω σ’ αυτή την πραγματικότητα, σ’ αυτή την «αλήθεια», δηλαδή για να ζήσουμε… Πόσο είναι απαραίτητο το ψέμα στη ζωή, αυτό ακόμη αποτελεί μέρος αυτής της τρομακτικής και ύποπτης ζωής» (σελ. 14).
Όταν έγραφα το βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» δεν θυμόμουνα ότι είχα συναντήσει τη βασική θέση του στον Νίτσε. Δεν το θυμόμουνα γιατί δεν είναι από τις κεντρικές ιδέες του, και ενώ έχω ξαναδιαβάσει σχεδόν όλα του τα έργα, πρώτη φορά τη συναντώ.
«Η τέχνη και τίποτα άλλο από την τέχνη! Είναι αυτή που μας πείθει να ζήσουμε, που μας πείθει να τη ζήσουμε. Η τέχνη, μόνη δύναμη που αποτελεί θαυμάσιο αντιστάθμισμα σ’ όλα όσα μας αναγκάζουν ν’ αρνηθούμε τη ζωή, δύναμη αντιχριστιανική, αντιβουδιστική, αντιμηδενιστική κατ’ εξοχήν. Η τέχνη, σωτηρία για όποιον βλέπει και θέλει να δει το φοβερό αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα της ζωής, που φθάνει στην τραγική αντίληψη. Η τέχνη, απολύτρωση του ενεργητικού ανθρώπου εκείνου, που δεν ικανοποιείται μόνον να βλέπει το φοβερό και αμφίβολο χαρακτήρα της ζωής, αλλά τη ζει, θέλει να τη ζήσει. Ο μαχητικός άνθρωπος, ο ήρωας. Η τέχνη, απολύτρωση του ανθρώπου που υποφέρει, οδός που οδηγεί σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο πόνος είναι εκούσιος, μεταμορφωμένος, θεοποιημένος, όπου ο πόνος είναι μια μορφή της υπέρτατης εκστάσεως» (σελ. 15-16).
Είναι ίσως το ωραιότερο απόσπασμα που έχω διαβάσει σχετικά με την τέχνη.
«Υπέρτατη κατάσταση στην οποία μπορεί να φθάσει ένας φιλόσοφος: μια διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή. Η συνταγή μου γι’ αυτό είναι: amor fati» (σελ. 21).
Αγάπη της μοίρας.
Ο Ζορμπάς είναι εκείνος που αποδέχεται μεν τη μοίρα, τη μοίρα σαν την υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, αλλά δεν την αγαπά. «Δεν υπογράφω», θυμάμαι τη χαρακτηριστική του δήλωση.
Φαντάζομαι και ο Καζαντζάκης.
Το ίδιο κι εγώ.
Δεν θα παραθέσω το απόσπασμα, αλλά νομίζω δεν τόνισα αρκετά την αγάπη του Νίτσε για την ελληνική αρχαιότητα και ιδιαίτερα για τους προσωκρατικούς. Φοιτητής, προπονώντας τα γαλλικά μου, μετέφρασα το «Η γέννηση της φιλοσοφίας τον αιώνα της ελληνικής τραγωδίας», μετάφραση που έμεινε ανέκδοτη.
Βρήκα όμως παρακάτω ένα άλλο, επιγραμματικό:
«Η Ελλάδα έχει για μας την αξία που έχουν οι άγιοι για την καθολική εκκλησία» (σελ. 160).
«Ίσως γνωρίζω καλύτερα από καθένα γιατί ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που ξέρει να γελά. Μόνος αυτός υποφέρει πολύ βαθιά τόσο, ώστε να είναι υποχρεωμένος να επινοήσει το γέλιο» (σελ. 26).
Θα διαφωνήσω ως προς το «μόνο ον», αλλά σίγουρα το γέλιο είναι αντικαταθλιπτικό.
«Και επί πλέον η ελάχιστη πρωτότυπη δημιουργία είναι ανώτερη από μια ανάλυση σχετική μ’ ό,τι έχουν δημιουργήσει οι άλλοι» (σελ. 31).
Τώρα με ξέσκισε!!!
Μαθαίνουμε: «Ο Βύρων δεν ανεχόταν να βλέπει γυναίκα την ώρα του φαγητού» (σελ. 41).
«Οι ανώτεροι άνθρωποι πρέπει να κηρύξουν τον πόλεμο κατά του όχλου» (σελ. 128).
Οι ανώτεροι άνθρωποι σίγουρα δεν είναι οι πολιτικοί. Αυτοί δεν κηρύσσουν τον πόλεμο κατά του όχλου, απλά τον παραμυθιάζουν για να τους ακολουθήσει.
«Δεν ενδιαφέρει το να βαδίζεις μπροστά (πράγμα που επιτρέπει κυρίως να είσαι ποιμήν, δηλαδή αυτός που έχει περισσότερο ανάγκη το ποίμνιο), αλλά το να βαδίζεις επάνω στο δικό σου δρόμο, το να μπορείς να διαφέρεις από τους άλλους» (σελ. 141).
Volonté de différer.
«Πολιτισμός σλαβο-γερμανομεσημβρινός – ο πιο ταπεινός, αλλά και ο πιο ρωμαλέος και ο πιο δραστήριος».
Πώς της ξέφυγε της αδελφής του. Ο Χίτλερ θα ανατρίχιασε διαβάζοντας αυτό το σλαβο-γερμανο…
«Η οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης θα επέλθει αναγκαστικά…» (σελ. 149).
Ναι, τρομάρα μας.
«Η απλότητα της ζωής, της ενδυμασίας, της κατοικίας, της τροφής είναι σημεία του πιο καλλιεργημένου γούστου» (σελ. 168).
Αυτό, καλύτερα να το αφήσω ασχολίαστο.
«Δεν υπάρχει τέχνη πεσιμιστική. Η τέχνη καταφάσκει. -Τι απολύτρωση να διαβάζει κανείς Ντοστογιέφσκι» (σελ. 177).
  Όμως στον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» (η επόμενη ανάρτηση) διαβάζω: «Ο ρώσικος πεσιμισμός (Τολστόι-Ντοστογιέφσκι)» αρ. 54. Να μην ξεχνάμε ότι κάποιες φορές οι συγγραφείς αντιφάσκουν.
 «Παραπονούνται για τη διαφθορά του πλήθους. Ας υποθέσουμε ότι απεκαλύπτετο, η ευθύνη θα ξανάπεφτε στους καλλιεργημένους εκλεκτούς. Το πλήθος δεν είναι ούτε ανώτερο ούτε κατώτερο από τους εκλεκτούς. Είναι κακό και διεφθαρμένο στο μέτρο ακριβώς που εμφανίζονται διεφθαρμένοι οι εκλεκτοί. Με τον τρόπο που ζούνε χρησιμεύουν σ’ αυτό ως αρχηγοί. Το ανεβάζουν ή το διαφθείρουν ανάλογα με το αν ανεβαίνουν ή διαφθείρονται οι ίδιοι» (σελ. 183).
Ας το αφήσουμε κι αυτό ασχολίαστο.           
«Επίσης όσο το δυνατόν ολιγότερο κράτος!» (σελ. 219).
Το ότι ο Νίτσε θα ήταν νεοφιλελεύθερος πριν τον νεοφιλελευθερισμό δεν μπορούσα να το φανταστώ.
Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου για μένα είναι το τέλος του, όπου σχολιάζει συγγραφείς και μουσικούς. Μιλάει ξανά εκτενώς για τον Σταντάλ, τον οποίο εκτιμάει απεριόριστα.
Αυτά προς το παρόν για τον Νίτσε.

Sunday, September 20, 2015

Radu Mihăileanu Live and become

  
  Όπως και με τα κείμενα έτσι και με τις ταινίες, δεν απολαμβάνεις μόνο αλλά μαθαίνεις κιόλας. Βλέποντας το «Ζήσε και γίνε» έμαθα στην εισαγωγή της ταινίας για την Operation Moses, την «Επιχείρηση Μωυσής», μέσω της οποίες λοιμοκτονούντες Εβραίοι της Αιθιοπίας (μαύροι, απόγονοι του Σολομώντα και της βασίλισσας του Σαββά) σε στρατόπεδα προσφύγων στο Σουδάν μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ. Κάποιοι χριστιανοί δήλωσαν εβραίοι για να γλιτώσουν. Αργότερα, όσους ανακάλυψαν, τους έστειλαν πίσω.
  Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο διαδραματίζεται η ιστορία. Η μητέρα του Σλομόν (Σολομώντα) στέλνει το παιδί της με μια Εβραία, που το δικό της παιδί πέθανε, για να γλιτώσει. Η σκηνή του δισταγμού του παιδιού και η επιμονή της μητέρας που το διώχνει στην αρχή της ταινίας είναι εντυπωσιακή.
  Οι Αιθίοπες Εβραίοι δεν ήσαν χωρίς προβλήματα στο Ισραήλ. Καθώς δεν είχαν κάνει περιτομή στην πατρίδα τους, πιέζονταν τώρα να την κάνουν. Επιπλέον αντιμετώπιζαν τον ρατσισμό των λευκών Ισραηλιτών.
  Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό υπάρχει και μια ιστορία αγάπης, ανάμεσα στον μαύρο Σλομόν και στην λευκή Σάρα. Τα σύνορα της αγάπης είναι διπλά εδώ: θρησκευτικά και φυλετικά. Όμως και τα δυο υπερπηδούνται.
  Θα μαρτυρήσουμε το τέλος: τη συγκινητική συνάντηση του Σλομόν με τη μητέρα του στο στρατόπεδο προσφύγων. Με μια κραυγή χαράς της μητέρας και με ένα πανοραμικό πλάνο από ψηλά τελειώνει η ταινία.

Tuesday, September 15, 2015

Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού



Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού (μετ. Μίνας Ζωγράφου Κ. Μεραναίου), εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 183

   Μια ώρα πριν αναχωρήσω από το χωριό μου για το Ηράκλειο επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, και αφού είχα τακτοποιήσει τα πάντα και φορτώσει το αυτοκίνητο, είπα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία που έχω σε τρία μεγάλα αποθηκευτικά πλαστικά κουτιά, μήπως υπήρχαν εκεί μέσα κάποια που θα ήθελα να διαβάσω άμεσα. Και ανακάλυψα ένα χαμένο θησαυρό, δυο βιβλία του Νίτσε που αγόρασα στα μαθητικά μου χρόνια και που θεωρούσα χαμένα, το «Πέραν του καλού και του κακού» και το «Η θέληση της δυνάμεως». Ξεκίνησα με το πρώτο.
  «Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε» διάβασα όλα τα βιβλία που είχα αγοράσει μαθητής. Σε κάθε τελευταία ανάρτηση παρέπεμπα στο σύνδεσμο της προηγούμενης, έτσι ώστε αν κάποιος έχει την περιέργεια, μπορεί να δει τι έγραψα γι’ αυτόν.
  Θα ξαναγράψω σε συντομία πράγματα που έχω ήδη γράψει, αυτά που έχω στο μυαλό μου για τον Νίτσε, πριν αρχίσω να ξεφυλλίζω για να παραθέσω και να σχολιάσω αποσπάσματα.
  Ο Νίτσε γράφει σαν ποιητής. Το ύφος του είναι ποιητικό, και τα κείμενά του είναι σύντομα σαν ποιήματα, γραμμένα (σαν) σε στιγμές έμπνευσης. Συχνά καθένα φέρει έναν αριθμητικό δείκτη. Η θεματική κατάταξη πιθανότατα έγινε εκ των υστέρων.
  Και τώρα για τις βασικές ιδέες του.
  Ο Νίτσε περιφρονεί τον λαό και τη χριστιανική ηθική, την οποία θεωρεί ως ηθική δούλων. Ιδιαίτερα καταφέρεται εναντίον του οίκτου. Η αριστοκρατία είναι αυτή που δημιουργεί πολιτισμό. Υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές. Η γερμανική φυλή υποτίθεται ότι είναι η ανώτερη φυλή, όμως δεν της χαρίζεται. Και στις ανώτερες φυλές υπάρχει ο όχλος. Η θέληση για δύναμη χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Αν υπάρχει κάποιο νόημα στη ζωή, αυτό είναι η έλευση του υπεράνθρωπου. Μόνο οι παρακμιακοί, οι κουρασμένοι από τη ζωή, είναι απαισιόδοξοι. Η μοναξιά είναι η φυσική συνθήκη ζωής του φιλοσόφου:
  «…εφόσον είμαστε φίλοι της μοναξιάς, φίλοι από γεννησιμιού, ορκισμένοι, ζηλότυποι, της ίδιας μας της βαθειάς μεσημεριάτικης και μεσονυχτιάτικης, μοναξιάς. Να τι είδους άνθρωποι είμαστε εμείς, εμείς τα ελεύθερα πνεύματα! Και ίσως να είσαστε και σεις, εσείς οι ερχόμενοι, εσείς οι καινούριοι φιλόσοφοι» (σελ. 47).
  Και τώρα κάποια ακόμη αποσπάσματα.
  «…οι πανούργοι συνήγοροι των προκαταλήψεών τους, που τις βαφτίζουν αλήθειες…» (σελ. 12).
  Να ένας ακόμη ενδιαφέρων ορισμός για την αλήθεια.  
  «Κάτω από το κεφάλι της επιθανάτιας κλίνης του δεν βρήκανε καμιά «βίβλο», τίποτα το αιγυπτιακό, το πυθαγόρειο ή το πλατωνικό –αλλά έναν Αριστοφάνη: Πώς ο Πλάτων θα μπορούσε να υποφέρει τη ζωή – μια ζωή ελληνική που της είχε πει όχι – δίχως έναν Αριστοφάνη!» (σελ. 34).
  Θα γενικεύσω: πώς θα μπορούσαμε να υποφέρουμε τη ζωή χωρίς το γέλιο;
  «Ο Σταντάλ προσθέτει ένα τελευταίο χαρακτηριστικό στην εικόνα του ελευθεροστοχαστή φιλοσόφου, ένα χαρακτηριστικό που δεν θα ήθελα να το παραλείψω για το γερμανικό γούστο: -Για νάναι κανένας καλός φιλόσοφος, λέει αυτός ο τελευταίος μεγάλος ψυχολόγος [Μα τι, δεν είχε διαβάσει Ντοστογιέφσκι;] πρέπει νάναι ξηρός, σαφής, δίχως αυταπάτες. Ο τραπεζίτης, που έκανε περιουσία, διαθέτει ένα μέρος από τον χαρακτήρα που απαιτείται για να κάνει ανακαλύψεις στη φιλοσοφία, δηλαδή για να βλέπει καθαρά το υπάρχον» (σελ. 42).
   Ήλθε ενάμισι αιώνα αργότερα ο Σόρος, προς επιβεβαίωση, αν και έκανε αντίστροφη πορεία: ξεκίνησε ως φιλόσοφος αλλά εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για να γίνει χρηματιστής.
   «…της τελευταίας μεγάλης ανταρσίας των σκλάβων που άρχισε με τη Γαλλική Επανάσταση» (σελ. 50).
  Και συνεχίστηκε με την Οκτωβριανή, συμπληρώνω εγώ.
  «Παντού όπου εκδηλώθηκε ως τώρα στη γη η θρησκευτική νεύρωση, τη βρίσκουμε να συνδέεται με τρεις επικίνδυνες εντολές: την μοναξιά, την νηστεία, και την αγνεία» (σελ. 50).
  Δεν το πιστεύω, αλλά το παραθέτω για τη φράση: θρησκευτική νεύρωση.
  Και μια και ο λόγος περί θρησκείας, παραθέτω ολόκληρο το 49.
  «Εκείνο που παραξενεύει στην θρησκευτικότητα των αρχαίων ελλήνων είναι η ξέφρενη αφθονία ευχαριστήσεως που αναδίνει. Τι ευγενές είδους ανθρώπων, που έχουν τέτοια στάση μπροστά στη ζωή! Αργότερα, όταν υπερίσχυσε ο όχλος στην Ελλάδα, ο φόβος κατακλύζει επίσης και τη θρησκεία, τότε προετοιμάζεται ο Χριστιανισμός» (σελ. 52).
  Το τέταρτο κεφάλαιο επιγράφεται «Γνωμικά και ιντερμέτζα». Να παραθέσουμε κάποια.
  112. Εκείνος που νοιώθει τον εαυτό του προορισμένο για τη θεώρηση (Zum Schauen) και όχι για την πίστη, βρίσκει όλους τους πιστούς θορυβώδεις και ενοχλητικούς, τους αποφεύγει (σελ. 67).
  142. Η πιο ντροπαλή φράση που άκουσα ποτέ: Στον αληθινό έρωτα η ψυχή είναι εκείνη που περιβάλλει το σώμα (σελ. 69).
  156. Η παραφροσύνη στο άτομο είναι κάτι σπάνιο, - στις ομάδες, στα κόμματα, στους λαούς, στις εποχές, είναι ο κανόνας (σελ. 70).
  183. Συνταράχτηκα, όχι για το ότι μου είπες ψέματα, αλλά γιατί ποτέ πια δεν μπορώ να σε πιστέψω (σελ. 72).
  Ξέχασα να αναφερθώ στον μισογυνισμό του Νίτσε. Παραθέτω δυο αποσπάσματα.
  144. Όταν μια γυναίκα έχει κλίση για τις επιστήμες, γενικά κάτι δεν πάει καλά στη σεξουαλικότητά της… (σελ. 69).
  Άντε τώρα να χρησιμοποιήσουν ένα τέτοιο επιχείρημα οι ταλιμπάν, που ανατινάζουν μεν ακόμη και τα δημοτικά σχολεία όπου φοιτούν κορίτσια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να «θάψουν» τη σεξουαλικότητα της γυναίκας, και όχι μόνο με τη μπούργκα.   
  147. Απόσπασμα από μια φλωρεντινή νουβέλα –από τη ζωή, άλλωστε: buona femina e mala femina vuol bastone (κι η καλή κι η κακή γυναίκα θέλει ραβδί) – Sacchetti Nov. 86. (σελ. 70).
  Και θυμήθηκα μια κατωχωρίτικη ιστορία, ανέκδοτη προς το παρόν, την έχω αναρτήσει μόνο στο blog. Ο Τζανής, ένας γραφικός τύπος του χωριού όταν εγώ ήμουν κοπέλι, λέει στη γυναίκα του:
  -Γαρεφαλιώ, βάνεις στοίχημα πως θα τις φας;
  Το Γαρεφαλιώ δεν μιλάει.
  -Γαρεφαλιώ, βάλεις δε βάλεις θα τις φας.
  «Το σεξουαλικό ένστικτο εξιδανικεύθηκε ως την αγάπη» (σελ. 78). Ο Φρόιντ μιλάει για «εξύψωση» του σεξουαλικού (και του επιθετικού) ενστίκτου σε αποδεκτές, πολιτισμικές μορφές, όμως δεν τόλμησε να θεωρήσει και την αγάπη ως τέτοια.
  «Άλλοτε, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων Γερμανών, οι πατέρες δεν φοβόνταν να διαθέτουν, ανάλογα με το κέφι τους, τη ζωή και το θάνατο των νεογέννητων» (σελ. 82).
  Τότε που εμείς κτίζαμε Παρθενώνες.
  «Εμείς που θεωρούμε τη δημοκρατική κίνηση σαν μια μορφή παρακμής της πολιτικής διοργάνωσης, αλλά και σαν μορφή παρακμής, δηλαδή καταπτώσεως του ανθρώπου, σαν ισοπέδωση του ανθρώπου και πτώση της αξίας του…» (σελ. 90).
  Όσο κι αν θαυμάζουμε το φιλόσοφο, κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα κουκουλώνουμε.
  Και πάλι για τη γυναίκα:
  «Η μεγάλη της τέχνη είναι το ψέμα, η πιο υψηλή της απασχόληση είναι η εμφάνιση και η ωραιότης» (σελ. 127).
  Και θυμήθηκα την έκπληξη που ένοιωσα μπροστά στην ανενδοίαστη ομολογία μιας φίλης μου: -Το ψέμα το έχω πάνω στα χείλη μου.
  Δηλαδή εντελώς πρόχειρο.
  «Αν η γυναίκα ήταν σκεπτόμενο ον…» (σελ. 127).
  Όχι μόνο είναι ψεύτρα, αλλά δεν έχει και μυαλό.
  «Το να ξεγελαστούμε αναφορικά με το θεμελιώδες πρόβλημα του «άντρα και της γυναίκας», ν’ αρνηθούμε τον βαθύ ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στους δυο και την αναγκαιότητα μιας αιώνια εχθρικής εντάσεως, να ονειρευόμαστε ίσα δικαιώματα, την ίδια διαπαιδαγώγηση και τις ίδιες απαιτήσεις και τα ίδια καθήκοντα, όλα αυτά αποτελούν τυπικές ενδείξεις πνευματικής πλαδαρότητας» (σελ. 129).
  Ώστε οι ταλιμπάν δεν είναι καθόλου πλαδαροί.
  Σε τρεις ολόκληρες σελίδες, στα υπαριθ. 250 και 251, ο Νίτσε μιλάει για τους εβραίους, συχνά με θαυμασμό. Αλλά οι ναζί από τον Νίτσε πήραν μόνο ότι τους συνέφερε. 
  «267. Στους Κινέζους υπάρχει ένα γνωμικό που οι μητέρες το μαθαίνουν στα παιδιά τους: 小心…» (σελ. 166).
  Είπα να κάνω λίγο πλάκα, αλλά βλέποντας το κινέζικο σκέφτηκα ότι το «σιάο σιν» μπορεί να μην είναι γνωμικό, μπορεί να μη σημαίνει «κάνε μικρή την καρδιά σου», δηλαδή να μην έχεις έπαρση, αλλά να σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούν με τη λέξη οι κινέζοι και που λέει κάθε μητέρα στο παιδί της: να είσαι προσεκτικός. Αλλά, ξανασκέφτομαι τώρα που ξαναδιαβάζω τις παραπάνω γραμμές, ίσως η σημασία αυτή να είναι μια νεκρή μεταφορά μιας πρωταρχικής σημασίας «κράτα μικρή την καρδιά σου, μην ξύνεις τη μύτη σου για καυγά».
  Αλλά για τον Νίτσε θα μιλήσουμε άλλες τρεις φορές προς το παρόν – θεού θέλοντος.