Book review, movie criticism

Thursday, July 6, 2017

Gennaro Nunziante, Che bella giornata (Τι όμορφη μέρα θεέ μου, 2011)

Gennaro Nunziante, Che bella giornata (Τι όμορφη μέρα θεέ μου, 2011)


Από σήμερα στους κινηματογράφους. 
Μπορεί κανείς να κάνει κωμωδία με θέμα την τρομοκρατία; Ο Gennaro Nunziante το μπόρεσε.
  Η Nabiha Akkari με τον αδελφό της σχεδιάζουν, εκδικούμενοι τους γονείς τους που σκοτώθηκαν από συμμαχική βόμβα, να ανατινάξουν το άγαλμα της παναγίας στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου. Πρέπει όμως η Nabiha να δελεάσει τον σεκουριτά, που δεν είναι άλλος από τον Checco Zalone. Του την πέφτει. Και τον ερωτεύεται, αφού βέβαια την έχει ερωτευθεί αυτός πιο πρώτα. Και η εκδίκηση πάει περίπατο.
  Δεν είναι τόσο το στόρι όσο οι ξεκαρδιστικές σκηνές που παρακολουθούμε, που κάποιες θυμίζουν τα gang του βωβού κινηματογράφου με την απιθανότητά τους. Όμως δεν είναι μόνο γέλιο, είναι και σάτιρα, κοινωνική και πολιτική, που μαζί με την ηθογραφία της ιταλικής οικογένειας μας θυμίζει πολύ τα καθ’ ημάς.
  Ο Checco προσπαθεί να την εντοπίσει στο facebook. Στέλνει ένα μήνυμα σε κάποια. «Τι κάνεις;». Η απάντηση που παίρνει είναι: «Κοιμάμαι».
  Και θυμήθηκα μια από τις «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες» μου (Ιεράπετρα 21ος αιώνας).  Την αντιγράφω.
  Οι δυο φίλοι έρχονται στην Αθήνα από την Κρήτη με το πλοίο. Θα τους
φιλοξενήσει ο φίλος τους ο Μανώλης. Έχουν πολύ λίγα λεφτά  πάνω τους. Έρχονται για να βρουν δουλειά.
Κατεβαίνουν στο λιμάνι, πρώτη φορά έρχονται στην Αθήνα, δεν υπήρχε περίπτωση να βρουν το σπίτι του φίλου τους παίρνοντας λεωφορεία, έτσι παίρνουν ταξί. Φτάνουν στο σπίτι του, ρωτάνε τον ταξιτζή πόσο κάνει το αγώι, τόσο κάνει, μετράνε τα λεφτά τους, δεν τους φτάνουν. – περίμενε του λένε, να πάρουμε λεφτά από το φίλο μας να σε πληρώσουμε.
Σε μονοκατοικία μένει ο φίλος, του κτυπάνε την πόρτα.
-Μανώλη κοιμάσαι;
-Τι θέλετε;
-Να μας δώσεις λεφτά να πληρώσουμε το ταξί.
-Θαρρώ (νομίζω) πως κοιμούμαι.
  Είναι η καλύτερη κωμωδία που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Ή μήπως είναι το «Cado delle nubi»; Μπορεί να είναι το «Sole a Catinelle». Δεν αποκλείεται όμως να είναι το « Quo vado». Όλες του Gennaro Nunziante με τον Checco Zalone. Δεν έχω όμως την πολυτέλεια του χρόνου να κάνω ένα μίνι φεστιβάλ, με τον εαυτό μου κριτική επιτροπή, να τις δω και τις τέσσερις μαζί και να αποφασίσω.

  Αυτή την ταινία δεν πρέπει με τίποτα να τη χάσετε. 

Sebastián Borensztein, Koblic (Ο πιλότος, 2016)

Sebastián Borensztein, Koblic (Ο πιλότος, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πρόσφατα είδαμε το ντοκιμαντέρ του Patricio Guzman «Το μαργαριταρένιο κουμπί», όπου μάθαμε ότι η χούντα του Πινοτσέτ στη Χιλή έριχνε τους πολιτικούς κρατούμενους, αφού τους δολοφονούσε, με αεροπλάνα στη θάλασσα, με δεμένες στο σώμα τους σιδερένιες ράβδους για να βουλιάζουν. Εδώ μαθαίνουμε ότι η χούντα της Αργεντινής έριχνε του πολιτικούς κρατούμενους στη θάλασσα ζωντανούς.
  Ο Κόμπλιτς, ο πιλότος ενός τέτοιου αεροπλάνου, δεν μπορεί να αντέξει το θέαμα. Παρόλο που βρίσκεται μόλις λίγους μήνες πριν την συνταξιοδότησή του, το σκάει. Κρύβεται σε ένα φίλο του που κάνει ψεκασμούς με ένα μικρό αεροπλάνο. Όμως ο έρωτας θα τον ξεφανερώσει. Παραλίγο να τον σκοτώσουν, όμως ο φίλος του δεν θα τη γλιτώσει. Φυσικά θα εκδικηθεί.
  Η ταινία, διαβάζουμε, βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Υποθέτω ότι τα αληθινά γεγονότα βρίσκονται στο ιστορικοπολιτικό φόντο, γιατί δεν μας λέγεται αν ο Κόμπλιτς ήταν υπαρκτό πρόσωπο, έστω και χωρίς τις περιπέτειες που του αποδίδουν, όπως εξάλλου και στην ταινία του Luc Besson «Απέραντο γαλάζιο» που είδαμε πρόσφατα, όπου τα πρόσωπα, οι δυο δύτες, ήταν πραγματικά, όχι όμως και τα επεισόδια που τους αποδίδονται στην ταινία. Ή μήπως υπήρξε και ξέχασαν να μας το πουν;

  Πολύ ωραία ταινία, με τον Ricardo Darin που τον θαυμάσαμε στον «Τρούμαν» έξοχο στο ρόλο του πιλότου, ενώ ο Oscar Martinez, που και αυτόν τον είδαμε πρόσφατα στον «Επιφανή πολίτη», κέρδισε το βραβείο του δεύτερου ανδρικού ρόλου σαν αστυνόμος. Μην τη χάσετε. 

Riccardo Milani, Papa o mama (Με τον μπαμπά ή τη μαμά, 2017)

Riccardo Milani, Mamma o papa (Με τον μπαμπά ή τη μαμά, 2017)


  Έχω γράψει ότι κριτήριο για το πόσο καλή είναι μια κωμωδία για μένα είναι το πόσο γελάω, συμπληρώνοντας όμως ότι μια κωμωδία μπορεί να είναι καλύτερη ενώ γελάς λιγότερο, όπως π.χ. με τις κωμωδίες του Σαίξπηρ και του Μολιέρου. Πρώτη φορά όμως βρέθηκα στην αντίθετη περίπτωση, να γελάσω αρκετά σε μια κωμωδία και όμως να μη μου αρέσει.
  Οι δυο γονείς θέλουν να χωρίσουν. Όμως κανείς τους δεν θέλει να φορτωθεί την επιμέλεια των τριών παιδιών τους, με αποτέλεσμα η δικαστίνα να αποφασίσει ότι πρέπει να αποφασίσουν τα παιδιά. Και τα κωμικά επεισόδια που ακολουθούν έχουν να κάνουν με τους τρόπους που σκαρφίζεται ο κάθε γονιός για να τους κάνει τη ζωή του δύσκολη, ώστε να επιλέξουν τον άλλο γονέα. Εντελώς αντιρρεαλιστικό, μια και ξέρουμε ότι στην πραγματική ζωή οι μάχες δίνονται για το ποιος θα πάρει την επιμέλεια των παιδιών. Αυτό στον δυτικό κόσμο, γιατί στον κόσμο του Ισλάμ δεν χρειάζεται να δοθεί αγώνας, την επιμέλεια την παίρνει ο πατέρας, εκτός σπανίων εξαιρέσεων.
  Βέβαια έχουμε κωμωδία, το ζευγάρι κάποια στιγμή, με ένα αρκετά μη πειστικό τρόπο για μένα, κάνει έρωτα. Μετά βγαίνει το διαζύγιο, κάπου προς το τέλος. Όμως στο τέλος τέλος βλέπουμε την γυναίκα να είναι έγκυος και ο σύζυγος (είναι γυναικολόγος) να την ξεγεννάει. Χωρίς να δηλώνεται με σαφήνεια, το ζευγάρι τα ξαναβρίσκει. Για άλλη μια φορά βλέπουμε το μοτίβο «χωρίζουν και τα ξαναφτιάχνουν», που το είδαμε πρόσφατα και στην ταινία «Ο γιατρός έχει τρεχάματα».
  Όχι, αυτή την ταινία θα ήθελα να μην την είχα δει.

   

Tuesday, July 4, 2017

Philip Roth, Η νόσος του Πορτνόι, Το βυζί, Η ταπείνωση

Philip Roth (1933 - 2018 )


Philip Roth, Η νόσος του Πορτνόι, Το βυζί, Η ταπείνωση.

Φίλιπ Ροθ, Η νόσος του Πορτνόι, Γράμματα 1980, σελ. 268

  Ναι, τόσο παλιό, από το 1980, σε πολυτονικό. Το βρήκα στις προσφορές, τρία ευρώ, το αγόρασα. Προφανώς δεν είχε την τύχη της «Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι» του Κούντερα, με τον επίσης σεξομανή ήρωα. Όμως είναι πράγματι ένα πολύ καλό βιβλίο, όπου ο ήρωας αυτοαναλύεται με οξυδέρκεια και χιούμορ. Δικαίως είχε την επιτυχία που γνώρισε στην Αμερική.
  Θα ήθελα να θέσω εδώ ένα επιστημολογικό πρόβλημα, για τα όρια της συγκριτικής λογοτεχνίας (comparative literature, πολλοί μεταφράζουν συγκριτική γραμματολογία). Τα όρια αυτά είναι τα όρια της ανθρώπινης ζωής, για να μην αναφερθώ στα όρια των δυνατοτήτων του ανθρώπινου εγκεφάλου: Δεν μπορείς να διαβάσεις όλα τα βιβλία που έχουν γραφεί, ώστε να αποφασίσεις τελεσίδικα για επιδράσεις ή για πρωτοτυπία.
  Τα γράφω αυτά, γιατί πριν λίγες μέρες έγραψα τη βιβλιοκριτική για την βιογραφία του ηθοποιού Jean Wilder, πολύ γνωστού σε μας τους παλιότερους, που έχει τον τίτλο Kiss me like a stranger. Την διάβασα σαν «αναγνώστης» από το αγγλικό πρωτότυπο, για να εισηγηθώ στον εκδότη μου, τον Αλέξανδρο Δεσύλλα (εκδόσεις ΑΛΔΕ). Εισηγήθηκα θερμά την έκδοσή του. Μια και διάβασα όμως το βιβλίο, έγραψα τη βιβλιοκριτική για να την έχω έτοιμη όταν θα εκδοθεί στα ελληνικά. Εκεί ο Wilder έχει ως αποδέκτη της αυτοβιογραφικής του αφήγησης τον ψυχίατρό του. Νόμιζα ότι ήταν δικό του εύρημα. Τελικά βλέπω ότι είχε προηγηθεί ο Roth, που κι αυτός έχει ως αποδέκτη της αφήγησης του ήρωά του τον ψυχίατρό του. Του απευθύνεται κάμποσες φορές μέσα στο κείμενο, και μια φορά με το όνομά του: Δόκτορ Σπηλφόγκελ. Με τέτοια επιτυχία που είχε το βιβλίο, το θεωρώ απίθανο να μην το είχε διαβάσει ο Wilder (παρεμπιπτόντως, κι αυτός Εβραίος, και αυτός χιουμορίστας στην αφήγησή του, αν και στην περίπτωσή του αυτό είναι λίγο πολύ αναμενόμενο, μια και είναι κωμικός).
  Η πλοκή, αναπόφευκτα, είναι αρκετά χαλαρή, καθώς η αφήγηση έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ελεύθερου συνειρμού που χαρακτηρίζει το λόγο ενός ασθενούς όταν μιλάει στον ψυχαναλυτή του. Όμως, έστω και ως μεμονωμένα επεισόδια, διαβάζονται με μεγάλο ενδιαφέρον, σαν μίνι αυτοβιογραφικά αφηγήματα με συνοδευτικά σχόλια αυτοανάλυσης (Η Κάρεν Χόρνεϋ έγραψε ένα βιβλίο με αυτό τον τίτλο, «Αυτοανάλυση». Αφού το διάβασα και αυτοαναλύθηκα επαρκώς το έδωσα σε ένα φίλο μου).
  Ένα άλλο πρόβλημα που έχω διαβάζοντας μυθιστορήματα είναι ότι, σαν λάτρης του πραγματικού στην αφήγηση, τα θεωρώ a priori αυτοβιογραφικά, μέχρις διαψεύσεως ή αποδείξεως του εναντίον. Αυτό είναι λάθος, πράγμα όμως που δεν αναιρεί το γεγονός ότι κάθε συγγραφέας, σε κάθε του έργο, περισσότερο ή λιγότερο αυτοβιογραφείται. Μπορεί να μην πρόκειται για μια τυπική αυτοβιογραφία του συγγραφέα, αλλά σίγουρα ο Ροθ θεωρεί την βιογραφία του ήρωά του, ως αναφορά την παιδική του ηλικία (συγνώμη, όσον αφορά ήθελα να πω, μου το κόλλησαν οι μαθητές μου από τις εκθέσεις τους), ως μια παραλλαγή ενός μέσου όρου βιογραφίας των Εβραιόπουλων, τουλάχιστον της Αμερικής, που θα μπορούσε να περιγραφεί γενικά με τις φράσεις: υπερπροστατευτικές μανάδες, ενοχικά παιδιά.
  Η αθέατη παρουσία του Φρόιντ γίνεται κάποια στιγμή ορατή, το πρόβλημα που ταλανίζει τον ήρωά μας επί τέλους θα ονοματισθεί, οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ενώ, όπως και στο έργο του Κούντερα, θα γίνει αναφορά στο σοφόκλειο έργο με το σχόλιο ότι «είναι το πιο φρικιαστικό και σοβαρό έργο στην ιστορία της λογοτεχνίας» (σελ. 261).
  Μια κειμενογλωσσολογική ανάλυση του έργου θα αποκάλυπτε πόσες φορές απαντάται σ’ αυτό η λέξη «μουνί» και οι συγγενικές της λέξεις. Βέβαια απλώς θα ήταν μια επιστημονική διαπίστωση αυτού που ο αναγνώστης έχει ήδη συνειδητοποιήσει επαρκώς, ότι ο ήρωας του έργου έχει μια εμμονή με το σεξ, που η πιο πρώιμη εκδήλωσή του είναι ο αυνανισμός. Με έκπληξη διαπιστώνουμε ότι είναι ελάχιστα αγοραφοβικός, αφού δεν διστάζει να αυνανιστεί ακόμα και στο κουπέ ενός τραίνου. Στην εποχή του Διογένη δεν υπήρχαν τραίνα, γι’ αυτό μια φορά αυνανίστηκε δημόσια στην αγορά. Απολογούμενος για την πράξη του είπε «Μακάρι και με το τρίψιμο της κοιλιάς μας να ικανοποιούσαμε την πείνα μας».
  Όμως ας παραθέσουμε και ας σχολιάσουμε κάποια αποσπάσματα από το έργο.
  Διαβάζουμε: «Στη μέση του μαθήματος σήκωνα το χέρι για να βγω έξω, όρμαγα στο διάδρομο, έτρεχα σαν αστραπή στις τουαλέτες και με δέκα δεκαπέντε ανεβοκατεβάσματα του καρπού τέλειωνα στα όρθια στα ουρητήρια» (σελ. 22-23).
  Έκανα τη σκέψη να διαβάσω λέει αυτό το απόσπασμα στους μαθητές μου, σε ένα τμήμα όπου κάμποσα αγόρια φαίνεται να έχουν συχνουρία, σαν να πάσχουν από νεανικό προστάτη (πηγαίνουν στην τουαλέτα και μετά, καθώς χάνονται στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του σχολείου, αργούν να επιστρέψουν). Ίσως έτσι να τους αποθάρρυνα από το να σηκώνουν τόσο συχνά το χέρι τους να πάνε τουαλέτα. Φυσικά απλώς μια σκέψη έκανα…
  Διαβάζουμε:
  «Τα λόγια που είναι χαραγμένα πάνω σε κάθε εβραίικη δεκάρα –πάνω στο κορμί κάθε  μικρού Εβραίου- δεν είναι ΕΛΠΙΣ ΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ αλλά ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ ΓΟΝΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ» (σελ. 110).
  Αν διάβαζα το απόσπασμα αυτό το 1980, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, θα συμμεριζόμουν την αγανάκτησή του. Όμως στην ηλικία που ο Ροθ έγραψε το βιβλίο απόκτησα το γιο μου, και τότε κατάλαβα τη μάνα μου, που μου έλεγε σχεδόν πανομοιότυπα τη φράση: όταν θα γίνεις κι εσύ γονιός θα καταλάβεις. Πράγματι κατάλαβα.
  Και ένα δείγμα του χιούμορ του Ροθ: «Τι απαίσια ανακάλυψη – οι γονιοί μου, που έχουν πάντα άδικο, να έχουν δίκιο!» (σελ. 177).
  Δεν ξέρω αν ισχύει πάντα, και σε ποιο βαθμό, αλλά μια και έχει χιλιοειπωθεί, ας το αντιγράψω: «Αυτοί οι άντρες όταν αγαπάνε δε νιώθουν πόθο, κι όταν νιώθουν πόθο, δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν» (σελ. 182).
  Στις μεταφορές, φωτίζουμε το άγνωστο με το γνωστό. Διαβάζουμε: «γλυκιά σαν την Νατάσα στο Πόλεμος και Ειρήνη!» (σελ. 234). Είναι ΤΟ κορυφαίο έργο, όποιοι δεν το έχουν διαβάσει πρέπει να το διαβάσουν.
  Θα τελειώσω επαναλαμβάνοντας: όσοι δεν έχετε διαβάσει το «Πόλεμος και Ειρήνη» να το διαβάσετε.

Philip Roth, Το βυζί, Γράμματα 1984, σελ. 99

  Το διάβασα πρόσφατα, αλλά δεν θυμάμαι ποιος το έγραψε: Κατά την γνώμη του, αυτού του κάποιου που δεν θυμάμαι πώς τον λένε, ο Ροθ είναι ο καλύτερος εν ζωή συγγραφέας. Έτσι, και για κάποιους άλλους, συμπτωματικούς λόγους, αποφάσισα να διαβάσω κάτι δικό του για να σχηματίσω μια άποψη. Το «Βυζί» μου ήταν πρόχειρο, και έτσι αποφάσισα να το διαβάσω. Μετά ανακάλυψα ότι έχω και τη «Νόσο του πορτνόι», που όπως διάβασα, τον έκανε ευρύτατα γνωστό. Το διαβάζω τώρα, σε μια αντίστροφη χρονολογική σειρά, αν και θα προτιμούσα το αντίθετο: Το βυζί εκδόθηκε το 1972 και η νόσος το 1969. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1931.
  Θα μπορούσα να τελειώσω την νόσο και να γράψω πρώτα γι αυτήν, αλλά είπα να γράφω τώρα για το βυζί, που είναι πρόσφατες οι εντυπώσεις μου. Εξάλλου βλέπω ότι και τα δυο έργα έχουν αρκετές ομοιότητες.
  Δεν χρειάστηκε να φτάσω στο σημείο που μιλάει για την «Μεταμόρφωση» του Κάφκα για να καταλάβω ότι από εκεί είναι εμπνευσμένο το έργο. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η «Μεταμόρφωση» βρίσκεται εκείθεν του φανταστικού, ενώ το «Βυζί» εντεύθεν. Κατά τα άλλα και ο ήρωας του Ροθ ξυπνάει ένα πρωί για να διαπιστώσει ότι έχει μεταμορφωθεί σε ένα βυζί. Ένα βυζί με ακόρεστη σεξουαλική όρεξη. Ο ήρωας όμως έχει συνείδηση ότι μια τέτοια μεταμόρφωση είναι στην πραγματικότητα αδύνατη, και γι αυτό, προς το τέλος του βιβλίου, διαπληκτίζεται με τον πατέρα του και τον γιατρό του που επιμένουν ότι είναι πράγματι βυζί. Αυτός υποστηρίζει αρχικά ότι ονειρεύεται, και αργότερα ότι έχει τρελαθεί. Συμμεριζόμαστε την αντίληψή του, και αυτό είναι που τοποθετεί το βιβλίο εντεύθεν, στην από δω μεριά του φανταστικού.
  Ο αφηγητής έγινε βυζί το 1971: μια σπάνια περίπτωση που χρόνος της ιστορίας, χρόνος της αφήγησης, χρόνος της συγγραφής και χρόνος της έκδοσης ταυτίζονται. Μετά την επιτυχία της νόσου ο εκδότης το εξέδωσε μάλλον την επομένη που πήρε το χειρόγραφο.
  Η λέξη-κλειδί, ή μάλλον η φράση κλειδί στο βιβλίο είναι η «σεξουαλική λύσσα» (σελ.27). Ο ήρωας, αφού ανακαλύπτει ότι έχει μεταμορφωθεί σε βυζί, είναι σεξουαλικά ακόρεστος. Η φίλη του η Κλαίρη (δίνει το όνομα της συντρόφου του και αργότερα γυναίκας του, της Κλαιρ Μπλουμ, μιας ηθοποιού που την είχα ερωτευτεί βλέποντάς την στον «Τσάρλι» και στο «Κουκλόσπιτο», την πιο ωραία ίσως κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Ίψεν) ικανοποιεί τις ορέξεις του, αν και όχι όλες (δεν είναι ανάγκη να γράψουμε στο κόσμιο-τώρα πια-blog μας ποιες ορέξεις του αρνείται να ικανοποιήσει). Η νοσοκόμα όμως δεν του κάθεται καθόλου.
  «Από τη λογοτεχνία το ’παθα". Μου το ’χουν εμπνεύσει τα βιβλία που δίδασκα. Μου ’βαλαν την ιδέα στο κεφάλι. Δεν το λέω για να παραπονεθώ, αλλά να, σκέφτομαι όλο την τάξη της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας. Κάθε χρόνο δίδασκα Γκόγκολ και Κάφκα -δίδασκα τη Μύτη και τη Μεταμόρφωση» (σελ. 66).
  Λέτε να κινδυνεύω; Και εγώ διδάσκω ευρωπαϊκή λογοτεχνία, μάθημα επιλογής στη Β΄Λυκείου. Όμως λέω να τον ρισκάρω με τον Κάφκα, που ένα διήγημά του ανθολογείται στο διδακτικό εγχειρίδιο.
  Πω πω, διαβάζω παρακάτω: «Ξέρετε καλύτερα απ' όσο δείχνετε την ανθρώπινη φύση. Έχετε διαβάσει πολύ Ντοστογιέφσκι» (σελ. 69).
  Κι εγώ έχω διαβάσει πολύ Ντοστογιέφσκι, από τα δεκατέσσερά μου. Αρχίζω να ανησυχώ.  


  Τρεις σελίδες πιο κάτω ο πανέξυπνος ήρωας δίνει τις πιθανές αιτίες που τον έκαναν να φαντασιωθεί ότι είναι βυζί:
  «Τώρα, με τη βοήθεια του δόκτορος Κλίνγκερ, προσπαθούσα να ξεκαθαρίσω γιατί φαντάστηκα τον εαυτό μου σα βυζί. Ποια άβυσσος έχασκε σ' αυτή την πρωτόγονη ταύτιση με το μοναδικό αντικείμενο του βρεφικού σε6ασμού; Τι ανεκπλήρωτες ορέξεις ή παμπάλαιες συγχύσεις, τι θραύσματα του μακρινού παρελθόντος μου πρέπει να συγκρούστηκαν για να πυροδοτήσουν μια γιγάντια ψευδαίσθηση, τόσο υπέροχη και τόσο κλασική στην απλότητά της; Πώς να εξηγήσω το «φθόνο του μαστού» που πρέπει να ενέπνευσε αυτό το εκκεντρικό κατασκεύασμα; Μήπως ήμουν, απλώς, ένα αμερικανόπαιδο που το τάισαν πολύ γάλα; Ή μήπως ήταν μια λαχτάρα, βαθιά μέσα στο διάπυρο κέντρο μου, ο πόθος να βρεθώ τέλεια και ευλογημένα ανυπεράσπιστος, να γίνω ένας τεράστιος, ανεγκέφαλος σάκος ιστών, ποθητός, ηλίθιος, παθητικός, ακίνητος, που δεν ενεργεί αλλά δέχεται τις ενέργειες των άλλων, που κρέμεται, που απλώς υπάρχει, όπως κρέμεται και υπάρχει ένα βυζί; Ή να το θεωρήσω ένα είδος χειμερίας νάρκης, έναν μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο, θαμμένο στα βουνά της γυναικείας ανατομίας; Ή πάλι, να πω ότι το βυζί είναι το κουκούλι μου, πρώτος ξάδερφος του σάκου όπου ζούσα πλέοντας στα νερά της μάνας μου; Ή, ή, ή ...» (σελ. 72).
  Ποιος είναι ο αποδέκτης της αφήγησης, ή μάλλον οι αποδέκτες; Μας το λέει στο τέλος. Είμαστε εγώ κι εσείς, όλοι οι πιθανοί αναγνώστες:
  «Αφήστε με λοιπόν να κλείσω, τρελοί και μαλάκες, σκληροί μάγκες και σκεπτικιστές, φίλοι, φοιτητές, συγγενείς, συνάδελφοι, κι όλοι εσείς οι ξένοι, χαμένοι και άχαροι, με εκατομμύρια διαφορετικά δαχτυλικά αποτυπώματα και μούτρα, αφήστε με να κλείσω, σύντροφοι θηλαστικά, μ' ένα ποίημα του Ρίλκε που λέγεται «Αρχαϊκός Κορμός Απόλλωνος».
  Δεν ξέρω εσείς σε πια κατηγορία θα κατατάσσατε τον εαυτό σας. Εγώ πάντως πιστεύω ότι δεν είμαι ούτε τρελός ούτε μαλάκας, παρά τη μαλακία που έκανα μια φορά με το blog μου (αν και δεν ήταν νομίζω ζήτημα μαλακίας αλλά αμνησίας: ο λαός δεν ξεχνά…., ε, τι να κάνουμε, εγώ το ξέχασα και το πλήρωσα. Όπως αποδείχτηκε το ξέχασε και ο ελληνικός λαός, και το πληρώνουμε τώρα).
  Το ποίημα τελειώνει: «Και πρέπει κάποτε ν' αλλάξεις τη ζωή σου». Εφέ του τέλους, μια και έτσι τελειώνει όχι μόνο το ποίημα, αλλά και το έργο, με ένα διδακτισμό. Ο Καβάφης βέβαια ως προς αυτό ήταν εντελώς απαισιόδοξος. Εσύ μπορεί να λες «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή», όμως «η πόλη θα σ’ ακολουθεί».
  Ο Ροθ είναι πράγματι πολύ καλός συγγραφέας, αλλά εδώ συνειδητοποιώ ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζω κυρίως στον κινηματογράφο: όσο καλός κι αν είναι ο Χίτσκοκ, τα θρίλερ δεν μου αρέσουν. Όσο κι αν είναι καλός στο φανταστικό ο Ροθ, και ας το αίρει μετά τη μέση, δεν μου αρέσει ιδιαίτερα. Έξυπνη γραφή, αρκετό χιούμορ, όπως και στην «Νόσο του Πορτνόι», που καθώς το διαβάζω βλέπω να μου αρέσει περισσότερο, όμως… Ναι, δεν λέω πως δεν είναι καλό, απλώς δεν μου αρέσει και τόσο.

Philip Roth, Η ταπείνωση (μετ. Κατερίνα Σχινά), Πόλις 2009, σελ. 170

  Μετά την «Αγανάκτηση», σειρά έχει η «Ταπείνωση». Εδώ ακολουθήσαμε τη συνηθισμένη μας διαδρομή: διαβάσαμε πρώτα το βιβλίο και μετά είδαμε την ταινία, αντίθετα από ό,τι κάναμε με την «Αγανάκτηση».
  Παρόλο που γράφηκε μόλις ένα χρόνο μετά (2009), έχει μεγάλη διαφορά απ’ αυτή. Δεν νομίζω να είναι ιδέα μου μια και είδα πρώτα την ταινία, αλλά η «Αγανάκτηση» είναι ένα έργο με αρκετά επεισόδια, που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Ο James Scharmus τη μετέφερε σχεδόν αυτούσια, εξαιρώντας κάποια επεισόδια που ήσαν κατά κάποιο τρόπο περιττά στην οικονομία της πλοκής. Οι διάλογοι στο έργο του είναι παρμένοι σχεδόν στο σύνολό τους από το μυθιστόρημα, με κορυφαίο τον αντικινηματογραφικό και αντιθεατρικό, αλλά εξαίρετα λογοτεχνικό, όπως σημειώσαμε, διάλογο ανάμεσα στον Μάρκους και στον κοσμήτορα, 16 ολόκληρα λεπτά, αλλά που με συνάρπασε, και όχι μόνο εμένα.
  Συχνά στην κινηματογραφική μεταφορά ενός μυθιστορήματος το σενάριο συνυπογράφει ο συγγραφέας. Δεν είναι όμως η περίπτωση της ταινίας του  Barry Levinson (2014), το σενάριο της οποίας υπογράφουν οι Buck Henry και Michal Zebede. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε να γίνει ποτέ ταινία, αγνοώντας ότι είχε πράγματι γίνει. Και αυτό γιατί τα επεισόδια είναι ελάχιστα, ενώ πολλές σελίδες αφιερώνονται στην περιγραφή των συναισθημάτων και των σκέψεων του Σάιμον, κυρίως στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, μια σπουδή πάνω στα γηρατειά και στην κάμψη των ικανοτήτων του ηθοποιού με τα συνακόλουθα ψυχολογικά προβλήματα, θέμα το οποίο πραγματεύεται και ο Manuel de Oliveira στη θαυμάσια ταινία του «Γυρίζω σπίτι» (2001).
  Ο εξηνταεξάχρονος Σάιμον, μετά από δυο απανωτές αποτυχίες του στη σκηνή, νοιώθει ξοφλημένος σαν ηθοποιός. Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για να πάει να βρει το γιο της, ναρκομανή, που ζει στην Καλιφόρνια. Στη συνέχεια θα ζητήσει διαζύγιο. Σε βαθιά κατάθλιψη, με αυτοκτονικές σκέψεις, νοσηλεύεται για 26 μέρες (στην ταινία γίνονται 30) σε μια ψυχιατρική κλινική. Θα διαβάσουμε πολλά για την αυτοκτονία, καθώς αρκετοί ασθενείς νοσηλεύονται μετά την απόπειρα που έκαναν. Εκεί θα συναντηθεί με τη Σύμπιλ. Νοσηλεύεται μετά από τον νευρικό κλονισμό που έπαθε και που την οδήγησε σε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, όταν διαπίστωσε ότι ο δεύτερος σύζυγός της κακοποιούσε σεξουαλικά την οκτάχρονη κόρη της. Θα του ζητήσει να τον σκοτώσει, πληρώνοντάς τον αδρά. Φυσικά αυτός θα αρνηθεί, δεν είναι επαγγελματίας δολοφόνος.
  Βγαίνοντας από την ψυχιατρική κλινική, έχοντας συνέλθει κάπως, θα δεχθεί την επίσκεψη της Πεγκίν, κόρης δυο φίλων του ηθοποιών, την οποία πρωτοείδε να θηλάζει στο στήθος της μητέρας της. Τώρα είναι σαραντάρα, λεσβία, και διδάσκει σε ένα κοντινό κολέγιο. Τα έχει με την κοσμήτορα, επίσης λεσβία, με την οποία τα έφτιαξε για να κερδίσει τη θέση για την οποία υπήρχαν άλλες υποψήφιες με περισσότερα προσόντα. Είχε χωρίσει με τη φίλη της, όταν αυτή αποφάσισε να γίνει άντρας (κάτι που ακούω για πρώτη φορά. Καλά, να κόψει τα στήθη της, αλλά με το πέος τι γίνεται; Θα έκανε μεταμόσχευση; Αν δεν βαρεθώ θα το ψάξω). Θα τα φτιάξει μαζί του, μια και ήταν ερωτευμένη μαζί του από κορίτσι. Η κοσμήτορας ωρύεται, και ενημερώνει τους γονείς. 
  Οι γονείς της είναι αντίθετοι με αυτή τη σχέση, σχέση με ένα γερασμένο και ξοφλημένο ηθοποιό, και προπαντός που έχει νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική. Εδώ θυμόμαστε την «Αγανάκτηση», όπου οι γονείς του Μάρκους ήταν αντίθετοι στη σχέση του με την Ολίβια, καθώς είχε νοσηλευτεί κι αυτή σε ψυχιατρική κλινική.
  Ο Σάιμον ονειρεύεται να κάνει παιδί μαζί της. Είναι μεγάλος, τι πιθανότητες έχει; Διαβάζω πράγματα που αγνοούσα.
  «Τα κύτταρα των όρχεων που παράγουν το σπέρμα διαιρούνται κάθε δεκαέξι μέρες… Αυτό σημαίνει ότι τα κύτταρα έχουν διαιρεθεί περίπου οκτακόσιες φορές στην ηλικία των πενήντα ετών. Και με κάθε κυτταρική διαίρεση αυξάνονται και οι πιθανότητες βλαβών στο DNA του σπέρματος» (σελ. 144-145).
  Και πιο κάτω:
  «Όσο μεγαλύτερος είναι ο άνδρας κατά τη σύλληψη του παιδιού, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες η σύντροφός του να αποβάλει… Οι ηλικιωμένοι πατέρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν παιδιά με αυτισμό, σχιζοφρένεια ή σύνδρομο Ντάουν» (σελ. 146).
  Σαρανταέξι χρονών ήταν ο πατέρας μου κατά τη σύλληψή μου, μάλλον ήμουν τυχερός. Μάλλον.
  Στο μυθιστόρημα δεν προλαβαίνει να της γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να κάνουν παιδί, πιο πρώτα του ανακοινώνει εκείνη ότι θέλει να χωρίσουν (μάλλον τα έφτιαξε με μια λεσβία, επιστρέφοντας στον ομοφυλόφιλο εαυτό της). Στην ταινία αποτελεί αντικείμενο έντονου διαξιφισμού.
  Στο μυθιστόρημα το γράμμα της Σύμπιλ που του θύμιζε, όλο παράπονο, την άρνησή του να σκοτώσει τον άντρα της, στην ταινία γίνεται πραγματική συνάντηση στην οποία του ζητάει πάλι το ίδιο πράγμα. Και πάλι αρνείται. Αυτή τον ξαναπλησιάζει με ένα πάκο χρήματα. Τρομοκρατημένος θα απομακρυνθεί γρήγορα. Οι τηλεφωνικές συνομιλίες με τους γονείς της Πεγκίν στην ταινία γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο. Ήλθαν στο σπίτι του να πάρουν την κόρη τους. Η εγχειρισμένη λεσβία φίλη της Πεγκίν εμφανίζεται μόνο στην ταινία, όχι στο μυθιστόρημα.
  Οι σκέψεις του Σάιμον πάνω στην κατάστασή του στο μυθιστόρημα γίνονται συνομιλίες μέσω skype με τον ψυχίατρό του στην ταινία. Κάποιες σκηνές τεμαχίζονται με παρέμβλητα πλάνα από αυτές τις συνομιλίες. Η συνομιλία με την Σύμπιλ στην κλινική τεμαχίζεται επίσης με τα σχόλιά του πάνω σ’ αυτή στις ομαδικές συνεδρίες.
  Στο μυθιστόρημα ο Σάιμον έχει την καραμπίνα για προστασία. Στην ταινία την έχει γιατί μια τέτοια είχε και ο Χέμινγουεϊ. Στο μυθιστόρημα αυτοκτονεί μ’ αυτήν, όπως ο Χέμινγουεϊ. Αφού η Σύμπιλ βρήκε το θάρρος να σκοτώσει τον άντρα της με καραμπίνα, όπως διάβασε στις εφημερίδες, γιατί να μην έχει κι αυτός το ίδιο θάρρος να πυροβολήσει τον εαυτό του;
  Όμως στην ταινία αυτοκτονεί διαφορετικά.
  Επιστρέφει για τελευταία φορά στο θέατρο, μετά από πίεση του ατζέντη του. Παίζει τον βασιλιά Ληρ. Στην τελευταία σκηνή, στο σαιξπηρικό έργο, ο Ληρ ξεψυχάει από αβάσταχτη θλίψη πάνω στο σώμα της Κορδέλιας. Ο Σάιμον μαχαιρώνεται με ένα στιλέτο ενώ το κοινό επευφημεί, με τον Αλ Πατσίνο – έναν ηθοποιό που μου αρέσει πάρα πολύ - να δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας.
  Γράφοντας για την «Μαντάμ Μποβαρύ» αναφέρθηκα και σε μερικά κινηματογραφικά έργα, που κάποια ήσαν μεταφορά, περισσότερο ή λιγότερο πιστή, του έργου του Φλωμπέρ, ενώ για κάποια άλλα απλώς το μυθιστόρημα είχε εμπνεύσει τον σκηνοθέτη τους. Νομίζω ότι κάθε θεατής μιας κινηματογραφικής μεταφοράς έχει την προκατάληψη να θέλει η μεταφορά να είναι όσο γίνεται πιο πιστή στο πρότυπο. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά είναι λάθος, γιατί αναπόφευκτα θα μας οδηγούσε να υποτιμήσουμε μια θαυμάσια ταινία που όμως αφίσταται από το πρότυπό της, και αντίστροφα να υπερεκτιμήσουμε μια μέτρια ταινία που είναι πιστή σ’ αυτό.  
  Νομίζω ότι στον Ροθ θα επανέλθω.

Saturday, July 1, 2017

Torang Abedian, Not an illusion (2009)

Torang Abedian, Not an illusion (2009)


  Το ντοκιμαντέρ αυτό της Torang Abedian  με τον τίτλο "Δεν είναι ψευθαίσθηση" (μου το συνέστησε ο ιρανός facebook φίλος μου Hoji Fred παραθέτοντάς μου τον σύνδεσμο. Μπορείτε να το δείτε κι εσείς εδώ, με αγγλικούς υπότιτλους) παρακολουθεί τη ζωή της Σάρας, δίνοντας ταυτόχρονα μια εικόνα για τα μουσικά πράγματα στο Ιράν. Η Σάρα, με γονείς γυμναστές και η ίδια με βραβεία στον αθλητισμό, πιστεύει ότι θα γίνει παγκόσμια πρωταθλήτρια. Όμως μια μέρα που ξέχασε τα κλειδιά του σπιτιού, είπε να πηδήξει στο μπαλκόνι από τον από πάνω όροφο. Όμως δεν έπεσε στο μπαλκόνι, έπεσε κάτω στον κήπο. Δυο σπασμένοι σπόνδυλοι και δυο μετατοπισμένοι έβαλα οριστικά τέλος στο όνειρό της. Στο εξής περπατάει με τις πατερίτσες των χεριών και έχει αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό: είναι τραγουδίστρια. Όμως τα πράγματα στο Ιράν δεν είναι καθόλου εύκολα για μια γυναίκα τραγουδίστρια, αλλά και γενικά για τους μουσικούς. Η γυναίκα απαγορεύεται να τραγουδάει σόλο. Στα τραγούδια μπαίνει άγρια λογοκρισία. Πολλά συγκροτήματα δουλεύουν underground. Έχω δει και ένα άλλο παρόμοιο ντοκιμαντέρ, δεν θυμάμαι όμως τον τίτλο του. Η Αμπεντιάν παρακολουθεί τις προσπάθειες της Σάρας και του συγκροτήματος στο οποίο τραγουδάει, το «Πίκολο», να ξεπεράσουν τους σκοπέλους της λογοκρισίας.
  Η Αμπεντιάν παίρνει συνέντευξη και από έναν ιερωμένο, την οποία σπάζει σε κομμάτια και τα μοιράζει στα διάφορα σημεία της ταινίας. Ακούσαμε πράγματα απίστευτα για μας τους δυτικούς. Αντιγράφω ένα Χαντίθ το οποίο παραθέτει αυτός ο ιερωμένος.
  «Στο σπίτι που υπάρχει μουσική κανένας άγγελος δεν θα μπει, καμιά προσευχή δεν θα εισακουσθεί και δεν θα ευλογηθεί με ευδαιμονία».
  Ευτυχώς οι δικοί μας άγγελοι, οι χριστιανικοί, δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα.
  Ή μήπως έχουν; Γιατί μέχρι τώρα δεν είδα κανένα να μπαίνει στο σπίτι μου.
  Και η σύμπτωση: αμέσως μόλις είδα την ταινία άνοιξα το facebook, όπου βλέπω ότι ο φίλος μου ο Χρήστος ανάρτησε στον τοίχο μου ένα βίντεο κλιπ με το ίδιο θέμα, με τον τίτλο: The invisible female soloist of Iran.  

  Όπως έχω τον ιδεοψυχαναγκασμό να παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που πέφτουν στην αντίληψή μου σε πεζά κείμενα, έτσι έχω και τον ιδεοψυχαναγκασμό να παραθέτω τις συμπτώσεις. Γιατί υπάρχει και μια ακόμη σύμπτωση. Στην ανάρτηση που έκανα σήμερα για την ταινία «Η αγάπη δεν έρχεται μόνη» καταγράφω τέσσερις συμπτώσεις. 

James Huth, Un bonheur n’ arrive jamais seul (Happiness never comes alone, Η αγάπη δεν έρχεται μόνη, 2012)

James Huth, Un bonheur n’ arrive jamais seul (Happiness never comes alone, Η αγάπη δεν έρχεται μόνη, 2012)


  «Η αγάπη δεν έρχεται ποτέ μόνη» είναι μια χαριτωμένη κομεντί πάνω στο μοτίβο «Μια σχέση για πήδημα εξελίσσεται σε έρωτα». Ο Gad Elmaleh αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα. Δεν είναι για μόνιμη σχέση. Έτσι βλέπει και την Sophie Marceau. Όμως θα την ερωτευθεί.
  Και η σύμπτωση: το μοτίβο αυτό το συναντήσαμε, αλλά στη θηλυκή του εκδοχή, και στην ταινία του Αντρέι Ζουλάφσκι «Σημασία έχει ν’ αγαπάς» που προβάλλεται σε επανέκδοση και για την οποία γράψαμε πριν λίγες μέρες.
  Όμως η ευτυχία του ζευγαριού δεν θα κρατήσει πολύ. Η Σοφί Μαρσώ θυσιάζει την αγάπη της κατά παράκληση ενός φίλου του Γκαντ, για να μην μπει εμπόδιο στην καριέρα του αγαπημένου της. Του λέει ότι πρέπει να χωρίσουν. Το μοτίβο αυτό το είδαμε και στην «Τραβιάτα» του Βέρντι, στην οπερετική εκδοχή της «Γυναίκας με τις καμέλιες» του Αλέξανδρου Δουμά. Και βέβαια στο τέλος θα ξανασμίξουν ευτυχισμένοι.
  Υπάρχουν όμως και άλλες δυο συμπτώσεις.
  Η Σοφί είναι παντρεμένη-χωρισμένη και σε διάσταση με τον δεύτερο σύζυγό της, από τον οποίο την χωρίζουν πάρα πολλά χρόνια. Ήταν το αφεντικό της και εξακολουθεί να είναι. Από τον πρώτο της γάμο έχει μια κόρη, από τον δεύτερο δυο γιους. Πολλά χιουμοριστικά επεισόδια συμβαίνουν πάνω στη σχέση ανάμεσα στον Γκαντ και στα παιδιά της Σοφί.
  Η πρώτη σύμπτωση:
  Διαβάζοντας το βιογραφικό της Σοφί Μαρσώ βλέπω ότι είχε μια σχέση με έναν άντρα κατά 26 χρόνια μεγαλύτερό της, σχέση που την έκανε όταν ήταν 19 χρονών και κράτησε 16 χρόνια. Από αυτή τη σχέση απέκτησε ένα γιο. Από μια άλλη, εξάχρονη σχέση, απέκτησε μια κόρη. Η τρίτη εξάχρονη σχέση της κράτησε μέχρι το 2014. Χώρισε φιλικά, όπως διαβάζουμε στη Βικιπαίδεια. Θα έλεγε κανείς ότι ο ρόλος της στην ταινία ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της προσωπικής της ζωής. Λέτε να χώρισε και η Σοφί με τον Γκαντ; Αν η ταινία δεν ήταν κωμωδία αλλά δράμα θα ήταν πολύ πιθανόν.

  Η δεύτερη σύμπτωση: η πρώτη της σχέση ήταν με τον Αντρέι Ζουλάφσκι, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω.