Book review, movie criticism

Tuesday, December 13, 2011

Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, Ζοή με όμικρον

Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, Ζοή με όμικρον, Πάπυρος 2011, σελ. 222

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μετανάστευση και human trafficking είναι το θέμα του μυθιστορήματος αυτού, του πρώτου της συγγραφέως

Η «Ζοή με όμικρον» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Χριστίνας Χρυσανθοπούλου. Μέχρι τώρα είχε ασχοληθεί με το διήγημα. Διηγήματά της έχουν βραβευθεί και έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Δέκατα».
Προκλητικά είναι τα θέματα με τα οποία ασχολείται στο μυθιστόρημά της η συγγραφέας: μετανάστευση και human trafficking. Δεν ξέρω αν έχει καταπιαστεί άλλος έλληνας πεζογράφος με αυτά τα θέματα, όμως υπάρχουν μερικές ταινίες που αναφέρονται σ’ αυτά.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Τα δυο πρώτα μπορούμε να πούμε ότι παραθέτουν το φόντο μέσα στο οποίο κινούνται οι δυο ήρωες. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε τον Γιούρι, ρωσσοπόντιο μετανάστη, που έφυγε από την Γεωργία για να γλιτώσει από τη σύγκρουση Αμπχαζίων και Γεωργιανών. Η μητέρα πατρίδα τον υποδέχτηκε όπως υποδέχτηκε και τους μικρασιάτες μετά την μικρασιατική καταστροφή: το κράτος προσφέροντας ελάχιστα, οι πολίτες με επιφύλαξη ή αποστροφή. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι σκληρός, η παραβατικότητα καραδοκεί σαν διέξοδος. Αρχικά θα προσπαθήσει να της ξεφύγει, όμως τελικά θα πέσει στα δίκτυα της.
Η Ιρίνα, στο δεύτερο μέρος, θα βρεθεί μπροστά σε μεγαλύτερες εκπλήξεις. Αντί να βρεθεί σερβιτόρα στην Ιταλία έπεσε θύμα εμπόρων λευκής σαρκός και βρέθηκε στην Ελλάδα. Όλες οι κοπέλες που έχουν τη μοίρα της είναι απελπισμένες. Άλλες αντέχουν, άλλες όχι. Η φυγή και η αυτοκτονία φαίνονται σαν διέξοδοι. Η πρώτη ελπίδας, η δεύτερη απελπισίας. Η φυγή όμως δεν ευοδώνεται, ο προστάτης είναι διασυνδεμένος με την αστυνομία, όποια την επιχειρήσει θα καταλήξει πάλι στα χέρια του. Και η αυτοκτονία δεν πετυχαίνει πάντα.
Όπως συμβαίνει με αφηγήσεις φόντου, η αφήγηση δεν είναι ευθύγραμμη. Υπάρχουν συνεχείς αναδρομές και παρεκβάσεις. Είναι όπως σε ένα ζωγραφικό πίνακα, με μια διαφορά: ενώ στον πίνακα το μάτι κατευθύνεται διαδοχικά στα διάφορα μέρη του, μετά τη γενική σύλληψη, με τη συνειδητή επιλογή αυτού που τον κοιτάζει (αν και υπάρχουν μελέτες που δείχνουν πως υπάρχουν ψυχολογικοί μηχανισμοί που κατευθύνουν το βλέμμα, πρώτα στη μια κατεύθυνση, μετά στην άλλη), εδώ η συγγραφέας επιλέγει ποιο μέρος του πίνακα θα δούμε πρώτο και ποιο στη συνέχεια.
Τα δυο τελευταία μέρη είναι η κύρια ιστορία. Εδώ είναι που συμπλέκονται οι ζωές των δυο ηρώων. Η αφηγηματική πορεία είναι τώρα πια ευθύγραμμη. Η ειδολογική αναμονή είναι ότι τελικά θα ξεφύγουν. Όμως πώς;
Η αφήγηση είναι γρήγορη, ασθματική. Τα κεφάλαια σύντομα, σαν κινηματογραφικά πλάνα. Και βέβαια υπάρχει το κινηματογραφικό happy end.
Η Χρυσανθοπούλου είναι μια ταλαντούχα πεζογράφος. Το μυθιστόρημά της έχει μια συναρπαστική πλοκή, ο αφηγηματικός λόγος με τον διάλογο ισορροπούν τέλεια, σε σωστές αναλογίες, ενώ η γλώσσα αποφεύγει την επιτήδευση, η οποία συχνά υπονομεύει την ιστορία. Και το λέμε αυτό γιατί διαβλέπουμε ένα υποβόσκον ταλέντο στο μυθιστόρημα αυτό: το ταλέντο του σεναριογράφου. Το έργο αυτό θα μπορούσε να γίνει μια επιτυχημένη ταινία. Και πιστεύουμε ότι η Χρυσανθοπούλου μπορεί να γράψει πολύ καλά σενάρια. Έχει την αίσθηση της επικαιρότητας, και είναι αρκετά επινοητική στη σύνθεση μιας συναρπαστικής πλοκής. Μήπως πρέπει να διδαχθεί και την τεχνική του γραψίματος ενός σεναρίου;
Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο, αν και όχι περιττό. Διάβασα παλιά ότι στο Χόλιγουντ δεν υποβάλλουν πια στους παραγωγούς σενάρια αλλά μυθιστορήματα. Ο ομορφιά μιας ιστορίας μόνο μέσα από ένα μυθιστόρημα μπορεί να φανεί, όχι από ένα σενάριο, και γι’ αυτό τόσα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας γίνονται ταινίες. Ο παραγωγός διαβάζει το μυθιστόρημα, εγκρίνει, και παραγγέλνει το σενάριο. Καλό θα ήταν η συγγραφέας να στείλει το βιβλίο της σε σκηνοθέτες σε παραγωγούς. Παρόλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελληνικός κινηματογράφος στις μέρες μας, μπορεί να έχει τύχη. Ευχόμαστε να έχει αυτή την τύχη. Και φυσικά να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Ευσταθία Δήμου, Στη σπορά των αστεριών (55 χαϊκού)

Ευσταθία Δήμου, Στη σπορά των αστεριών (55 χαϊκού), Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011, σελ. 27

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εκρηκτικά στην ποιητική τους δύναμη τα 55 χαϊκού της συλλογής αυτής.

Το χαϊκού, αυτό το γιαπωνέζικο ολιγοσύλλαβο ποίημα, έχει κατακτήσει τον κόσμο. Χθες ακόμη, βλέποντας την «Παρί» του ιρανού σκηνοθέτη Dariush Mehrjui, άκουσα ένα χαϊκού μέσα στην ταινία.
Για το χαϊκού πρωτοδιάβασα στον Καζαντζάκη, στο ταξιδιωτικό του έργο «Ιαπωνία-Κίνα». Από τότε έχω διαβάσει αρκετά χαϊκού ελλήνων ποιητών, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Σεφέρης. Ο Γιάννης Μανιάτης, η ψυχή του «Λέξημα», λάτρης του χαϊκού, έχει αναρτήσει ένα αρκετά εμπεριστατωμένο άρθρο για το χαϊκού που βρίσκεται εδώ http://www.lexima.gr/lxm/read-538.html Ήταν επίσης ένας από τους παρουσιαστές της ανθολογίας χαϊκού στην Ελλάδα που έκανε ο Χρήστος Τουμανίδης (εκδόσεις Δελφοί), στην παρουσίαση της οποίας είχα παρευρεθεί.
Είναι μακρύς ο κατάλογος των ελλήνων που έχουν ασχοληθεί με το χαϊκού. Εδώ θα αναφέρω τον Θόδωρο Τρουπή, έναν από τους θαμώνες του φιλολογικού καφενείου του Ιάσωνα Ευαγγέλου, και ο οποίος δυστυχώς έφυγε πρόπερσι, που μου έδωσε τη συλλογή του με τίτλο «Τα Αλφα-βητάρια των χάι-κου». Όταν με πληροφόρησε ο Ιάσωνας Ευαγγέλου για τον θάνατο του Τρουπή, έκανα μια σχετική ανάρτηση στο blog μου. Ήθελα να δώσω και ένα δείγμα γραφής του, και άνοιξα το βιβλίο του, επιλέγοντας στην τύχη το πρώτο χαϊκού που θα έπεφτε στο μάτι μου. Ήταν το παρακάτω: «Αύριο θα μ’ εύρεις/ να συλλαβίζω στίχους/ κάπου στην Εδέμ». Πρέπει να ομολογήσω πως τρόμαξα λίγο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την έχω γράψει αλλού. Να αναφέρω επίσης τον Ηλία Κεφάλα, που μου έστειλε τη δική του συλλογή με χαϊκού με τίτλο «Σιωπητήριο χιονιού». Το βιβλίο της Ευσταθίας Δήμου «Στην σπορά των αστεριών» είναι η τρίτη συλλογή χαϊκού που λαμβάνω.
«Κλουβί είν’ το ποίημα/ κι οι λέξεις μέσα-πουλιά/ που κελαηδάνε» (αρ. 15).
Ποιο ποίημα; Το χαϊκού. Το χαϊκού, με την αυστηρή του δομή, είναι σαν κλουβί. Και η δομή του χαϊκού είναι τρεις συλλαβές, από τις οποίες η μεσαία είναι επτασύλλαβη και οι άλλες δυο πεντασύλλαβες.
Το έχω ξαναγράψει, τα σύντομα ποιήματα είναι τα πιο όμορφα, αλλά και τα πιο απαιτητικά. Ένα πολύστιχο ποίημα μπορεί να είναι καλό έστω κι αν έχει κάποιους μέτριους στίχους. Το ολιγόστιχο ποίημα, όπως το χαϊκού, δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Πρέπει να είναι τέλειο.
Το χαϊκού ξεκινάει ως εικονογραφική αποτύπωση της στιγμής. Συχνά παρατίθεται ως παράδειγμα το χαϊκού του Μπασό: «Παλιά λιμνούλα/ Ένας βάτραχος βουτά/ Ήχος του νερού». Να δώσουμε και ένα δείγμα της Δήμου: «Ο ήλιος δύει/ κόκκινος και φλογερός/ βουτά στο νερό».
Όμως την εικονογραφική αποτύπωση της στιγμής συχνά την υπερβαίνει. «Χορός της βάρκας/ ξέφρενος στο ξύπνημα/πάλι τ’ ανέμου». Στη φωτογραφία είναι μια και μοναδική βάρκα μια και συγκεκριμένη στιγμή. Στο παραπάνω χαϊκού η βάρκα είναι κάθε βάρκα που την ταρακουνάει ο άνεμος πάνω στα κύματα, παρόλο που το ποίημα μπορεί να το ενέπνευσε η θέα μιας συγκεκριμένης βάρκας.
Πάρα πολλά χαϊκού της Δήμου ανάγονται σε μια γενικότερη έως μια συμβολική διάσταση. Εδώ η μεταφορά είναι το κυρίαρχο υφολογικό σχήμα. Κάνουμε μια μικρή επιλογή:
«Ρίζες μόνο και/ κλαδιά ερωτοτροπούν./ Ποτέ οι κορμοί»
«Έρωτας είναι/ ξεκούρδιστου ρολογιού/ σπασμένοι δείκτες»
«Χρυσό δρεπάνι/ στη σπορά των αστεριών./Νέα σελήνη»
«Μισοφέγγαρο/ παρένθεσης άνοιγμα/ ποτέ δεν κλείνει»
Η θεματική της Δήμου σε κάποια χαϊκού αγκαλιάζει καταστάσεις και προβληματικές της σύγχρονης ποίησης. «Βράδια μοναξιάς/ ατελείωτα• μόνος/ παρών, ο χρόνος». «Κάλεσμα χρόνων/ περασμένων• ονείρων/ ναυαγισμένων».
Έχω ξαναγράψει ότι ο ρυθμός του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου κυλάει στις φλέβες των ποιητών μας• ακόμη και των πεζογράφων μας, όπου καμιά φορά στα κείμενά τους συναντάει κανείς κανονικούς δεκαπεντασύλλαβους. Μου έχει γίνει πια χόμπι να τους ανιχνεύω. Σε ένα χαϊκού της Δήμου συνάντησα έναν παρ’ ολίγο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο: «Στις αγκαλιές σου απόθεσα τις νύχτες της αγρύπνιας μου». Και βέβαια ο ίαμβος ως ρυθμός υπάρχει σε πάρα πολλούς στίχους, ιδιαίτερα στους ενδιάμεσους επτασύλλαβους: «Μια φεγγαριού αχτίδα», «Στα μάτια του ο ιδρώτας», «Η νύχτα καταπίνει». Όμως βρίσκουμε και στίχους με την κανονικότητα άλλων μέτρων. «με τα μάτια ορθάνοιχτα», ανάπαιστος. «Θέλω μόνο μια στιγμή», τροχαίος. «ποτάμι• το δάκρυ μας», αμφίβραχυς.
Στο παρακάτω χαϊκού η Δήμου παίζει με τις παρηχήσεις: «Όνειρα γλυκά./ Γλυκόπικρα. Πικρά πριν/ το ξημέρωμα».
Σε ένα άλλο είναι αποφθεγματική-παραινετική: «Λίγα να ρωτάς,/ να μην κλαις, να μη γελάς,/ να μεγαλώνεις».
Και βέβαια δεν λείπουν και τα ερωτικά χαϊκού: «Όμορφα ξέρεις/ το κορμί μου να κεντάς/ με τα φιλιά σου» («Όμορφα ξέρεις, με τα φιλιά σου», δυο μικροί δάκτυλοι, μια και πιο πάνω μιλάγαμε για μέτρο).
Τα χαϊκού της Δήμου είναι από τα ομορφότερα που έχω διαβάσει. Με ένα θεματικό και υφολογικό εύρος, με ενσωματωμένα στοιχεία της ποιητικής μας παράδοσης, μου φέρνουν στο μυαλό το οικολογικό σλόγκαν: το μικρό είναι όμορφο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Friday, December 9, 2011

Εύα Στάμου, Εθισμός

Εύα Στάμου, Εθισμός, Μελάνι 2011, σελ. 324

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Τρεις ήρωες αφηγούνται τη προσωπική τους ιστορία, που κάποια στιγμή πλέκεται με τις ιστορίες των άλλων

Συνήθως στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση υπάρχει μόνο ένας αφηγητής που αφηγείται την ιστορία του. Στο επιστολογραφικό μυθιστόρημα υπάρχουν δύο αφηγητές. Όπως ο Σοφοκλής πρόσθεσε και τρίτο υποκριτή στην αρχαία τραγωδία, έτσι και η Εύα Στάμου προσθέτει τρίτο αφηγητή.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει πλεονεκτήματα. Το πρώτο πλεονέκτημα είναι ότι υπάρχει μια αληθοφάνεια που δεν υπάρχει στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, με τον παντογνώστη αφηγητή να ξέρει τα πάντα για τους ήρωες, ακόμη και τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους. Το μειονέκτημα αυτό ο Χένρι Τζέημς το εξάλειψε εν μέρει με την τεχνική του «δείχνω», αντί της τεχνικής του «λέγω». Δεν «λέγει» δηλαδή για το τι σκέφτονται οι ήρωές του, αλλά «δείχνει» πώς ενεργούν, και ο αναγνώστης βγάζει συμπεράσματα για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Και βέβαια όσο πιο επαρκής είναι ο αναγνώστης, τόσο πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα βγάζει.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση πετυχαίνει αυτό που, όπως μας λέει η παροιμία, δεν μπορεί να επιτευχθεί: και η πίττα σωστή και ο σκύλος χορτάτος. Υπάρχει η αληθοφάνεια που χάνεται στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, και ταυτόχρονα έχουμε άμεση πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα-αφηγητή. Όμως δεν έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματα των υπόλοιπων προσώπων, έλλειψη σημαντική όταν κάποια από αυτά είναι κεντρικά στην εξέλιξη της ιστορίας. Η Εύα Στάμου έλυσε το πρόβλημα βάζοντας κάθε ένα από τους τρεις κεντρικούς ήρωες να αφηγείται τη δική του ιστορία.
Ο αφηγητής είναι ταυτόχρονα και εστιαστής: βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική. Αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στην περίπτωση του Πέτρου, που είναι μια διαταραγμένη προσωπικότητα. Ενδιαφέρον έχει η εστίαση όταν αφηγούνται το ίδιο επεισόδιο διάφορα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτό, με τη δική του οπτική ο καθένας. Το «Ρασομόν» του Κουροσάβα, βασισμένο σε δυο διηγήματα του Ryūnosuke Akutagawa, είναι το κλασικό παράδειγμα πολλαπλής αφήγησης και εστίασης. Εδώ έχουμε το επεισόδιο της επίθεσης του Πέτρου στην Έλσα, που το αφηγούνται ξεχωριστά και οι δυο τους. Στα υπόλοιπα επεισόδια αφηγείται καθένας την προσωπική του ιστορία, που εμπλέκεται βέβαια με των άλλων, και που όλες μαζί συνθέτουν το παζλ της πλοκής του μυθιστορήματος.
Ο αποδέκτης της αφήγησης ουσιαστικά είναι ο αναγνώστης, όχι όμως τυπικά. Στο επιστολογραφικό μυθιστόρημα αποδέκτης είναι αυτός στον οποίο απευθύνεται η επιστολή. Μπορεί ο αποδέκτης να είναι ο ίδιος ο εαυτός του γράφοντος όταν πρόκειται για ημερολόγιο. Χωρίς να μας το λέει ρητά η Στάμου, οι αφηγήσεις φαίνονται σαν ημερολογιακές καταγραφές.
Όχι πάντα. Και εδώ μπαίνει ένα ακόμη θέμα στην αφηγηματική τεχνική, το «μέσο» με το οποίο μεταδίδεται η αφήγηση. Στο μυθιστόρημα αυτό της Εύας Στάμου, κάποιες φορές, η αοριστία που υποδηλώνει αναπόφευκτα ημερολογιακή καταγραφή αίρεται. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 57. Έλσα (σελ. 221. Η Εύα απαριθμεί τις αφηγήσεις βάζοντας δίπλα το όνομα του αφηγητή), μέσο είναι το τηλέφωνο, και αποδέκτης ο Άρης (άλλο πρόσωπο, έξω από τους τρεις κύριους αφηγητές, που είναι η Έλσα, ο Πέτρος και η Ιφιγένεια). Αυτό κάνει την αφήγηση ακόμη πιο ζωντανή.
Εγώ, ως αφηγηματολόγος, εστίασα περισσότερο στην αφηγηματική τεχνική, που όπως είπα είναι αρκετά πρωτότυπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραβλέπω τις υπόλοιπες αρετές του μυθιστορήματος, την επινοητικότητα στην πλοκή, την άριστη διαγραφή των χαρακτήρων, την σαφήνεια της γλωσσικής έκφρασης, και βέβαια την κύρια αρετή μιας αφήγησης, το σασπένς, που διατηρεί αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Έχουμε ξαναγράψει για την Εύα Στάμου, την οποία θεωρούμε ως μια από τις πιο ταλαντούχες φωνές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Και τώρα στα δικά μας, που συνηθίζουμε σε κάθε βιβλιοκριτική, τον επί μέρους σχολιασμό.
Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, που παραθέτει η Στάμου: «Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας».
Και πού το ξέρει αυτό ο Πεσσόα; Εμένα με ρώτησε; Μήπως έκανε γκάλοπ με φίλους και γνωστούς, και έβγαλε ένα επαγωγικό συμπέρασμα, το οποίο γενίκευσε απαράδεκτα για όλη την ανθρωπότητα;
Βέβαια, θα μπορούσε να μου αντιτείνει ο Πεσσόα, εσύ «νομίζεις» ότι την αγαπάς, στην πραγματικότητα αγαπάς τον εαυτό σου. Και εγώ θα μπορούσα να του αντιτείνω, εσύ «νομίζεις» ότι δεν την αγαπώ, ή ότι όλος ο κόσμος αγαπά την εικόνα που διαμορφώνει για τον άλλο, ότι στην ουσία αγαπά μόνο τον εαυτό του (πράγμα που, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί να συναχθεί παραγωγικά).
Κάνω πλάκα. Στην παραπάνω πρόταση του Πεσσόα, όπως και σε παρόμοιες προτάσεις, υποδηλώνεται η πρόταση που δεν διατυπώνεται ρητά: «Κατά τη δική μου γνώμη…».
Το ίδιο και στην παρακάτω παράγραφο της Στάμου, με την οποία κλείνει το βιβλίο: «Γιατί οι μικροί, ιδιωτικοί κόσμοι, συνθέτουν το υποκειμενικό σύμπαν των ανθρώπων, που δεν έχει απαραίτητα σχέση με την αλήθεια».
Θα έπρεπε να προσθέσει: Κατά τη δική μου γνώμη…
Και κατά τη δική μου, να προσθέσω κι εγώ.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Wednesday, December 7, 2011

Alireza Raisian, The deserted station

Alireza Raisian, The deserted station (story by Abbas Kiarostami), 2002

Εμμονή με την εκπαίδευση, εμμονή με τα παιδιά, έχουν οι ιρανοί κινηματογραφιστές. Στην ιστορία αυτή του Αμπάς Κιαροστάμι που σκηνοθετεί ο Alireza Raisian βλέπουμε έναν άντρα να οδηγεί σε έναν από τους «δρόμους του Κιαροστάμι» με το αυτοκίνητό του, διασχίζοντας ένα κατάξερο τοπίο. Δίπλα βλέπουμε κάποια στιγμή και τη γυναίκα του. Δεν θυμάμαι τον προορισμό τους, αν ειπώθηκε καν, απλά βλέπουμε τον άντρα να στρίβει κάποια στιγμή σε κάτι χωματόδρομους για να τραβήξει φωτογραφίες από το τοπίο (είναι φωτογράφος). Ένα ζώο πετάγεται μπροστά του, στρίβει απότομα για να το αποφύγει και το αυτοκίνητο πέφτει πάνω σε ένα σωρό χώματα. Αν και δουλεύει η μηχανή, δεν κινείται. Ένα χωριό φαίνεται στο βάθος. Ο άντρας πηγαίνει να ζητήσει βοήθεια. Υπάρχει κάποιος που μπορεί να τον βοηθήσει. Είναι ο δάσκαλος του χωριού, που ξέρει από αυτοκίνητα. Είναι ο μοναδικός άντρας στο χωριό. Οι άντρες είναι στην πόλη και δουλεύουν. Προθυμοποιείται να το φτιάξει, όμως όταν το εξετάζει βλέπει ότι χρειάζονται ανταλλακτικά που πρέπει να τα προμηθευτούν από την πόλη. Θα πάει μαζί με τον άντρα στην πόλη με τη μηχανή του, ενώ η γυναίκα, που είναι δασκάλα, θα τον αντικαταστήσει στα καθήκοντά του.
Και εδώ βρίσκεται το κύριο μέρος της ιστορίας. Αναπτύσσεται, μετά από διάφορα επεισόδια, μια πολύ αγαπησιάρικη σχέση ανάμεσα στη δασκάλα και τους μαθητές. Επιστρέφει ο δάσκαλος με τον άντρα της, και κατά το απόγευμα το αμάξι είναι έτοιμο. Ετοιμάζονται να φύγουν. Ξεκινούν, ενώ από μακριά καταφτάνει ένα τσούρμο μαθητές και τρέχουν πίσω τους. Σταματούν. Η γυναίκα είχε ξεχάσει την τσάντα της. Τους προσφέρει μια σακούλα με φρούτα που είχε μαζί της. Συνεχίζουν το δρόμο τους, όμως οι μαθητές εξακολουθούν να τρέχουν πίσω τους. Σταματούν για να τα πείσουν να πάψουν να τους ακολουθούν, όμως αυτά επιμένουν, ξανά και ξανά. Η τελευταία σκηνή της ταινίας είναι όταν αναγκάζονται να σταματήσουν για άλλη μια φορά.
Μια απλή ιστορία, μα τόσο συγκινητική.

Tuesday, December 6, 2011

Majid Majidi, All of his feature films

Majid Majidi, All of his feature films

Ένα βιογραφικό στη Βικιπαίδεια:
http://en.wikipedia.org/wiki/Majid_Majidi
Με εξαίρεση το Baduk, όλες τις ταινίες του Majid Majidi, του πρωταγωνιστή στο Boycott του Μοσέν Μαχμαλμπάφ, τις έχουμε δει από παλιά, και κάποιες πάνω από μια φορά. Για δυο από αυτές έχουμε ήδη γράψει. Θα γράψουμε δυο λόγια και για τις υπόλοιπες, πριν δούμε το Baduk.

Baduk, 1992
Δυο αδέλφια βρίσκονται να περπατούν μόνα στη έρημο, μετά το θάνατο του πατέρα τους. Ο «καλός» άνθρωπος που τα παίρνει με το αυτοκίνητό του, τα πουλάει σε κάποιον, που και αυτός τα μεταπουλάει. Το αγόρι προορίζεται για baduk, να μεταφέρει λαθραία από το Πακιστάν στο Ιράν για το αφεντικό του. Το κορίτσι προορίζεται για κάποιο χαρέμι στη Μέση Ανατολή. Όλο το έργο αναφέρεται στην προσπάθεια του αγοριού να βρει την αδελφή του. Δεν θα τα καταφέρει. Το τέλος είμαι μια τραγική ειρωνεία: μπαίνει κρυφά στο πλοίο που μεταφέρει τα κορίτσια, ανάμεσα στα οποία υποτίθεται ότι είναι η αδελφή του. Όμως στην τελευταία σκηνή μαθαίνουμε ότι η αδελφή του είναι πίσω στο Ιράν, «ευνοούμενη» του αγοραστή της, ο οποίος μάλιστα της λέει ότι κάνει τα αδύνατα δυνατά να βρει τον αδελφό της.

God will come (1995)
Γράψαμε μετά, εδώ

Pedar (Ο πατέρας), 1996
Έχουμε γράψει γι’ αυτό. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:

Children of heaven (Τα παιδιά του παραδείσου), 1997
Αναφέρεται σε δυο αδέλφια που φορούν εναλλάξ το ίδιο ζευγάρι παπούτσια. Ο αδελφός έχασε τα παπούτσια της αδελφής, δεν τολμούν να το ομολογήσουν στους γονείς, και σκαρφίζονται αυτό το κόλπο για να μπορούν να πηγαίνουν σχολείο. Όμως ο αδελφός πηγαίνει συχνά καθυστερημένος. Συγκινητική ταινία, που δείχνει την αγωνία των δυο παιδιών, μέχρι να λυθεί στο τέλος το πρόβλημα.

The color of paradise (Το χρώμα του παραδείσου), 1999
Είναι η ιστορία ενός τυφλού παιδιού και του πατέρα του. Συγκινητική ιστορία, με ένα συγκλονιστικό τέλος. Δεν θέλω να γράψω τίποτε άλλο γι’ αυτή την ταινία, πρέπει οπωσδήποτε να τη δείτε.

Το Baran (Βροχή), 2001
Αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα ενός νεαρού για μια Αφγανή κοπέλα που είχε μεταμφιεστεί σε αγόρι για να δουλέψει. Και εδώ έχουμε ένα συγκινητικό τέλος. Και γι’ αυτή την ταινία δεν θέλω να πω τίποτα παραπάνω, πρέπει να τη δείτε αν δεν την έχετε ήδη δει.

The willow tree (Bid e Majnoon), 2005
Έχουμε γράψει γι’ αυτήν την ταινία. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:
http://hdermi.blogspot.com/2009/11/majid-majidi-willow-tree.html

The song of sparrows, 2008
Και αυτή την ταινία την έχω δει. Αντί να γράψω όμως εγώ για την ταινία προτιμώ να παραθέσω τη σύντομη περίληψη από την βικιπαίδεια.
Karim works at an ostrich (στρουθοκάμηλος) farm outside of Tehran, Iran. He leads a simple and contented life with his family in his small house, until one day when one of the ostriches runs away. Karim is blamed for the loss and is fired from the farm. Soon after, he travels to the city in order to repair his elder daughter's hearing aid but finds himself mistaken for a motorcycle taxi driver. Thus begins his new profession: ferrying people and goods through heavy traffic. However, the people and goods he is dealing with every day start to change Karim's generous and honest nature, much to the distress of his wife and daughters. It is up to those closest to him to restore the values that he once cherished.

Muhammad, the messenger of God (2015)
Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ

Sonnerie de Sainte-Geneviève du Mont de Paris