Book review, movie criticism

Thursday, June 15, 2017

Francesco Amato, Lasciati andare (Ο γιατρός έχει τρεχάματα 2017)

Francesco Amato, Lasciati andare (Ο γιατρός έχει τρεχάματα 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Στις περισσότερες ταινίες που έχω δει και φιγουράρει ένας ψυχίατρος, αποτελεί πάντα αντικείμενο διακωμώδησης. Ο Ελία δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει εξαίρεση. Παρακολουθούμε πολλά σχετικά χιουμοριστικά επεισόδια, ιδιαίτερα στην αρχή.
  Χωρισμένος, με προβλήματα υγείας, πρέπει κάτι να κάνει, και γρήγορα μάλιστα. Η συμβουλή του γιατρού του είναι να πάει σε γυμναστήριο και να χάσει κιλά.
  Παρένθεση: πώς λέγεται το γυμναστήριο στα ιταλικά; Παλαίστρα. Δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ιδιαίτερα, οι ιταλοί είναι απόγονοι των ρωμαίων που εκστασιάζονταν με τους μονομάχους. Κλείνει η παρένθεση.
  Εκεί θα συναντήσει την Κλαούντια. Είναι γυμνάστρια. Και η γυμνάστρια αυτή θα του αλλάξει τη ζωή. Θα αδυνατίσει, θα πάψει να είναι τσιγκούνης, και θα αρχίσει να ενδιαφέρεται πάλι για το σεξ. Ξανάνιωσε, έγινε άλλος άνθρωπος.
  Όχι, δεν θα το κάνει μαζί της, εξάλλου το μυαλό του είναι στην γυναίκα του, με την οποία βρίσκεται σε μια φιλική διάσταση. Του πλένει τα ρούχα, βγαίνουν μαζί, κ.ά. Η αμοιβαία ζήλεια – να, βγαίνει κι αυτή με κάποιον – θα αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο. Δεν χρειάζεται να πούμε τη συνέχεια, την καταλαβαίνει εύκολα κανείς.
  Όμως η υπόθεση έχει και αστυνομική πλοκή, που ξεκινάει μάλιστα από την αρχή. Ένας τραυλός ληστής μετράει τα βήματα για να ξέρει ακριβώς πού έθαψε τα κλοπιμαία. Μπερδεύεται, δεν είναι σίγουρος. Η Κλαούντια θα τα ανακαλύψει, ένας φουκαράς πελάτης θα βρεθεί δεμένος σε μια ντουλάπα και ο Ελία τα χρειάστηκε όταν ο τραυλός τον απειλούσε με το όπλο του να του πει πού είναι τα κλοπιμαία.
  Να μην τα πούμε όλα, θα κλείσω λέγοντας ότι γέλασα πάρα πολύ με αυτή την κωμωδία· και για μένα το πόσο γελάω είναι αποφασιστικό κριτήριο αξιολόγησης.

  Κα βέβαια δεν είναι το μόνο. Η ερμηνεία του Toni Servillo και της Verónica Echegui στους κύριους ρόλους ήταν εξαιρετική.

Κλειώ Φανουράκη, Ξα μου (2017)

Κλειώ Φανουράκη, Ξα μου (2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μετά το δεκαπεντάλεπτο «Φτου, ξελευτερία για όλους» (2010) και την δωδεκάλεπτη «Μήδεια» (2012) η Κλειώ Φανουράκη (διδάκτωρ θεατρολογίας) μας δίνει την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους που έχει τίτλο «Ξα μου».  
  Τo «Ξα μου» κινείται σε δυο επίπεδα: σε ένα διαχρονικό και σε ένα συγχρονικό. Το διαχρονικό είναι η Κρήτη ανά τους αιώνες. Αναφορά στο Μίνωα, ξενάγηση σε κάποιους αρχαιολογικούς χώρους, η αμπελουργία, το ψάρεμα, η κτηνοτροφία. Το συγχρονικό είναι η Ελλάδα της κρίσης και της ανεργίας. Τα δυο αυτά παντρεύονται με μια έξυπνη πλοκή, ώστε το ντοκιμαντερίστικο να μη μοιάζει σαν τέτοιο, και η πλοκή να τοποθετείται μέσα σε ένα χωροχρονικό πλαίσιο που είναι από μόνο του ενδιαφέρον.
  Ο Τζόνυ είναι, ή μάλλον ήταν, διευθυντής σε μια αλυσίδα ξενοδοχείων. Τώρα είναι απολυμένος και ψάχνει για δουλειά. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να βρει δουλειά αντίστοιχη με τα προσόντα του. Περνάει την ώρα του παίζοντας διαδικτυακά παιχνίδια. Η γυναίκα του, υψίφωνος, του συμπαραστέκεται.
  Η ανεργία δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Κάποιοι δεν έχουν να φάνε. Η Άννα Φόνσου, guest star, του κλέβει τη τσάντα του με τα ψάρια που κουβαλούσε. Ήταν το βραβείο του σε μια παρτίδα σκάκι που κέρδισε, μια βραδιά με παραγάδι και όλη η ψαριά δική του. Μεγαλόψυχα θα της δώσει λίγα ψάρια. Αυτή θα τα πάρει και θα φύγει τρέχοντας.
  Κάνοντας παρέα με τους κρητικούς αρχίζει σιγά σιγά να καταλαβαίνει ότι η δουλειά, η οποιαδήποτε τίμια δουλειά, δεν είναι ντροπή. Ένας φίλος του κρητικός τον παίρνει μαζί τους στο μάζεμα των σταφυλιών. Το μεροκάματο; Ανάλογα με την προκοπή που θα δείξει. Δεν θα δεχθεί λεφτά, λέει, για την πρώτη μέρα.
  Και άλλη προοπτική δουλειάς του ανοίγεται, σε ένα μιτάτο. Θα συνδυασθεί με προώθηση σε ξενοδοχειακούς πελάτες. Έχει και μια προσφορά για διευθυντής σε ένα ξενοδοχείο, φυσικά με χαμηλότερο μισθό. Τα σκέφτεται όλα αυτά.
  Ο γιος του, υποψήφιος φοιτητής, δεν έχει ενδοιασμούς: θα δουλέψει ντελιβεράς. Οι νέοι είναι τελικά πιο ευπροσάρμοστοι στις νέες συνθήκες.
  Η Κρήτη ξεχειλίζει στην ταινία. Αυθεντικοί κρητικοί διάλογοι, και βέβαια μουσική.
  Ακούσαμε και την ατάκα: «Εσείς οι κρητικοί νομίζετε ότι η Κρήτη είναι το κέντρο της γης».
  Εδώ να πούμε ότι οι κινέζοι μας έχουν ξεπεράσει. Zhong guo σημαίνει «η χώρα του κέντρου».
  Θυμήθηκα και το ανέκδοτο.
  -Μπαμπά, τι θα πει σωβινιστής;
  -Σωβινιστής παιδί μου είναι αυτός που πιστεύει ότι η πατρίδα του είναι καλύτερη από την Κρήτη.
  Ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα να ακούσω στο τέλος της ταινίας μαντινάδες σε μια μελωδία που με συνάρπασε όταν την πρωτάκουσα. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχα αρχίσει να μαθαίνω λύρα, όμως βάλθηκα να μάθω τον σκοπό. Και τον έμαθα. Είναι από τους αγαπημένους μου.
  Και ένα δίδαγμα που εξάγεται από την ταινία: μην αφεθείτε εξαιτίας της κρίσης, πάντα υπάρχουν ευκαιρίες για δουλειά, αρκεί να χαμηλώσουμε λίγο τον πήχη. Ο Δαρβίνος το έχει πει: οι οργανισμοί που προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες επιβιώνουν.
  Ο Γιώργος Χωραφάς όπως και οι άλλοι ηθοποιοί ήταν εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους. Αλλά και οι μη ηθοποιοί, οι ντόπιοι, έπαιζαν αυθεντικά τους ρόλους τους που ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους, ρόλους που δεν θα τους είχαν παίξει καλύτερα επαγγελματίες ηθοποιοί.
  Πάρα πολύ μου άρεσε το «Ξα μου» και πιστεύω ότι θα αρέσει και σε σας. Τους κρητικούς ιδιαίτερα θα τους ενθουσιάσει. Εγώ σας συνιστώ ολόθερμα να πάτε να τη δείτε. Αν δεν θέλετε, ξα σας.
 

  

Wednesday, June 14, 2017

Maxim Gorki, Πρώτη αγάπη, Η μάνα, Στα ξένα χέρια.

Maxim Gorki (1868-1936)


Maxim Gorki, Πρώτη αγάπη, Η μάνα, Στα ξένα χέρια.

Μαξίμ Γκόρκι, Πρώτη αγάπη, μετ. Γιώργου Σημηριώτη, Κοροντζή 1980, σελ.104.

  Πριν λίγα χρόνια έγραψα μια μελέτη με τίτλο «Η πρώτη αγάπη του Ιβάν Τουργκένιεφ και του Ιωάννη Κονδυλάκη». Η σλοβένικη μετάφραση Prva ljubezen Ivana Turgenjeva in grskega pisatelja Ioannisa Kondilakisa σε μετάφραση από τα αγγλικά από τη Vera Troha  δημοσιεύτηκε στο Primerjalna Knjizevnost, (Comparative Literature), volume 28, Nr 1, Liubljana, June 2005, σ. 91-97. Από τότε κάνω συλλογή αφηγημάτων με τίτλο ή θέμα «Η πρώτη αγάπη». Μετά τα δύο διηγήματα του Τουργκένιεφ και του Κονδυλάκη ανακάλυψα ένα με τον ίδιο τίτλο του Αργύρη Εφταλιώτη. Ακόμη το τριακοστό πέμπτο κεφάλαιο της «Ισταμπούλ» του Ορχάν Παμούκ τιτλοφορείται επίσης «Πρώτη αγάπη». Ένα από τα διηγήματα που περιέχονται στον τόμο «Γεραπετρίτικη έκφραση 2010» με τίτλο «Το μνημόσυνο» του Λάζαρου Αντωνού έχει επίσης ως θέμα την πρώτη αγάπη.
  Προ ημερών, γυρνώντας από τη Ροζαλία με τον εκδότη μου τον Αλέξανδρο Δεσύλλα (εκδόσεις ΑΛΔΕ) και τη γραμματέα του Χριστίνα Καμπά, βρεθήκαμε μπροστά σε μια σειρά βιβλία που είχε απλώσει ένας νεαρός σε ένα πεζοδρόμιο. Καθώς είναι γραμμένο μέσα στα γονίδιά μου να χαζεύω βιβλία, όπως είναι γραμμένο μέσα στα γονίδια της γυναίκας να χαζεύει βιτρίνες με ρούχα, παπούτσια και κοσμήματα, σταμάτησα να ρίξω μια ματιά. Τα περισσότερα ήσαν θεατρικά έργα. Κοιτάζοντας διαδοχικά τους τίτλους έπεσα πάνω στο διήγημα του Γκόρκι. Ρώτησα πόσο κάνει, πέντε ευρώ μου απαντάει ο νεαρός. Το αγόρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα.
  Το έχω ξαναγράψει, ο έρωτας αναδεικνύεται περισσότερο στη ματαίωσή του. Η ματαίωση θεριεύει το συναίσθημα, ενώ η πλήρωση το αποδυναμώνει. «Ένας χρόνος το περισσότερο» τραγουδάει ο Καρβέλας. Και στο διήγημα αυτό του Γκόρκι υπάρχει η πλήρωση, με το αναπόφευκτο τέλος.
  Όχι όμως από την αρχή. Ο δεκαεπτάχρονος νομίζω τότε Γκόρκι (ο μεταφραστής παραθέτει έξι στοιχεία για να αποδείξει ότι το διήγημα είναι αυτοβιογραφικό) ερωτεύεται μια μεγαλύτερή του κατά δέκα χρόνια γυναίκα. Η γυναίκα αυτή είναι όπως η γυναίκα στο διήγημα του Τουργκένιεφ: με μια ιστορία πίσω της γεμάτη έρωτες. Καρπός ενός από αυτούς τους έρωτες είναι μια μικρή κόρη. Συζεί με έναν άνδρα τον οποίο, όπως και ο Κονδυλάκης στο δικό του διήγημα, ο νεαρός Γκόρκι ζηλεύει αφάνταστα, και συνεχώς μιλάει γι’ αυτόν ειρωνικά. Της εξομολογείται τον έρωτά του αλλά αυτή, ενώ τον διαβεβαιώνει ότι και αυτή τον αγαπά, δεν τολμά να προχωρήσει σε σχέση μαζί του.
  Αν το διήγημα τέλειωνε εδώ, τότε θα ήταν όπως και τα διηγήματα του Τουργκένιεφ, του Κονδυλάκη, του Εφταλιώτη και του Αντωνού: διηγήματα μιας ανολοκλήρωτης πρώτης αγάπης. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι. Μετά από λίγα χρόνια συναντιούνται, και συζούν. Και φυσικά η σχέση αυτή κάποια στιγμή θα τελειώσει. «Αυτό συνέβηκε εδώ και τριάντα χρόνια», μας τοποθετείται ο χρόνος της αφήγησης, αν και, πιθανόν, και παραδόξως ταυτόχρονα, το διήγημα να γράφηκε λίγο χρόνο αφότου διαδραματίστηκε  η ιστορία (όσο και να έψαξα στο διαδίκτυο δεν μπόρεσα να βρω στοιχεία για το διήγημα).  
  Παρεμπιπτόντως, και η ιστορία του Παμούκ κάποια στιγμή τέλειωσε. Η κοπέλα του έφυγε για την Ελβετία.  Της έστειλε πέντε γράμματα, δεν έλαβε καμιά απάντηση. Όλες οι πρώτες αγάπες δεν είναι και οι τελευταίες. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω διαβάσει για καμιά αγάπη «πρώτη και τελευταία». Ούτε και ξέρω δηλαδή.
  Και το δεύτερο διήγημα, όπως μας λέει ο μεταφραστής, είναι αυτοβιογραφικό. Αυτό θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε σε μια άλλη κατηγορία αφηγημάτων, όπου υπάρχει μια κοινωνική διαφορά ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους. Επικεφαλής στη συγγραφή τέτοιων αφηγημάτων θα βάζαμε τον Ντέηβιντ Χέρμπερτ Λώρενς, και πρότυπο έργο τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», που δεν είναι άλλος από τον κηπουρό της. «Η παρθένα και ο τσιγγάνος», το λέει ο τίτλος, είναι ένα διήγημα του ίδιου συγγραφέα που εντάσσεται στην ίδια κατηγορία. Στο διήγημά μας το αφύσικο ζευγάρι είναι ο καλλιεργημένος Γκόρκι και μια «γυναίκα του δρόμου» (και αυτό το διήγημα, κατά τον μεταφραστή, είναι αυτοβιογραφικό). Όμως εκείνα τα πρώτα φιλιά που του έδωσε εκείνη η γυναίκα «ήταν τα καλύτερα, γιατί εκείνα που πήρα μετά μου στοίχισαν πολύ και δεν μου έφεραν τίποτε καλό» (σελ. 64). Όσο για το τρίτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής που έχει τίτλο «Ο ερημίτης», αναφέρεται σε κάποιον που κατηγορήθηκε άδικα για αιμομιξία, για να καταλήξει στην ερημιά. Τον επισκέπτονται όλοι οι ταλαιπωρημένοι για συμβουλές και παρηγοριά. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα ναρκωτικά, και για να γλιτώσει κανείς από τις ψυχικές εντάσεις έφευγε στην ερημιά ή στα μοναστήρια. Το «όπιο του λαού», ακόμη και σήμερα που τα ναρκωτικά έχουν τόση διάδοση, κοστίζει λιγότερο-ή μήπως περισσότερο;

Η μάνα του Γκόρκι και η μάνα της Περλ Μπακ

  Η «Μάνα» του Γκόρκι είναι ένα έργο που δεν το διάβασα τότε που έπρεπε, στα επικά χρόνια της χούντας και της μεταπολίτευσης. Αφενός γιατί δεν είχε πέσει στα χέρια μου και αφετέρου γιατί τα διαβάσματά μου εκείνη την εποχή ήταν δοκιμιακά, οι κλασικοί του μαρξισμού. Πάντα όμως έλεγα ότι κάποια στιγμή αυτό το μυθιστόρημα θα το διαβάσω. Ήταν η πιο μεγάλη τύψη στο «ράφι των τύψεων». Κατεβαίνοντας στην Κρήτη το είχα βάλει σε απόλυτη προτεραιότητα, επιστρέφοντας στην Αθήνα να το διαβάσω. Και με έκπληξη, εντελώς τυχαία, ανακάλυψα ότι το έχω και στην Κρήτη. Άλλο ένα διπλοαγορασμένο βιβλίο. 
  Δεν είχα διαβάσει τη «Μάνα», όμως είχα διαβάσει τα «Παιδικά χρόνια», στο πρωτότυπο. Πρόσφατα επίσης την «Πρώτη αγάπη» για την οποία έκανα μια ανάρτηση, ενώ τους «Αρταμάνοφ» που τους δανείστηκα από τον φίλο μου τον Μιχάλη για να τους διαβάσω σε αντιπαραβολή με το ρώσικο κείμενο δεν τα κατάφερα. Και δεν θυμάμαι πού τους έχω βάλει, για να τους επιστρέψω. Αλλά ας μη νοιώθω μεγάλες τύψεις, κι εγώ έχω δώσει βιβλία «δανεικά κι αγύριστα».  
  Διάβασα τη «Μάνα» και προσφέρθηκα να τη δωρίσω στον ανιψιό μου τον Μανώλη. –Την έχω, μου κάνει. Πάνω στην κουβέντα όμως προέκυψε ότι η μάνα που είχε ήταν η «Μάνα» της Περλ Μπακ. Ευτυχής σύμπτωση, σκέφτομαι, θα διαβάσω και αυτήν και μετά θα δω αν μπορώ να συγκρίνω τα δυο έργα.
  Η Περλ Μπακ πρέπει να διαβαζόταν πάρα πολύ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Το υποθέτω, γιατί στο βιβλιοπωλείο της Σοφίας της Αεράκης στην Ιεράπετρα είχαν φτάσει δυο βιβλία της που τα αγόρασα και τα διάβασα, το «Ανατολικός και δυτικός άνεμος» και «Κάτω από το βλέμμα του Βούδα». Μόλις σχόλαγα από το σχολείο, πριν κινήσω για το χωριό κατέβαινα με το ποδήλατό μου στο βιβλιοπωλείο της και κοίταζα τι καινούριο βιβλίο είχε έλθει. Ήταν πρακτορείο εφημερίδων και της έστελναν και βιβλία. Από εκεί αγόρασα σχεδόν όλα μου τα βιβλία, όσο ήμουν μαθητής.
  Τόσο η «Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι όσο και η «Μάνα» της Περλ Μπακ είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα. Έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, περισσότερα από όσα μπορεί να υποδηλώνει ο κοινός τίτλος. Υπάρχουν βέβαια και οι διαφορές. Επειδή είμαι συγκριτολόγος από ιδιοσυγκρασία όπως με χαρακτήρισε ένας καναδός καθηγητής, ο Steven Tötösy de Zepetnek, ο πρώτος με τον οποίο αντάλλαξα email, κάπου το 1994, και ο οποίος μου δημοσίευσε ένα άρθρο μου στο Canadian review of Comparative Literature, το «Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη»,  αποφάσισα να τα παρουσιάσω συγκριτολογικά.
  Δεν ξέρω αν η Περλ Μπακ όταν έγραφε τη δική της «Μάνα» είχε υπόψη της τη «Μάνα» του Γκόρκι. Μπορεί το βιβλίο του Γκόρκι να εκδόθηκε το 1907, όμως το δικό της το έγραψε όταν ακόμη ήταν στην Κίνα και οι κομμουνιστές βρισκόταν κάτω από απηνή καταδίωξη. Ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου της (1933), άρχισε η Μεγάλη Πορεία των Κινέζων κομμουνιστών μετά την κατάληψη της βάσης τους στο Τζιανγκ Σι, και την ίδια χρονιά η Περλ Μπακ επέστρεψε στις ΗΠΑ. Επίσης δεν θεωρώ πιθανό να διάβασε το βιβλίο σε κάποια από τα ταξίδια της στην Αμερική. Κάποιοι βιογράφοι της ασφαλώς θα ξέρουν καλύτερα.
  Ο Γκόρκι είναι ένας στρατευμένος αριστερός που έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η Μπακ είναι κόρη ιεραποστόλων, και ζει σε μια ξένη χώρα. Και οι δυο «Μάνες» έχουν έναν άντρα που τις καταπιέζει, και κατά καιρούς τις δέρνει. Ο άντρας βέβαια της μάνας του Γκόρκι είναι πιο αγροίκος από τον άντρα της μάνας της Μπακ. Όμως κάποια στιγμή και οι δυο άντρες χάνονται από τη ζωή τους. Στον Γκόρκι σκοτώνεται, στην Μπακ εγκαταλείπει την οικογένειά του.
  Η μάνα του Γκόρκι έχει ένα γιο. Η μάνα της Μπακ έχει δυο γιους και μια κόρη, και είναι μισότυφλη από κάποια πάθηση των ματιών που αργότερα θα την οδηγήσει σε ολική τύφλωση.
  Ο γιος στον Γκόρκι, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, αναλαμβάνει την πόζα και την αγριάδα του. Για λίγο όμως. Μέσα σε ένα κεφάλαιο ολοκληρώνεται η bildung του και γίνεται αριστερός. Ο μικρός γιος στην Μπακ θα ριζοσπαστικοποιηθεί μόνο προς το τέλος του μυθιστορήματος. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, μετά τη μάνα εστιάζει στον μεγαλύτερο γιο και την κόρη.  
  Η μάνα του Γκόρκι είναι περίπου ασεξουαλική. Αντίθετα η μάνα της Μπακ υποφέρει από την εγκατάλειψη του άντρα, και κάποια στιγμή θα ενδώσει στο φλερτ του επιστάτη. Θα μείνει έγκυος, όμως θα φροντίσει να κάνει αποβολή, και έτσι κανείς δεν θα μάθει για το παραστράτημά της εκτός από την ξαδέλφη της, που τη βοήθησε προμηθεύοντάς τη το σχετικό φάρμακο για να αποβάλει.
  Θαύμασα το πάθος του τριανταοκτάχρονου Γκόρκι, που χρησιμοποιεί το μυθιστόρημά του για επαναστατική προπαγάνδα. Ίσως είναι το καλύτερο μυθιστόρημα στρατευμένης λογοτεχνίας. Οι ήρωές του ρητορεύουν συνεχώς, και κάποια στιγμή παρασύρουν τη θρησκευόμενη μάνα να τους βοηθήσει στον αγώνα τους.
  Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά πρέπει να προσλήφθηκε το μυθιστόρημα αυτό το 1906, με την αποτυχία της εξέγερσης του 1905 εντελώς πρόσφατη, πόσο διαφορετικά το 1917, που οι σύντροφοι του Πάβελ κατέκτησαν την εξουσία, και πόσο διαφορετικά το 1989 με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και φυσικά και ενδιάμεσα, με τις σταλινικές δίκες, την εισβολή στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία, που οδήγησαν πολλούς κομμουνιστές να εγκαταλείψουν το κόμμα.   
  Η μάνα της Μπακ όμως δεν ριζοσπαστικοποιείται. Στο τέλος του έργου τη βλέπουμε να οδύρεται, καθώς ο γιος της εκτελείται ως κομμουνιστής.
  Στόχος του Γκόρκι είναι να κηρύξει τον επαναστατικό λόγο. Στόχος της Μπακ είναι να δείξει τη δυστυχισμένη ζωή μιας γυναίκας στην αγροτική Κίνα. Και οι δυο τους τα κατάφεραν περίφημα, αφού η «Μάνα» τους είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα τους μυθιστορήματα.
  Μετά τη σύγκριση ας πούμε δυο λόγια ξεχωριστά για καθένα έργο.
  Και πρώτα πρώτα για την «Μάνα» του Γκόρκι.
  Ο Γκόρκι δεν περιορίζεται μόνο στο κήρυγμα. Μιλάει και για τις ψιλοαδυναμίες και τις αντιθέσεις των συντρόφων, τη δυσπιστία απέναντι στους διανοούμενους και στους πλούσιους κ.λπ, πράγμα που δίνει μεγάλη σοσιαλιστική ρεαλιστικότητα στην αφήγησή του. Επίσης δίνει όλο το φάσμα του επαναστατικού αγώνα, την παράνομη δουλειά, την απεργία, το πρωτομαγιάτικο συλλαλητήριο, τη φυλακή, τη δίκη, τη δραπέτευση.
  Ο Βσέβολοντ Πουντόβκιν, του οποίου είδαμε τη «Μάνα» (1926), ξεφεύγει αρκετά από τον Γκόρκι. Μεγάλος σκηνοθέτης, ήθελε να φτιάξει μια δική του μάνα στα πρότυπα της μάνας του Γκόρκι και όχι να την αντιγράψει πιστά. Με ένα γρήγορο ρυθμό χάρη στο μοντάζ, με αρκετές χιουμοριστικές σκηνές αλλά και πάρα πολλές επικές, με έντονη δράση, καθηλώνει τον θεατή, ακόμη και εκείνον που θα έβλεπε απρόθυμα μια βουβή ταινία.
  Θα κάνουμε όμως και κάποιες κριτικές παρατηρήσεις.    
  Και πρώτα για την «Μάνα» του Γκόρκι.
  Ο Αντρέας είναι ερωτευμένος με την Νατάσα. Θέλει να της το πει, όμως ο Παύλος τον αποτρέπει.
  «-…θα κάνετε παιδιά… θα χρειαστεί να δουλεύεις μονάχος… να δουλεύεις πολύ. Η ζωή σας θα γίνει σαν όλων των άλλων… για ένα κομμάτι ψωμί, για τα παιδιά, για το νοίκι… Για το κίνημα δεν θα υπάρχετε πια. Ούτε συ, ούτε κείνη!... Αν αγαπάς το μέλλον, πρέπει να τ’ απαρνηθείς όλα στο παρόν… Όλα!...
  -Ώστε να μην πω τίποτα;
  -Αυτό θα ’ναι το πιο τίμιο Αντρέα…
  -Δε λέω λέξη λοιπόν!» (σελ. 44-45).
  Αργότερα όμως ξεχνά τις συμβουλές που έδωσε στο φίλο του, και μπλέκεται σε ένα ειδύλλιο με τη Σάσα.
  Και για τη «Μάνα» της Μπακ:
  Παρόλο που η συγγραφέας έχει σαν στόχο να μας δείξει τα βάσανα της μάνας, δεν το καταφέρνει απόλυτα. Υπάρχουν κάποιες απιθανότητες στην πλοκή που, ή τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια του ρεαλισμού, ή αφήνουν έκθετη τη μάνα. Μας φαίνεται αρκετά απίθανο ότι η μάνα κάλυπτε για τόσα χρόνια την απουσία του άντρα της λέγοντας ότι δουλεύει σε άλλη πόλη, χωρίς να έλθει να τους δει, στέλνοντας μόνο ένα γράμμα το χρόνο με κάποια χρήματα μαζί, γράμμα που το έστελνε η ίδια στον εαυτό της, τάχα από τον άντρα της. Ήταν δυνατόν να ξεγελιούνται τόσα χρόνια οι χωριανοί;
  Επίσης θα την χαρακτηρίσουμε σαν ουσιαστικά αδιάφορη μητέρα, που όσο και αν δείχνει να πονάει την κόρη της, δεν κάνει τίποτα για να της θεραπεύσει την αρρώστια των ματιών της. Κάτι πάει να κάνει, όταν είναι πια πολύ αργά. Επίσης την παντρεύει σαν το γουρούνι στο σακί, χωρίς να δει τον γαμπρό. Κάνει μήνες να πάει να τη δει, και όταν αποφασίζει να την επισκεφτεί, τη βρίσκει νεκρή· είχε πεθάνει την ίδια μέρα. Τότε βλέπει ότι την πάντρεψε με έναν καθυστερημένο. Η μάνα και ο μικρός της γιος φεύγουν πανικόβλητοι από αυτό το μέρος, από αυτή την οικογένεια αγριανθρώπων, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Μόνο για τον μικρό της γιο φαίνεται να τρέφει αληθινά αισθήματα, που ο αιμομικτικός τους χαρακτήρας δεν κρύβεται από την Μπακ, υπενθυμίζοντας συνεχώς πόσο μοιάζει με τον άντρα της. Τέλος θεωρώ πολύ απίθανο να την φλέρταρε τόσο έντονα ο επιστάτης και όταν επί τέλους την κατάφερε να αρκεστεί μόνο σε αυτή τη μοναδική συνεύρεση, λες και είχε βάλει στοίχημα και μόλις το κέρδισε έπαψε να ενδιαφέρεται.
  Αν η Μπακ ήθελε να μου μεταδώσει τον έλεο για την «Μάνα», για την ταλαιπωρημένη της ζωή, δεν τα κατάφερε, τουλάχιστον στο βαθμό που θα ήθελε. Όμως περιγράφει με ζωηρό ρεαλισμό τη ζωή στην αγροτική Κίνα, σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας της.
  Να παραθέσουμε και κάποια αποσπάσματα.
  Και πρώτα πρώτα από τον Γκόρκι.
  «…-Κι η δεσποινίδα… τι μυαλωμένη! Τι είναι;
  -Δασκάλα! απάντησε ο Παύλος βηματίζοντας στο δωμάτιο.
  -Α! Γι’ αυτό είναι τόσο φτωχή!» (σελ. 33).
  Και τότε, και τώρα, ελπίζω όχι για πάντα.
  «…ο πλούσιος παραστράτησε μαθές κι αυτός» (σελ. 225).
  Μεγάλε Καζαντζάκη, τα ίχνη της επιρροής σου υπάρχουν παντού.
  «…συνδεμένοι μ’ όλους όσους δίνουν τη ζωή τους…» (σελ. 227).
  Ο Άρης Αλεξάνδρου γράφει όπως μιλάει, χρησιμοποιώντας και στον γραπτό λόγο την έλξη του αναφορικού, πράγμα σπάνιο σήμερα.
  «Μου κάνει μεγάλη χαρά να βλέπω το πρόσωπό σας, γιαγιάκα…» (σελ. 248).
  Γιαγιά να σε πουν τα παιδιά σου. Η μάνα δεν είχε πατήσει ακόμη τα σαράντα. Όμως ούτε που της περνάει από το μυαλό να διαμαρτυρηθεί. Δεν ξέρω όμως αν θα άρεσε στον τριανταοκτάχρονο τότε Γκόρκι να τον προσφωνήσει κανείς «παππού».
  Και από τη «Μάνα» της Μπακ.
  Μιλώντας για τη γιαγιά:
  «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι» (σελ. 28).
  Και θυμάμαι τον πατέρα μου πόσο στενοχωρήθηκε που ο γιος μου, έκτη δημοτικού πια, μπορούσε να ανοίγει μόνος του την πόρτα γυρνώντας από το σχολείο, χωρίς να χρειάζεται τον παππού να του ανοίξει. Και τώρα που το σκέφτομαι, στο τέλος της ίδιας σχολικής χρονιάς πέθανε.
  «Κοπέλες υπάρχουν όσες θέλεις στο χωριό, γιατί ποτές μας δεν σκοτώνουμε τα κορίτσια όταν είναι μωρά, όπως κάνουν στις πόλεις…»  (σελ. 168).
  Ναι αλλά, όπως έγραψα σε μια προηγούμενη ανάρτηση, τα πουλάγανε.
  «…ο πατέρας της βιάζεται να την παντρέψει και δεν θα ζητήσει πολλά» (σελ. 168). Τελικά τα κορίτσια κάποιοι τα πουλούσανε και κάποιοι τα αγοράζανε.
  Ελπίζω να διαβάσω και άλλα έργα του Μαξίμ Γκόρκι και της Περλ Μπακ. Του Γκόρκι, τα άλλα δυο αυτοβιογραφικά του βιβλία. Της Περλ Μπακ, την «Καλή γη». Προς το παρόν το πρόγραμμά μου είναι να ξαναδιαβάσω τους μεγάλους κλασικούς. Σε λίγο τελειώνω το «Κόκκινο και το μαύρο» και θα συνεχίσω με το «Μοναστήρι της Πάρμας», που τα βρήκα και τα δυο εδώ στην Κρήτη.

  Maxim Gorky, Στα ξένα χέρια (μετ. Άρης Αλεξάνδρου) Το Βήμα 2009, σελ. 374

  Αυτή είναι η δεύτερη αυτοβιογραφική τριλογία που έχω υπόψη μου. Η άλλη είναι του Ελίας Κανέτι, από την οποία έχω διαβάσει και έχω παρουσιάσει στο blog του Λέξημα και από την Κυριακή και στο blog μου το τρίτο μέρος, «Το παιχνίδι των ματιών».
  Μάλλον τα είπα ανάποδα, είναι η πρώτη. Πριν τριάντα χρόνια διάβασα το πρώτο μέρος, στο πρωτότυπο, Детство, «Τα παιδικά χρόνια». Τώρα εδέησε να διαβάσω το δεύτερο μέρος, «Στα ξένα χέρια». Το τρίτο μέρος, «Τα πανεπιστήμιά μου», ελπίζω να το διαβάσω κάποια στιγμή. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω και τα άλλα δυο μέρη της αυτοβιογραφίας του Κανέτι, θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος.
  Πριν λίγους μήνες διάβασα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αριστοτέλη Ράπτη «Στην κόψη του σπαθιού και του λογισμού», του οποίου μάλιστα υπήρξα και ένας από τους παρουσιαστές του στην Ιεράπετρα, πριν δεκαπέντε μέρες, και τρόμαξα βλέποντας πόσο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια μπορεί να ζήσει κανείς. Βέβαια στη δική του περίπτωση ήταν η κατοχή, ο εμφύλιος. Ο Γκόρκι έζησε ακόμη πιο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια. Τότε ήταν ο τσάρος. Αλλά ένα δυνατό μυαλό ποτέ δεν χάνεται.
  Εντύπωση μου έκανε το πόσο συχνά χρησιμοποιεί ο Γκόρκι τη λέξη «ανία». Μάλλον το πνεύμα της ανίας (ennui) στο γαλλικό «τέλος του αιώνα» (fin de siècle) έφτασε με κάποια καθυστέρηση και στη Ρωσία. Μόνο που εδώ εκφράστηκε με άλλο τρόπο. Η σκληρότητα απέναντι στους άλλους χωρίς σοβαρούς λόγους ή χωρίς κανένα λόγο, το να «σπάσεις πλάκα» μαζί τους, ήταν ένας τρόπος για να καταπολεμήσεις την ανία. Και βέβαια η βότκα και η κακομεταχείριση των γυναικών. Όμως δεν αποκλείεται η ανία αυτή να μην ήταν εισαγόμενη αλλά ενδημική στη ρώσικη ψυχή, στα κατώτερα στρώματα τουλάχιστον.
  Εντύπωση μου έκανε επίσης το πόσες δυσκολίες συναντούσε ο Γκόρκι για κάτι που για μας σήμερα φαίνεται απλό και αυτονόητο: να διαβάζει. Και επειδή δεν είχε σχεδόν ποτέ περιθώρια επιλογής, διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, και πάρα πολλά από τα βιβλία που διάβασε δεν του άρεσαν καθόλου. Όμως τι να κάνει, αυτά έβρισκε. Και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διάβαζε ήταν πολλές φορές δραματικές.
  «Φως δεν μου δίνανε, το κερί το παίρναν στο δωμάτιο, λεφτά ν’ αγοράσω κεριά δεν είχα, άρχισα το λοιπόν να μαζεύω κρυφά τις σταξιές από τα σπαρματσέτα που πέφτανε πάνου στα σαμντάνια, τις έβαζα σ’ ένα σαρδελοκούτι, έριχνα και λάδι απ’ την καντήλα και στρίβοντας ένα φιτίλι από κλωστές, άναβα τις νύχτες πάνω στη θερμάστρα μια φλόγα όλο καπνό… το φιτίλι βούλιαζε κάθε λίγο και λιγάκι μες στο λιωμένο υγρό που μύριζε άσκημα, ο καπνός έτσουζε στα μάτια μου, μα όλες αυτές οι αναποδιές ξεχνιόνταν μες στην ευχαρίστηση που δοκίμαζα βλέποντας τις εικόνες και διαβάζοντας τις λεζάντες» (σελ. 163).
  Από τους αγαπημένους του συγγραφείς είναι ο Πούσκιν και ο Λέρμοντοφ. «Διαβάζω αχόρταγα Τουργκιένιεβ… Τις Νεκρές ψυχές τις διάβασα ανόρεχτα, τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων το ίδιο» (σελ. 298-299). Αργότερα, διαβάζουμε σε υποσημείωση, ο Γκόρκι άλλαξε γνώμη για τις «Νεκρές ψυχές». Επίσης δεν γίνεται καμιά αναφορά στον Τολστόι. Να μην έπεσε κανένα βιβλίο στα χέρια του; Πιθανόν, αν σκεφτούμε ότι ο Γκόρκι, στο τέλος αυτού του δεύτερου τόμου, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών.
  Η πρόσληψη είναι πράγματι μυστήριο πράγμα. Ο «Κανόνας» επηρεάζει, αλλά σίγουρα και η ηλικία. Και εγώ βίωσα κάτι παρόμοιο. Στα δεκαεφτά μου διάβασα τις πρώτες τέσσερις σελίδες από το «Πόλεμος και Ειρήνη» και το παράτησα γιατί δεν μου άρεσε. Το ξαναδιάβασα στα εικοσιεφτά μου, ξενυχτώντας στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας όπου νοσηλευόταν η μητέρα μου με εγκεφαλικό, και το θεώρησα, και το θεωρώ ακόμη, σαν το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφεί ποτέ. Και με χαρά διαπίστωσα αργότερα ότι και ο Άρνολντ Χάουζερ, στο τετράτομο έργο του «Η κοινωνική ιστορία της τέχνης» έχει την ίδια γνώμη.
  Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, κατά τα ειωθότα.
  «-…Τι να σου πω, οι σκοπτσί δεν είναι βλάκες» (σελ. 108).
  Όχι, δεν μιλάει ο Γκόρκι, κάποιος άλλος μιλάει. Γιατί, διαβάζοντας σε υποσημείωση τι είναι αυτοί οι σκοπτσί, θα έλεγα ότι πιο βλάκες δεν μπορούν να υπάρξουν. «Σκοπτσί. Αυτοευνουχιζόμενοι. Θρησκευτική αίρεση στη Ρωσία». Αλήθεια, όταν λέει «αυτοευνουχιζόμενοι» τι εννοεί; Ότι γινόταν με τη συγκατάθεσή τους ή ότι ευνουχίζονταν αυτοί οι ίδιοι, με το ίδιο τους το χέρι;
  Άστο, ας μην το ψάξω καλύτερα.
  Είπα να το γράψω, να μην το γράψω…
  Τελικά αποφάσισα να το γράψω.
  «Οι Γραικοί είναι κάτι σαν τους Τούρκους» (σελ. 205).
  Έγραψα κάποτε ότι ο ρεαλισμός, όπως και η δημοκρατία, είναι μια σύντομη παρένθεση στην παγκόσμια ιστορία. Εξακολουθούμε να είμαστε με το ένα πόδι σ’ αυτή την παρένθεση, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό.
  «…όταν τους δηγιόμουνα κείνα που ’χα δει με τα μάτια μου, δε με πολυπιστεύανε, όλοι τους όμως αγαπούσαν τα τρομακτικά παραμύθια, τις μπερδεμένες ιστορίες. Ακόμα κι οι γεροντότεροι, προτιμάγανε φανερά τις φαντασίες απ’ την αλήθεια. Έβλεπα καθαρά πως όσο πιο απίθανα ήταν τα γεγονότα, όσο πιότερη φαντασία υπήρχε στη διήγηση, τόσο πιο προσεκτικά μ’ ακούνε οι άνθρωποι. Γενικά, η πραγματικότητα τους άφηνε αδιάφορους κι όλοι τους ρίχνανε στοχαστικές ματιές στα μελλούμενα, μη θέλοντας να δούνε τη φτώχεια και την ασκήμια του σήμερα» (σελ. 261).
    Είδα και τις τρεις ταινίες του Μαρκ Ντανσκόι, όλη την τριλογία (1938, 1939 και 1940), βραβευμένη με το βραβείο Στάλιν το 1941. Είναι τρομερό το πόσο δύσκολα παιδικά χρόνια πέρασε ο Γκόρκι. Και δεν είναι να απορεί κανείς που έγινε ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες της επανάστασης. Ο επαναστατικός του ζήλος βρίσκει τη πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του στη «Μάνα», την οποία διαβάσαμε τώρα το καλοκαίρι.

  Πολύ μου άρεσε αυτή η τριλογία. Και πιο πολύ μου άρεσε γιατί κατά διαστήματα, καμιά φορά στο εντελώς άσχετο, ξεπεταγόταν και μια γάτα μέσα στο πλάνο. 

Patt Jenkins, Wonder woman (2017)

Patt Jenkins, Wonder woman (2017)

  Παίζεται από την Πέμπτη 8 Ιουνίου στους κινηματογράφους.
  Η «Γυναίκα θαύμα» είναι μια ταινία φαντασίας στην οποία συμπλέκεται η ιστορία με την ελληνική μυθολογία. Ο γιος του Δία, ο Άρης, σκότωσε όλους τους θεούς και ενέσπειρε το μίσος και τη διχόνοια στους ανθρώπους. Οι καταστρεπτικοί πόλεμοι ήσαν η συνέπεια. Ο Δίας δεν κατάφερε να τον  αποτρέψει. Έσωσε όμως τις αμαζόνες, τις προστάτιδες των ανθρώπων, σε ένα μακρινό νησάκι που δεν θα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει ο Άρης, και ανάμεσά τους έβαλε την κόρη του την Νταϊάνα που είναι και κόρη της βασίλισσας των αμαζόνων. Παρά τις αντιρρήσεις τις μητέρας της αυτή θα εκπαιδευτεί και θα γίνει φοβερή μαχήτρια.
  Η ιστορία είναι ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ένας άγγλος κατάσκοπος ξέφυγε από τους γερμανούς με ένα αεροπλάνο. Έπεσε κοντά σε μια ακτή του νησιού και η Νταϊάνα που τον είδε τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό. Μαζί θα φύγουν από το νησί, κρυφά από τη βασίλισσα, να βρουν και να σκοτώσουν τον Άρη. Πηγαίνουν στο μέτωπο και… και…

  Και θα δούμε εντυπωσιακές σκηνές μάχης με την Νταϊάνα να αποκρούει τις σφαίρες των γερμανών με την ασπίδα της και με τον σιδερένιο σωλήνα που καλύπτει τον πήχη του χεριού της. Λίγο χιούμορ, κάποιος ερωτισμός, και με τις αμαζόνες βέβαια να είναι και με τα δυο στήθη τους. Πρόκειται για μια ταινία από τις καλύτερες του είδους. 

Monday, June 12, 2017

Τάσος Γουδέλης, Απόσταση αναπνοής

Τάσος Γουδέλης, Απόσταση αναπνοής, Κέδρος 2017, σελ. 230


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαιρετικά διηγήματα από έναν εξαιρετικό λογοτέχνη

  Όταν έχω γράψει ήδη για άλλα βιβλία ενός συγγραφέα έχω την «αγωνία της επανάληψης» όπως ο συγγραφέας έχει ίσως την «αγωνία της επίδρασης». Έχω ήδη γράψει για τις «Οικογενειακές ιστορίες» και το «Το ωραίο ατύχημα» του Τάσου Γουδέλη.
  Η αγωνία της επανάληψης έγκειται στο ότι οι περισσότεροι συγγραφείς υφολογικά και θεματικά κινούνται στον ίδιο παράλληλο, και κάθε επόμενο βιβλίο τους στην ουσία είναι μια παραλλαγή, όπως και τα προηγούμενα, ενός ur-Buch, ενός αρχιβιβλίου που κουβαλάνε εντός τους. Για να μην επαναληφθώ εκτεταμένα θα κάνω αντιγραφή και επικόλληση κάποιων αποσπασμάτων από τις προηγούμενες βιβλιοκριτικές μου και θα προχωρήσω στις παραλλαγές.
    «Στην ακροβασία της ανάμεσα στο λογοτεχνικό και στο αληθινό! Το μυθιστόρημα αυτό του Γουδέλη είναι μια αντανάκλαση αυτής της πρότασης. Αποτελεί μια ακροβασία ανάμεσα στην πραγματικότητα του αντικειμένου αναφοράς και στο λογοτεχνικό διακείμενο. Πουθενά αλλού συγγραφέας δεν βλέπει τους ήρωές του και τα γεγονότα της αφήγησής του τόσο πολύ κάτω από το φως άλλων λογοτεχνικών ηρώων και επεισοδίων όσο ο Γουδέλης» («Οικογενειακές ιστορίες»).
    «Ο Γουδέλης διαθέτει μια εξαιρετική συνειρμική μνήμη. Τα διακείμενά του είναι άφθονα, και μάλιστα από έργα που, αν και δεν είναι ελάσσονα, δεν είναι όμως ευρέως γνωστά, κυρίως κινηματογραφικά. Και, όντας βέβαιος ότι δεν μπορεί ο μέσος αναγνώστης του να συλλάβει όλα τα διακείμενά του, τα αναφέρει σε υποσημειώσεις».
  και
  «Δίπλα σε αυτές τις προσωπογραφίες υπάρχουν και αυτοπροσωπογραφίες-εξομολογήσεις, η μία από τις οποίες είναι εστιασμένη στις «Σκιές», ενώ κάποια άλλα κείμενα όπως το «Αντάλλαγμα» είναι «διηγήματα» αυτοβιογραφικά.
  Ποιητικά αφαιρετικός, δοκιμιακός κατά περίπτωση, κυρίως όμως προσωπογράφος, ο Γουδέλης και με αυτό του το έργο αποδεικνύεται ότι είναι ένας από τους καλύτερους νεοέλληνες συγγραφείς» («Το ωραίο ατύχημα»).
  Και σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων όπως και στο «Ωραίο ατύχημα» είναι βασικά αυτοβιογραφικός και πορτρετίστας. Αφαιρετικός υφολογικά, εικαστικά είναι πληθωρικός σαν αναγεννησιακός ζωγράφος, δίνοντας και τις ελάχιστες λεπτομέρειες στα πορτραίτα του, αφηγούμενος και τα πιο ασήμαντα επεισόδια που θα μπορούσαν να φωτίζουν ένα βάθος ψυχής ή μια διάθεση.
  Στην «Απόδειξη» το πορτραίτο, αμφίσημο και ελλειπτικό της γυναίκας, δίνεται μέσω του άντρα, που δεν είναι άλλος από τον Στέφαν Τσβάιχ, τότε που πήραν την απόφαση να αυτοκτονήσουν. Αυτό είναι αναπόφευκτο με την εξωτερική εστίαση ενός ενδοδιηγητικού αφηγητή, πράγμα που δεν συμβαίνει στα διηγήματα που ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος «παντογνώστης», όπως π.χ. στην «Παραίτηση».
  «Αλλά η στάση της με αιφνιδιάζει, τελικά. Επειδή δεν φανερώνει κάτι που περίμενα, ας το ομολογήσω. Όμως ήταν πάντα γοητευτικά απρόβλεπτη. Αυτές τις στιγμές αναρωτιέμαι εάν έχω ανάγκη ένα από τα αιφνίδια πρόσωπά της, μια αλλαγή της» (σελ. 42).
  Στο διήγημα «Το γέλιο της» ο αφηγητής εστιάζει στο γέλιο της θείας Αγγελικής. Αντιγράφω την ατάκα:
  «…ήταν αδιανόητη η σκέψη πως η ευθυμία είναι η άλλη όψη της κατάθλιψης» (σελ. 58).
  Λες να είναι έτσι; Λες να είμαι καταθλιπτικός και δεν το ήξερα; Γιατί με το γέλιο έχω μια πολύ στενή σχέση. Η κωμωδία είναι το αγαπημένο μου είδος και είμαι αθεράπευτα ανεκδοτάς, πράγμα που το έχω πληρώσει. Και το πρώτο κεφάλαιο σε μια μίνι αυτοβιογραφία μου είναι αφιερωμένο στο γέλιο. Για την ακρίβεια στο χαμόγελο, την πιο ήπια εκδοχή του γέλιου. Έτσι ήταν αναπόφευκτο να μου αρέσει περισσότερο από τα άλλα διηγήματα το χιουμοριστικό «Ο μικρός ύπνος».
  Μπα, δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Γιατί σε μια υποσημείωση πιο κάτω διαβάζω: «Ο Σοπενάουερ υποστήριζε ότι το γέλιο προδίδει έλλειψη κοσμιότητας». Το είπε αυτό ο μεγάλος καταθλιπτικός
  Όταν είναι αυτοβιογραφικός ο Γουδέλης, εκτίθεται επίσης πληθωρικά όπως στον καναπέ ενός ψυχίατρου. Ο εξομολογητικός χαρακτήρας των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων κατακτά αμέσως τον αναγνώστη. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το πρώτο διήγημα που έχει τίτλο «Ερωτική ιστορία».
  «…Γιατί στην πραγματικότητα δεν ζητούσα να την πλησιάσω αλλά, αντίθετα, να εξασφαλίσω το προνόμιό μου να την κοιτάζω και μόνο.
  Κάποιος λογικός θα μου έλεγε ότι το κάνω από φόβο μήπως μια επαφή μας θα ήταν πανωλεθρία. Δεν ήξερα εάν αυτό ήταν αλήθεια. Εάν είχα δει τότε σινεμά θα του έλεγα ότι μόνο στα ποιητικά σενάρια συμβαίνει η ώριμη θεώμενη με τον δραματικό της κόσμο να υποκύπτει στον νεαρό ηδονοβλεψία της» (σελ. 27).
  Οι «Απέναντι» (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου δεν είχαν γυριστεί ακόμη.
  Ένα διήγημα που θα ξεχωρίσω γιατί εκφράζει την ποιητική του Γουδέλη είναι «Η οπτική γωνία». Μπορχεσιανό διήγημα, είναι περίπου το πρόπλασμα ενός μυθιστορήματος. Ήταν αντίληψη του Μπόρχες ότι δεν χρειάζεται να γράψεις ένα μυθιστόρημα, αρκεί να σκιαγραφήσεις τους κεντρικούς του άξονες. Ούτε και αυτός ένοιωθε άνετα με τους «τάκους» για τους οποίους γράφει ο Ουμπέρτο Έκο στο βιβλίο του «Περί λογοτεχνίας», όπως άλλωστε και ο Σολωμός.
   Υπάρχουν όμως και καινούρια πράγματα σ’ αυτή τη συλλογή.
  Καταρχάς βλέπουμε τη διολίσθηση σε έναν ακραίο μοντερνισμό (ναι, χρησιμοποιώ τη λέξη «διολίσθηση» γιατί ο μοντερνισμός δεν είναι το γούστου μου). Το πρώτο κείμενο είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, για το οποίο όμως απενοχοποιείται με το να το παραθέτει ως εγκιβωτισμό, ως τις σημειώσεις-πρόπλασμα για μια αυτοβιογραφία του δικαστικού και λογοτέχνη Κώστα Σαΐτα.
  Καθώς είμαι οικολόγος ακολουθώ το σλόγκαν «το μικρό είναι όμορφο». Τα σύντομα ποιήματα μου αρέσουν πάρα πολύ. Έτσι τα Fragmenta 2 μου άρεσαν ιδιαίτερα. Εκεί διαβάζω:
  «Στην οθόνη ο βαθύφωνος ιερέας στον Ιβάν τον τρομερό ψέλνει δυνατά. Στη γεμάτη και σιωπηλή αίθουσα δύο της συνοικιακής της ΕΔΑ καγχάζουν» (σελ. 70).
  Και ένα ακόμη:
  «Ο ταξιθέτης του Βασιλικού Θεάτρου, στον μπαμπά: «Γιατί να δει ο μικρός τη σκηνή του φόνου;» (σελ. 65).
  Ο πατέρας μου πέρασε τα τελευταία του εννιά χρόνια (πέθανε 94 χρόνων) μαζί μας στην Αθήνα. Όλη του την υπόλοιπη ζωή την έζησε στο Κάτω Χωριό της Ιεράπετας, αγρότης. Κάποτε είπαμε να τον πάρουμε μαζί μας στο θέατρο.
  Ο ταξιθέτης του Εθνικού Θεάτρου στον μπαμπά: -Μανώλη, είντα κάνεις; -Καλά, εσύ είντα γίνεσαι;
  Κεραμίδα έκπληξης! Ο πατέρας μου με τον ταξιθέτη του Εθνικού Θεάτρου γνωστοί!!! Τελικά ήταν ένας χωριανός μας. Με έβαλε από τότε κάμποσες φορές τσάμπα στο θέατρο, μια και γνωριστήκαμε.
  Ένα ακόμη: «Μειονεξία: το πιο δημιουργικό καλλιτεχνικό προσόν» (σελ. 87).
  Πρόκειται για το μηχανισμό της υπεραναπλήρωσης για τον οποίο μίλησε ο Άλφρεντ Άντλερ.
  Και τέλος:
  «Ναι, αλλά μπορείς να κατατροπώσεις τον Γιώργο Ιωάννου συγκρίνοντάς τον με τον Μπαλζάκ» (σελ. 90).
  Ναι, αλλά και τον Μπαλζάκ μπορείς να τον κατατροπώσεις συγκρίνοντάς τον με τον Όμηρο.
  Πάντα υπάρχουν κάποιοι καλύτεροι από μας.
  Το κεφάλαιο «Μήνες στην εξοχή» αποτελείται επίσης από μικρά κείμενα όπως τα fragmenta.
  Το πιο μικρό: «Ποιμένες με φέισμπουκ».
  Η υφολογική μου διαφορά με τον Τάσο είναι ότι εγώ θα έγραφα: Τσομπάνηδες με φέισμπουκ, ή βοσκοί με facebook. Μου αρέσει περισσότερο το χαμηλό υφολογικό επίπεδο.
  Τι θυμήθηκα πάλι γράφοντας τις παραπάνω γραμμές. Από έκθεση συμμαθητή μου: «Εις παπάς». Ναι, υποφέραμε πολύ από την καθαρεύουσα στα μαθητικά μας χρόνια.
  Η μικρή φόρμα του διηγήματος είναι εκείνη που ταιριάζει περισσότερο στον Τάσο Γουδέλη. Είναι εξάλλου προκλητική, καθώς το αναγνωστικό ενδιαφέρον πρέπει να κρατηθεί με τη λογοτεχνικότητα και όχι με τη συναρπαστικότητα μιας ιστορίας. Και ο Γουδέλης είναι λογοτέχνης, από τους καλύτερους σύγχρονούς μας. Η «Απόσταση αναπνοής» είναι μια ακόμη απόδειξη.
  Το έγραψα σε σχόλιο στην προώθηση στο facebook, να το γράψω κι εδώ. 

Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν μου αρέσει ο μοντερνισμός, και σίγουρα όχι ο ακραίος. Για τον Γουδέλη έχω ξεκαθαρίσει ότι μου αρέσει, με εξαίρεση το πρώτο κείμενο, και ίσως να συνάντησα ένα ακόμη. Επίσης μου αρέσει ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Μούσιλ, μοντερνιστικό έργο. Πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις
  Και να μην ξεχνάμε το χόμπι μας, οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβου τους οποίους εντοπίσαμε και με τους οποίους τελειώνουμε πάντα τις βιβλιοκριτικές μας.
Διεκδικούν εξ ορισμού την αυτοτέλειά τους (σελ. 12)
Τότε η αιωνιότητα μου έδιωχνε τον φόβο (σελ. 34)
Το σταθερό χαμόγελο εκείνης της γυναίκας (σελ. 61) 
Περάσει πια ανεπαίσθητα στα ανακλαστικά της (σελ. 127)
Ότι θα είχε κάποτε τον τελευταίο λόγο (σελ. 167)
Τα ελαφρά τους βήματα σημαίνουν ησυχία (σελ. 172)
Από τη θεωρία του για το κρυμμένο βάρος (σελ. 205)
Βέβαιος για την ύπαρξη του καθαρού τυχαίου (σελ. 211)
Δεν πρόδιδε το κείμενο με τις διασκευές του (σελ. 223)
Από το βάθος μια φωνή που πάντα εμπιστευόταν (σελ. 223)
Δεν εμπιστεύτηκε ποτέ άμεμπτες ησυχίες (σελ. 228)
  Και τρία άλλα μέτρα:
Όπως και άλλα του ίχνη διάσπαρτα (δάχτυλος, σελ. 149)
Παράλογα τότε να ψάξεις (αμφίβραχυς, σελ. 149)
Για δικούς μου ανθρώπους (ανάπαιστος, σελ. 155)
 
  Μπάμπης Δερμιτζάκης


Friday, June 9, 2017

Γιώργος Μετήλλιας, Στάση ζωής

Γιώργος Μετήλλιας, Στάση ζωής, Αγγελάκης 2017, σελ. 273


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Το κείμενό μου στην αποψινή παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Μετήλλια «Στάση ζωής» στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.

Μια συναρπαστική εξιστόρηση της ζωής ενός ανθρώπου

  «Μια ζωή σαν μυθιστόρημα» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, και πράγματι η ζωή του Εύρη (υποκοριστικό του Ευρυβιάδη) Τουλιάτου ή Τουλάτου είναι μυθιστορηματική. Θα μπορούσε να ονομαστεί βιογραφία, αν ο χαρακτηρισμός δεν περιοριζόταν στους επώνυμους.
  Η δομή του έργου μου θύμισε τα συμπυκνωμένα βιογραφικά που συναντούμε κάποιες φορές στο τέλος βιογραφιών. Εκεί βλέπουμε δυο στήλες. Στην αριστερή στήλη είναι γραμμένα επεισόδια-σταθμοί στη ζωή του βιογραφούμενου με τη χρονολογική τους ένδειξη. Στη δεξιά στήλη είναι γραμμένα ιστορικά γεγονότα με τη χρονολογική τους ένδειξη, που συμπίπτουν ή βρίσκονται πολύ κοντά με αυτά της αριστερής στήλης. Κάποιες φορές αυτά τα δεύτερα «φωτίζουν» τα πρώτα. Έτσι και ο Μετήλλιας, χωρίζει τα βιογραφικά από τα ιστορικά γεγονότα. Τα βιογραφικά φέρουν την επικεφαλίδα «Εύρης». Τα ιστορικά φέρουν την επικεφαλίδα «Περιβάλλον».
  Ο Εύρης γεννήθηκε την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1923. Στο «Περιβάλλον» διαβάζουμε «Η Ελλάδα έχει βγει από δυο Βαλκανικούς, έναν Παγκόσμιο Πόλεμο και την τεράστια καταστροφή στη Μικρά Ασία» (σελ. 10).
  Στο επόμενο κείμενο «Εύρης» διαβάζουμε:
  «Το αγριμάκι με το ασυνήθιστο όνομα θα μεγάλωνε με μακροχρόνιες απουσίες του γεννήτορα. Ίσως έτσι να εξηγείται γιατί έκανε παρέα με τα φίδια, τις αλεπούδες, τους σκύλους, τους ποντικούς. Με τη σφεντόνα κυνηγούσε άγρια πουλάκια και εξασφάλιζε την τροφή του…».
  Η ζωή αυτή είναι η περισσότερο ή λιγότερο τυπική ενός μικρού παιδιού που μεγαλώνει σε χωριό. Κι εγώ σε χωριό μεγάλωσα, όμως παρέα με τα φίδια δεν έκανα, τα φοβόμουνα. Ένας χωριανός μου όμως δεν τα φοβότανε καθόλου. Μάλιστα τα έπιανε και τα έβαζε στην τσέπη του. Σε κάποιο μάθημα που η δασκάλα τους μιλούσε για τα φίδια, για να κάνει τη διδασκαλία της εποπτική έβγαλε το φίδι που κρατούσε στην τσέπη του και της το έδειξε. Αυτή πετάχτηκε έντρομη έξω από την τάξη.
  Διαβάζουμε παρακάτω:
  «Τα δώδεκα χιλιόμετρα της διαδρομής, ημερησίως, χωριό-σχολείο-χωριό, τα διένυε με τα τρύπια πεδιλοπάπουτσα και μια ομπρέλα σουρωτήρι… Ζήτησε από τον πατέρα να του αγοράσει ένα ποδήλατο. Ποτέ δεν έλαβε άρνηση στο αίτημά του, αλλά ούτε και το δίτροχο» (σελ. 25).
  Τριάντα χρόνια αργότερα εγώ δεν χρειάστηκε να διατυπώσω καν τέτοιο αίτημα στον πατέρα μου. Λίγο πριν μπω στο γυμνάσιο μού αγόρασε ποδήλατο, και έτσι μια ίδια διαδρομή, δώδεκα χιλιόμετρα αλέ ρετούρ από το χωριό μου, το Κάτω Χωριό, μέχρι την Ιεράπετρα, δεν την πήγα ποτέ ποδαράτος.
  Με πίεση ο Εύρης κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να πάει στο σχολαρχείο, και με ακόμη μεγαλύτερη πίεση να πάει στο γυμνάσιο, καθώς η απόσταση, αλέ ρετούρ, ήταν τώρα διπλάσια. Έτσι νοίκιασε ένα δωμάτιο στο Αργοστόλι.
  Το ίδιο πρόβλημα είχαν και τα παιδιά που έμεναν σε χωριά λίγο πιο μακριά από το δικό μου: Βασιλική, Μοναστηράκι, Παχιά Άμμος κ.ά. Την κατάσταση που έζησε ο Εύρης έζησαν κι αυτά.
  Εμείς όμως ήμασταν τυχεροί. Μια χούντα δεν ήταν δυνατόν να ανακόψει τις σπουδές μας. Στην πέμπτη γυμνασίου με βρήκε το πραξικόπημα, και δυο χρόνια μετά ήμουν στο πανεπιστήμιο. Στην πέμπτη γυμνασίου βρήκε και τον Εύρη ο πόλεμος, και αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του.
  Η κατοχή και ο εμφύλιος ήταν ο ένας λόγος που έγινε μαρτυρική η ζωή του. Οι διαβολές κάποιων χωριανών του ήταν ο άλλος λόγος. Στην κατοχή πέρασε «λαϊκό δικαστήριο» μετά από τέτοιες διαβολές, και οι «δικαστές», που ανήκαν στην ίδια φάρα, του επέβαλαν εξοντωτικές ποινές. Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο πήγε Ικαρία, μετά Μακρόνησο, και οι ταλαιπωρίες δεν τέλειωσαν. Χαρακτηρίζοντάς τον ως αριστερό του έκλεισαν το δρόμο για το Πανεπιστήμιο. Αργότερα όμως θα τα κατάφερνε, με «μέσον», όπως γινόταν εκείνη την εποχή. Το «μέσον» ήταν να εγγυηθεί για την νομιμοφροσύνη του.
   Η ζωή του Εύρη ήταν όντως συναρπαστική σαν μυθιστόρημα. Όμως εντυπωσιακά ήταν και τα γεγονότα που αναφέρονται στο «Περιβάλλον». Κάποια έχουν να κάνουν με την παγκόσμια ιστορία, κάποια με την ελληνική. Κάποια επίσης έχουν να κάνουν με την τοπική ιστορία, της Κεφαλονιάς.
  Τα τοπικά δεν μας είναι εντελώς άγνωστα. Για παράδειγμα, το τι συνέβη στους ιταλούς μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και το πέρασμά της στο πλευρό των συμμάχων τα ξέρουμε από την ταινία «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι». Όμως εδώ διαβάσαμε τα ιστορικά αυτά γεγονότα με περισσότερες λεπτομέρειες, που κάποιες ήταν πραγματικά ανατριχιαστικές.  
  Το παρακάτω απόσπασμα φωτίζει την ιστορία της τοπικής περιοχής.
  «Στην περιοχή της Σάμης παίχτηκε ένα παιχνίδι. Ήτανε δεν ήτανε τριάντα άτομα που αναλάβανε τον ρόλο των ανταρτών! Οι χωροφύλακες τον ρόλο των Εθνοφρουρών! Οι συγκεκριμένοι αντάρτες είχανε μάθει να αρπάζουν από τους συντοπίτες τους τα ζωντανά τους. Καλούσανε τα κολλητά φιλαράκια τους, τους χωροφύλακες, ψήνανε μαζί τα κοψίδια τους, στήνανε χορούς, βαρούσανε τουφεκιές στον αέρα. Όταν τα όργανα της τάξης επιστρέφανε στη βάση τους, δεν μιλούσανε για ηρωικά γαστρονομικά κατορθώματα αλλά για επικούς αγώνες με τους αντάρτες. Ήταν το άλλοθι της τοπικής Χωροφυλακής, για να ζητά και να λαμβάνει ενισχύσεις! Ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, στρατηγός Σερ Σκόμπι, είχε κάθε λόγο να τις παρέχει.
   Κοιτάζοντας αυτό το παιχνίδι, με τη νηφαλιότητα που δίνει ο χρόνος στη θεώρηση των γεγονότων, καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένοι Κεφαλονίτες φερθήκανε έξυπνα. Αντί να αλληλοσκοτώνονται δίνανε παραστάσεις και κερδίζανε τα κοψίδια τους! (σελ. 98).
  Τελικά η φήμη για την πονηριά τους δεν είναι καθόλου ανυπόστατη.
  Διαβάζουμε:
  «Καταμετρήσανε τις θετικές και αρνητικές ενέργειες των πολιτικών ταγών τους. Δεν αναφερθήκανε καθόλου στα λόγια τους. Ο ισολογισμός ήταν τραγικά αρνητικός. Μόνο για τον Νικόλαο Πλαστήρα βγάλανε πλεόνασμα. Τι κρίμα που ήταν μόνο στρατιώτης και όχι πολιτικός. Η φιλοπατρία τού κέντρισε το ενδιαφέρον για την πολιτική και επέτρεπε στις ύαινες να τον χρησιμοποιούν» (σελ. 124).
  Ο πατέρας μου μού μιλούσε συχνά γι’ αυτόν. Έπινε νερό στο όνομά του.
  Διαβάζω:
  «Λοχία, βρες τον δεκανέα Παρίδη Ανδρέα» (σελ. 161).
  Και θυμήθηκα τον αρχιμουσικό Ανδρέα Παρίδη, που διηύθυνε την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στα φοιτητικά μου χρόνια. Συνέχιζα φοιτητής τη μαθητεία μου στην κλασική μουσική. 
    Δεν είναι σωστό να βγάζεις τα άπλυτα των πεθαμένων σε μια βιβλιοπαρουσίαση, όμως εγώ θα το κάνω.
  Ο λόγος για τον Ηλία Ηλιού. Παραθέτει ένα απόσπασμα από το λόγο του, συμπληρώνοντας μετά:
  «-Αν έλθουμε εμείς στην εξουσία, όχι και απίθανο, θα δημεύσομε τα σπίτια κ.λπ. εκείνων οι οποίοι, ανάλογα με τις οικογενειακές συνθήκες τους, έχουν περισσότερα των αναγκών τους. Θα τα δώσουμε σ’ εκείνους που δεν έχουν.
  Το μυαλό του Ευρυβιάδη παίρνει στροφές ανάποδες. Σηκώνεται όρθιος και φωνάζει:
  -Κύριε πρόεδρε, πού έχεις τα δικά σου και θέλεις να πάρεις τα δικά μου;
  Ο Παύλος του τραβάει το χέρι και του λέει να καθίσει. Ο Εύρης επιμένει έξαλλος:
  -Όχι, θα πω τα δικά μου, που ξέρω πολύ καλά. Ο κύριος έχει επενδύσει τα δικά του στην Ελβετία, στο όνομα των παιδιών του» (σελ. 246).
  Όχι παίζομε.
  Το προτελευταίο κεφάλαιο έχει τίτλο «Αναζητώντας τις ρίζες του». Σίγουρα θα το διαβάσει με ενδιαφέρον ο συνάδελφος και φίλος μου Σπύρος Τουλιάτος. Θα αναφέρω μόνο ότι οι Τουλιάτοι έχουν καταγωγή από την Ιταλία. Ο πιο διάσημος του σογιού είναι ο μετά τον Γκράμσι γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας Palmiro Togliati, από το 1927 που αντικατέστησε τον Αντόνιο Γκράμσι που είχε φυλακισθεί μέχρι το θάνατό του το 1964).
  Συναρπαστική η αφήγηση, τόσο των βιογραφικών όσο και των ιστορικών γεγονότων. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο.
  Και, όπως πάντα, παραθέτουμε στο τέλος τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε.
Έβαλε άλλον ανιψιό και γιο του αδελφού της (σελ. 11)
Άνοιξες την Κερκόπορτα και τώρα πώς θα κλείσει (σελ. 99)
Τσιμπήσουμε τα ψίχουλα που ρίχνει κάποιο χέρι (σελ. 105)
Και ένας αμφίβραχυς: Για όλες τις χώρες σε εύκρατα πλάτη (σελ. 95)
Και ένας ακόμη: στον κόσμο που σάλευε γύρω του (σελ. 106)
 

Μπάμπης Δερμιτζάκης  

Gabriele Mainetti, Lo chiamavano Jeeg Robot (They call me Jeeg, Με λένε Τζιγκ 2015)

Gabriele Mainetti, Lo chiamavano Jeeg Robot (They call me Jeeg, Με λένε Τζιγκ 2015)

Από χθες στους κινηματογράφους. 
  Ο Οβελίξ όταν ήταν μικρός έπεσε σε μια μαρμίτα με μαγικό φίλτρο και απόχτησε υπεράνθρωπες δυνάμεις. Ο Έντζο, μικροκλέφτης, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αστυνομία έπεσε μέσα σε ένα βαρέλι με ραδιενεργά απόβλητα που βρισκόταν κάτω από μια γέφυρα στον Τίβερη και απέχτησε υπεράνθρωπες δυνάμεις. Όμως έρχεται σε σύγκρουση με τον «γύφτο», της ίδιας συμμορίας, που έχει τις φιλοδοξίες του Μουσολίνι, αλλά σε μικροκλίματα. Ο γύφτος τον θεωρεί συμμέτοχο στην κλοπή μιας παρτίδας ναρκωτικών και τον καταδιώκει αμείλικτα. Παρακολουθούμε διάφορα επεισόδια με κορυφαίο εκείνο του τέλους, όταν ο Έντζο θα αντιμετωπίσει τον γύφτο που έπεσε και αυτός κάποια στιγμή μέσα στο ίδιο βαρέλι.
  Μοναχικός και μόνος καουμπόι, χωρίς φίλους, χωρίς αισθήματα για τους άλλους, θα θυσιαστεί για να αποτρέψει την έκρηξη μιας βόμβας που έβαλε στο γήπεδο ο γύφτος. Αλλά για να γίνει αυτή η συναισθηματική μεταμόρφωση έπρεπε να έλθει σε επαφή με την Αλίσια, μια κοπέλα ψυχωτική που μετά το θάνατο της μητέρας της ζει στον κόσμο ενός γιαπωνέζικου μάνγκα και πιστεύει ότι ο Έντζο είναι στην πραγματικότητα ο Χιρόσι Σίμπα.

  Για να λέμε την αλήθεια, πιο πολύ με συγκίνησε το αισθηματικό από το αστυνομικό μέρος της ταινίας, με το αίσθημα που αναπτύχθηκε σιγά σιγά ανάμεσα στους δυο διαταραγμένους ψυχολογικά ήρωες. Και οι δυο πρωταγωνιστές αλλά και άλλοι συντελεστές της ταινίας κέρδισαν διάφορα βραβεία. Αξίζει να τη δείτε.