Book review, movie criticism

Thursday, October 8, 2015

Gaston Kaboré, Buud Yam




Ο Wend Kuuni μεγαλώνει σε μια θετή οικογένεια. Σ’ αυτήν τον παρέδωσε κάποιος που τον βρήκε εγκαταλειμμένο, σχεδόν ετοιμοθάνατο, σε μια ερημιά. Η «αδελφή» του αρρωσταίνει, και στο χωριό τον υποπτεύονται για μάγο, ως αίτιο της αρρώστιας της καθώς και κάθε συμφοράς που τους βρίσκει. Ο «πατέρας» του για να τον σώσει, αλλά και για να σώσει την κόρη του που δεν φαίνεται να αναρρώνει, τον στέλνει να βρει τον θεραπευτή που χρησιμοποιεί τα βότανα του λιονταριού. Από το σημείο αυτό και ύστερα η ταινία γίνεται ένα περίπου road movie. Ο Wend Kuuni περνάει ένα σωρό περιπέτειες. Συναντάει μια μυθική νεράιδα που είναι επικίνδυνη σαν τις σειρήνες αλλά είχε προειδοποιηθεί και καταφέρνει να ξεφύγει την τελευταία στιγμή, ενώ στην έρημο ήταν εντελώς καταδικασμένος αν δεν τον εύρισκε ένα καραβάνι. Σ’ αυτό το περιπετειώδες ταξίδι συναντάει και εκείνον που τον έσωσε, όταν η μάνα του είχε ξεψυχήσει ακουμπισμένη σε ένα δένδρο και αυτός ήταν σχεδόν ετοιμοθάνατος από την εξάντληση. Στο τέλος βρίσκει τον θεραπευτή, ο οποίος όχι μόνο θεραπεύει την «αδελφή» του αλλά και αρκετούς άλλους άρρωστους στο χωριό. Η συμπεριφορά των χωριανών απέναντί του αλλάζει άρδην. Όλοι επιζητούν τη φιλία του.
Χωρίς να είναι ταινία ethnofiction σαν την ταινία του Pascal Plisson «Μασάι, οι πολεμιστές της βροχής», εν τούτοις μου τη θύμισε αρκετά: σ’ εκείνην μια ομάδα νέων οδηγείται στην αναζήτηση ενός λιονταριού. Πρέπει να το σκοτώσουν, αφενός για να εκδικηθούν το θάνατο ενός χωριανού τους που τον κατασπάραξε και αφετέρου για να του πάρουν το δέρμα του που είναι θαυματουργό, για να σταματήσει η ξηρασία που πλήττει την περιοχή τους. Μετά από αρκετές περιπέτειες θα το βρουν. Ο νεαρός που θα το σκοτώσει θα σκοτωθεί κι αυτός στη συμπλοκή, όμως η σύντροφοί του θα φέρουν στο χωριό τη λεοντή, και σε λίγο θα αρχίσει να βρέχει.
Περισσότερο όμως μου θύμισε τη «Γιαγιά» του Idrissa Ouedraogo. Σ’ αυτήν μάγισσα είναι η «γιαγιά», μια γριά γυναίκα. Όλοι την αποφεύγουν, εκτός από ένα κοριτσάκι με το φίλο του. Όταν το κοριτσάκι θα αρρωστήσει, η γριά θα προσφερθεί να φέρει έναν βοτανοθεραπευτή, αλλά αρνούνται τις υπηρεσίες της. Θα τον φέρει κρυφά, και κρυφά το κοριτσάκι θα πιει το ζουμί από τα βότανα που θα του δώσει και θα γίνει καλά. Αντίθετα από τον νεαρό στην ταινία του Kaboré, η γιαγιά έχει εκδιωχθεί από το χωριό και στο τέλος θα πεθάνει ολομόναχη. Οι μόνοι που της κάνουν παρέα στη μοναξιά της είναι το κοριτσάκι αυτό και το αγοράκι.
Το όνομα του ήρωα, Wend Kuuni, είναι το όνομα της πρώτης ταινίας του Kaboré που την γύρισε 12 χρόνια (1985) πιο πριν, και το Buud Yam αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχειά του. Ελπίζω να τη βρω κάποια στιγμή και να γράψω και γι’ αυτήν.

Wednesday, October 7, 2015

Rainer Maria Rilke, Το χρυσό κουτί



Rainer Maria Rilke, Το χρυσό κουτί (μετ. Παναγιώτης Υφαντής), Αρμός 1999, σελ. 103

  Ο Ρίλκε είναι ποιητής, και μια και δεν συμπαθώ την ποίηση όπως ο Κωστής Παπαγιώργης δεν έχω διαβάσει κανένα του ποίημα. Έχω όμως διαβάσει τα «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» και την «Αλληλογραφία των τριών-Τβετάγιεβα, Πάστερνακ, Ρίλκε». Σειρά έχει σήμερα μια μικρή συλλογή διηγημάτων του την επιλογή των οποίων έκανε ο μεταφραστής.
Τα διηγήματα αυτά είναι νεανικά. Όλα γράφηκαν πριν ο Ρίλκε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του (γεννήθηκε το 1875). Και μου άρεσαν πάρα πολύ.
Όχι όλα. Μου αρέσει να διαβάζω ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, και κάποια λίγα που γράφηκαν μετά το 1897 και βρίσκονται στο τέλος της συλλογής δεν είχαν αυτό το χαρακτηριστικό. Να υποθέσω ότι τότε άρχισε να κάνει τη στροφή του προς την ποίηση;
Τα πρώτα όμως μου άρεσαν πολύ· δροσερά, με τον συναισθηματισμό και την ευαισθησία της νιότης, με συγκίνησαν. Με απλή και λιτή γραφή, σαν παραμύθι, ο Ρίλκε μας λέει τις ιστορίες του.
«Η θυσία της» μου θύμισε την όπερα του Πεκίνου «Αντίο Παλλακίδα μου». Σ’ αυτήν η παλλακίδα αυτοκτονεί γιατί φοβάται ότι ο αγαπημένος της, έχοντας την έγνοια της σε μια δύσκολη μάχη δεν θα δείξει την γενναιότητα που πρέπει. Στο διήγημα του Ρίλκε η γυναίκα αυτοκτονεί όταν βλέπει ότι ο έρωτας του άντρα της έχει ξεθυμάνει, και με το να μένει στο πλάι του στέκει εμπόδιο στο έργο του.
  «Ήξερε ότι αυτός δεν θα έφτανε ποτέ στο σημείο να της πει: Φύγε! Με κρατάς αλυσοδεμένο! Μου έχεις γίνει μπελάς! Φύγε! Ωστόσο, πολύ βαθιά μέσα της, με την ίδια ταραχή με την οποία ένας ετοιμοθάνατος που έχει ακόμη συνείδηση της κατάστασής του νιώθει το άγγιγμα του τέλους, εκείνη καταλάβαινε πως αυτός όδευε στην καταστροφή. Ότι αυτά τα προβλήματα θα ματαίωναν τη δημιουργική του δύναμη και θα κατέστρεφαν την φρεσκάδα του πνεύματός του» (σελ. 63-64).
Πρέπει να κάνω μια λίστα με τις ηρωίδες που θυσιάστηκαν για τους άντρες. Κάποτε είχα γράψει κάποιες, τώρα η μόνη που θυμάμαι, εκτός από την παλλακίδα, είναι η Άλκηστις. Αντίστοιχη λίστα για τους άντρες δεν υπάρχει.
Επίσης μου άρεσαν πολύ δυο άλλα διηγήματα, η «Φυγή» και η «Η λευκή νύχτα», που δείχνουν τη «ρεαλιστική» ιδιοτέλεια των ανδρών.
Στη «Φυγή» ο νεαρός δεν τολμάει να αρνηθεί την πρόταση της ερωτευμένης φίλης του να το σκάσουν μαζί, μια και οι γονείς της ανακάλυψαν τον δεσμό τους και την έδειραν. Έδωσαν ραντεβού στο σταθμό. Αυτός ξέρει ότι αυτό που πάνε να κάνουν είναι ολότελα παράλογο, είναι σίγουρος ότι αυτή θα το καλοσκεφθεί και δεν θα έλθει. Για να το επιβεβαιώσει πηγαίνει στο σταθμό. Όταν όμως την βλέπει να εμφανίζεται τρέπεται σε φυγή, πριν προλάβει να τον δει.
Τι έγινε με την κοπέλα, δεν ξέρουμε. Ξέρουμε όμως τι έγινε με τη Μαντάμ Μποβαρύ. Ήταν το πρώτο βαρύ χτύπημα που δέχτηκε πριν οδηγηθεί στην αυτοκτονία.
Στη «Λευκή νύχτα» ο Fink καλοβλέπει μια ερωτική περιπέτεια με τη νεαρή γυναίκα που κάθεται δίπλα του στο κατασκότεινο κουπέ. Όταν όμως αρχίζουν οι εξομολογήσεις της, αυτός τρομάζει. Χωρίς να τον αντιληφθεί ανοίγει την πόρτα και τρέχει προς την έξοδο του τρένου. «Είναι σαν μια εξομολόγηση, κι εγώ δεν μπορώ να την καταλάβω… Τη φοβάμαι» (σελ. 53).
Το μοτίβο αυτό, του νεαρού που αφήνει στα κρύα του λουτρού την κοπέλα, το είδαμε και σε μια ιρανική ταινία, το «The girl in sneakers» του Rasoul Sadrameli.
Λέω να διαβάσω και τα «Σονέτα του Ορφέα» που τα έχω, ίσως και τις «Ελεγείες του Ντουίνο» αν τις συναντήσω, αν και θα τις προτιμούσα σε δίγλωσση έκδοση. Θυμάμαι που διάβασα παλιά κάποια δίγλωσση έκδοση με ποιήματα της Αχμάτοβα. Είναι γνωστό ότι «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση». Ρήση με εφέ υπερβολής, αλλά που εμπεριέχει μιαν αλήθεια· μικρή ή μεγάλη, εξαρτάται από τον μεταφραστή.

Tuesday, October 6, 2015

Friedriech Nietzsche, Τελευταίες επιστολές, 1887-1889



Friedriech Nietzsche, Τελευταίες επιστολές, 1887-1889 (μετ. Αιμιλία Μανούση), Άγρα 2003

  Οι τρεις συγγραφείς που σημάδεψαν την εφηβεία μου και που τους ανακάλυψα την ίδια χρονιά, μαθητής δευτέρας γυμνασίου, ήταν ο Ντοστογιέφσκι («Ο ηλίθιος»), ο Νίτσε («Η γέννηση της τραγωδίας») και ο Καζαντζάκης («Ο φτωχούλης του θεού»). Το «ξαναδιαβάζοντας», πέρα από το να δω με τη ματιά της ωριμότητας τα έργα των κορυφαίων αυτών, ενέχει και μια νοσταλγία, μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.  Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε ξαναδιάβασα ακριβώς τα βιβλία που είχα διαβάσει και τότε, και είδα με συγκίνηση τις υπογραμμίσεις και κάποιες σημειώσεις που κράτησα στα περιθώρια. Σήμερα θα τελειώσω με τις «Τελευταίες επιστολές», το μοναδικό βιβλίο που δεν ανήκει σε εκείνη την εποχή αλλά το αγόρασα πολύ μεταγενέστερα, αφήνοντάς το στο «ράφι των τύψεων» για να το διαβάσω εν ευθέτω χρόνω. Και ο χρόνος αυτός ήλθε.
Τα γράμματα αυτά, στην πλειοψηφία του καρτ ποστάλ, με συγκίνησαν πολύ, και ιδιαίτερα τα τελευταία, όταν πια ο Νίτσε είχε καταρρεύσει ψυχολογικά. Τα υπογράφει ως Εσταυρωμένος και ως Διόνυσος· φαντάζομαι γιατί νοιώθει τον εαυτό του ως Εσταυρωμένο, και γιατί ταυτίζεται με τον Διόνυσο, το θεό της τραγωδίας, το θεό των ενστίκτων.
«Τραγούδησέ μου ένα νέο τραγούδι: ο κόσμος είναι μεταμορφωμένος και όλοι οι ουρανοί αγάλλονται» (σελ. 181), γράφει στον φίλο του Πέτερ Γκαστ. Ο ίδιος όμως νοιώθει ως εσταυρωμένος, και έτσι υπογράφει.
Στο φίλο του Φραντς Όβερμπεκ και στη γυναίκα του γράφει: «Μολονότι μέχρι τώρα δείξατε μια περιορισμένη πίστη στην ικανότητά μου να πληρώσω, ελπίζω ωστόσο να μπορώ ακόμη να αποδείξω ότι είμαι κάποιος που ξεπληρώνει τα χρέη του – για παράδειγμα απέναντί σας… Μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες…» (σελ. 183).
Ένας από τους αντισημίτες που δεν χώνευε ήταν ο άντρας της αδελφής του. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του διαβάζουμε: «…μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου. Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί» (σελ. 50).
Σταχυολογώ από τις υπογραμμίσεις μου.
  «…μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι, αβέβαιη για το μέλλον της, τους στόχους και τις απόψεις της, αλλά, όπως κι εγώ, παθιασμένη με τον Ντοστογιέφσκι» (σελ. 45).
Όπως κι εγώ. Ξαναδιάβασα τον Καζαντζάκη, ξαναδιάβασα τον Νίτσε, τα «ξαναδιαβάζοντάς» μου θα τελειώσουν με τον Ντοστογιέφσκι.
«satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus» (σελ. 46). Σε υποσημείωση διαβάζουμε τη μετάφραση: Μου αρκούν ολίγοι, αρκεί ένας, αρκεί κανένας. Ήμουνα σχεδόν σίγουρος ότι δεν ήταν φράση του Νίτσε που την έγραψε στα λατινικά. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα πως είναι του Σενέκα.
«Αριστοκρατικός ριζοσπαστισμός». Έτσι, γράφει ο Νίτσε, χαρακτηρίζει τα κείμενά του ο Δανός καθηγητής Γκέοργκ Μπράντες, ο οποίος έκανε μαθήματα πάνω στη φιλοσοφία του στους φοιτητές του. Όντως εύστοχος χαρακτηρισμός.
«Είναι κάτι νύχτες που με πιάνει απελπισία, γιατί δεν μπορώ πια να αντέξω άλλο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν τόσα πολλά ακόμη (και μάλιστα τα πάντα!) για να κάνουμε. Κατά συνέπεια, θα αντέξουμε. Αυτή η «σοφία» μου εμφανίζεται τουλάχιστον τα πρωινά» (σελ. 71) γράφει στον Πέτερ Γκάστ.
Κρίμα που άντεξε μόνο ένα χρόνο ακόμη.
Και στην ίδια σελίδα, στο ίδιο γράμμα: «Η ζωή χωρίς μουσική είναι απλώς ένα λάθος, μια ταλαιπωρία, μια εξορία».
Το ίδιο πιστεύω κι εγώ. Ήταν άτυχος που στην εποχή του δεν υπήρχε το γραμμόφωνο.
Στο ίδιο γράμμα διαβάζουμε το εξής αμίμητο:
«Δεν ακούσατε τίποτε για το δράμα του Μπιόρσον Το γάντι, για την προπαγάνδα του σχετικά με την παρθενία των ανδρών και το σύνδεσμό του με τις γυναίκες οπαδούς της «διεκδίκησης για ηθική ισότητα»; (αυτή είναι η διατύπωση). Στη Σουηδία αυτές οι τρελογυναίκες έχουν συστήσει μεγάλους συλλόγους, όπου υπόσχονται να «παντρεύονται μόνον παρθένους άντρες» (δηλαδή με εγγύηση, σαν τα ρολόγια, στην αντίθετη περίπτωση κλπ.) (σελ. 73).
Στον Όβερμπεκ:
«Επιτίθεμαι μ’ αυτό στους Γερμανούς σε όλα τα μέτωπα· … Αυτή η ανεύθυνη ράτσα, η οποία φέρει στη συνείδησή της όλα τα malheurs [δυστυχίες] του πολιτισμού και σε όλες τις αποφασιστικές στιγμές της ιστορίας…» (σελ. 117).
Οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ήλθαν μετά.
Το παρακάτω δεν το είχα σκεφτεί, και με εντυπωσίασε.
«Οι Γερμανοί για παράδειγμα φέρουν ως βάρος στη συνείδησή τους το ότι απογύμνωσαν την τελευταία μεγάλη περίοδο της ιστορίας, την Αναγέννηση, από το πνεύμα της –σε μια στιγμή όπου οι χριστιανικές αξίες, οι αξίες της decadence [παρακμή] είχαν ηττηθεί, όπου είχαν ξεπεραστεί, σε ό,τι αφορά τα ένστικτα της υψηλότερης πνευματικότητας, από τα αντίθετα, τα ένστικτα της ζωής!.. Το να επιτίθεσαι στην Εκκλησία – αυτό βέβαια σημαίνει να αποκαθιστάς τον Χριστιανισμό» (σελ. 129).
«Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς δέκα μέρες πιο επωφελώς, γιατί το βιβλίο δεν μου πήρε παραπάνω χρόνο» (σελ. 132).
Ο λόγος για το «Λυκόφως των ειδώλων». Με συναρπάζουν τα βιβλία που γράφονται σε στιγμές χειμαρρώδους έμπνευσης.
Και σε μια επιστολή του στον Στρίντμπεργκ:
«Διάβασα δυο φορές με βαθιά συγκίνηση την τραγωδία σας· με αιφνιδίασε υπέρμετρα το να ανακαλύπτω ένα έργο στο οποίο η δική μου αντίληψη για τον έρωτα – που έχει ως μέσο του τον πόλεμο, θεμέλιό του το θανάσιμο μίσος των δύο φύλων – εκφράζεται κατά μεγαλειώδη τρόπο» (σελ. 135).
Εκύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Αυτά για τον Νίτσε. Αν πέσει στα χέρια μας και άλλο βιβλίο του θα το διαβάσουμε κι αυτό. Αν.

Sunday, October 4, 2015

Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας



Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας (μετ. Κ.Λ. Μεραναίος) εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 175

Η «Γέννηση της τραγωδίας» είναι το πρώτο έργο του Νίτσε που διάβασα, μαθητής δευτέρας γυμνασίου. Επίσης είναι το πρώτο έργο που έγραψε, το 1972, σε ηλικία 28 χρονών. Το 1868, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, είχε γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Basel στην Ελβετία.
Το βιβλίο αυτό το ξαναδιάβασα, τουλάχιστον δεύτερη φορά, το 1985, όταν έγραψα μια μικρή μελέτη για την Αντιγόνη. Εδώ βλέπουμε όχι τον Νίτσε τον φιλόσοφο αλλά τον Νίτσε τον φιλόλογο, βαθιά ελληνολάτρη.
Στο βιβλίο του αυτό ο Νίτσε αναπτύσσει την αντίληψη ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το πνεύμα της μουσικής, της μουσικής η οποία είναι διονυσιακή (διθύραμβος), αφού συνδέθηκε με το «εικαστικό», πλαστικό απολλώνιο πνεύμα, το πνεύμα της γαλήνιας ενατένισης των μορφών της φαινομενικότητας. Όπως υποστηρίζει, το απολλώνιο πνεύμα αναδεικνύει την ατομικότητα ενώ το διονυσιακό την εκστατική/οργιαστική εκμηδένιση του εγώ.
Έχω γράψει κι εγώ γενικά για την τραγωδία. Μένοντας κοντά στον αριστοτελικό ορισμό, ανάρτησα στο διαδίκτυο κάποιες σκέψεις για την τραγωδία, σκέψεις που χρησιμοποίησα στα μαθήματα της εξομοίωσης και αφού είχα έλθει σε επαφή με το ασιατικό θέατρο, καρπός του οποίου υπήρξε το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας». Στην τραγωδία αναφέρομαι και σε δυο σύντομα άρθρα, το ένα με τίτλο «Η αρχαιοελληνική τραγωδία, το κινέζικο θέατρο και ο Μπρεχτ» και το άλλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας; Ορέστης και Άμλετ».
Όπως και ο Νίτσε θεωρώ κι εγώ την τραγωδία σαν σύνθεση του απολλώνιου στοιχείου του έπους, είδους αριστοκρατικού (η μη έκφραση συναισθημάτων και η γαλήνια αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι αριστοκρατική αντίληψη) και του διονυσιακού στοιχείου της λυρικής ποίησης, μιας ποίησης «αστικής» που εκφράζει συναισθήματα, σύνθεση που επιτεύχθηκε όταν τα αστικά στρώματα νίκησαν την αριστοκρατία και επέβαλαν τη δημοκρατία, στα όργανα της οποίας επικρατούσαν πάντα, όπως στις σημερινές δημοκρατίες επικρατεί πάντα (ή σχεδόν πάντα) η πλουτοκρατία.
Σήμερα θα μπορούσα να συμπληρώσω ότι το «επικό», δηλαδή το αφηγηματικό στοιχείο,  στην τραγωδία από αριστοκρατικό έγινε λαϊκό, ενώ το «λυρικό» στοιχείο των στασίμων, το κατ’ εξοχήν ποιητικό, στοιχείο μιας ελίτ κυρίως αστικής αλλά και αριστοκρατικής, εξοβελίστηκε σταδιακά από την τραγωδία, η οποία υποχώρησε σιγά σιγά σε πιο λαϊκά γούστα. Δεν είναι τυχαίο που του Ευριπίδη (του επιτίθεται άγρια ο Νίτσε) έχουν σωθεί 18 τραγωδίες, ενώ του Αισχύλου και του Σοφοκλή μόνο 7 από τον καθένα. Για να κάνω μια σύγκριση με το σήμερα, ο «λαός» αρέσκεται σε ιστορίες, που άλλες βλέπει στο σινεμά και άλλες τις διαβάζει στα μυθιστορήματα, ενώ οι πνευματικές ελίτ διαβάζουν ποίηση.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Νίτσε, στο βιβλίο αυτό παρατηρούμε αντιφάσεις με τη μεταγενέστερη σκέψη του. Εδώ μιλάει για τον θαυμαστό λαό των Ελλήνων. Στα μεταγενέστερα έργα του όμως ο λαός έχει μια άλλη σημασία, είναι το παρακατιανό ισοδύναμο του σκλάβου που με τον χριστιανισμό και την ηθική του έχει κυριαρχήσει πάνω στην αριστοκρατία. Ακόμη ο Νίτσε δεν φαίνεται να δίνει σημασία στο ότι ο Απόλλων ήταν ένας από τους Ολύμπιους θεούς της αριστοκρατίας, ενώ η νικηφόρα τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών λάτρευε τον θεό Διόνυσο, τον λαϊκό θεό του κρασιού και του έρωτα, στις γιορτές του οποίου δινόντουσαν οι παραστάσεις της τραγωδίας. Στα μεταγενέστερα έργα του τον πεσιμισμό και τον μηδενισμό της σύγχρονης εποχής τον χρεώνει στην καταπίεση των ενστίκτων (και ο Φρόιντ στο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» λέει κάτι ανάλογο), καταπίεση για την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη η χριστιανική ηθική των «σκλάβων», ενώ εκεί που μπορούμε να δούμε αχαλίνωτα τα ένστικτα είναι ακριβώς στις λαϊκές τάξεις.
  Καιρός όμως να δώσουμε κάποια αποσπάσματα.
  «Η γνώση σκοτώνει τη δράση, στη δράση χρειάζεται ο αντικατοπτρισμός της αυταπάτης» (σελ. 59).
  Δηλαδή για ένα πουκάμισο αδειανό, μόνο που το γεγονός ότι είναι αδειανό θα το δεις, αν το δεις, εκ των υστέρων.
«Δεν πρέπει όμως ποτέ να ξεχνάμε πως το κοινό της αττικής τραγωδίας ξανάβρισκε τον εαυτό του στο χορό της ορχήστρας, και πως κατά βάση δεν υπήρχε καμιά αντίθεση, καμιά αντινομία μεταξύ του χορού και του κοινού: γιατί όλοι ήσαν ένας μεγάλος, υπέροχος χορός Σατύρων που τραγουδούσαν και χόρευαν, ή χορός εκείνων που ένοιωθαν πως αντιπροσωπεύονταν απ’ αυτούς τους Σάτυρους» (σελ. 62).
Αυτό, όπως είπαμε, στην εποχή του Αισχύλου. Την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου ο χορός αρχίζει να γίνεται ένα στοιχείο βαρετό γι’ αυτό το κοινό. Δεν ενδιαφέρει πια το συναίσθημα αλλά ο σοφιστικέ διάλογος των προσώπων. Αυτό ο Νίτσε θα το χρεώσει στον Σωκράτη. 
«Αναφορικά με» (σελ 105). Τη φράση αυτή τη συνάντησα συχνά στο βιβλίο. Επέμενα να τη χρησιμοποιώ στις εκθέσεις μου, ακόμη και όταν ένας φιλόλογός μου – όνομα και μη χωριό – μου τη διέγραφε ως λάθος.
«…το άτομο θα πίστευε, όπως ο κάτοικος των νησιών Φίτζι, πως επιτελεί υπέρτατο υιικό καθήκον σκοτώνοντας τον πατέρα του και φιλικό καθήκον σφάζοντας τον φίλο του:  πρακτικός πεσιμισμός…» (σελ. 109).
Αν είναι αλήθεια.
«…την πλαστική τέχνη, ως απολλώνια, και τη μουσική, ως διονυσιακή» (σελ. 112). Κάθε τι που αναπαριστάνει μορφές ο Νίτσε το χαρακτηρίζει απολλώνιο, όπως και το έπος («Ο πλαστικός καλλιτέχνης, όπως επίσης κι ο επικός καλλιτέχνης που του μοιάζει, καταποντίζεται στη θεώρηση των εικόνων» (σελ. 44). Το έπος βέβαια κυρίως αφηγείται ιστορίες. Ο Νίτσε αντιτίθεται σφόδρα στην ιδέα ότι η μουσική μπορεί να αποδώσει μορφές. Μόνο τα αισθήματα που μπορούν να πυροδοτήσουν οι μορφές μπορεί να αποδώσει. Αυτό υποστηρίζει, αν θυμάμαι καλά, μιλώντας για την «Ποιμενική».
«Τίποτα δεν είναι φοβερότερο από έναν βάρβαρο λαό σκλάβων, που έμαθε να θεωρεί την ύπαρξή του για αδικία και ετοιμάζεται να εκδικηθεί…» (σελ. 129).
Εδώ βλέπουμε τον Νίτσε των μεταγενέστερων έργων του. Οι έλληνες δεν είναι τέτοιος λαός. Τελικά (εδώ βρίσκεται η αντίφαση), υπάρχουν λαοί που δεν είναι σκλάβοι, και λαοί στους οποίους η πλειοψηφία είναι σκλάβοι και μια μειοψηφία οι εκλεκτοί. Οι σύγχρονοι ευρωπαϊκοί λαοί ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. 
«…ο Χορός του Λούθηρου αντήχησε σαν η πρώτη διονυσιακή επίκληση που διαπερνά ένα πυκνό δάσος, όταν δειλά ξεπροβάλλει η άνοιξη» (σελ. 165).
Σε μεταγενέστερα έργα του όμως ο Νίτσε κατηγορεί την Λούθηρο που με τη μεταρρύθμισή του αναβίωσε τον χριστιανισμό, τον οποίο η Αναγέννηση περιθωριοποιούσε όλο και περισσότερο.
«…η τέχνη δεν είναι μόνο μίμηση της φυσικής πραγματικότητας αλλά μάλλον ένα μεταφυσικό συμπλήρωμα της φυσικής πραγματικότητας, που είναι τοποθετημένο δίπλα της, για να μπορέσει να την υπερπηδήσει» (σελ. 170).
Πολλά πράγματα είναι η τέχνη, είναι και αυτό.
Αυτά για τον Νίτσε προς το παρόν. Η επόμενη ανάρτησή μας θα είναι για τις επιστολές του, και μάλλον όχι προς το παρόν.  

Terry George, Hotel Rwanda



Terry George, Hotel Rwanda (2004)

  Πάλι συμπτωματικά, αφού είδαμε την ταινία του Raoul Peck Sometimes in April που αναφέρεται στη γενοκτονία της Ρουάντα, πέσαμε πάνω στο «Ξενοδοχείο Ρουάντα» που αναφέρεται στα ίδια γεγονότα, αλλά που τώρα αποτελούν το φόντο ενός πραγματικού περιστατικού, παρόμοιου με αυτό της «Λίστας του Σίντλερ». Ο Paul Rusesabagina, manager στο ξενοδοχείο Milles collines στο Kigali, έσωσε από τη σφαγή 1268 άτομα, Τούτσι και Χούτου, δίνοντάς τους καταφύγιο στο ξενοδοχείο του, εκείνο το μοιραίο τρίμηνο Απρίλη – Ιούνη 1994 κατά το οποίο σφαγιάστηκαν σχεδόν ένα εκατομμύριο Τούτσι από τους Χούτου πριν εκδιωχθούν από τους αντάρτες πέρα από τα σύνορα του Κογκό. Πραγματικά συγκλονιστική ταινία.